Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Βάλτε μου και μισό κιλό ένταμ!


Όπως συνήθως συμβαίνει σε ετούτα τα μέρη, όλα ξεκίνησαν από τη δημιουργία ενός φράγματος. Πρώτα σφαλίστηκαν τα περάσματα και στραγγίστηκαν τα νερά. Ύστερα υψώσαμε χωμάτινα εμπόδια και στήσαμε τους ανεμόμυλούς μας -τους ακούραστους εργάτες μας στον αγώνα για επιβίωση. Έτσι κερδίζεται κάθε σπιθαμή γης εδώ. Και ίσως γι'αυτό, την εκτιμούμε περισσότερο.



Ξεύρω πως είσαι συνηθισμένος σε ηρωικές αφηγήσεις, επικές μάχες, εντυπωσιακά κατορθώματα και συναρπαστικές ιστορίες, οπότε θα σου φανεί μάλλον πληκτική η δική μας η περίπτωση. Ένα χωριό ήμασταν πάντα, τίποτις ιδιαιτέρως σημαντικό.



Κι αν τ'όνομά του τόπου μας είναι γνωστό τοις πάσοι, λίγοι είναι εκείνοι που τόχουν συνδυάσει με τη συγκεκριμένη τοποθεσία τη δικιά μας. Ή πούχουν λίγο κάτσει να σκεφτούν πως δεν είμαστε απλώς ένα τυρί, μα ένα μέρος.



Το Ένταμ είναι ένα μικρό, ειδυλλιακό χωριό, από εκείνα που συναντάς διάσπαρτα στην ύπαιθρο της Ολλανδίας.



Με τα πανέμορφα σπιτάκια του να στέκουν παρατεταγμένα στη σειρά και να σε χαιρετούν.



Με τα υδάτινα κανάλια του που κάποτες αποτελούσαν βασική δίοδο για τη μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων.



Με την δροσερή υγρασία των αλλοπρόσαλλων καιρών μας να ποτίζει τα παρτέρια και τα δέντρα μας.



Αν τυχόν αναρωτιέσαι γιατί σιάχνουμε με τον τρόπο αυτό τα σπίτια μας, άσε με να στο εξηγήσω: πάντοτε ασταθή ήταν τα εδάφη μας, καθώς τα διεκδικούσαμε εξ αδιαιρέτου εμείς και η θάλασσα. Επομένως αλαφρές έπρεπε νάναι και οι κατασκευές μας, μην τυχόν και βρεθούμε τοίχοι, οικοσυσκευές και νοικοκυρέοι βυθισμένοι μέσα στο κανάλι.



Με υλικά απλά, όπως τα ελαφριά τούβλα, οι αμμόλιθοι και το ξύλο είναι φτιαγμένες οι προσόψεις των σπιτιών. Και με μεγάλα ανοίγματα για παράθυρα. Αφενός για να μειώνεται το βάρος, αφετέρου για να καλομαζεύουμε τον ήλιο όταν και όποτε θελήσει να μας επισκεφθεί.


Κάποια σπίτια έχουν στέγες τριγωνικές που καλύπτουν τα πατάρια μας που ήσαν κάποτες χώροι για την αποθήκευση πραγμάτων και τώρα έχουν κάποια μετατραπεί σε καλαίσθητα δωμάτια -όπου θα πρέπει νάσαι προσεχτικός μην το φας το κεφαλάκι σου.



Άλλα, φέρουν βαθμιδωτές στέγες, που ήσαν ιδιαιτέρως δημοφιλείς τον 17ο αιώνα.



Κι άλλα μοιάζουν με καμπάνες, χτισμένα κάπως μεταγενέστερα.



Για κάμποσους αιώνες, το Ένταμ ζούσε από τη φαλαινοθηρία και το ψάρεμα. Έφθασε μάλιστα νάναι κάποτες λιμάνι σπουδαίο για τα δεδομένα και τα μεγέθη του, με κίνηση εμπορική και διασύνδεση με τις μεγάλες χανσεατικές πόλεις.



