Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Η Λευκή Πόλη (Μέρος Τρίτο)

Επίλογος: Το πουκάμισο



Μετά τη διάβαση του Σαγγάριου, τα ελληνικά στρατεύματα κινήθηκαν βαθύτερα στην ενδοχώρα της Ανατολίας. Ο Κεμάλ αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Και να μεταφέρει το στρατηγείο του ανατολικότερα. Και συγκεκριμένα σε μία μικρή πόλη που λεγόταν Ακσεχίρ.



Μια πόλη που ιδρύθηκε από αρχαίους Μακεδόνες και κάποτες λεγόταν Φιλομήλιον. Μια πόλη που μιλούσε για αιώνες ρωμέικα, κατακτήθηκε αργότερα από τους Σελτζούκους, υπάχθηκε στο Σουλτανάτο του Ικονίου, μετατράπηκε σε πόλη τούρκικη με μικρή αλλά διόλου ευκαταφρόνητη κοινότητα Ρωμιών και Αρμενίων. Μια πόλη που καυχιέται ότι γέννησε τον λαοφιλή για τις ιστορίες του, Νασρεντίν Χότζα (για επανάληψη στα προηγούμενα αυτής της αφήγησης, ανατρέχεις εδώ και εδώ).



Μια πόλη που όσο περισσότερο την επερπατούσα και την εγνώριζα, τόσο πιο πολλά είχε να μου εξιστορήσει.



Στις 18 Νοεμβρίου του 1921, εν τω μέσω ενός πολέμου που θα καθόριζε τη μοίρα δύο λαών και εκατομμυρίων ανθρώπων εκατέρωθεν του Αιγαίου, το παλιό δημαρχείο του Ακσεχίρ έγινε κέντρο επιχειρήσεων. Και μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, ο Μουσταφά Κεμάλ που αργότερα ονομάστηκε Ατατούρκ, έφθασε εδώ για να συντονίσει τις επόμενες κινήσεις των τουρκικών δυνάμεων.


Σήμερις το κτήριο αυτό έχει μετατραπεί σε Μουσείο της Νίκης. Το οποίο βεβαίως αφηγείται την ιστορία που ξεύρεις. Ανάποδα.



Στο έχω ξαναπεί πως είναι άσκηση αυτογνωσίας, η επίσκεψη σε χώρους σαν αυτόν. Όπου εσύ, με τις όποιες συναισθηματικές σου φορτίσεις, δεν είσαι ένας απλός επισκέπτης. Είσαι εξαιρετικά εμπλεκόμενος. Είσαι η άλλη πλευρά.



Μπήκα στο μουσείο με κάποια συστολή. Δύο υπάλληλοι με επαρχιώτικα χαρακτηριστικά με καλημέρισαν στα Τούρκικα. Τους ανταπέδωσα τον χαιρετισμό με ένα αμήχανο χαμόγελο. Κατάλαβαν ότι δεν είμαι Τούρκος. Με ρώτησαν από πού είμαι σε συλλαβιστά Τούρκικα -λες κι αν μιλήσεις τη γλώσσα σου συλλαβιστά σε κάποιον που δεν τη γνωρίζει, θα σε καταλάβει. Κατάλαβα όμως. "Γιουνάν", απάντησα. Που σημαίνει Έλληνας. Για την ακρίβεια, σημαίνει Ίωνας. "Γιουνάν", επανέλαβαν κι αυτοί κάπως αμήχανα. Την επόμενη κιόλας στιγμή, η αμηχανία τους μετατράπηκε σε μία εγκαρδιότητα που συναντάς σχεδόν παντού στην Τουρκία. Μου έγνεψαν ένα καλωσόρισμα και έσπευσαν να ανάψουν τα φώτα στις λιγοστές αίθουσες του μουσείου για να ιδώ τα εκθέματα. 


Οι λεζάντες ήσαν όλες στα Τουρκικά -κάποιες γραμμένες με το χέρι. Αλλά έτσι κι αλλιώς, δεν χρειαζόταν μεγάλη σπουδή για να καταλάβεις τα όσα έβλεπες. Τιμητικά παράσημα σε ήρωες πολέμου, χάρτες και σχεδιαγράμματα από τα μέτωπα των μαχών, όπλα και στρατιωτικό υλικό.


