Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Από το πάρκο έρχομαι και στην κορφή κανέλλα.



Δηλαδής έλεος, μόνο τα υδραυλικά και τα ηλεκτρολογικά δεν κοιτάξαμε. Όχι, το λέω για να μην έχεις παράπονο. Πως σούχω παραλείψει κάτι και δεν έχεις πλήρη εικόνα. Για το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, ντε! Που βρίσκεται στο Φαληρικό Δέλτα κι άνοιξε προ ολίγων εβδομάδων τις πόρτες του, έτοιμο να φιλοξενήσει την Εθνική Λυρική Σκηνή και την Εθνική Βιβλιοθήκη. 


Αφού είδαμε την Όπερα (όποιο παιδάκι, έχασε τη σχετική ξενάγηση, ανατρέχει εδώ), είδαμε και τη Βιβλιοθήκη (όποιο παιδάκι, έχασε και εκείνη την ξενάγηση, κανονικά κόβεται από απουσίες, αλλά επειδής είμαστε λαρτζ, ας κάμει ένα γρήγορο ριβιού εδώ και το καλό που του θέλω νάρθει διαβασμένο για τις εξετάσεις), μας μένει το τελευταίο κομμάτι του έργου για να σχηματίσουμε τελοσπάντων μία ολοκληρωμένη εικόνα.


Βρισκόμαστε στην οροφή της κατασκευής. Πάνω από τα δύο κτήρια. Στο ανώτερο επίπεδο όπου υπάρχει μία αίθουσα προορισμένη για ειδικές εκδηλώσεις.



Εδώ φθάνεις με ένα ασανσέρ μέσω ενός γυάλινου διαδρόμου που μοιάζει να αιωρείται λίγο κάτω από το ενεργειακό στέγαστρο. Το στέγαστρο αυτό αποτελεί καύχημα για τους κατασκευαστές, καθώς για τη δημιουργία του απαιτήθηκε σύνθετος σχεδιασμός και μπορεί να φαίνεται μεν σχετικά ανάλαφρο, αλλά σε πληροφορώ ότι ζυγίζει σχεδόν 4.700 τόνους. Ναι, από Δευτέρας δίαιτα.



Ο λόγος όμως που ανεβήκαμε εδώ απάνω, είναι προφανώς η θέα. Σε ένα έργο που βρίσκεται τόσο κοντά στη θάλασσα, αλλά που για να τη δεις θα πρέπει να σκαρφαλώσεις στην οροφή του. Και ακόμα κι εδώ, που σχηματίζεται ένα κάποιο μπαλκόνι, σούχουμε βάλει δυο μέτρα θάμνους μπροστά σου. Ώστε εντέλει πρέπει να σκωθείς και στις μύτες των ποδιών σου. Για να δεις κάτι που θάπρεπε να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συγκροτήματος και σημείο αναφοράς του. Το Φαληρικό Δέλτα!



Δυστυχώς, ο χώρος αυτός ουσιαστικά δεν επικοινωνεί με το Φαληρικό Δέλτα. Μαντρωμένο και αποκομμένο από την ακτογραμμή, το συγκρότημα του Ιδρύματος Νιάρχου αποτυγχάνει να αποτελέσει κομμάτι ενός ενιαίου περιπάτου. Με τη Συγγρού από τη μία πλευρά, την Ποσειδώνος από την άλλη και τους μάλλον αδιάφορους μικρούς δρόμους της Καλλιθέας από την τρίτη, το όλο πρότζεκτ φαίνεται φυλακισμένο και ανήμπορο να αναδειχθεί σε υπερτοπικό προορισμό και να δημιουργήσει ροή δημόσιου χώρου. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Μα με ευρύτερη ανάπλαση και πιο ουσιαστική διασύνδεση με τη θάλασσα. Με προέκταση του υδάτινου καναλιού του ώστε να ενώνεται με το Φαληρικό Δέλτα. Με κάποιου είδους αρχιτεκτονικές πρόνοιες που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μία ενιαία αισθητική πρόταση. Αλλά δεν.