Πλούτος πολύς μαζεύτηκε στα μπαούλα των κατοίκων και τότες ήταν που έσιαξαν τα περισσότερα από τα σπίτια που βλέπεις μέχρι σήμερα.



Παράλληλα, άρχισε να γίνεται γνωστό αυτό το κίτρινο τυρί που το τυλίγουμε εδώ σε κερί και το βαφτίσαμε ωσάν τον τόπο μας: το νόστιμό μας Ένταμ.


Τότες χτίσαμε και την υπέροχη Γκρότε Κερκ, που ξεχωρίζει ανάμεσα στα δίπατα σπίτια μας.



Και τούτο το κτήριο με τη βαριά διακόσμηση, όπου για αιώνες ζυγίζαμε τα τυριά μας και τα τιμολογούσαμε.



Α, μέχρι και σήμερις παραμένουμε υπερήφανοι για το τυρί μας. Που το παρασκευάζουμε από γάλα αγελάδας και το τοποθετούμε μέσα στα ειδικά καλούπια που του δίνουν το σφαιρικό του σχήμα. Απόλαυση είναι σαν κόβεις κομμάτι και το συνδυάζεις με φρεσκοψημένο ψωμάκι από τον ξυλόφουρνο.



Ναι, για τέτοιες απλές απολαύσεις σε έφερα να σου μιλήσω εδώ στο Ένταμ.



Για το εμπορικό πνεύμα σε έναν τόπο που στήθηκε απάνου στη θάλασσα.



Για την μακαριότητα και τη γαλήνη μιας κερδισμένης ευημερίας.



Για την καλαισθησία και το σεβασμό στον εαυτό μας και στους άλλους.



Έτσι απλά και ξεκάθαρα είναι τα πράγματα εδώ στο Ένταμ.



Το νιώθεις, το καταλαβαίνεις, το αντιλαμβάνεσαι σαν περιπατείς αυτά τα υπέροχα στενά δρομάκια ανάμεσα στα σπίτια μας.



Όταν κοντοστέκεται το βλέμμα σου στις καλοφροντισμένες λεπτομέρειες με τις οποίες διακοσμούμε την καθημερινότητά μας.



Αυτές είναι οι αποδείξεις της αγάπης μας για τον τόπο, αυτές είναι οι ποιότητες του δικού μας πατριωτισμού.



Ο σεβασμός, η οργάνωση, η μέριμνα. Το παγκάκι πούχει τοποθετήσει κάποιος έξω από το σπίτι του για να κάθεσαι σαν περνάς απ' εκεί και θες να ξαποστάσεις.



Και μοιάζουν τα προβλήματα νάναι αλλιώς, εδώ. Με τις λύσεις πιο απλές και πιο ξεκάθαρες. Δίχως τα μίση και τα πάθη, δίχως τη συνεχή φθορά. Άσε τις θάλασσες ν'αλλάζουν διαθέσεις, εμείς την έχουμε ερμηνεύσει τη ζωή.



Κι όλου του κόσμου οι φωνές, ψίθυροι φτάνουν ώσπου να συναντήσουν τις δικές μας ησυχίες. Διότι είμαστε προστατευμένοι πια καημένε από τα χωμάτινα τείχη μας και τις έξυπνες πρόνοιές μας.



Που μας φυλάττουν ασφαλείς, όπως το χοντρό περίβλημα π' αγκαλιάζει στοργικά το πορτοκαλοκίτρινο τυρί μας.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Χαλάλι σου, Χαράμι σου


Μέρος Πρώτο: Τότες

Ούλοι σου λέω, ούλοι. Και οι ξενοφερμένοι και οι λεβαντίνοι και οι Ρωμιοί -οι αναντάν μπαμπαντάν Σμυρνιοί- ούλοι παέναμε εκείνον τον καιρό στο τσαρσί. 