Και τοίχοι ολάκεροι με επαίνους που εξυμνούσαν προφανώς την ανδρεία κάποιων από τους Τούρκους στρατιωτικούς που συνέβαλαν στο να γυρίσει το παιχνίδι υπέρ τους και να απωθήσουν τα ελληνικά στρατά προς το Αιγαίο.


Κοίταξα επί τροχάδην τα κάδρα, έβγαλα και μερικές φωτογραφίες.



Σύντομα έφθασα σε μία μικρή αίθουσα με μία σειρά από μικροαντικείμενα που είχαν τοποθετηθεί στις πιο καλαίσθητες και απαστράπτουσες προθήκες του μουσείου. Κυάλια, ένα  μικρό ξίφος, θήκες, ξύλινα κουτιά, πένες.


"Κεμάλ;" ρώτησα τον έναν από τους υπαλλήλους που βρισκόταν διακριτικά στο διάδρομο, ξωπίσω μου. "Εβέτ, Κεμάλ", μου επιβεβαίωσε με μεγάλη υπερηφάνια στο βλέμμα!


Έχω δει κάμποσα μουσεία σαν ετούτο στην Τουρκία. Και το σημαντικότερο έκθεμά τους είναι πάντα ο ίδιος ο Κεμάλ. Που είναι παρών με κάποια στολή του, με μία καρέκλα στην οποία κάποτες κάθισε, ένα πιάτο στο οποίο κάποτες έφαγε, ένα κρεβάτι στο οποίο κάποτες κοιμήθηκε, μία επιστολή με την υπογραφή του ή έστω κάποιο πορτραίτο του.



Εδώ είχαμε κεντημένα μαντήλια και τραπεζομάντηλα που υποτίθεται πως του ανήκαν, μπουρνούζ που υποτίθεται πως φόρεσε και διάφορα άλλα είδη από την προσωπική του γκαρνταρόμπα.



Με τεράστιο θαυμασμό, ο φύλακας μού υπέδειξε ένα καλάθι πικ νικ! "Κεμάλ", μου επανέλαβε κι εδώ. Δεν ξεύρω τι σχέση μπορεί να έχει ένα καλάθι πικ νικ σε ένα μουσείο σαν κι ετούτο και δεν μπορώ να σκεφτώ τον Κεμάλ να ετοιμάζει το κολατσό του και να εκδράμει στας εξοχάς με το καλάθι, αλλά επειδής δεν ήθελα και να κακοκαρδίσω τον φύλακα, έκαμα ότι εντυπωσιάζομαι και έσκυψα να περιεργαστώ με μεγαλύτερη προσοχή τα πιρούνια και τα κουτάλια που ήταν τοποθετημένα με τάξη, στο καλάθι.



Έριξα μία τελευταία ματιά στα καλοσιδερωμένα και διπλωμένα ρούχα του Κεμάλ και ήμουν έτοιμος να φύγω.



Όταν το βλέμμα μου έπεσε σε αυτό. Ένα πουκάμισο θα πεις, σιγά το πράμα. Κι όμως. 


Έλα να διαβάσουμε μαζί την ετικέτα. Πάνω-πάνω, λέει "Κεμαλάτ". Κι από κάτω; Από κάτω λέει τον οίκο που έραψε αυτό το πουκάμισο. "Yani D. Grammatika. Beyoglu Istiklal Caddesi No231". Γιάννης Γραμμάτικας. Από το Μπέγιογλου της Πόλης, Οδός Ιστικλάλ, αριθμός 231.


Χαμογέλασα, συνειδητοποιώντας την ειρωνεία των μικρών πραγμάτων. Εκείνων των λεπτομερειών που έρχονται να αποδομήσουν τα μεγάλα αφηγήματα. Ο Κεμάλ που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μία πόλη που έμελε να μείνει ελληνική. Ο Κεμάλ που απώθησε τους Έλληνες από τη Μικρασία και δημιούργησε με όραμα και πολιτική ευστροφία ένα έθνος. Ο Κεμάλ που ήρθε εδώ στο Ακσεχίρ στην πιο κρίσιμη καμπή του πολέμου για να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του και να εξαπολύσει την τελική νικηφόρα του επίθεση. Ο Κεμάλ που φορούσε ένα πουκάμισο που έραψε κάποιος Γιάννης Γραμμάτικας, Ρωμιός της Πόλης.