Όλες οι παραθαλάσσιες πόλεις του κόσμου κοιτάζουν να βρουν τρόπους να αξιοποιήσουν το εξαιρετικό πλεονέκτημα της παραλίας, εμείς χτίσαμε ένα τσιμεντένιο λόφο ακριβώς μπροστά της, ο οποίος της έχει στρέψει τα νώτα του. Και μετά τον επενδύσαμε με χαμηλή βλάστηση για να μην πολυφαίνεται. Να με συγχωρείς, αλλά από τη στιγμή που πρωτάκουσα την ιδέα ως τώρα που την εβλέπω υλοποιημένη, συνεχίζω να απορώ. Μα γιατί; Γιατί δεν σιάξαμε ένα κτήριο που να φαίνεται από παντού; Ένα κτήριο που θα στεκόταν πάνω από την παραλία και θα επέκτεινε τους ορίζοντές του δεξιά προς τον Πειραιά και ανατολικά προς τον Άλιμο; Γιατί δεν σιάξαμε ένα κτήριο αγέρωχο και τολμηρό; Που θα ανανέωνε την αισθητική της πόλης και θα αποτελούσε τη νέα αρχιτεκτονική αναφορά της;



Ας κατηφορήσουμε. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάμουμε εδώ απάνου. Και μας περιμένει το τελευταίο κομμάτι αυτού του περιπάτου. Το πάρκο.



Το σημείο που περπατούμε είναι ουσιαστικά η στέγη της βιβλιοθήκης. Η οποία είναι επικλινής και δημιουργεί μία κατηφοριά που σε οδηγεί στο πάρκο. Η έκταση αυτή έχει καλυφθεί με χαμηλή βλάστηση και σου δημιουργεί την αίσθηση ενός κατάφυτου λόφου.



Ενός λόφου που ακόμα κι αν αρχικώς σε εντυπωσιάσει, θα ήθελα να μου εξηγήσει κάποιος τη χρήση του. Διότι να περπατήσεις πάνω σε αυτά τα φυτά δεν γίνεται. Να ανέβεις ως εδώ για να τα θαυμάσεις, πάλι χλωμό μού φαίνεται. Άρα;



Όσο περισσότερο κοιτάζω αυτό το πάρκο, τόσο μεγαλύτερη είναι η θλίψη και η απογοήτευσή μου.



Ένας μεγάλος διάδρομος σε οδηγεί χαμηλότερα, διασχίζοντας αυτό το φυτεμένο οικόπεδο.


Ένας διάδρομος απολύτως εκτεθειμένος. Χωρίς δέντρα, χωρίς παγκάκια, χωρίς απολύτως τίποτα. Ένας διάδρομος στον οποίο το καλοκαίρι δεν θα μπορείς να σταθείς από τον ήλιο, το χειμώνα δεν θα μπορείς να σταθείς από τον αέρα ή τη βροχή. Ένας άδειος διάδρομος. Ο οποίος πού ακριβώς καταλήγει;



Στο περιβόητο πάρκο. Που κι αυτό αποτελείται από χαμηλή βλάστηση.


Την οποία διακόπτουν σε κάποια σημεία, οι ελιές.


Και έρχομαι εγώ κι αναρωτιέμαι. Εκτός από την αρχική περιέργεια, ποιος θα έρθει εδώ να περπατήσει και γιατί; Εκτεθειμένος σε όλους τους καιρούς και δίχως μία πρόνοια φιλικότερης βλάστησης.


Ντοντ γκετ μι ρονγκ, δεν έχω τίποτε εναντίον των ελιών. Ωραιότατα δέντρα είναι και λατρεύω το χρώμα των φύλλων τους. Αλλά σκιά δεν κάμουν. Για πάρκο δεν προσφέρονται. Ή τουλάχιστον, όχι δίχως την προσθήκη και άλλων δέντρων.


Δενδρολίβανο, ρίγανη, θυμάρι, λεβάντα, φασκόμηλο. Συγχαρητήρια, όντως αυτές είναι ενδεικτικές μυρουδιές της ελληνικής υπαίθρου.


Αλλά λυπάμαι που θα στο πω και θα σε στεναχωρήσω, όταν έχεις μία τόσο μεγάλη απλωσιά και τη γεμίζεις με τέτοιους θάμνους, τότε είναι σα να διώχνεις τον κόσμο. Όχι γιατί δεν θα αρέσουν τα φυτά αυτά. Αλλά γιατί δεν προσφέρονται για μία πιο βιωματική εμπειρία αναψυχής. Δεν μπορείς να περπατήσεις πάνω τους. Δεν μπορείς να παίξεις ανάμεσά τους. Δεν μπορείς να ξαπλώσεις στη σκιά τους. Δεν μπορείς να πάρεις το βιβλίο σου και τ'ακουστικά σου και να την αράξεις κάπου εκεί ανάμεσα.


