Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Εξ αφορμής: Μοδιστρούλα


Εκεί που περιπατούσα προ ημερών αγκαζέ με τις γραμμές του ηλεκτρικού στον Περισσό, σε κάποιο ημιυπόγειο -από τα τόσα ρημαγμένα και εγκαταλειμμένα της περιοχής- στάθηκε για λίγο το βλέμμα μου σε μία παλιά πινακίδα. Μίας κάποιας μοδίστρας που είχε καθόπως φαίνεται το εργαστήρι της κάποτες εδώ. Δεν ξεύρω γιατί, αλλά ξέμεινα να κοιτάζω την πινακίδα με κάποια νοσταλγία. 


Σκέφτηκα πως κάποια εποχή είχανε μεγάλη πέραση οι μοδίστρες και πως ήτανε γενικώς ασχολία σημαντική το ράψιμο, το πλέξιμο και το κέντημα. Ήρθε στο νου μου μια μοδίστρα -μήτε που θυμάμαι τ'όνομά της- που ερχόταν στο σπίτι μας όταν ήμουνα μικρός κι επέρναγε όλη την ημέρα της μαζί με τη μαμά μου με μεταποιήσεις και μεζούρες και κουμπιά και πολύχρωμες κλωστές. Απ'τ'αξημέρωτα καθόντουσαν στην κουζίνα, αργά το βράδυ σταματούσαν. Ήρθαν στο νου μου τα πατρόν και τα Μπούρντα και τ'αλαφρά τα δαντελάκια. Θυμήθηκα τις προσπάθειες να περαστεί η κλωστή απ'τη βελόνα και σφύριξε στ'αυτιά μου το ρυθμικό το τακα-τάκα της ραπτικής μηχανής.     


Οι καιροί αλλάζουν, θα πεις. Μαζί τους αλλάζουν κι οι συνήθειες. Και παρότι δεν είναι πλέον τόσο διαδεδομένη η ενασχόληση με την κλωστή και τη βελόνα, εγώ θα σου το παραδεχτώ πως είναι μια δεξιότητα και μια γνώση που τη θαυμάζω και τη σέβομαι. Ίσως γιατί δεν την κατέχω ολωσδιόλου και μου μοιάζει μαγική. Ίσως γιατί συνδέεται με μνήμες καιρών που οριακά επρόλαβα, αλλά έμαθα να εκτιμώ την έλλειψή τους. Κι ίσως γιατί πριν καμιά εβδομάδα που έφυγε ένα κουμπί από το πουκάμισό μου, άνοιξα μετά από καιρό εκείνο το μεταλλικό κουτί όπου φυλάσσω τα ολίγα κουβάρια, τις δακτυλήθρες, τις βελόνες και τις καρφίτσες που μ'άφησε η μαμά μου. "Για την περίπτωση που σου ξηλωθεί κάνα κουμπί! Ντροπή να μην ξέρεις να το ράψεις!" 

Και μια και δυο και τρεις, μού'χε δείξει τον τρόπο. Όταν ήμουν μικρός, λίγο πριν πάω φαντάρος κι ύστερα προς το τέλος, όταν προσπάθησε να μ'ετοιμάσει για το μόνος μου.


Είναι μπερδεμένο κουβάρι οι θύμησες. Από μία πινακίδα στον Περισσό κι ακολουθώντας τις κλωστές, συνειδητοποιεί κανείς πόσο απλωμένο είναι το εργόχειρο της ζωής του. Και αντιλαμβάνεται πως όσο περισσότερο νοσταλγεί, τόσο μεγαλώνει.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Το σπίτι του Ίσα ιμπν Αλί Αλ Χαλίφα


Λίγοι τόποι έχουν μεταμορφωθεί τόσο γρήγορα και δραματικά, όσο η πλευρά ετούτη του κόσμου. Φτωχοί ήμασταν, στον ήλιο μοίρα δεν είχαμε. Κι αν κάτσεις να το σκεφτείς, εντύπωση σού κάμει που επιβιώσαμε με τις συνθήκες του τότε και κρατηθήκαμε στην αμμώδη μας πατρίδα.



Η ζέστη αφόρητη, η σκόνη της ερήμου δεύτερη φύση μας. Και ο αγώνας για να εξασφαλίσουμε τα προς το ζην, συνεχής και αδυσώπητος.