Ευχαρίστησα τους δύο υπαλλήλους του μουσείου που με αποχαιρέτισαν με ακόμα μεγαλύτερη εγκαρδιότητα. Ξαναβρέθηκα στους δρόμους του Ακσεχίρ, κατευθυνόμενος προς το αμάξι μου. Κοίταξα για τελευταία φορά τ'αγάλματα με τις απεικονίσεις του Νασρεντίν Χότζα. Και θυμήθηκα μια από τις ανεκδοτολογικές του ιστορίες που μου έλεγε ο μπαμπάς μου, όταν ήμουνα μικρός.

Κάποτες ο Χότζας καθόταν στην όχθη ενός ποταμού και κάποιος που βρισκόταν στην άλλη όχθη, του φώναξε:
-Έι πατριώτη, πώς θα περάσω απέναντι;
-Μα είσαι απέναντι, του απάντησε ο Χότζας.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η Λευκή Πόλη (Μέρος Δεύτερο)

Κεφάλαιο Πρώτο: Κιουτσούκ Αγιασοφιά



Υπάρχουν φορές που είμαι διαβασμένος και έτοιμος. Που ξεύρω ακριβώς πού οδεύω, έχω στόχο και πηγαίνω επί τούτου. Που αναζητώ συγκεκριμένα πράγματα και γνωρίζω τί περίπου περιμένω να ιδώ.

Αυτή δεν είναι μία από αυτές τις φορές.



Βρισκόμαστε στην Τουρκία. Και πιο συγκεκριμένα, στο Ακσεχίρ. Μία μικρή και μάλλον ασήμαντη πόλη της επαρχίας Ικονίου, στην Κεντρική Ανατολία.



Την παράκαμψη την έκαμα λιγάκι απρόθυμα. Τα κιτάπια μου έλεγαν πως αυτή η μικρή πόλη είναι η πατρίδα του Νασρεντίν Χότζα. Και υποδείκνυαν ως βασικό -μη σου πω και μοναδικό- αξιοθέατο τον τάφο του και μία σειρά από τουριστίκ απεικονίσεις του στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης (αν δεν έχεις διαβάσει το Πρελούδιο αυτής της αφήγησης, μπορείς να ανατρέξεις εδώ). Μιας και πέρναγα λοιπόν δίπλα του, σκέφτηκα να κάμω μία μικρή στάση και ν'αφιερώσω στο μέρος ένα μισάωρο, έτσι για μία αίσθηση στα πεταχτά.



Πάρκαρα τ'αμάξι σε έναν από τους κεντρικούς δρόμους, φωτογράφισα τ'αγάλματα του Χότζα, επισκέφθηκα και το μνημείο του στο κοιμητήριο της πόλης και ήμουν εντελώς βέβαιος ότι τελείωσα, φινίτο, χαρήκαμε και στο επανιδείν.



Αλλά ύστερα μωρέ, μ'έπιασε αυτό το πράμα που με πιάνει. Που θέλω να δω και λίγο παραμέσα. Να κρυφοκοιτάξω στο ξωπίσω. Να γνωρίσω το μέρος λιγάκι παραπάνω. Κακό συνήθειο, αλλά με αγαπάς και με τις αδυναμίες μου.



Διέσχισα την κεντρική αγορά, χαζεύοντας τις παλιακές βιτρίνες, τα καλάθια με τα προϊόντα και τον κόσμο. Και προσπάθησα για λίγο να συντονιστώ στους ήσυχους ρυθμούς μίας μάλλον τυπικής αγροτικής κωμόπολης της Ανατολίας.



Που δεν απέχει πολύ από τις αντίστοιχες κωμοπόλεις της Ελλάδας -κι ας μένει το μάτι σου στις μαντήλες και στις λουλουδιαστές φουφούλες. Οι ομοιότητες είναι περισσότερες από τις διαφορές.