Και θα μου επιτρέψεις να πω ότι αυτό δεν είναι πάρκο, αλλά κτήμα στα Μεσόγεια Αττικής. Κάπου ανάμεσα στο Κορωπί και το Μαρκόπουλο. Λίγο πριν φτάσεις στα Καλύβια. Εκεί προς τον Κουβαρά, τρίτο φανάρι δεξιά.



Αλλά αυτό έλειπε από την Καλλιθέα και το Φάληρο; Αυτό έλειπε από την Αθήνα; Ένα κτήμα με θάμνους και ελιές; Ή μήπως θα ήταν προτιμότερο -λέω εγώ τώρα- ένα μικρό Χάιντ Παρκ; Με γρασίδι και ωραία, ψηλά δέντρα; Με ξέφωτα για τις λιακάδες μας, αλλά και σκιές για τους καύσωνές μας;



Το μόνο σημείο που έχει τη δυνατότητα μίας κάποιας χρήσης είναι ένας χώρος με γκαζόν, κάπου στο τέλος του πάρκου. Ανέμπνευστος κι αυτός, χωρίς καμία αισθητική πρωτοτυπία. Ένας τετράγωνος χώρος με γκαζόν. Γύρω του, ελιές.



Θα πουν πολλοί πως είμαι υπερβολικά αρνητικός. Πως δεν είναι δυνατόν να κριτικάρω ένα έργο που στήθηκε με χρήματα ενός ιδρύματος και τελοσπάντων ήρθε να καλύψει υπαρκτές ανάγκες. Κάποιοι θα μου υπενθυμίσουν πως είναι προτιμότερη η αξιοποίηση -έστω και με τα όποια της κουσούρια- από την εγκατάλειψη της προηγούμενης περιόδου ή από τη μιζέρια του ιπποδρόμου που για δεκαετίες βρισκόταν σε αυτόν τον χώρο.


Καλά κι ωραία όλα αυτά, τα συμμερίζομαι και τα κατανοώ. Εντούτοις γίνομαι και θα γίνομαι κριτικός για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, διότι θεωρώ ότι αυτή η χώρα δεν έχει παρά ελάχιστες τέτοιες ευκαιρίες για αλλαγές στην αισθητική και τη χωροταξία της. Και κατά τη γνώμη μου εδώ είχαμε μία χρυσή ευκαιρία για συνολική αλλαγή της μορφής του Φαληρικού Δέλτα. Μία χρυσή ευκαιρία να συνδεθεί το οικόπεδο αυτό με τη θάλασσα. Μία χρυσή ευκαιρία να δημιουργηθούν εγκαταστάσεις με μεγαλύτερη λειτουργικότητα και πολλαπλότητα χρήσεων. Μία χρυσή ευκαιρία για πραγματικά μοντέρνα αρχιτεκτονική που να λειτουργεί ως τοπόσημο και νέο σύμβολο της Αθήνας.


Αλλά είναι μία ευκαιρία που χάθηκε. Και για μία φορά ακόμα, πρέπει να συμβιβαστούμε με το λιγότερο. Ή να είμαστε και χαρούμενοι που το έχουμε, διότι η άλλη μας εναλλακτική ήταν το άθλιο ή το τίποτα. Πάλι ο πήχης πιο χαμηλά, πάλι η Αθήνα πιο πίσω. Διότι σκεφτήκαμε μάλλον κουτοπόνηρα ότι αν είχαμε άλλου τύπου βλάστηση, θα έπρεπε να την ποτίζουμε και να τη φροντίζουμε. Ενώ οι θάμνοι, τους απαρατάμε και τα ψιλοκαταφέρνουν μόνοι τους.


Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ανησυχώ. Πάρα, μα πάρα πολύ. Γιατί το έργο τόχουμε ξαναδεί στα Ολυμπιακά Ακίνητα. Όταν δεν υπάρχει σαφές business plan, όταν δεν έχουν εξασφαλιστεί οι συγκοινωνιακές προσβάσεις, όταν δεν είναι βέβαιες οι χρηματοδοτήσεις, όταν δεν υπάρχει ικανή μελέτη σκοπιμότητας, τότες -η εμπειρία έχει δείξει πως- η κατάληξη τέτοιων έργων στην Ελλάδα είναι η σύντομη παρακμή τους. Ας το παραδεχτούμε στους εαυτούς μας: δεν έχουμε οργανική σχέση με το δημόσιο χώρο. Δεν τόχουμε το κόνσεπτ 'πάρκο'. Το έχουμε αποδείξει στο Πεδίον του Άρεως. Το έχουμε αποδείξει στο περίφημο Πάρκο Αντώνης Τρίτσης (που θυμίζω πως είναι το μεγαλύτερο πάρκο στην Αττική). Το έχουμε αποδείξει στο Ολυμπιακό Στάδιο. Το έχουμε αποδείξει στο Κέντρο Γυμναστικής του Γαλατσίου. Το έχουμε αποδείξει στο Πάρκο Στρατού στο Γουδί.


Θέλει άλλου τύπου αξιοποίηση ο δημόσιος χώρος. Θέλει αξιοποίηση που να καλεί τον κόσμο με πιο έξυπνο τρόπο και να τον εντάσσει με κράχτη περισσότερες και πιο πλουραλιστικές χρήσεις (π.χ. κάποια καταστήματα ή καφέ, εμπορικά κέντρα, συνένωση με τη θάλασσα για διαμόρφωση ενός ενιαίου περιπάτου, κ.λπ.). Μαντρωμένο και απομονωμένο, το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος αποτελεί αναντίρρητα μία ανάσα για τις γύρω περιοχές, αλλά πέραν της αρχικής περιέργειας που θα φέρει και φέρνει κάποιον κόσμο από παραπέρα, το συγκρότημα κατά τη γνώμη μου αποτυγχάνει εξ ορισμού να λειτουργήσει ως ένα υπερτοπικό σημείο αναφοράς για ολόκληρη την πολύπαθη Αθήνα. Και το λέγω, ειλικρινά στεναχωρημένος. Και απογοητευμένος. Μακάρι το μέλλον, να με διαψεύσει.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Συγνώμη, ένα βιβλίο με τίτλο "Τάδε" της Έφης Ζαρατούστρα, το έχετε;


Δεν ξεύρω αν θα μου το προσάψεις, αλλά έχω ένα χούι περίεργο. Με το που βρίσκω ανοίγματα όταν βρίσκομαι σε κλειστό χώρο, σπεύδω ν'αφήσω το βλέμμα μου να δραπετεύσει. Ίσως νάναι ο ψυχαναγκασμός πούχω με τον προσανατολισμό. Που γυρεύω πάντα να καταλάβω προς τα πούθε είναι ο Βορράς και πούθε ο Νότος. Ίσως νάναι η ανάγκη για μία ψευδαίσθηση προοπτικής. Να δοκιμάσω τους ορίζοντές μου. Να δω το παραπέρα και το μέχρις πού μπορώ να φθάσω.



Βρισκόμαστε στην Όπερα του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Και βλέπουμε κάτι που υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα βλέπει ο επισκέπτης του κτηρίου: το τριγύρω. Δυστυχώς για λόγους που δεν έχει μεγάλο νόημα να σου συζητήσω, το συγκρότημα των εγκαταστάσεων δεν επικοινωνεί μήτε με τη θάλασσα -παρότι μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά της- μήτε με τους τριγύρω δρόμους. Αν τυχόν περάσεις για παράδειγμα από την πλευρά της Ποσειδώνος, το μόνο που θα δεις είναι ένα τεράστιο και ακαλαίσθητο τσιμεντένιο τοίχο που υψώνεται και σε πλακώνει. Από την έσω πλευρά, τα παράθυρα προς τη λεωφόρο είναι λίγα και πάντως όχι σε χώρους που θα είναι ανοιχτοί για το κοινό. Αλλά και από τη Συγγρού δεν έχεις ιδιαίτερα καλή θέαση του κτιριακού συγκροτήματος. Πράγμα που σε κάμει να αναρωτιέσαι, γιατί καταβλήθηκε τόση πολύ προσπάθεια για να μην φαίνεται από πουθενά.



