Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Εξ αφορμής: Αλλοτινές μου εποχές


Τώρα βέβαια, θα με περάσεις για σαλεμένο και θάχεις και τα δίκια σου. Αλλά την ξεύρεις την αδυναμία μου στις λεπτομέρειες. Και το πάθος μου να σιάχνω ιστορίες με τα πιο απλά υλικά.



Εκεί λοιπόν που χάζευα λίγο αδιάφορα μία παλιά ταμπέλα σε ένα κλειστό και παρατημένο μαγαζί, εδώ στο Άργος, ταξίδεψε το μυαλό μου στους ιδιοκτήτες του. Στον κάματο και το μεράκι τους, στους πελάτες που μπαινοβγαίνανε για χρόνια στο κατάστημα, στην πραμάτεια πούχανε αραδιασμένη στα ράφια τους, στ'αλισβερίσι των καθημερινών τους συναλλαγών.



Κι ούτε που το κατάλαβα πως αρχίνησα ν'αναζητώ τέτοιες ταμπέλες σ'ολάκερη την πόλη. Ταμπέλες μισοσβησμένες και παλιές. Με γραμματοσειρές από τ'αντιπροχθές.



Με φίρμες που ίσως και να μην είναι πια εμπορευάμενες. Με τηλεφωνικούς αριθμούς χωρίς το πρόθεμα και με λιγότερα ψηφία.



Με κρέατα και κιμάδες -τότες που γράφονταν με ύψιλον και περνάγανε με δυσκολία από την κιμαδομηχανή.



Με μοσχάρι κόντρα νουά και μπον φιλέ.



Με υδραυλικά, είδη φανοποιίας και καλοριφέρ.



Δεν ξεύρω γιατί, αλλά βρίσκω μία τρυφερότητα σε ετούτες τις ταμπέλες. Μου μυρίζουν παλιοκαιρισμένα βαριά αρώματα -βασιλικό και περγαμόντο. Μου τραγουδούνε Καζαντζίδη και Πόλυ Πάνου. Μου ανοίγουν μουσικά κουτιά σε ανήλιαγες σαλονοτραπεζαρίες με σεμεδάκια στο σύνθετο και φοντανιέρες στα τραπέζια.



Μου φέρνουν στο μυαλό μία άλλη Ελλάδα που κάποτες πιστέψαμε πως αφήσαμε ξωπίσω μας. Αλλά την κουβαλάμε κι αυτή στα μπαγκάζια μας -κι άλλοτε μας βαραίνει, άλλοτε μας μαθαίνει.



Έχουν κάτι το βαθιά ειλικρινές αυτές οι ταμπέλες. Ναι, ίσως νάναι μοναχά η δική μου η αίσθηση και να με κοιτάς τώρα περίεργα.



Άλλα δεν βαριέσαι... Άλλοι συλλέγουν πεταλούδες, άλλοι συλλέγουν ψευδαισθήσεις, εγώ συλλέγω τις αλλοτινές μου εποχές. Ο καθείς με το χαβά του.


  

Μία βραδιά στην Όπερα



Στα μέσα του 19ου αιώνα και στο πλαίσιο των προσωπικών του αναζητήσεων, ο Ζαν-Λουί Σαρλ Γκαρνιέ κατέφθασε στην Ελλάδα, ουχί για να κάμει τα μπάνια του και να φάει γκρικ μουζάκα, αλλά για λόγους πρωτίστως ακαδημαϊκούς. Έχοντας ήδη κάμει λαμπρές σπουδές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών εις Παρισίους και εμφορούμενος από τις νεοτερικές ιδέες του εκλεκτικισμού, ο Γκαρνιέ μελέτησε το Ναό της Αφαίας στην Αίγινα (τρώγοντας ωραιότατο λόκαλ φιστικάκι) και ενθουσιάστηκε με την πολυχρωμία της κλασικής αρχιτεκτονικής. Μία πολυχρωμία που μόλις τότες είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται οι μελετητές, καθώς για αιώνες θεωρούσαν εσφαλμένα ότι οι ναοί των αρχαίων ημών προγόνων ήταν πάλλευκοι και αυστηροί -που δηλαδής έτσι όπως μας ξεύρεις, δύσκολα μας κάμεις για τόσο ξενέρωτους.