Στην κεντρική πλατεία, εξασφάλισα μερικά αρτίστικ ενσταντανέ.


Έκοψα κίνηση, χάζεψα λίγο τον κόσμο.


Έφαγα και ένα ωραιότατο, αφράτο σιμίτ σε έναν λόκαλ φούρνο, πτηνό βέρι χαρούμενο και χορτασμένο. Αλλά να μην μπούμε και λιγουλάκι ακόμα παραμέσα; Έτσι για μία αίσθηση. Έτσι για κάνα πεντάλεπτο. Με το ρολόι. Στ'ορκίζομαι.



Ξεκίνησα ν'ανηφορίζω ένα δρομάκι με πολύχρωμα σπίτια.



Εντυπωσιάστηκα με τα όμορφα πορτοπαράθυρα, τα σαχνισιά και τις κεραμοσκεπές.



Τα έντονα χρώματα. Κίτρινα και πράσινα και καφετιά.



Παραδοσιακά οθωμανικά σπίτια, έλεγαν οι πινακίδες. Προσφάτως αναπαλαιωμένα με κρατική χρηματοδότηση. Υπέθεσα πως θάβγαλε στο παρελθόν, πλούτο ετούτη η αγροτική κωμόπολη που επέτρεψε στους Τούρκους να αφήσουν το μαχαλά και να σιάξουν καλαίσθητα αρχοντόσπιτα.



Κι ύστερα έφθασα στο τέλος του ανηφορικού δρόμου, σε ένα τρίστρατο.



Και σε ένα πέτρινο κτίσμα, προφανώς παλιό και ίσως κάποτες σημαντικό. Τί νάναι ετούτο;



Κλειστό και κλειδαμπαρωμένο. Ίσως τζαμί ή μεντρεσές.



Το περιεργάστηκα με περιέργεια.



Και ανακάλυψα αυτό. Μία πλάκα.



Μία απλή μαρμάρινη πλάκα. Εντοιχισμένη στην αριστερή πλευρά του κτηρίου. Μία πλάκα που θαρρώ πως ήμουν ο μοναδικός στο Ακσεχίρ που μπορούσα να διαβάσω.



Με πολλαπλώς ενισχυμένο το ερευνητικό μου ενδιαφέρον, άρχισα να περιεργάζομαι πιο συστηματικά τους τοίχους. Κι ανακάλυψα κι άλλες τέτοιες πλάκες. Με επιγραφές.



Τυχαία; Καθόλου τυχαία δεν ήταν η ονομασία ετούτου του τζαμιού!


Κιουτσούκ Αγιασοφιά! Του 1235 μ.Χ. σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Του 633 σύμφωνα με το Ισλαμικό ημερολόγιο. "Για δες τι μπορεί ν'ανακαλύψει κανείς, σαν τον οδηγεί η περιέργειά του!" σκέφτηκα, φχαριστημένος με τον εαυτό μου.



Ύστερα έστρεψα ξανά το βλέμμα μου στα γύρω σπίτια. Είδα με άλλο μάτι, αυτά τα πορτοπαράθυρα, τα σαχνισιά και τα διακοσμητικά. Ναι, μου φάνηκαν πιο οικεία. Τα κατάλαβα αλλιώς.


Και χωρίς καλά-καλά να το συνειδητοποιήσω, βρέθηκα να περιπατώ σε ένα άλλο μέρος. Ουχί στο Ακσεχίρ, αλλά στο ελληνικό Φιλομήλιον.


Σε γειτονιές που κάποτες δεν μιλούσαν μονάχα τούρκικα. Αλλά κι ελληνικά κι αρμένικα.  


Σε σπίτια που κι αν ακόμα δεν ανήκαν όλα σε οικογένειες Ρωμιών, φέρουν πάνου τους το αισθητικό αποτύπωμα. Στις πόρτες και τα ρόπτρα, στα περίτεχνα κάγκελα και τις διακοσμήσεις. Μίας κουλτούρας αστικής, που απέχει από τις απλές και αφτιασίδωτες φόρμες των τουρκομαχαλάδων. 