Με δεδομένο ότι τους γύρω δρόμους δεν τους βλέπεις και ότι ο χώρος ακριβώς μπροστά από την Όπερα είναι άδειος, το μόνο αισθητικά ενδιαφέρον πράγμα που βλέπεις μέσα από αυτήν, είναι ένα μεγάλο κανάλι με νερό.



Γενικά το υδάτινο στοιχείο λειτουργεί θετικά σε μίνιμαλ κατασκευές. Διότι οι ιριδισμοί και η ελαφρά κίνηση -εάν υπάρχει- προσθέτουν μία αίσθηση ζωντάνιας.


Εντούτοις, θα μου επιτρέψεις να πω ότι ετούτο το κανάλι αποτυγχάνει πλήρως το σκοπό του. Πρώτον, είναι εξαιρετικά ρηχό -γύρω στους ογδόντα πόντους. Δεύτερον, είναι απίθανα πληκτικό. Μα ούτε ένας πίδακας; Ένας χορός υδάτων με φώτα και κλασική μουσική; Μία γέφυρα στη μέση που να σε καλεί να την βαδίσεις σε έναν ενάλιο περίπατο; Κάποια ορατή διασύνδεση με τη θάλασσα; Ένα κάτι, βρε παιδί μου. Τίποτα; Δεν μπορέσαμε να σκεφθούμε απολύτως τίποτα περισσότερο από μία απλή, ρηχή και άχρηστη δεξαμενή με νερό;


Ω, έχω και τρίτο λόγο να σου γκρινιάξω. Δεν έχουν περάσει καλά-καλά, δυοτρείς μήνες από τότες που παραδώθηκε το έργο και η δεξαμενή αυτή είναι ήδη μέσα στη μπίχλα. Και δυστυχώς οφείλω να σου θυμίσω την τραγική κατάληξη των αντίστοιχων τεράστιων, ρηχών και ανέμπνευστων δεξαμενών που έχουμε στο Ολυμπιακό Στάδιο. Ναι, δίπλα στον έπικ διάδρομο που είχε στήσει ο Καλιατράβα, ακριβώς στο σημείο όπου σε αποβιβάζει το τρένο στο σταθμό Ειρήνη. Θέλεις να σου πω σε τί κατάσταση βρίσκονται σήμερα; Είναι άδειες από νερό εδώ και χρόνια, είναι πανβρώμικες με βουλωμένα όλα τα λούκια τους, είναι σπασμένα τα πλακάκια τους και είναι παντελώς παρατημένες. Αλλά φαίνεται πως αυτό δεν προβλημάτισε καθόλου τους σχεδιαστές και αυτής της δεξαμενής και είπαν να επιχειρήσουν μία επανάληψη του κόνσεπτ στο Φάληρο. Το να σιάχναμε μία τεχνητή παραλία ή ένα θαλάσσιο πάρκο ή κάτι σε πολλαπλά επίπεδα που θα δημιουργεί καταρράκτες και ροή, ήταν φαντάζομαι πολύ προχωρημένη σκέψη. Αλλά δεν πειράζει. Ας μείνουμε στο ρηχό και πληκτικό κανάλι. Και ας βάλουμε όλοι στοιχήματα. Για το πόσο καιρό θα διαθέτει νερό. Και πότε θα προγραμματιστεί ο επόμενος καθαρισμός του.


Ώχου, σε πήρα πάλι από τα μούτρα και ξέχασα ο έρμος πτηνός να σε συνδέσω με τα προηγούμενα. Όπως καλά κατάλαβες, βρισκόμαστε στο νέο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Και σουλατσάρουμε για να γνωριστούμε. Εμείς και τα μπίλντινγκς ντε. Αν έχασες το πρώτο μέρος της βόλτας, ανατρέχεις εδώ.


Ας κάμουμε λοιπόν τις απαραίτητες συστάσεις. Αναγνώστα, η Βιβλιοθήκη. Βιβλιοθήκη, ο αναγνώστας.


Εντάξει, βιβλία ακόμα δεν έχουμε, αλλά οι χώροι του κτηρίου που θα στεγάσει τη νέα μας Εθνική Βιβλιοθήκη είναι πανέτοιμοι.


Η κλίμακα, η αισθητική και η όλη συλλογιστική βρίσκονται σε συμμετρία με το απέναντι κτήριο της Όπερας. Οι ξύλινες επιφάνειες εξισορροπούν σε μεγάλο βαθμό τον ψυχρό μινιμαλισμό και οι κάθετες γραμμές λειτουργούν σαν μία νοητή βροχή ανάμεσα στις ιντάστριαλ επιφάνειες του δαπέδου και της οροφής. Όχι πες, δεν με προσλαμβάνεις να σου γράφω τα εντιτόριαλ σε περιοδικό αρχιτεκτονικής;


Παρότι οι χώροι είναι ενιαίοι, ακολουθούν μία ηλικιακή διάταξη. Σε ετούτον ας πούμε το χώρο, θα φιλοξενείται το παιδικό τμήμα. Μπορείς να φανταστείς νήπια να τρέχουν ανάμεσα στους πολύχρωμους κύβους-σκαμπό ή να συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα ανάγνωσης παραμυθιών. Ζούπερ χαρούμενη εικόνα.


Ακριβώς δίπλα βρίσκονται κάποια εξαιρετικά ευφάνταστα καθίσματα για μεγαλύτερα παιδάκια ή και εφήβους.


Και πράγματι θα πρέπει κανείς να δώκει θερμά συγχαρητήρια σε όποιον είχε την εξαιρετική ιδέα να προμηθευτεί αυτά τα πολύχρωμα, παιγνιώδη καθίσματα.


Που κυκλοφορούν σε πολλά σχήματα και χρώματα.



Και κάποια μοιάζουν με κυβάκια από το Τέτρις. Ή σφηνοτουβλάκια. Ή lego. Πάρα πολλά λάικ -και ουχί μόνο για την εμφάνιση και την αισθητική.



Αλλά και για την υφή. Που μοιάζει με σφουγγάρι. Και δεν λερώνει, δεν καίγεται, δεν τσαλακώνεται και δεν κάμει πιέτες. Αλλά σε παρακαλώ να είσαι κι εσύ ζούπερ προσεκτικός και να μην δοκιμάσεις τις αντοχές τους, διότι είναι υπέροχα και τα φέραμε ειδική παραγγελία από τα εξωτερικά.



Κατευτυχισμένος καθόμουν στους καναπέδες και ύστερα στα σκαμπό. Και μετά στις καρέκλες και στις πολυθρόνες. Ώσπου μου ήρθε μία φλασιά. Σκέφτηκα πως αυτός ας πούμε ο χώρος που προορίζεται για τους ενήλικους αποτελεί συνέχεια του χώρου που προορίζεται για τους εφήβους και τα παιδιά.


Και μούρθε ξαφνικά ένας τρόμος. Καθώς συνειδητοποίησα ότι σε μία βιβλιοθήκη -που η ησυχία δεν είναι απλώς ζητούμενο, αλλά προϋπόθεση- όλοι θα βρίσκονται σε έναν ενιαίο χώρο. Από τα νήπια ως τους ενήλικες. Από τους τινέιτζερς ως τους φοιτητές. Πραγματικά έχω περιέργεια να δω πώς θα λειτουργήσει αυτό. Διότι ούτε τα παιδάκια θα μπορείς να πείσεις να μην θορυβούνε, διότι δεν θα σου ξανάρθουν, ούτε τους ενήλικες να υποστούν το θόρυβο, διότι επίσης δεν θα σου ξανάρθουν.



Θα μου πεις, υπάρχουν τόσα επίπεδα. Χάθηκε ο κόσμος να ανέβεις παραπάνω εις αναζήτηση μεγαλύτερης ησυχίας;


Δυστυχώς αγαπημένε αναγνώστα, ουσιαστικά μόνο το επίπεδο του ισογείου και ίσως μέρος του πρώτου ορόφου προορίζεται για εσένα, τον απλό πολίτη που θέλεις να κάμεις χρήση της βιβλιοθήκης. Τα άνωθεν επίπεδα προορίζονται αυστηρώς για χρήση ερευνητών.