Με όλα έπρεπε να τα βάλουμε. Με τη γεωγραφία, με τους καιρούς, με τους ανθρώπους. Αιώνες πολλοί διαρκούς ανθρώπινης παρουσίας απάνου στο νησί μας κι όμως σαν μας έβλεπες, έλεγες πως τούτοι οι άνθρωποι οι καταραμένοι δεν έκαμαν βήμα προόδου και πως ουδέποτε θα ξεπεράσουν τον πρωτογονισμό τους.



Αλλά ο Αλλάχ είναι μεγάλος. Και δεν ξεχνάει μήτε τόπους μικρούς κι ασήμαντους, όπως τον δικό μας τον τόπο. Εδώ στο Μπαχρέιν, στα ζεστά νερά του Περσικού Κόλπου.



Όσο θυμούνταν οι προγόνοι μας το χθες τους, η θάλασσα τους ζούσε. Με τα ψάρια και τα μαργαριτάρια της. Με την αλμύρα και τους ανέμους της. Που σφυρίζανε πάνου από την έρημο του μεγάλου κεντρικού νησιού μας και σήκωναν αμμοθύελλες.



Μικρά ψαροχώρια με τέντες και χαμόσπιτα, σιαγμένα με λάσπη. Αυτά μονάχα είχαμε. Σκόρπια στις ακτές μας. Τον μεγαλύτερο οικισμό μας, τον εσιάξαμε απάνου στο μικροσκοπικό νησάκι Μουχαράκ -που σχεδόν ακουμπάει στη νήσο του Μπαχρέιν και κολυμπώντας περνάς απέναντι.



Μη φανταστείς μεγάλες γειτονιές και πολυπληθείς αγορές. Κάτι παραπάνω από το τίποτα, κάτι λιγότερο από το ελάχιστο. Οριακά φθάναν ως εδώ τα καραβάνια. Σπάνια φαινόταν στον ορίζοντά μας πλοίο μεγαλύτερο από τις δικές μας τις ψαρόβαρκες.



Εδώ στο κέντρο τ'οικισμού, μόνο κτήριο που ξεχώριζε από το μέγεθος και την κορμοστασιά του, το μέγαρο ετούτο. Του Ίσα ίμπν Αλί Αλ Χαλίφα.



Εξήντα τρία χρόνια συνεχούς βασιλείας, όπως και να το κάμεις είναι λογαριασμός. Ιδίως για μία περιοχή τόσο ανακατεμένη και περίεργη.



Αλλά εκείνος κατάφερε ν'αντέξει. Από το 1869 παρακαλώ ως τις 9 Δεκεμβρίου του 1932, την ημέρα του θανάτου του.



Για κόπιασε και του λόγου σου. Φαίνεσαι άνθρωπος αλλιώτικος. Θα'καμες σίγουρα μεγάλο σαφάρ ώσπου να φθάσεις μέχρις εδώ και πρέπει να σε καλοδεχτούμε -όπως τον κάθε μουσαφίρ. Να σε φιλέψουμε από το ξόδεμά μας, να σε φροντίσουμε όπως προστάζει ο Αλλάχ.



Άφησε τα πατούμενά σου έξω από την είσοδο κι έλα να σε ξεναγήσω.



Το κτήριο διαθέτει κάμποσα δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους με διαδρόμους και στοές, γύρω από τέσσερις εσωτερικές αυλές.



Θα σκεφτείς τώρα εσύ πως ωραίο πράμα οι αυλές, να κάθεται κανείς και ν'απολαμβάνει τις λιακάδες. Αχ, πόσο πολύ φαίνεται πως δεν είσαι από τα μέρη μας και δεν ξεύρεις τους καιρούς μας.



Για εμάς, ο ήλιος είναι ευλογία και ταυτόχρονα κατάρα. Όλα λουσμένα στο εκτυφλωτικό του φως, όλα παραδομένα στην καυτή του λάβα. Να τον εγλιτώσουμε προσπαθούμε μια ζωή, όχι να τον αναζητήσουμε.



Ίδιες ήσαν οι μέρες μας και μόνο στις ρυτίδες της ερήμου και του προσώπου μας φαινόταν πως περνάει ο ταρίχ κι αλλάζουν εποχές. Ψάρεμα, κάματος, αλισβερίς, ραχάρι και φτου από την αρχή. Με τους Πέρσες να ελέγχουν τις θάλασσες του Κόλπου και τις δικές μας τις φυλές ν'αναμιγνύονται μ'άλλες απ'το γειτονικό Κατάρ και την Αραβία.
 