Άλλοι για χάζι, άλλοι για βόλτα κι άλλοι για να ψωνίσουν. Και μα τον Άγιο Βουκόλο -μεγάλη η χάρη του-, ημπορούσε κανείς να έβρει ό,τι ετραβούσε η ψυχούλα του στους πάγκους των πραματευτάδων και στα μεγάλα τα καταστήματα των εμπόρων! Φαγιά, ρούχα, τσεβρέδες, βελέντζες, τεντζέρια, ποτήρια, χάντρες και ζα. Τ' Αβραάμ και του Ισαάκ τ' αγαθά! Μεγάλο μπερεκέτι!


Μήτε της Πόλης τα παζάρια δεν μας εφτάνανε τότες σε ποικιλία και σε ποιότητα! Κι αν κάπου κάπου ξέπεφτε κατά δω καμιά Πολίτισσα, την εκατάπινε την ξιπασιά της σαν έβλεπε τα πόσα καλούδια ημπορούσε ν'αγοράσει με ελάχιστους παράδες.


Υφαντά με κεντημένες παραστάσεις, πλουμιστές εσάρπες, γουστόζικα πασούμια, φέσια με εντυπωσιακές φούντες, φορεσιές με πούλιες και λεβαντίνικα υποκάμισα με κομβία. 


Όποιος κι αν ήσαν ο δικός σου ο τρόπος να εντυθείς, έβρισκες ενδύματα για την αφεντιά σου.


Αν ήσουν δε καμιά κοκέτισσα γυναίκα, μήτε που ήξευρες πώς να πρωτοδιαλέξεις ανάμεσα σε τόσα κοσμήματα και γιορντάνια.


Άσε τα χαλιά! Κιλίμια και μπουχάρες! Από την Καππαδοκία και το Ικόνιο. Ή ακόμα παραπέρα από τα μέρη της Περσίας πούναι βδομάδες δρόμος από εδώ. Αν τάχες τα λεφτά για να τα δώκεις, έβρισκες χαλιά καλύτερα κι από εκείνα πούχαν στα σαλόνια τους οι βεζύρηδες και οι σουλτάνοι. 


Αλλά και χαλάκια προσευχής που στρώνουν οι μουσουλμάνοι κατα'ης. Για να προσευχηθούν κατά μεριάς τση Μέκκας!


Και όπλα έβρισκες μπόλικα: γιαταγάνια, ξίφη, σπαθιά, πιστόλια, μαχαίρες. Που κάποτες είχαν κάποιονε δύστυχο εσακάτευσει εις το πεδίον της μάχης και βρέθησαν μετά από καιρό απάνου στα ράφια των εμπόρων και μέσα στα μπαούλα τους. Κάποιοι τα ηγοράζανε να διακοσμούν τους τοίχους τους, κάποιοι τα βάναν στα ντουλάπια για τη δύσκολη την ώρα -αχρείαστα νάναι!


Μα και προικιά μπορούσες γιαβρί'μ να ηγοράσεις: παπλώματα, κουβέρτες, σεντόνια, πλεχτά και σεμεδάκια. 


Και είδη για το σπίτι: λάμπες με πετρέλαιο, πιάτα πορσελάνινα, κιούπια, τσανάκια, σκαλιστά ποτήρια, μαχαιροπήρουνα με φιλντισένια τελειώματα. 


Κι αν ημπορεί κανείς να περιγράψει τα χρώματα και τα σχήματα, θαρρώ πως είναι αδύνατο να σου κλείσει μέσα σε λέξεις, τις γεύσεις και τ´αρώματα. Γιατί τούτο το τσαρσί μας, το μεγάλο παζάρι της Σμύρνης μας, δεν είχε όμοιό του σε γεύσεις και σε φαγητά σε ολόκληρη την οικουμένη.