Κάποια χρόνια αργότερα, οι κανόνες που διδάχθηκε ο Γκαρνιέ από την εμπειρία του εδώ και βεβαίως, το παιγνιώδες πνεύμα και το ταλέντο του, συνέβαλαν στο σχεδιασμό ενός από τα πιο χαρακτηριστικά κτήρια του ευρωπαϊκού ρομαντισμού.



Βρισκόμαστε στο Παρίσι. Σε θέλω κομ-ιλ-φο, με επίσημο ένδυμα και ύφος μπλαζέ. Διότι έχω και να σε παρουσιάσω στα σαλόν ελεγκάν της υψηλής κοινωνίας της πόλης. Στην Όπερα Γκαρνιέ. Μην με εκθέσεις, αυτό σου λέω μόνο, μην με εκθέσεις!



Η μεγαλοπρέπεια και η πολυτελής διακόσμηση του κτηρίου, το καθιστούν ένα από τα πιο εμβληματικά της πόλης. Και επειδής μοιάζει στ'αλήθεια με παλάτι, συνηθίζουμε να το λέμε Παλέ Γκαρνιέ -που δηλαδής μεταξύ μας, έχω δει κάμποσα παλάτια που είναι πολύ πιο φτωχικά από ετούτη την εξτραβαγκάντσα.


Τώρα βέβαια εσύ που είσαι μίνιμαλ άνθρωπος και τις αποφεύγεις τις πολλές φιοριτούρες, μπορεί να το βρίσκεις σήμερις ντεμοντέ, φανφαρονικό και τρε φλαμπουαγιάν. Αλλά τα λες αυτά διότι προφανώς δεν έχεις μπει στο σαλονάκι της θείας μου της Μορφούλας στους Αμπελόκηπους -που δηλαδής απορείς πώς χωράνε τόσα μπιμπελό στα εξήντα τέσσερα τετραγωνικά.


Ο σύζυγος της Μορφούλας, o θείος Μενέλαος -που σιχτιρίζει καθημερινώς τη συμβίωσή του με κρυστάλλινα βάζα, μπιχλιμπιδέ ποτήρια, δίσκους μουράνο, πορσελάνινες βοσκοπούλες και γλυπτά αγγελάκια- πολύ θα συμφωνούσε με τον Λε Κορμπιζιέ, ο οποίος έβρισκε ακαλαίσθητη όλη ετούτη την υπερβολή -όχι του σαλονιού στους Αμπελόκηπους ντε, αλλά της όπερας- και τη χαρακτήριζε "ψευδή τέχνη".


Πολύ καλά το παρατήρησες: ψηλά στους τοίχους πάνω από τη σκάλα, αναγράφονται οι "πατρίδες του πολιτισμού" στα ελληνικά.


Ανάμεσά τους βεβαίως η Ελλάδα -μπορείς να νιώσεις εθνικά υπερήφανος και να κορδωθείς όσο θέλεις!


Που δηλαδής το κόρδωμα είμαι βέβαιος ότι θα συνεχιστεί, σαν δεις τις εικονογραφήσεις στην οροφή του μεγάλου φουαγιέ. Το θέμα εδώ είναι η ιστορία της μουσικής και όπως καταλαβαίνεις, ο Ορφεύς και οι Μούσες καταλαμβάνουν κεντρική θέση.


Με 154 μέτρα μήκος και 18 ύψος, το φαντεζί αυτό φουαγιέ αποτελεί το απαύγασμα της πολυτέλειας και του εστετισμού. Από τη μία, λες πως δεν χρειαζόταν να κρεμάσουμε την Άρτα και τα Γιάννενα για ένα φουαγιέ. Από την άλλη, σκέφτεσαι πως όλη αυτή η επίδειξη αποτελεί και ένα φόρο τιμής. Στην τέχνη και τη σημασία της. 


Τσέκαρε σε παρακαλώ τα εισιτήρια να δούμε πού καθόμαστε. Εννοείται πως έχω κλείσει εξαιρετικές θέσεις -μα με έχεις για τίποτις τριτοτέταρτο;



Ευκαιρία είναι τώρα που δεν έχει μαζευτεί ακόμα πολύς κόσμος, να θαυμάσουμε την εντυπωσιακή αίθουσα. Η οποία είναι σε σχήμα πετάλου και χωράει περί τους 2000 θεατές.


Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία της αίθουσας είναι η οροφή της που έχει διακοσμηθεί με μία σύνθεση του Σαγκάλ που είναι αρκετά μεταγενέστερη του υπόλοιπου ντεκορασιόν και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο Γκαρνιέ θα έβρισκε μάλλον αταίριαστη με την εν γένει αισθητική του κτηρίου. Παρότι αποτελεί μία τολμηρά πολύχρωμη και μονδέρνα αναφορά σε διάφορες γνωστές όπερες, προσωπικώς δεν με ενθουσιάζει το κοντράστ με το λοιπό μπαρόκ. Ενδιαφέρον έχει και ο πολυέλαιος, ο οποίος ζυγίζει εφτά τόνους και σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον Γκαρνιέ.


Και μπορεί εσύ να τον κοιτάς σήμερις με δέος, αλλά δεν θα είχες την ίδια γνώμη αν ήσουν ανάμεσα στους θεατές που απολάμβαναν την παράσταση, εκείνη τη βραδιά του Μαΐου του 1896. Ένα κομμάτι του πολυέλαιου αποκολλήθηκε από τη θέση του, έπεσε κάθετα μέσα στην κατάμεστη αίθουσα και ο άτυχος θεατής που βρισκόταν από κάτω, άφησε την τελευταία του πνοή. Το συμβάν ενέπνευσε τον συγγραφέα Γκαστόν Λαρού, ο οποίος το χρησιμοποίησε μερικά χρόνια αργότερα στη διάσημη γκόθικ νουβέλα υπό τον τίτλο "Το Φάντασμα της Όπερας". Και βεβαίως αξιοποιήθηκε σκηνοθετικά στο ανέβασμα του ομότιτλου μιούζικαλ από τον Άντριου Λόιντ Βέμπερ το 1986.



Ναι, δεν είναι τυχαίες οι εκφράσεις των προσώπων που κοιτάζουν τη σκηνή της όπερας: τα μάτια τους έχουν δει πολλά. Φόνους, μηχανορραφίες, αυτοκτονίες, ερωτικά πάθη, αντεκδικήσεις, θυελλώδεις σχέσεις, κακοπαθημένες κορασίδες, φλογερές τσιγγάνες, δαιμόνιους κόμηδες, μάγισσες, βασίλισσες, τσαρλατάνους.



Όλα όσα ξεδιπλώνονται μέσα στον μαγικό κόσμο της όπερας -μιας από τις συνθετότερες μορφές τέχνης που συνδυάζει μουσική, δράμα, χορό και εικαστικά σε μία πανδαισία συναισθημάτων και εντυπώσεων.



Και είναι η δύναμη της τέχνης, πάντοτε απελευθερωτική. Σέμπρε λίμπερα! Σε σαγηνεύει ως εμπειρία αισθητική, σου προσφέρει αποδράσεις από την καθημερινότητα, σου προτείνει νέες αναγνώσεις για ζητήματα που άμεσα ή έμμεσα σε αφορούν, σε πηγαίνει παραπέρα. 


Και μπορεί εσύ να διαφωνήσεις, αλλά εγώ θα επιμένω να στο λέω: πως η αποθέωση τ'ανθρώπου με δύο τρόπους επιτυγχάνεται. Μέσα από τη λογική της επιστημοσύνης του και μέσα από τον αισθητισμό των τεχνών του. 



Δοκιμάζοντας το απολαυστικό ελιξίριο του έρωτα για τη γνώση και τη δημιουργία. Το ελιξίριο που δίνει έκταση, βάθος και ουσία στην ύπαρξη. Και που έχει αφετηρία και προορισμό το νοιάξιμο για τους άλλους, την περιέργεια για το επέκεινα και την ανάγκη για επαφή. 


Τα φώτα της αίθουσας σβήνουν, οι προβολείς πέφτουν πάνω στη σκηνή, η αυλαία σηκώνεται, οι λυρικοί καλλιτέχνες εμφανίζονται με τα εντυπωσιακά τους κοστούμια και εικονοποιούν με την παρουσία και την ερμηνεία τους την πιο βαθιά συγκίνηση.



Κι εγώ, αφήνομαι ολοκληρωτικά εντός της. Στην εξαγνιστική δύναμη του Μότσαρντ, του Ντονιτσέτι, του Πουτσίνι, του Μπιζέ και του Βέρντι. Στην ιδιοφυή τους έμπνευση. Που συνεχίζει να σου προσφέρει λόγους να αισθάνεσαι τυχερός. Που μπορείς να κοινωνείς και να απολαμβάνεις.