Κι ύστερα ήρθαν οι Άγγλοι.



Ήσαν πολλοί και ισχυροί. Με όπλα και με πλοία και με ρούχα που μας φάνηκαν αρχικώς αστεία. Έλα όμως που το πράμα δεν σήκωνε γέλια, μήτε χωρατά. Θέλανε να ελέγχουν τις θάλασσες, να εμπορεύονται τα μαργαριτάρια (που καθ'όπως καταλάβαμε, τα θεωρούσαν και δικαίως ως τα καλύτερα του κόσμου), να διαφεντεύουν τις ζωές μας, όλα τα θέλανε.



Κι έτσι το 1882, γινήκαμε αποικία.



Σε συμφωνία μαζί τους ήρθε ο Ίσα ίμπν Αλί Αλ Χαλίφα και παρέμεινε στη θέση του, εδώ στ'αρχοντικό του. Μα ξεσηκωθήκαν κάποιοι εμπόροι εναντίον της νέας κατάστασης και τον κατηγόρησαν πως συνεργάστηκε προθύμως με τους αλλόθρησκους. Ταράχθηκε η ησυχία της ερήμου, έγινε μεγάλη αναστάτωση.



Επενέβησαν εντέλει οι Άγγλοι, εξόρισαν τους εμπόρους στην Ινδία, αντικατέστησαν και τον Ίσα ίμπν Αλί Αλ Χαλίφα με το γιο του -αν και εμείς συνεχίσαμε αυτόν να θεωρούμε χαλίφη μας ως το τέλος της ζωής του.



Έλα να σ'ανεβάσω στα ανώγεια μας. Χτιστές σκάλες οδηγούν στα πάνω δωμάτια πούναι πιο φωτεινά και πιο εκτεθειμένα.



Αυτοί οι πύργοι με τ'ανοίγματα είναι να ξεύρεις, οι ανάσες μας. Σαν φυσικός κλιματισμός λειτουργούν -δεσμεύουν τ' αεράκι και το στρέφουν μ'επιφάνειες που μοιάζουν ωσάν ανεμιστήρες, προς τα σπλάχνα της οικίας.



Ναι, αν παίζεται η ζωή και η επιβίωσή σου, πολλά μπορείς να μηχανευτείς για να αντέξεις.



Μα ακόμα και σε τούτα τα μέρη τ'άξενα και σκληρά, η ανάγκη τ'ανθρώπου παραμένει. Για παρηγοριά κι ευαισθησία.



Που παιχνιδίζει στα καλαμωτά μας τα παντζούρια, στα κεντημένα διακοσμήματα, στα μικραμάχ που κεντούνε οι γυναίκες μας.



Στις οροφές, στις αψίδες, στα γείσα.



Σχήματα απλά, ξεκάθαρα. Γραμμές π'ουδέποτε πετυχαίνουν την ευθεία.



Αλλά αγκαλιάζονται κι απλώνονται στις δικές τους συμμετρίες. Με πατρίδες σκόρπιες και σβησμένες κάτω από τους έναστρους ουρανούς του Περσικού μας Κόλπου.



Με στόματα δίχως δόντια, με γένια μπερδεμένα, με βλέμματα μελαχρινά, με δάχτυλα σκασμένα απ'την αλμύρα. Με γυναικείες παρουσίες αθέατες, πίσω από σκαλισμένα παραθύρια.



Μα έλα, κόπιασε. Να δοκιμάσεις πρέπει ζαλαμπία, ζύμη που βρέχουμε με σιρόπι, λεμόνι και σαφράν. Και σαράμπ να πιεις, να γαληνέψει το μέσα σου.



Μπορεί σπουδαίος να μην σου φαίνεται τούτος ο τόπος, μα όλοι οι τόποι έχουν και κάτι να σου πούνε. Κι αν σταθείς κι αφουγκραστείς τους τοίχους μας, αν αφήσεις να σ'αγγίξουν οι ανέμοι της ερήμου και των θαλασσών μας -ο Σιαμάλ και ο Σουχαϊλι- τότες θα καταλάβεις: πως όλα -και τα εύκολα και τα δύσκολα- καταλήγουν εντέλει να γίνουν με έναν τρόπο.



Τον τρόπο που σου επιτρέπουνε κάθε φορά οι συνήθειες, οι περιστάσεις, οι χαβάδες και οι διαθέσεις. Τον τρόπο που χώρεσε μέσα στους κόκκους της άμμου, π'ανακάτεψε στους αφρούς των κυμάτων και σκόρπισε στ'αστέρια τ'ουρανού ο μεγαλοδύναμος Αλλάχ.