Από τη μύτη σε σέρνανε. Οι πάπρικες, τα πιπέρια, τα κύμινα, τα σουμάκ και τα σησάμια. Τα σινάπια και οι κουρκουμάδες. Τα δενδρολίβανα και τα μαχλέπια. Και σε οδηγούσανε στα μαγαζιά με τα μπαχάρια.


Από λεμόνια, καϊσια, μελιτζάνες και κρομύδια, όσα βάνει ο νους σου και ακόμα περσσότερα. Εκεί στους πάγκους των μανάβηδων.


Σε κάθε γωνιά και κάποιος πούλαε τα όσα εφύτρωνε στη γη του. Μαϊντανό και φρέσκο άνηθο, πλεξούδες από σκόρδα. Να βάνεις στην κατσαρόλα μερικές σκελίδες να νοστιμέψει το φαγί, γιαβρί'μ. Και να κρεμάσεις το υποδέλοιπο παραδίπλα στο κατώφλι του σπιτιού σου για το κακό το μάτι. Φτου, φτου, φτου, Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά!


Πεινασμένος να μην ήσουν, η όρεξη σίγουρα σου άνοιγε!


Με τα μοσχομυριστά σιμίτια απάνου στους ντορβάδες. 


Τα σαλέπια, το σάμαλι, τα λευκά όρη από λουκούμια.


Ναι, τα πάντα έβρισκες στο τσαρσί μας τότες.


Μα δεν ήταν γιαβρί'μ μονάχα οι πραμάτειες που σου γιόμιζαν το μάτι, μα και το μέγα πλήθος: Ρωμιοί, Τούρκοι, Αρμένηδες, Οβραίοι, Οσμανλοί, Αλβανοί, Γιουζούκοι, Βούλγαροι, Σύριοι, Τσέρκοι, Πέρσες -ώρα πολύ θα σού'παιρνε για να μετρήσεις τις φυλές. 


Μπέηδες με μεγάλες κατραμένιες γενειάδες και ριχτές ρόμπες, λεβαντίνοι με φαβορίτες, αστεία πανταλόνια και στενά παπούτσια, ζεϊμπέκοι με λευκές βράκες και πανύψηλα τουρμπάνια, καραμπουζουκλήδες με τη μουστάκα τους, Ρωμιοί με τα καλοσιδερωμένα υποκάμισα από τα χεράκια των παστρικών συζύγων των, Σύριοι με τις ανοιχτόχρωμες κελεμπίες και Τούρκοι με τα φέσια και τα αξούριστα μάγουλά τους.


Μια παρδαλή γιορτή από ενδυμασίες τόσο διαφορετικές αναμεταξύ τους που μπούχτιζες πια απ'τα χρώματα, τα μπούρου μπούρου, τα πολλά τα πηγαινέλα και τη χλαπαταγή.


Μα αν δεν ήσουνα τίποτις τζαναμπέτης, μπορεί και να εκτιμούσες όλον εκείνο το συρφετό. Με τις αναρίθμητες λαλιές, τις συνήθειες και τα διδάγματα τση παράδοσης του καθενός τους. Έτσι είχαμε μάθει, νάμαστε ούλοι μαζί μπερδεμένοι τότες -μα μ'έναν τρόπο την εβρίσκαμε την άκρη. Με τον τρόπο πούχαμε μάθει από τους προγόνους μας. Και που κι αυτοί είχανε μάθει από τους δικούς τους τους προγόνους. Έτσι ήτανε τότες καμωμένος ο κόσμος ο δικός μας.


Τέχνη ήταν το να πουλάς και να ηγοράζεις στο τσαρσί. Κι αν είσαι άμαθητος, κάτσε να σου τα ήπω και να στα εξηγήσω: σαν έμπαινε καλοβαλμένος πελάτης σε μαγαζί με φορτωμένο το κεμέρι του, άρχιζαν αμέσως τα τραταρίσματα και οι φιλοφρονήσεις. Και νάσου τα φλιτζάνια με τον τούρκικο καϊφέ, και νάσου οι ναργιλέδες με τ'αρώματα και το ψιλό το λακιρντί. 