Δίπλα ακριβώς στην Κιουτσούκ Αγιασοφιά, στέκει αυτό το σπίτι. Εγκαταλειμμένο, όπως καμπόσα σε ετούτη τη μεριά της πόλης.


Τρύπωσα στην πίσω αυλή. Κι ύστερα χώθηκα σε κάποια από τα δωμάτιά του.


Σπασμένες πόρτες, ρημαγμένα πορτοπαράθυρα. Αλλά και μία αίσθηση πως κάποτες εκατοικείτο από νοικοκύρηδες ανθρώπους.


Πώς έτρεχαν παιδιά στις ξύλινες σκάλες του, πως μύριζαν φαγιά από την κουζίνα του.


Με μπαχάρια και σάλτσες. Και πιλάφια.



Όταν έψαξα αργότερα στα βιβλία μου, έμαθα πως η πόλη είναι εξαιρετικά παλιά, ιδρυθείσα στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. από τον Μακεδόνα δυνάστη Φιλόμηλο (εξού και τ'όνομα). Πόλη ελληνική. Που θέλησε εκείνο το πρωινό να μου πει την ιστορία της.


Κεφάλαιο Δεύτερο: Φιλομήλιον Φρυγίας



Ο χριστιανισμός έφθασε εδώ στα μέρη μας σχετικά νωρίς και ήδη από τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. ασπαστήκαμε την χριστιανική πίστη και αποκτήσαμε τις εκκλησίες μας και τους επισκόπους μας. Όχι, δεν ήμασταν ποτές κανένα μεγάλο και σπουδαίο μέρος -αλλά μάς χόρταινε η γη μας.


Toν 12ο αιώνα ήρθαν εδώ οι Σελτζούκοι Τούρκοι (μπορείς να τους επείς και Σουτζούκους, αρκεί μην το παρακάμεις με το κύμινο), μας κατέκτησαν και υπαχθήκαμε στο Σουλτανάτο του Ικονίου. Εκείνας τας εποχάς, οι αλλαγές των συνόρων ήταν πολύ συχνές και ειδικά σε αυτά τα μέρη, στα βάθη της Ανατολίας, ήμασταν συνηθισμένοι στα σούρταφέρτα. Μία οι Πέρσες, μία οι Άραβες, μία οι Σελτζούκοι, κρόσσια είχαν γίνει τα νεύρα μας. Κέντρο διερχομένων είχαμε καταλήξει!



Οι Βυζαντινοί είχαν αρχίσει εκείνη την περίοδο να βλέπουν πως η εδαφική τους συρρίκνωση καθίσταται πρόβλημα μέγα. Και αφού κατάφεραν να αποκρούσουν και να περιορίσουν τους Νορμανδούς, τους Πετσενέγκους και τους Κουμάνους στα Βαλκάνια (ναι, κυκλοφορούσαν τότες διάφορα φύλα με ευφάνταστα καλλιτεχνικά ονόματα!), έστρεψαν εν συνεχεία την προσοχή τους στα τρία τουρκικά κράτη πούχαν δημιουργηθεί στη Μικρασία και την Ανατολία: το Σουλτανάτο του Ικονίου, το Εμιράτο της Σμύρνης και τους Δανισμενδίδες (που προσφέρονται για άσκηση ορθοφωνίας). Και πράγματι, ο Αλέξιος ο Κομνηνός το 1117 μ.Χ. επέφερε ένα σημαντικό πλήγμα σε μία σπουδαία μάχη που πραγματοποιήθηκε εδώ στα μέρη μας, στο Φιλομήλιον. Και η οποία αναχαίτισε κάπως τις τουρκικές επεκτατικές ορέξεις και έδωκε στην αυτοκρατορία του Βυζαντίου μία γερή ανάσα, εξασφαλίζοντας την επιβίωσή της για μερικούς αιώνες ακόμα, μέχρι το 1453.



Εντούτοις στην πόλη μας, δεν άλλαξαν και πολλά, καθώς και μετά την αποκατάσταση της ειρήνης μεταξύ Βυζαντινών και Σελτζούκων, συνεχίσαμε να υπαγόμαστε στο Σοτυλτανάτο του Ικονίου και όπως αποδείχθηκε, οι Σελτζούκοι είχαν έρθει για να μείνουν. Ο Αλέξιος -υπό το φόβο αντιποίνων από τους Τουρκμάνους, κάλεσε τους Ρωμιούς κατοίκους της πόλης να την εγκαταλείψουν. Και πράγματι, ο ρωμέικος πληθυσμός, μειώθηκε σημαντικά. Μετονομάστηκε τότες μάλιστα το Φιλομήλιον σε Ακσεχίρ (που σημαίνει "Λευκή Πόλη" και συγχαρητήρια, μόλις κατάλαβες τον τίτλο της ανάρτησης!) από τους Σελτζούκους, οι οποίοι έσιαξαν τα τζαμιά τους και μας άλλαξαν ιστορική ρώτα. Τους Βυζαντινούς δεν τους ξανάδαμε ποτές. Δύο αιώνες αργότερα, περάσαμε στα χέρια των Οθωμανών, αλλά μεγάλη αλλαγή δεν την ελές.



Κι ύστερα; Πρέπει να καταλάβεις, πως σ'ετούτους τους τόπους, τους μακρινούς από τα παράλια της Μικρασίας, τους αποκομμένους από τα παραδοσιακά κέντρα του ελληνισμού, ήταν απείρως δυσκολότερο. Να διατηρήσεις την ρωμέικη ταυτότητα και τη λαλιά σου. Να θυμηθείς ποιος είσαι και από πούθε κατάγεσαι. Να παραμείνεις αλλιώτικος.



Διάσπαρτο είναι το Ακσεχίρ με σελτζουκικούς τάφους και μισοερειπωμένες μάντρες εκείνης της περιόδου. Τούρκεψαν τα μέρη μας, σχεδόν τελείως.



Ακόμα κι εμείς. Τουρκικά μιλάγαμε, στα τουρκικά σκεφτόμασταν, στα τουρκικά ήταν γραμμένο το Ευαγγέλιο (αν και με ελληνικούς χαρακτήρες). Ελάχιστοι απομείναμε, Καραμανλήδες. Μερικές εκατοντάδες στο Ακσεχίρ και περί τους δυο χιλιάδες σ'ένα γειτονικό χωριό που λέγεται Πέρματα (οι Τούρκοι το έλεγαν "Γκιαούρ Κιόι", χωριό απίστων δηλαδής!) και που δεν υπάρχει σήμερις παρά ως ανάμνηση, καθώς μία πλημμύρα κάλυψε πριν από κάποια χρόνια τα εγκαταλειμμένα σπίτια μας.



Εντούτοις μη θαρρείς πως η παρουσία μας εδώ ήταν αμελητέα ή ανάξια λόγου. Με τον καιρό, τον βρήκαμε τον τρόπο μας και καλοπιαστήκαμε. Το εμπόριο και κάμποσα επαγγέλματα πέρασαν πάλι με τα χρόνια στα χέρια των Ρωμιών και οι Τούρκοι έβρισκαν δουλειές στα χωράφια μας και έβοσκαν τα πρόβατά μας.



Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, έφτασε εδώ ο σιδηρόδρομος. Πολλοί από τα Πέρματα μετακόμισαν στο Ακσεχίρ. Και μαζί του ήρθαν κι άλλοι, Έλληνες από την Πόλη, τη Σμύρνη και διάφορα άλλα μέρη. Φθάσαμε νάμαστε τριάντα οικογένειες στο Ακσεχίρ. Και ξενοδοχείο σιάξαμε (ένας κάποιος Στεφανίδης) και υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Κι άρχισαν τα ελληνικά ν'ακούονται και πάλι. Χτίσαμε σπίτια δίπατα με όμορφες προσόψεις. Λάβαμε κι άδεια το '12, να τελούμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα, έστω και δίχως νάχουμε ναό δικό μας. Και μαζί με την ισχυρή κοινότητα των Αρμένηδων, καταφέραμε ουχί μόνο να επιβιώσουμε, αλλά και να ευημερήσουμε. Ως το εικοσιδυό. Που όλα τελείωσαν σε μία στιγμή. Στα μικρασιατικά παράλια, το τέλος σημαδεύτηκε με μια αγωνιώδη κραυγή. Εδώ, με μια ανάσα. Σιωπηλή. Σαν λυγμό. Σαν σκίσιμο στα σωθικά. Σαν συνειδητοποίηση θανάτου.

Κεφάλαιο Τρίτο: Οι Μοίρες



Μισή ώρα είπα να μείνω και δεν μου κάμει καρδιά να φύγω. Δυο ώρες κι ακόμα είμαι εδώ. Να συζητάω με το Φιλομήλιον που το λένε Ακσεχίρ. Να ακούω τα σπίτια, τις επιγραφές και τα φαντάσματα να μου διηγούνται όλα όσα σού μετέφερα. Είχαμε στ'αλήθεια τόσα να πούμε, τώρα που βρεθήκαμε -κι εσύ στη θέση μου, δεν θα μπορούσες να τ'αποχωριστείς.


Μία κοσμογονία συντελείται στην εκτεταμένη περιοχή με τα παραδοσιακά σπίτια. Μαστόροι σκαρφαλωμένοι σε σκαλωσιές βάφουν και σφυροκοπούν. Τ'αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, αλλά όχι πάντα πιστό στην αρχική εικόνα των κτηρίων. 


Εντούτοις υπάρχουν ακόμα κάποια σπίτια που παραμένουν σαν φαντάσματα. 


Θλιβερή η εικόνα τους, αλλά ταυτόχρονα και γοητευτική. Υπό την έννοια ότι έχει κανείς τη δυνατότητα να τα δει, πριν πέσουν τα χρώματα και οι αναδιαμορφώσεις που θα αλλοιώσουν δια παντός την ταυτότητα και την αυθεντικότητά τους.


Σε όσα περισσότερα μπορούσα, μπήκα. 


Μετρώντας τα δοκάρια -και υπό το φόβο ότι θα υποχωρήσει καμία στέγη και θα καταλήξω κατεδαφισμένος ο πτηνός- έπλαθα με τη φαντασία μου ζωές και αισθήματα από εποχές που πέρασαν ανεπιστρεπτί.


Στην κορφή ενός ανηφορικού δρόμου, τα βήματά μου μ'έβγαλαν σε μία τεράστια εκκλησία.


Αρμένικη ήταν. Στο κέντρο στεκόταν κάποτες, μίας αρκετά πολυπληθούς και ευημερούσας κοινότητας Αρμενίων. Που παρότι σβήστηκε από το χάρτη, άφησε πίσω της μερικές αδιάψευστες αποδείξεις τής παρουσίας της στο Ακσεχίρ.


Με αρκετή προσπάθεια έχωσα τη μηχανή μου μέσα από τα σπασμένα τζάμια και τα κάγκελα των παραθύρων για να μπορέσω να αποτυπώσω μια-δυο φωτογραφίες από το εσωτερικό του ναού.


Ασβεστωμένοι τοίχοι, χώμα στο δάπεδο, πεσμένοι σοβάδες. Αλλά οι μαρμάρινες κολόνες στέκουν ακόμα με όση υπερηφάνεια τους απέμεινε σ'αυτόν τον ξενικό κόσμο.


Όξω από την εκκλησία, ένα θαυμάσιο πέτρινο κτήριο, στέγαζε κάποτες το Αρμένικο Σχολείο. Ευτυχώς έχουν τοποθετηθεί κι εδώ σκαλωσιές και γίνονται εργασίες, καθότι λειτουργεί πλέον ως τούρκικο σχολείο.


Στάθηκα για λίγο στο κατώφλι και θαύμασα την ογκώδη κι επιβλητική δίφυλλη πόρτα. Οι διακοσμητικές περικοκλάδες της, μου θύμισαν αντίστοιχες πόρτες σε νεοκλασικά της Αθήνας. Στα Κάτω Πατήσια και στο Μεταξουργείο. Σκέφτηκα πως δεν έχουν ευτυχήσει ούτε εκείνες οι πόρτες, παρότι τάχα-μου βρέθηκαν σε πάτριο περιβάλλον. Γραμμένες είναι, ξεχαρβαλωμένες και κακοπαθημένες οι περισσότερες.



Λίγο πιο πέρα, στα όρια του οικισμού με ένα αλσίλιο, έκαμα την τελευταία μου στάση.


Για τους μουσουλμάνους, ετούτο είναι αναμφισβήτητα το πιο σπουδαίο αξιοθέατο της πόλης μετά τον Νασρεντίν Χότζα. Πρόκειται για τον σελτζουκικό τάφο του Σεϊτ Μαχμούτ Χαϊρανί, ενός από τους βασικούς ακολούθους και συνεχιστές του Μεβλανά Ρουμί, του μεγαλύτερου περσόφωνου ποιητή, σουφιστή και μυστικιστή. Για τον οποίο, θύμισέ μου να σου μιλήσω κάποια στιγμή.


Το εν λόγω κτήριο λέγεται πως σχεδίασε ένας από τους σπουδαιότερους αρχιτέκτονες του ισλαμικού κόσμου, ο Αχμέντ μπιν Αμπν Αλάχ μπιν Ασλί.  Ναι, το αντέγραψα από την πινακίδα, δεν το θυμάμαι αν με ρωτήξεις σε πέντε λεπτά να σου το επαναλάβω.



Δίπλα ακριβώς υπάρχει έτερο κτήριο περίπου της ίδιας περιόδου.



Κι εδώ, μαρμάρινες επιγραφές και χριστιανικά σύμβολα έχουν χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικά υλικά. Είναι προφανές πως το Ακσεχίρ φτιάχτηκε από τις σάρκες του Φιλομηλίου. 



Θα μου πεις πως έτσι γίνεται πάντα. Ο ένας χτίζει απάνου στα ερείπια του προηγούμενου. 



Έτσι είναι τα πράγματα. Εκεί που ο ένας σταματά, κάποιος άλλος ξεκινάει. Ο καθείς με το βηματισμό του και τις αντοχές του, σ'αυτήν την ατελείωτη σκυταλοδρομία. Θα συμφωνούσε και ο Νεσρεντίν Χότζα σ'αυτό, είμαι βέβαιος.



Λίγο πριν εγκαταλείψω το χώρο για να κατευθυνθώ προς το αμάξι, το βλέμμα μου πέφτει σε ένα μάρμαρο πούναι ακουμπισμένο ανάμεσα στα δύο σελτζουκικά κτήρια.



Καλά το κατάλαβες. Εγώ κι εσύ, μπορούμε να το διαβάσουμε κι ετούτο. Μία ακόμα επιγραφή στα ελληνικά;


Όχι μία. Αλλά δεκάδες. Αφημένες σ'ένα χορταριασμένο οικόπεδο. 


Μόνες παρούσες μέσα στην απουσία.



Πήρα εντέλει τον κατήφορο που οδηγούσε πίσω στην κεντρική πλατεία. Σε μία γωνία, διασταυρώθηκα με τρεις μαντηλοφόρες γριές. Δεν ξεύρω γιατί, αλλά μου έμοιασαν από μακριά για θέαμα μεταφυσικό. Σαν τις τρεις Μοίρες: την Κλωθώ, την Λάχεση και την Άτροπο. Που γνέθουν σε έναν άχρονο καμβά τις τύχες των ανθρώπων. 



Πέρασαν από δίπλα μου σιωπηλές. Σαν να συνέχιζαν τη θεατρική τους πορεία. Σα νάταν ένα δρώμενο μ'εμένα θεατή του.

Στάθηκα λίγο για να τις παρακολουθήσω να χάνονται μέσα στα στενά. Κι ύστερα συνέχισα να κατηφορίζω. Χαμένος κι εγώ. Μέσα σε σκέψεις και σ'αισθήματα. Για όλα αυτά που είδα εδώ. Για τη σκυτάλη που κρατούσα.

Και ήμουν χαρούμενος. Ναι, χαρούμενος. Γιατί εδώ στο Φιλομήλιον που το λένε Ακσεχίρ, ανάμεσα στους σελτζουκικούς τάφους και τα πολύχρωμα σπίτια, ανακάλυψα ακόμα ένα μικρό, τοσοδούλικο κομμάτι. Ένα δικό μου κομμάτι. Και δικό σου.

(συνεχίζεται)