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Εξ αφορμής: Country road


Μη με ρωτάς τα πώς και τα γιατί βρέθηκα να περιπλανιέμαι έξω από τα Οινόφυτα. Ας πούμε πως με έβγαλε ο δρόμος. Κι είναι αλήθεια πως το μέρος ετούτο δεν αποτελεί προορισμό, αλλά μόνον πέρασμα για τους περισσότερους -από την Εθνική Οδό, χαίρεται κι αντίο σας.



Όλη ετούτη η περιοχή της κοιλάδας του Ασωπού, από τα Οινόφυτα και την Αυλώνα ως την Τανάγρα και τη Ριτσώνα, παρότι βρίσκεται δίπλα στην Αθήνα, σου δίνει την αίσθηση παραμεθορίου και δυσμενούς μετάθεσης.



Την αίσθηση της μετάβασης από την ύπαρξη στην ανυπαρξία, από το κάτι στο τίποτα. Λες και δεν ενώνονται η Βοιωτία με την Αττική, αλλά χωρίζονται. Σχώρνα-με, φταίει ο ανοιξιάτικος καιρός με τις ανατροπές του και μ'έπιασε ο οίστρος. Μια ζεσταίνει, μια ποτίζει, απόφαση τελεσίδικη δεν φαίνεται να παίρνει.



Καθώς τριγύρναγα με τ'αμάξι στους αγροτικούς δρόμους και με μόνη παρέα κάποια δύστυχα σκυλιά που μου γαβγίζανε μέσα από τις μάντρες και τα θερμοκήπια, έπιασα κάποια στιγμή τον εαυτό μου να σφυρίζει εκείνο το παλιό τραγούδι που έλεγε "Ουρανέ / πού περνάς / σ'όποια πόρτα σταματάς / ποιος ακόμα με θυμάται / να ρωτάς, να ρωτάς".



Σε καναδυό σημεία σταμάτησα και βγήκα από τ'αμάξι. Για ν'αναπνεύσω τη δροσιά του υγρού χώματος, ν'ακούσω τα βήματά μου πάνω στο τρυφερό γρασίδι και ν'αγναντέψω το τριγύρω. Εκεί, ψάχνοντας τους ορίζοντες του προσανατολισμού μου, σκέφτηκα πως όλα τα μέρη δικαιούνται την Άνοιξη. Κι εσύ, κι εγώ και όλοι μας.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Το Χαμόγελο της Ροτόντα


Η ώρα ετούτη, λίγο μετά το δειλινό, είναι η πιο δύσκολη. Τα χρώματα γίνονται πιο έντονα, ο κάματος βαραίνει τη διάθεση, οι αισθήσεις ψάχνουν να προσαρμοστούν στην έλλειψη της μέρας. Σα να πενθεί το γύρω σου για μία πρόσφατη απώλεια. Σα να φοβάται τα πνεύματα που καρτερούν στη νύχτα. Σα να μην είναι βέβαιος κανείς αν θα τον βρει το ξημέρωμα. Κι αν δεν έρθει;



Η Ροτόντα στέκεται σιωπηλή, αιώνες τώρα. Και παρατηρεί. Τους ανθρώπους που έρχονται. Τους ανθρώπους που φεύγουνε. Τις εποχές που αλλάζουνε. Τα καμπαναριά, τους μιναρέδες, τις συναγωγές. Τους σαματάδες και τις ησυχίες. Τα δούναι και τα λαβείν. Τις αλήθειες και τα ψέματα. Στέκεται σιωπηλή και όλα τα μετράει.



Μεγάλη Παρασκευή. Οι καμπάνες της πόλης χτυπούν πένθιμα. Οι εκκλησίες γιομίζουν κόσμο. Ο μπαμπάς μου έλεγε πως κάθε τέτοια μέρα για έναν ανεξήγητο λόγο, βρέχει. Νομίζω ότι ήθελε να προσδώσει στη μέρα μία μεταφυσική συνάφεια. Μία κάποια απόδειξη -έστω μετεωρολογική- πως η περιφορά του επιταφίου σημαίνει πολλά περισσότερα από μια παγανιστική τελετουργία. Πως είναι μία κάποια επικοινωνία μας με τα θεία, μία αποκαλυπτική μυσταγωγία.


Έχω ζήσει πια αρκετές Μεγάλες Παρασκευές στη ζωή μου. Ορθόδοξες και Καθολικές. Σε νησιά, σε πόλεις, σε εξοχές. Στην Κέρκυρα, στην Πλάκα, στις Κυκλάδες. Ως παιδί κρατώντας λίγο βαριεστημένα το κερί, ως φαντάρος συνοδεύοντας τον επιτάφιο με άγημα, ως τουρίστας σε μέρη ανοίκεια ανάμεσα σ´αγνώστους. Ναι, έχω ζήσει πια αρκετές Μεγάλες Παρασκευές. Κάποιες παρέα με άλλους και κάποιες πολύ προσωπικές. 


Σαν ετούτη. Κάτω από τους χρυσαφένιους ουρανούς των αψίδων της Ροτόντας, ακούω τον παπά να ιστορεί την πορεία προς τον Γολγοθά και τη σταύρωση. Το μαρτυρικό αυτό κομμάτι της διήγησης, μου είναι πιο σημαντικό από την Ανάσταση. Ίσως γιατί δεν χρειάζομαι θαυματουργές λύσεις και υποσχετικές σωτηρίες. Ίσως γιατί θεωρώ πως η πορεία προς το θάνατο αποτελεί εξ αντικειμένου την πιο τραγική και συνάμα συναισθηματική αναζήτηση για όλους μας. Ίσως γιατί αποτελεί μια ακόμη αφορμή για να φιλοσοφήσω λιγάκι τη ζωή και τ´αναπόδραστό της τέλος. Που δεν αφαιρεί αξία, αλλά προσθέτει.


Ο επιτάφιος της Ροτόντας δεν κάμει μεγάλο γύρο στην πόλη. Έχει άλλωστε η Θεσσαλονίκη, εκκλησίες κάμποσες και σπουδαίες, που ξεδιπλώνουν στους κεντρικούς δρόμους τις λιτανείες τους και γίνονται κουβάρι οι πολυπληθείς τους συνοδείες -πού χώρος για τη Ροτόντα;


Ίσως νάναι κι αυτός ο λόγος που τούτη την περιφορά την προτιμώ. Πιο ήσυχη και πιο σεμνή. Πιο εσωτερική. Όπως πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει τις Μεγάλες του Παρασκευές. Όπως μαθαίνει να τις αντιμετωπίζει, όταν τον έχουνε βρει πολλές.


Η περιφορά γίνεται στους γύρω πεζοδρόμους και σε μια της στροφή, κοντοζυγώνει στην καμάρα. Έχει γλυκάνει ο καιρός, έχει μικρύνει η νύχτα. Οι άνθρωποι με τα αναμμένα κεριά ακολουθούν σιωπηλοί τη ζωή εν τάφω. Και παρότι δεν έβρεξε σήμερα, ελπίζουν. Πως ναι, θα ξημερώσει εντέλει και αύριο. Κι όσοι την αντικρύσουν τη μέρα, ας την αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούν.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Εξ αφορμής: Μοδιστρούλα


Εκεί που περιπατούσα προ ημερών αγκαζέ με τις γραμμές του ηλεκτρικού στον Περισσό, σε κάποιο ημιυπόγειο -από τα τόσα ρημαγμένα και εγκαταλειμμένα της περιοχής- στάθηκε για λίγο το βλέμμα μου σε μία παλιά πινακίδα. Μίας κάποιας μοδίστρας που είχε καθόπως φαίνεται το εργαστήρι της κάποτες εδώ. Δεν ξεύρω γιατί, αλλά ξέμεινα να κοιτάζω την πινακίδα με κάποια νοσταλγία. 


Σκέφτηκα πως κάποια εποχή είχανε μεγάλη πέραση οι μοδίστρες και πως ήτανε γενικώς ασχολία σημαντική το ράψιμο, το πλέξιμο και το κέντημα. Ήρθε στο νου μου μια μοδίστρα -μήτε που θυμάμαι τ'όνομά της- που ερχόταν στο σπίτι μας όταν ήμουνα μικρός κι επέρναγε όλη την ημέρα της μαζί με τη μαμά μου με μεταποιήσεις και μεζούρες και κουμπιά και πολύχρωμες κλωστές. Απ'τ'αξημέρωτα καθόντουσαν στην κουζίνα, αργά το βράδυ σταματούσαν. Ήρθαν στο νου μου τα πατρόν και τα Μπούρντα και τ'αλαφρά τα δαντελάκια. Θυμήθηκα τις προσπάθειες να περαστεί η κλωστή απ'τη βελόνα και σφύριξε στ'αυτιά μου το ρυθμικό το τακα-τάκα της ραπτικής μηχανής.     


Οι καιροί αλλάζουν, θα πεις. Μαζί τους αλλάζουν κι οι συνήθειες. Και παρότι δεν είναι πλέον τόσο διαδεδομένη η ενασχόληση με την κλωστή και τη βελόνα, εγώ θα σου το παραδεχτώ πως είναι μια δεξιότητα και μια γνώση που τη θαυμάζω και τη σέβομαι. Ίσως γιατί δεν την κατέχω ολωσδιόλου και μου μοιάζει μαγική. Ίσως γιατί συνδέεται με μνήμες καιρών που οριακά επρόλαβα, αλλά έμαθα να εκτιμώ την έλλειψή τους. Κι ίσως γιατί πριν καμιά εβδομάδα που έφυγε ένα κουμπί από το πουκάμισό μου, άνοιξα μετά από καιρό εκείνο το μεταλλικό κουτί όπου φυλάσσω τα ολίγα κουβάρια, τις δακτυλήθρες, τις βελόνες και τις καρφίτσες που μ'άφησε η μαμά μου. "Για την περίπτωση που σου ξηλωθεί κάνα κουμπί! Ντροπή να μην ξέρεις να το ράψεις!" 

Και μια και δυο και τρεις, μού'χε δείξει τον τρόπο. Όταν ήμουν μικρός, λίγο πριν πάω φαντάρος κι ύστερα προς το τέλος, όταν προσπάθησε να μ'ετοιμάσει για το μόνος μου.


Είναι μπερδεμένο κουβάρι οι θύμησες. Από μία πινακίδα στον Περισσό κι ακολουθώντας τις κλωστές, συνειδητοποιεί κανείς πόσο απλωμένο είναι το εργόχειρο της ζωής του. Και αντιλαμβάνεται πως όσο περισσότερο νοσταλγεί, τόσο μεγαλώνει.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Το σπίτι του Ίσα ιμπν Αλί Αλ Χαλίφα


Λίγοι τόποι έχουν μεταμορφωθεί τόσο γρήγορα και δραματικά, όσο η πλευρά ετούτη του κόσμου. Φτωχοί ήμασταν, στον ήλιο μοίρα δεν είχαμε. Κι αν κάτσεις να το σκεφτείς, εντύπωση σού κάμει που επιβιώσαμε με τις συνθήκες του τότε και κρατηθήκαμε στην αμμώδη μας πατρίδα.



Η ζέστη αφόρητη, η σκόνη της ερήμου δεύτερη φύση μας. Και ο αγώνας για να εξασφαλίσουμε τα προς το ζην, συνεχής και αδυσώπητος.



Με όλα έπρεπε να τα βάλουμε. Με τη γεωγραφία, με τους καιρούς, με τους ανθρώπους. Αιώνες πολλοί διαρκούς ανθρώπινης παρουσίας απάνου στο νησί μας κι όμως σαν μας έβλεπες, έλεγες πως τούτοι οι άνθρωποι οι καταραμένοι δεν έκαμαν βήμα προόδου και πως ουδέποτε θα ξεπεράσουν τον πρωτογονισμό τους.



Αλλά ο Αλλάχ είναι μεγάλος. Και δεν ξεχνάει μήτε τόπους μικρούς κι ασήμαντους, όπως τον δικό μας τον τόπο. Εδώ στο Μπαχρέιν, στα ζεστά νερά του Περσικού Κόλπου.



Όσο θυμούνταν οι προγόνοι μας το χθες τους, η θάλασσα τους ζούσε. Με τα ψάρια και τα μαργαριτάρια της. Με την αλμύρα και τους ανέμους της. Που σφυρίζανε πάνου από την έρημο του μεγάλου κεντρικού νησιού μας και σήκωναν αμμοθύελλες.



Μικρά ψαροχώρια με τέντες και χαμόσπιτα, σιαγμένα με λάσπη. Αυτά μονάχα είχαμε. Σκόρπια στις ακτές μας. Τον μεγαλύτερο οικισμό μας, τον εσιάξαμε απάνου στο μικροσκοπικό νησάκι Μουχαράκ -που σχεδόν ακουμπάει στη νήσο του Μπαχρέιν και κολυμπώντας περνάς απέναντι.



Μη φανταστείς μεγάλες γειτονιές και πολυπληθείς αγορές. Κάτι παραπάνω από το τίποτα, κάτι λιγότερο από το ελάχιστο. Οριακά φθάναν ως εδώ τα καραβάνια. Σπάνια φαινόταν στον ορίζοντά μας πλοίο μεγαλύτερο από τις δικές μας τις ψαρόβαρκες.



Εδώ στο κέντρο τ'οικισμού, μόνο κτήριο που ξεχώριζε από το μέγεθος και την κορμοστασιά του, το μέγαρο ετούτο. Του Ίσα ίμπν Αλί Αλ Χαλίφα.



Εξήντα τρία χρόνια συνεχούς βασιλείας, όπως και να το κάμεις είναι λογαριασμός. Ιδίως για μία περιοχή τόσο ανακατεμένη και περίεργη.



Αλλά εκείνος κατάφερε ν'αντέξει. Από το 1869 παρακαλώ ως τις 9 Δεκεμβρίου του 1932, την ημέρα του θανάτου του.



Για κόπιασε και του λόγου σου. Φαίνεσαι άνθρωπος αλλιώτικος. Θα'καμες σίγουρα μεγάλο σαφάρ ώσπου να φθάσεις μέχρις εδώ και πρέπει να σε καλοδεχτούμε -όπως τον κάθε μουσαφίρ. Να σε φιλέψουμε από το ξόδεμά μας, να σε φροντίσουμε όπως προστάζει ο Αλλάχ.



Άφησε τα πατούμενά σου έξω από την είσοδο κι έλα να σε ξεναγήσω.



Το κτήριο διαθέτει κάμποσα δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους με διαδρόμους και στοές, γύρω από τέσσερις εσωτερικές αυλές.



Θα σκεφτείς τώρα εσύ πως ωραίο πράμα οι αυλές, να κάθεται κανείς και ν'απολαμβάνει τις λιακάδες. Αχ, πόσο πολύ φαίνεται πως δεν είσαι από τα μέρη μας και δεν ξεύρεις τους καιρούς μας.



Για εμάς, ο ήλιος είναι ευλογία και ταυτόχρονα κατάρα. Όλα λουσμένα στο εκτυφλωτικό του φως, όλα παραδομένα στην καυτή του λάβα. Να τον εγλιτώσουμε προσπαθούμε μια ζωή, όχι να τον αναζητήσουμε.



Ίδιες ήσαν οι μέρες μας και μόνο στις ρυτίδες της ερήμου και του προσώπου μας φαινόταν πως περνάει ο ταρίχ κι αλλάζουν εποχές. Ψάρεμα, κάματος, αλισβερίς, ραχάρι και φτου από την αρχή. Με τους Πέρσες να ελέγχουν τις θάλασσες του Κόλπου και τις δικές μας τις φυλές ν'αναμιγνύονται μ'άλλες απ'το γειτονικό Κατάρ και την Αραβία.
 


Κι ύστερα ήρθαν οι Άγγλοι.



Ήσαν πολλοί και ισχυροί. Με όπλα και με πλοία και με ρούχα που μας φάνηκαν αρχικώς αστεία. Έλα όμως που το πράμα δεν σήκωνε γέλια, μήτε χωρατά. Θέλανε να ελέγχουν τις θάλασσες, να εμπορεύονται τα μαργαριτάρια (που καθ'όπως καταλάβαμε, τα θεωρούσαν και δικαίως ως τα καλύτερα του κόσμου), να διαφεντεύουν τις ζωές μας, όλα τα θέλανε.



Κι έτσι το 1882, γινήκαμε αποικία.



Σε συμφωνία μαζί τους ήρθε ο Ίσα ίμπν Αλί Αλ Χαλίφα και παρέμεινε στη θέση του, εδώ στ'αρχοντικό του. Μα ξεσηκωθήκαν κάποιοι εμπόροι εναντίον της νέας κατάστασης και τον κατηγόρησαν πως συνεργάστηκε προθύμως με τους αλλόθρησκους. Ταράχθηκε η ησυχία της ερήμου, έγινε μεγάλη αναστάτωση.



Επενέβησαν εντέλει οι Άγγλοι, εξόρισαν τους εμπόρους στην Ινδία, αντικατέστησαν και τον Ίσα ίμπν Αλί Αλ Χαλίφα με το γιο του -αν και εμείς συνεχίσαμε αυτόν να θεωρούμε χαλίφη μας ως το τέλος της ζωής του.



Έλα να σ'ανεβάσω στα ανώγεια μας. Χτιστές σκάλες οδηγούν στα πάνω δωμάτια πούναι πιο φωτεινά και πιο εκτεθειμένα.



Αυτοί οι πύργοι με τ'ανοίγματα είναι να ξεύρεις, οι ανάσες μας. Σαν φυσικός κλιματισμός λειτουργούν -δεσμεύουν τ' αεράκι και το στρέφουν μ'επιφάνειες που μοιάζουν ωσάν ανεμιστήρες, προς τα σπλάχνα της οικίας.



Ναι, αν παίζεται η ζωή και η επιβίωσή σου, πολλά μπορείς να μηχανευτείς για να αντέξεις.



Μα ακόμα και σε τούτα τα μέρη τ'άξενα και σκληρά, η ανάγκη τ'ανθρώπου παραμένει. Για παρηγοριά κι ευαισθησία.



Που παιχνιδίζει στα καλαμωτά μας τα παντζούρια, στα κεντημένα διακοσμήματα, στα μικραμάχ που κεντούνε οι γυναίκες μας.



Στις οροφές, στις αψίδες, στα γείσα.



Σχήματα απλά, ξεκάθαρα. Γραμμές π'ουδέποτε πετυχαίνουν την ευθεία.



Αλλά αγκαλιάζονται κι απλώνονται στις δικές τους συμμετρίες. Με πατρίδες σκόρπιες και σβησμένες κάτω από τους έναστρους ουρανούς του Περσικού μας Κόλπου.



Με στόματα δίχως δόντια, με γένια μπερδεμένα, με βλέμματα μελαχρινά, με δάχτυλα σκασμένα απ'την αλμύρα. Με γυναικείες παρουσίες αθέατες, πίσω από σκαλισμένα παραθύρια.



Μα έλα, κόπιασε. Να δοκιμάσεις πρέπει ζαλαμπία, ζύμη που βρέχουμε με σιρόπι, λεμόνι και σαφράν. Και σαράμπ να πιεις, να γαληνέψει το μέσα σου.



Μπορεί σπουδαίος να μην σου φαίνεται τούτος ο τόπος, μα όλοι οι τόποι έχουν και κάτι να σου πούνε. Κι αν σταθείς κι αφουγκραστείς τους τοίχους μας, αν αφήσεις να σ'αγγίξουν οι ανέμοι της ερήμου και των θαλασσών μας -ο Σιαμάλ και ο Σουχαϊλι- τότες θα καταλάβεις: πως όλα -και τα εύκολα και τα δύσκολα- καταλήγουν εντέλει να γίνουν με έναν τρόπο.



Τον τρόπο που σου επιτρέπουνε κάθε φορά οι συνήθειες, οι περιστάσεις, οι χαβάδες και οι διαθέσεις. Τον τρόπο που χώρεσε μέσα στους κόκκους της άμμου, π'ανακάτεψε στους αφρούς των κυμάτων και σκόρπισε στ'αστέρια τ'ουρανού ο μεγαλοδύναμος Αλλάχ.



Λεξιλόγιο:
μικραμάχ (miqramah / مقرامة)= το κέντημα (εξού και "μακραμέ" στα ελληνικά)
μουσαφίρ (musafir)= ο επισκέπτης (εξού και "μουσαφίρης" στα ελληνικά)
ραχάρι (raha / راحة)= η ξεκούραση, η άνεση (εξού και "ραχάτι" στα ελληνικά)
σαράμπ (sharab / شراب)= το ποτό (εξού και "σιρόπι" στα ελληνικά)
σαφάρ (safar / سفر)= το ταξίδι (εξού και "σαφάρι" στα ελληνικά)
ταρίχ (tarih / تاريخ)= ο χρόνος, η ημερομηνία, η ιστορία (εξού και "ταριχεύω" στα ελληνικά)
χαβά (hava / هَوَاء)= ο καιρός, ο αέρας (εξού και "χαβάς" στα ελληνικά)