Ύστερα αρχινούσε η επίδειξη της πραμάτειας: έχουμε κι αυτό, έχουμε και τ'άλλο. Αν κάτι του εγυάλιζε του πελάτη, έμπαινε στο νόημα ο καταστηματάρχης και ξεκινάγαν τα παζάρια. Πόσο το δίνεις; Πόσο το παίρνεις; Μην πεις πολλά, θα τον ξεκάμεις. Μην πεις και λίγα, θα τον προσβάλεις. Τόσα; Μπα, δώσε κάτι παραπάνω και χαλάλι σου! Κι έτσι κάπως εγιόμιζε ο μπεζαχτάς με παράδες.


Μα μη θαρρείς δα ότι ξέπεφτε εύκολα πελάτης με παχουλό κεμέρι. Περσσότερους παρακεντέδες έβρισκες να τριγυρίζουν στο τσαρσί, παρά πελάτες σοβαρούς. Λίγο απ'εδώ, λίγο απ'εκεί, την εβγάνανε την ημέρα τους και δαύτοι. Άσε τους καμπόσους σουρουκλεμέδες που χαζολογάνε και τον παρά τους δεν τον έβλεπες.


Το τρισχειρότερο ήσαν οι ερίφηδες και οι μουφλούζηδες που ετόλμαγαν να σκάσουν μύτη, μονάχα αν είχαν βεβαιωθει πως δεν θα πέσουν απάνου στους πιστωτές τους. Αλλά δεν βαριέσαι καημένε'μ, μπαταχτσήδες πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν.


Από τ'αξημέρωτα ανοίγαν τότες τα καταστήματα και παίρνανε θέση οι πάγκοι στην αράδα. 


Πλακώνανε οι πρώτοι, οι πρωινοί πελάτες κι ύστερα όταν ο ήλιος σκαρφάλωνε στον ουρανό επύκνωνε ο κόσμος κι άρχιζε το χοντρό το νταραβέρι. Ντόπιοι και ξένοι, εφέντηδες και φτωχομπηνέδες, περαστικοί και μουστερήδες. Νενέδες με τα εγγόνια τους, ναύτες σκαμένοι απ' την αλμύρα, κουκουλωμένες νιες με τις μανάδες τους, κατσίβελοι και αριστοκρατέοι. 


Τις πολύ ζεστές ημέρες, εκεί κάπου στ'απομεσήμερο έπεφτε η κίνηση, αραίωνε ο κόσμος. Λουφάζανε και οι εμπόροι πίσω από τους πάγκους τους. Γυαλίζαν τα χαλκώματα και τα μπακίρια του καφέ στην αντηλιά, αστράφτανε τα μαντεμένια σκεύη και οι μαστραπάδες.

Κι ύστερα τ'απόγεμα όταν σκωνότανε ο μπάτης και έφερνε τη δροσιά τ'Αιγαίου, άντε ξανά εφούντωνε τ'αλισβερίσι μέχρι το δείλι.


Οι πολύβοες στοές κι οι δρόμοι ανάσαιναν για λίγο, την ώρα που μάζευε ο μουεζίνης τους πιστούς καλώντας τους από τον μιναρέ για προσευχή. Γιομίζαν τότες οι αυλές των τζαμιών με κόσμο πολύ. 


Σκύβανε οι άντρες κι ανεβάζανε τα σαλβάρια και τις βράκες τους, επλένανε τα πόδια τους και μπαίνανε στα τζαμιά για να συνομιλήσουνε με τον Αλλάχ τους. 


Γονατισμένοι απάνου στα παχιά χαλιά.  


Παρακαλώντας για τα ίδια θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους εις τους αιώνες των αιώνων.


Αμήν.