Για παράδειγμα, αυτήν την ωραιότατη αίθουσα, δεν είμαι πολύ βέβαιος ότι θα έχεις πρόσβαση να την εδείς, καθώς θα υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί στην πρόσβασή σου. Και θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι παρότι καταλαβαίνω την ανάγκη διαφύλαξης των σπάνιων βιβλίων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του ευαίσθητου αρχειακού της υλικού, θα προτιμούσα μία πιο ελεύθερη πρόσβαση σε περισσότερους χώρους και μία πιο ανοιχτή λογική στη διάταξη του χώρου -αντίς της εδώ και χρόνια αρκετά αντιπαθητικής και κλειστοφοβικής λογικής που χαρακτήριζε την Εθνική Βιβλιοθήκη στην Πανεπιστημίου. Αλλά ας μην προτρέχω. Μπορεί και να με εκπλήξουν ευχάριστα οι υπεύθυνοι, αλλάζοντας φιλοσοφία με τη μετακίνησή τους στο νέο κτήριο.



Το οποίο λοιπόν, διαθέτει και στα άνω επίπεδα, αρκετά μεγάλους χώρους για μελέτη -ανεξαρτήτως του ποιοι θα έχουν πρόσβαση εντέλει εδώ.



Πολλοί αναρωτιούνται αν όντως χρειαζόταν η Αθήνα μία τέτοια βιβλιοθήκη. Αν έχει πράγματι νόημα η δημιουργία της. Και μάλιστα, την εποχή της ψηφιοποίησης και του ίντερνετ.



Ε λοιπόν εγώ θα απαντήσω πως βεβαίως και έχει νόημα. Για πολλούς και διάφορους λόγους. Διότι μία μεγάλη, κεντρική βιβλιοθήκη αποτελούσε πάγιο αίτημα εδώ και πολλές δεκαετίες. Διότι η Ελλάδα δεν έχει κουλτούρα βιβλιοθηκών και μπορεί το κτήριο αυτό να λειτουργήσει ακόμα και συμβολικά. Και διότι τελοσπάντων, σε μία πόλη τεσσάρων και πλέον εκατομμυρίων, υπάρχουν πολλοί δυνητικοί χρήστες των υπηρεσιών μίας τέτοιας υποδομής.



Τώρα βέβαια, αν με ρωτήξεις για την τοποθεσία και τις προσβάσεις της, θα σου απαντήσω πως ναι, η Βιβλιοθήκη αυτή θα έπρεπε να είναι σε κεντρικότερο σημείο και κοντά στο μετρό.


Κι αν με ρωτήξεις αν η βιβλιοθήκη αυτή θα καταφέρει να στρέψει προς την ανάγνωση και τη μελέτη περισσότερο κόσμο, σε μία εποχή που η γνώση συστηματικά ευτελίζεται και έχουμε βρεθεί όλοι εκτεθειμένοι σε τσιτάτα, συνομωσιολογικές θεωρίες και μία ατελείωτη μπουρδολογία, τότες και πάλι δεν θα μπορέσω να σου απαντήσω. Μόνο να ελπίζω μπορώ. Και αυτό, όχι πάντα.


Θα σε αποχαιρετίσω, μέσα από τους εντυπωσιακούς αποθηκευτικούς χώρους της Βιβλιοθήκης.


Σε ετούτα εδώ τα ράφια θα φιλοξενούνται σε λίγο καιρό, πολύτιμα συγγράμματα. Βιβλία και περιοδικά και χειρόγραφα. Τοποθετημένα επιτέλους σε χώρους κατάλληλους για τη συστηματική οργάνωση, τη φύλαξη και την αξιοποίησή τους.


Και όποιες τυχόν ενστάσεις έχω στα επιμέρους, ήμουν και θα είμαι πάντα ιδεολογικά υπέρ της δημιουργίας μίας βιβλιοθήκης. Πόσο μάλλον μίας τέτοιας βιβλιοθήκης που θα στεγάσει εθνικό πλούτο. Νάναι ανοιχτή σε όλους, εύχομαι. Και ν'αποδειχθεί φιλόξενη και χρήσιμη. Γιατί δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.

Τί εννοείς ξεχάστηκα; Α ναι, υπάρχει και το πάρκο γύρω από το συγκρότημα. Δεν ξεύρω πώς να στο πω χωρίς να σε αναστατώσω -είσαι και σε κρίσιμη ηλικία-, αλλά υπάρχει και παρτ γου. Και ναι, έτσι όπως το πάμε σε συνέχειες με το Κέντρο Πολιτισμού, πιο πολύ θα μου πάρει εμένα να σου το σχολιάσω, παρά τα συνεργεία να το χτίσουν μη-χειρότερα.