Λεξιλόγιο:
μικραμάχ (miqramah / مقرامة)= το κέντημα (εξού και "μακραμέ" στα ελληνικά)
μουσαφίρ (musafir)= ο επισκέπτης (εξού και "μουσαφίρης" στα ελληνικά)
ραχάρι (raha / راحة)= η ξεκούραση, η άνεση (εξού και "ραχάτι" στα ελληνικά)
σαράμπ (sharab / شراب)= το ποτό (εξού και "σιρόπι" στα ελληνικά)
σαφάρ (safar / سفر)= το ταξίδι (εξού και "σαφάρι" στα ελληνικά)
ταρίχ (tarih / تاريخ)= ο χρόνος, η ημερομηνία, η ιστορία (εξού και "ταριχεύω" στα ελληνικά)
χαβά (hava / هَوَاء)= ο καιρός, ο αέρας (εξού και "χαβάς" στα ελληνικά)

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Τ'αρχοντικό του Νεράντζη Αϊβάζη


Όταν έφθασε ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή στα μέρη μας τον 17ο αιώνα, εμαγεύτηκε από την πόλη μας κι εντυπωσιάστηκε από τους ανθρώπους της.



Διότι στ'αλήθεια αυτό π'αντίκρυσε έμοιαζε με υπερπαραγωγή: οι πλούσιοι έμποροι έχουνε εδώθε σιάξει και διαμένουν σε εύμορφα σεράγια. Που διαθέτουν διακοσμήσεις πλούσιες και οντάδες και σαχνισιά και ειδικά παραπήγματα κατά τη μεριά της λίμνης για να προφυλάσσουν τα πλοία που αγκυροδένουνε.



Κι έτσι περίπου είναι στημένος ολάκερος ο ελληνικός μαχαλάς, που τίποτις δεν έχει να ζηλέψει από τ'αρχοντικά της Πόλης ή τα μέγαρα της Σμύρνης. Εδώ, στο ξακουστό μας Ντολτσό.



Ασήμωσε, μην ντρέπεσαι γιαβρίμ. Μουσαφίρης εσύ; Ε όχι, δα! Εσύ δικός μας άνθρωπος είσαι τζιέρη μου! Μπατζανάκ! Έλα να σε ξεναγήσω, να σου προσφέρω το κατιτίς, να σε καλοφιλέψω.



Να σε βγάλω ωραίο κυδώνι πελτέ που έσιαξα προχθές; Έχομεν και νόστιμο χαλβά σιμιγδαλένιο, μέρες πούναι! Κι αν περιμένεις λίγη ώρα, θα βγει μπρε και η κολοκυθόπιτα. Θα την επασπαλίσω με ζάχαρη άχνη και κανέλα να σου την ετρατάρω ζεστή-ζεστή.



Αν ερχόσουν ενωρίτερα θα σε καθίζαμε και στο τραπέζι. Να δοκιμάσεις τους σαρμάδες μας, μπουκιά και σχώριο. Με λάχανο από τον μπαχτσέ μας! Δεν με το είπες έγκαιρα μπρε ζεβζέκη πως θάρθεις!



Α, όλα κι όλα, στο δοξάτο θα σε καθίσω. Να με πεις τα νέα σου, να σε πω τα δικά μου, όρεξη νάχεις για κουβεντολόι.



Μα πρώτ'αν θες έλα να ιδείς και τα λοιπά τα δώματα, μην πεις πως δεν σ'ανοίξαμε τάχα το σπιτικό μας και μας θαρήσσεις για τίποτις ακατάδεχτους. Κάτου στο υπόγειο, έχομεν το κελάρι των τροφίμων και τα βαένια με το κρασί μας. Όλοι οι νοικοκυραίοι φυλάττουμε με επιμέλεια το μέλι μας, τα ξηροκάρπια και τα τουρσιά μας. Και το λάδι, βέβαια. Το τυρί και το βούτυρο. Παραδίπλα είναι το ζυμωτάρι με τις λεκάνες για το ζύμωμα του ψωμιού της εβδομάδας και το κατώι, που φυλάμε τα ξύλα και τα προσανάματα. Δίχως ετούτα, δεν τον εβγάζεις τον χειμώνα στα μέρη μας και σαν μπει Νοέμβρης, μην τα κοιτάς τα μερομήνια: η πρόβλεψη είναι σταθερά αναποδοψυχρόκαιρος.



Στο μεσοπάτωμα έχομεν το εργαστήρι της γούνας. Μεγάλη παράδοση έχει ο τόπος στην τέχνη της, άφταστοι είναι οι μαϊστόροι στο Ντολτσό.



Καθ'όπως ελέγαν οι παλιότεροι, απ΄τα Βυζαντινά τα χρόνια μάθαμε να ράβουμε τις γούνες. Αρχικώς τις εσιάχναμε για τους αυτοκρατόρους και για τους πλούσιους Κωνσταντινοπολίτες. Κι ύστερα αρχίνησε εμπόριο με τη Ρωσία και τους Φραγκολεβαντίνους. Στην Αυστρία, την Ουγγαρία, μέχρις και τις Κάτω Χώρες. Σε οικοτεχνίες γινόταν η δουλειά από τους μαϊστόρους. Διαλογή δερμάτων και επεξεργασία των χορδάδων, καμπαντοσύνη, σταμάτωμα, κόψιμο και ράψιμο. Α, θέλει η γούνα τη ρέγουλά της. Κι όποιον εθές πιάσε και ρώτα-τον να σε το πει: πως όλη την Καστοριά μας, τάισε η γούνα. Κι ακόμα, την εταϊζει.



Σαν έφτασαν μάλιστα οι πρώτες ραπτομηχανές στην πόλη μας, θάματα κάμαμε και κερδίσαμε σβελτάδα. Εδώ να ξεύρεις τζιέρη μου, όλα καμώνονται με τέχνη. Από τους σαρμάδες και το γριβάδι στον ταβά μέχρις τις γούνες, τ'εργόχειρα και τα μικρά τα σεμεδάκια. Την τέχνη της λεπτομέρειας και του νοιαξίματος εξασκούμε. Την τέχνη τ'ανθρώπου του προκομμένου. Που νοιάζεται για το παραμικρό και σ'όλα βάνει αξία.



Στα ρούχα του, στα προικιά του, στους τοίχους και σε τις οροφές του. Να σαν ετούτη που΄ναι ζωγραφισμένη περιτέχνως και στο κοίλο γείσο από κάτου της έχει όμορφα κτήρια σε βλαστερό τοπίο.


Ή σαν δαύτα τα σανιδώματα. Πούχουνε ρόδακες χαριτωμένους και φύλλα και λελούδια.



Ευτύχημα δεν είναι να μένεις σε τέτοιο μέρος παστρικό με χρώματα π'ευφραίνουν την καρδούλα σου; Ευτύχημα είναι τζιέρη μου να την κεντάς τη ζωή μ'όσες περσσότερες ομορφιές μπορείς να της χωρέσεις. Στα στριφώματα και στα φοδραρίσματά της.



Κι αν τυχόν βλέπεις κάποια σημεία τ'αρχοντικού λευκά, καθόλου μην το υποθέσεις πως έτσι άδεια ήσαν στα πρώτα τους. Οι τοίχοι, οι κόχες, τα ταβάνια, όλα ήσαν κάποτες φιλοτεχνημένα. Τώρα το γιατί πιάσαμε και τ'ασβεστώσαμε, είναι μεγάλη ιστορία. Ανωτέρα βία, πώς το λένε; Εντολή γιατρού! Για να προλάβουμε το χτικιό, μας έβαλαν και τα περάσαμε όλα καναδυό χέρια ασβέστωμα, ν'απαλλαούμ'από το βάκιλο. Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά!



Έτσι ξασπρίσαμε το καλό καθημερινό, όπου κοιμούνται τ'αγόρια μας. Και την κρεβατοκάμαρα του ζεύγους. Πούχει δικό της τζάκι κι είναι ίσως το πιο ζεστό από τα δώματα.



Και το δωμάτιο υποδοχής, όπου διαμένουν οι γυναίκες και να βγουν όξω δεν τους επιτρέπεται. Σαν φθάνει το κορίτσι σε ηλικία γάμου -σαν τη Θεοδότα μας, καλή της ώρα- εδώ εφέρνουν το γαμπρό. Καθόμαστε όλο το συγγενολόι τριγύρω και κανονίζουμε τα του προξενιού. Απ'ένα παραθυράκι στον τοίχο, παρατηρεί το κορίτσι την όλη διαδικασία κι από μια τρύπα, η μάνα της -γίνεται βρε ζεβζέκη παντρολόγημα χωρίς νάχει λόγο η μάνα; Σαν εγκρίνουν τον γαμπρό, του επροσφέρουν καφέ γλυκό σαν πετιμέζι. Αν δεν τους αρέζει, πικρό σαν το φαρμάκι.



Σαν τον είδε απ'το παραθυράκι η Θεοδότα μας τον Δημήτρη Αϊβάζη, πετάρισαν τα μέσα της. Κι αν δεν την εσταμάταγε η μάνα της, όλο το δοχείο με τη ζάχαρη θα έχυνε μέσα στο μπρίκι του καφέ. Σα να πέρασε μπροστά απ'τα μάτια της μία ζωή με ευτυχίες και χαρούμενες φωνές παιδιών και γλέντια μ'όλη τη φαμίλια και κουρνιάσματα. Διότι να ξεύρεις τζιέρη μου, το πιο ζηλευτό εργόχειρο είναι εκείνο που υφαίνουν δυο άνθρωποι μονοιασμένοι στο τελάρο της κοινής τους της ζωής.



Κι εδώ στην Καστοριά, τάχουμε μάθει και τα γνωρίζουμε τα θέματα της καρδιάς. Ίσως από ένστικτο, ίσως από σοφία. Ίσως γιατί οι χειμώνες μας ήσαν πάντα δύσκολοι και τόχουμε πια καταλάβει πως το μαζί είναι πιο συνετό από το χώρια. Θα γελάσεις, αλλά ίσως να μας τα δίδαξαν και οι κάστορες της λίμνης μας. Που μια ζωή ολάκερη περνούν ζευγαρωμένοι. Και τις πλημμύρες τους και τις ξηρασιές τους, όλες μαζί τις κουμαντάρουν.  



Σε ζάλισα όμως κι ακόμα κέρασμα δεν επήρες. Νάσου που φθάσαμε και στο δοξάτο με το κιόσκι του, στο απάνου πάτωμα. Εδώ κανονικά δεξιωνόμαστε τους αφεντάδες και τους τοπικούς αρχόντους, εδώ κάμουμε τους γάμους μας και τα βαφτίσια. Εδώ χαρήκαμε το γάμο της Θεοδότας μας με τον Δημήτρη που τον εβάλαμε σώγαμπρο στ'αρχοντικό ετούτο. Που για χρόνια πολλά ανήκε στην οικογένεια των Χοντρογιάννηδων, μα πέρασε εντέλει με το γάμο στους Αϊβαζίδες κι έφθασε κληροδότημα στο γιόκα τού Δημήτρη και της Θεοδότας, τον Νεράντζη, καλή του ώρα κι αυτουνού.



Κύκλους εκάμουν οι ζωές, κύκλους εκάμουν και τα σπίτια. Γεννιούνται, ξανοίγονται, μοιράζονται, μαράζουν. Τί τα θες, τζιέρη μου, έτσι τάχει ο Θεός, κόντρα να πας δεν γίνεται. Το μόνο που μπορείς είναι να ντύσεις τους τοίχους σου με σχέδια. Χρωματιστά λελούδια, φύλλα, περικοκλάδες. Να σιάξεις καναπέδες εύμορφους, ν'ανοίξεις όσα παράθυρα εμπορέσεις στο δοξάτο σου, νάχεις κυδώνι γλυκό για κέρασμα και κρασί στα βαένια σου και προσανάματα νάχεις φροντίσει να φυλάξεις στα κατώγια σου. Κι αν είσαι τυχερός -ω ναι, αν είσαι καμπόσο τυχερός- τότες μπορεί κι εσύ να πιεις καφέ γλυκό και να ησυχάσεις.



Επιμύθιο: Στηριζόμενη στις μύτες των ποδιών της και με μικρές επιδέξιες κινήσεις, η Θεοδότα άνοιξε το μικρό παραθυράκι. Το αθόρυβο βλέμμα της περιπλανήθηκε για λίγο στο δωμάτιο. Κι ύστερα κρεμάστηκε πάνω του. Μπλέχτηκε στα μαλλιά του, κατηφόρησε τα μάγουλά του, αγκάλιασε τα χέρια του, ψιλάφισε τις εκφράσεις του. Και μέσα σε μία στιγμή, το Αν της, βρήκε τα γράμματα που του έλειπαν. Κι έγινε Αντάμα.