Έτσι ξημεροβραδιάζονταν οι μέρες στο μεγάλο μας τσαρσί. Μέχρι που το σκοτάδι σιωπούσε τους ανθρώπους καθε βράδυ, κατέβαζε τα ρολά τους, έδιωχνε τους πάγκους τους κι έσβηνε τα ίχνη τους. Ναι, έτσι κυλούσαν οι ζωές μας για γενιές ολόκληρες στη Σμύρνη μας. Άχου τι λαίμαργα που χορταίναμε εκείνες τις ζωές!


Μέρος δεύτερο: Το σήμερα

Την ενθυμούμαι καλά την πρώτη τη φορά που βρέθηκα σε ετούτο το παζάρι -πάνε πια χρόνια. Είχα δει κάμποσες παρόμοιες αγορές στην Τουρκία και σ΄άλλες χώρες της Ανατολής, μα το Κεμέραλτι -έτσι το λένε το μεγάλο παζάρι της Σμύρνης- μου είχε από την πρώτη στιγμή φανεί διαφορετικό.


Τεράστιο, δαιδαλώδες, χαωτικό. Αλλά και γοητευτικό συνάμα. Συναρπαστικά και καθηλωτικά γοητευτικό.


Το ξεύρω πως πολλοί θα διαφωνήσουν. Θα βρουν κουραστική την ακαταστασία του, θα σχολιάσουν αρνητικά την φθηνιάρικη αισθητική του.


Είναι πράγματι ισοπεδωτική η επέλαση του κινέζικου προϊόντος, είναι καθολική η επικράτηση του πλαστικού, του λαστιχένιου, του νάιλον, του πολυέστερ. Του στρας και του κακόγουστου.


Όχι, δεν μοιάζει πια καθόλου με εκείνο το ανακατωμένο πανηγύρι των πολλαπλών προελεύσεων, δεν είναι πια σημείο συνάντησης των διαφορετικών ταυτοτήτων. 


Πάει εχάθη εκείνη η ποικιλότητα. Ουχί μόνο από το τσαρσί, μα και από ολάκερη τη Σμύρνη εδώ και περίπου έναν αιώνα. 


Αλλάξανε κι αλλάζουνε τα πράγματα. Πάντα θ'αλλάζουνε όσο κι αν δεν το θέλεις. Πάντα.


Είναι πολλές οι φορές που τόχω περπατήσει αυτό το παζάρι, που του έχω παραδοθεί. Περιπλανώμενος δίχως αίσθηση προσανατολισμού, στα δεκάδες δρομάκια του που στριφογυρίζουν, καμπυλώνουν, διασταυρώνονται και σε βγάζουν παντού και πουθενά.


Χαζεύω τις πραμάτειες των εμπόρων: τις στοίβες με τα τζην παντελόνια, τις πολύχρωμες μαντίλες, τα πουκάμισα, τα ρούχα για εγκύους.


Τις στολές που φοράνε οι μικροί Τούρκοι μετά την περιτομή τους.


Που ντύνονται πριγκιπόπουλα και κυκλοφορούν στο δρόμο με καμάρι, δηλώνοντας τη σημασία τους.


Μα εκείνο που κυρίως βρίσκω συναρπαστικό είναι το μωσαϊκό των ανθρώπων. 


Τις εκφράσεις των προσώπων τους.


Τις κινήσεις του σώματός τους.


Τον τρόπο που κάθονται, που στέκονται, που περπατούν.


Το ανακάτωμα βαριεστημάρας και κούρασης. Σε μια καθημερινότητα πολύωρης αναμονής. Για τον επόμενο πελάτη.


Τέσσερις γυναίκες πίσω από έναν πάγκο.


Μια άλλη που προσπαθεί να ξεγελάσει την πλήξη της.


Μια πιο ηλικιωμένη που κοιτάζει τα παιδικά ρούχα στις κρεμάστρες -ίσως για την εγγόνα της. 


Δυο φίλοι που συζητούν περιμένοντας να τους σερβίρουν τα τσάγια τους. Με το κινητό να φορτίζεται στην πρίζα.


Δυο γηραιοί μαγαζάτορες χυμένοι θαρρείς απάνω στα σκαμνιά τους. Με το μουστάκι, το φέσι, τα πολυφορεμένα παπούτσια και την αισθητική μιας άλλης εποχής. Τότες που ανεξαρτήτως της κοινωνικής και οικονομικής σου ταυτότητας, επιβαλόταν να φοράς πουκάμισο, σακάκι και υφασμάτινο παντελόνι.


Ένας εργάτης που κοιμάται σκυφτός απάνου στο καρότσι του. Τον κοιτάζω για ώρα.  Αναπνέει βαριά, ίσως και να ροχαλίζει τον κάματό του, ενώ τριγύρω του ασταμάτητη η χλαπαταγή των περαστικών και η γκρίνια των μοτοποδηλάτων.


Τρυπώνω μέσα στα παλιά χάνια. Που κάποτες μέναν οι πραματευτάδες που έφταναν εδώ από την Ανατολή κουβαλώντας τα καλούδια τους. 


Πολλά από τα χάνια αυτά φιλοξενούνε πια εστιατόρια.


Με χαμηλά καθίσματα, πολύχρωμα τραπεζομάντηλα, αρωματικά μαντηλάκια να σκουπίσεις τα χέρια σου.



Μοιάζουμε σε τόσα, διαφέρουμε σε τόσα. 


Μεγάλη συζήτηση, ίσως την κάμουμε κάποια φορά. Έχω κάποιες σκέψεις, προβληματίζομαι, αναθεωρώ και επανέρχομαι.



Το μόνο βέβαιο είναι πως εδώ στη Σμύρνη, στο απέραντο παζάρι της, νιώθω πως δεν είμαι μακριά από εμένα. Σαν να το επερπατούσα πάντοτε αυτό το μέρος, σαν να το ήξευρα πριν το πρωτοσυναντήσω.



Δεν εγγράφονται λέει στο γενετικό σου υλικό οι μνήμες. Δεν τις φέρεις μέσα σου τις αναμνήσεις των όσων δεν έζησες.



Επέτρεψέ μου να σου πω πως λάθος εκτίμηση είναι τούτη και πως οι μνήμες κυκλοφορούνε μέσα σου -όχι στις φλέβες, μα στα συναισθήματά σου.


Δεν είναι η Σμύρνη των διηγήσεων αυτή. Δεν είναι η πόλη με το παλίμψηστο των αναφορών.  Δεν είναι η Σμύρνη η Ρωμέικη. Είναι μια μεγαλούπολη τουρκική. Δίχως το άλλο, το διαφορετικό, το ανακατωμένο.  



Είναι μια πόλη που βλέπει το Αιγαίο από την άλλη του πλευρά. Σε μια χώρα δύσκολη -πολύ δύσκολη. Που δείχνει αλλά δεν είναι μία. Σε μιαν εποχή που την εφυσσούν ανέμοι πολλοί κι εκείνη η ίδια προκαλεί ακόμα περισσότερους.


Μα οι εποχές αλλάζουν, αναγνώστα. Οι άνθρωποι τριγυρνούν στο τσαρσί, οι τιμές και οι ισοτιμίες ανεβοκατεβαίνουν, οι Σουλτάνοι μπαινοβγαίνουν στα σαράγια τους, οι κρίσεις έρχονται, φεύγουν και ξανάρχονται, οι ζωές διασταυρώνονται και χωρίζουν. Και ξεύρεις τί μένει τελικά; Το παζάρι που έκαμες για να αποκτήσεις εκείνο που λαχτάρησες. Το δούναι και λαβείν σε ένα ατελείωτο, χαωτικό τσαρσί. Γιομάτο με καθημερινότητες.

Πόσο το δίνεις; Πόσο το παίρνεις; Μην πεις πολλά, θα τον ξεκάμεις. Μην πεις και λίγα, θα τον προσβάλεις. Τόσα; Μπα, δώσε κάτι παραπάνω και χαλάλι σου!

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts