Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Non ho l'età



Πρόλογος
Πρέπει νάμουνα πολύ μικρός όταν πρωτάκουσα αυτό το ιταλικό τραγούδι -σε εκείνες τις ηλικίες που αποτυπώνονται οι εντυπώσεις και πλέκονται οι πρώτοι κόμποι στο εργόχειρο της ζωής του καθενός μας. Θυμάμαι όμως πόσο πολύ μου είχε αρέσει και πόσο συχνά επανερχότανε στη μνήμη μου. Σε μια εποχή που έπρεπε να διαφυλάξεις μέσα σου εκείνα που σου άρεσαν, καθώς δεν είχες τη δυνατότητα να τα απολαύσεις όσο και όποτε τα επιθυμούσες, όπως μπορούμε τώρα πια με τόσην ευκολία. Κι αυτή η σπανιότητά τους, αυτή η προσπάθειά σου να συγκρατήσεις μουσικές, εικόνες κι εντυπώσεις, τους προσέδιδε μιαν αξία που μάλλον ποτέ δεν θα χαρούν οι όσοι γεννιούνται σήμερα. Δεν πειράζει -ας έχουμε κι εμείς οι χθεσινοί τα πλεονεκτήματά μας.



Δεν ξεύρω αν οφειλόταν στην μικρή μου ηλικία ή σε μια έμφυτη ευαισθησία. Όποια κι αν ήταν η αιτία, η μελωδία ενεγράφη ανεξίτηλα στη μνήμη μου: η ορχηστρική εισαγωγή, οι νότες στο πιάνο και ύστερα η κελαρυστή, κοριτσίστικη φωνή που τραγουδούσε για τη δική της αθωότητα. Με στίχους που τότες δεν μπορούσα να καταλάβω, αλλά που προσπάθησα να αποτυπώσω στην παρτιτούρα του μυαλού μου. Είναι στίχοι που τώρα πια καταλαβαίνω καλά.
Τέλος Προλόγου



Οι δρόμοι είναι γιομάτοι αυτοκίνητα και κόσμο. Όσο πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, τόσο πυκνώνει η κίνηση και το μποτιλιάρισμα. Αν λοιπόν τόχεις πάρει απόφαση να κατέβεις στο κέντρο του Σανρέμο με το αμάξι σου, θα πρέπει να οπλιστείς με υπομονή και νάχεις κάμποση τύχη στο παρκάρισμα.



Τα καταστήματα στον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης -τη βία Τζάκομο Ματεότι- έχουν φορέσει τα γιορτινά τους και οι βιτρίνες έχουν στολιστεί.



Λαμπιόνια, χριστουγεννιάτικα δέντρα, πολύχρωμες μπάλες, φιόγκοι και γιρλάντες.



Ακόμα κι αν είσαι από εκείνους που αποφεύγουν να φορέσουν την εορταστική διάθεση, ακόμα κι αν κατακρίνεις τον καταναλωτισμό κι έχεις μπουχτίσει την επαναλαμβανόμενη και κάπως ψυχαναγκαστική χαρά των ημερών, δεν μπορεί παρά να παραδεχτείς πως αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για διάλειμμα από την καθημερινότητα.



Και μία αφορμή για να σταθείς και να συνειδητοποιήσεις πόσο περνάει ο χρόνος: το φέτος, το πέρσι και το πρόπερσι με Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές μετριέται. Άντε και με καλοκαιρινές διακοπές ή τίποτις χαρμόσυνα. Ή τίποτις δυσάρεστα. Τα υπόλοιπα, ένας χυλός μοιάζουν απ'τον οποίο τρως και ξανατρώς τις ίδιες, ξαναζεσταμένες κουταλιές.



Όχι, δεν ήρθα στο Σανρέμο για να μελαγχολήσω μη-χειρότερα. Για να θυμηθώ ήρθα. Ίσως βεβαίως και νάναι ταυτόσημα τα δύο τους.



Αδειάζω τις σκέψεις και τις έγνοιες μου κι αφήνομαι. Σ'αυτό το ανθρώπινο ποτάμι που χύνεται με φούρια στα πεζοδρόμια. Οικογένειες με ενθουσιώδη νήπια, καλοβαλμένα ηλικιωμένα ζευγάρια, παρέες νεαρών με μονδέρνα ντυσίματα, άνθρωποι που βολτάρουν παρέα με το σκύλο τους. Κι ανάμεσά τους κι εγώ. Να τους κάμω χάζι και να τους απολαμβάνω.



Έχουνε γούστο οι Ιταλοί. Δεν μοιάζουν μ'άλλους λαούς, είναι αλλιώτικοι. Πιο έντονοι, πιο σπάταλοι στον τρόπο που εκφράζονται. Θαρρώ πως είναι μάλλον ακατέργαστοι. Σα να μην τους πελέκισε ο τεχνίτης χρόνος. Σα να παραμένουνε παιδιά, ακόμα κι όταν κατοικούνε σε σώματα ενηλίκων.



Όλα τα κάμουνε με μιαν υπερβολή: φωνάζουν, μασουλάνε, φλερτάρουν, κορδώνονται, τσιλημπουρδίζουν, γελάνε.



Ναι, έχουνε γούστο οι Ιταλοί. Κι ας απέχει ο βερμπαλισμός τους από τη δική μου την προτίμηση, αυτό τουλάχιστον θα πρέπει να τους το αναγνωρίσω: πως έχουν γούστο.



Στο Σανρέμο δεν έχει σπουδαία πράγματα να κάμεις το χειμώνα. Το καλοκαίρι είναι η εποχή του, όταν τα ξενοδοχεία της ιταλικής Ριβιέρας γιομίζουνε τουρίστες από τη Βόρεια Ευρώπη πούρχονται να απολαύσουν τη ζεστή σαγήνη του Μεσογειακού ήλιου.



Η πόλη έγινε θέρετρο και προορισμός ευκατάστατων Ευρωπαίων ήδη από το δεύτερο μισό του δεκάτου ενάτου αιώνα. Τότες που ο τουρισμός αφορούσε μονάχα πλούσιους, αριστοκράτες, ταξιδευτές και καλλιτέχνες.


Το 1905 χτίστηκε ένα εντυπωσιακό μέγαρο σε στυλ Αρ-Νουβό για να στεγάσει το Καζίνο.


Μέχρι και σήμερα αποτελεί καύχημα, πηγή εσόδων για την πόλη και τοπόσημο.



Εδώ στο Σανρέμο είχε καταφύγει η Πριγκίπισσα Σίσυ της Αυστρίας για να ξεπλύνει τη μελαγχολία της. Εδώ απολάμβανε τις διακοπές του ο Τσάρος Νικόλαος ο Δεύτερος. Εδώ πέρασε τα τελευταία του χρόνια ο Άλφρεντ Νόμπελ, εδώ απέθανε το 1926 και ο Μεχμέτ ο Έκτος, τελευταίος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Αν απομακρυνθείς λιγάκι από τους κεντρικούς δρόμους, θα σου συστηθεί μια απλή, επαρχιακή πόλη, δίχως πολλές κομψότητες και πολυτέλειες.


Μια πόλη με στενά δρομάκια και παλιά πορτοπαράθυρα. Με μπουγάδες που κρέμονται ανάμεσα στα περβάζια και σπίτια μάλλον φτωχικά και κακοφροντισμένα.


Κάποιοι θα σου πούνε πως δεν είναι τίποτις το ιδιαίτερο το Σανρέμο. Αν το συγκρίνεις μάλιστα με άλλες πόλεις της Ιταλίας, θα πεις κι εσύ πως υπολείπεται σε ομορφάδα και γραφικότητα.


Εγώ όμως το συμπαθώ όπως και νάχει. Κι ίσως περσσότερο τώρα το χειμώνα που δεν είναι ξέχειλοι οι δρόμοι του με μανιώδεις τουρίστες.


Αυτή την ώρα, αυτή τη μαγική ώρα που σουρουπώνει και τ'αγιάζι σε αναγκάζει να σηκώσεις το γιακά του παλτού σου, το τριγύρω σου μετατρέπεται σε σκηνικό.


Μιας ταινίας θλιβερής κι αστείας. Αν αφαιρέσεις τα χρώματα, γίνεσαι πρωταγωνιστής του Ροσελίνι, του Βισκόντι και του Φελίνι. Σε νεορεαλιστικό σενάριο. Σε δράμα. Σε κομεντί. Κάπου ανάμεσα στο ομιχλώδες όνειρο και την αγωνιώδη πραγματικότητα. Εσύ επιλέγεις τί θέλεις να μας παίξεις.


Επιστρέφω στους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους. Οι βιτρίνες λάμπουν θελκτικές, οι σακούλες με τα ψώνια πληθαίνουν, δεν μένει πολύ ώρα ακόμα μέχρι να κλείσουν τα καταστήματα.


Μία κυρία στέκεται δίπλα στο άγαλμα, φτιάχνει το κασκόλ της, στρώνει το μαλλί της και ποζάρει περιχαρής για ένα ενσταντανέ.



Στάσου και φθάσαμε! Στο είπα ότι δεν ήρθαμε απλώς για να βολτάρουμε. Το ξέχασες κιόλας; Είχαμε θέσει για σκοπό μας έναν σκοπό. Εκείνον που τραγουδούσε εκείνη η κελαρυστή, κοριτσίστικη φωνή της ιδικής μου αθωότητας.



Αυτό είναι το θέατρο "Ariston". Μαζί με το Καζίνο είναι τα δύο εμβληματικότερα σημεία του Σανρέμο. Βλέπεις, εδώ διεξάγεται κάθε χρόνο το φεστιβάλ τραγουδιού -ένας μουσικός θεσμός που έχει γνωρίσει κατά το παρελθόν μεγάλες δόξες και που συνεχίζει να επιβιώνει σε καιρούς πολύ λιγότερο μουσικούς.



Ετούτον το διαγωνισμό κέρδισε o βελούδινος Σέρτζιο Εντρίγκο με το εξαίσιο "Canzone per te" το 1968! Ώχου πάνε πενήντα χρόνια από τότες. Πενήντα Χριστούγεννα, πενήντα Πρωτοχρονιές.



Εδώ τραγούδησε για πρώτη φορά ο Ντομένικο Μοντούνιο το "Nel blu dipinto di blu", το πασίγνωστο "Volare", το 1958! Να χαρείς, μην με βάζεις να σου ξαναμετράω Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές: είναι πολλά τα χρόνια. Τί υπέροχες μελωδίες! Μα όχι, δεν είναι κάποιο από αυτά, το τραγούδι που εγώ γυρεύω.



Κατά μήκος του πεζόδρομου, έχουν τοποθετηθεί επιδαπέδιες πλακέτες με τους νικητές του Φεστιβάλ από την αρχή του έως τα σήμερα.


Τις ακολουθώ σαν να ξετυλίγω ένα νήμα προς το παρελθόν, σαν να πατάω βήματα σε μία διαχρονική χορογραφία. Κι όσο πλησιάζω, τόσο δυναμώνει μέσα μου εκείνος ο σκοπός. Όσο πλησιάζω, τόσο σβήνουν οι φωνές των γύρω μου κι ακούεται η αθώα, κοριτσίστικη φωνή που αναζητάω.


Φθάνω πάνω από την πλακέτα που γράφει το όνομά της. Gigliola Cinquetti. Και τον τίτλο του τραγουδιού της. Non ho l'eta. Χαμογελάω λες και συνάντησα έναν παλιό, αγαπημένο φίλο. Λες και αντάμωσα μια αγάπη πούχα χάσει. Τριγύρω ο κόσμος συνεχίζει να στροβιλίζεται με θόρυβο, αλλά στα δικά μου τα αυτιά παίζει μονάχα εκείνη η μουσική. Η ορχηστρική εισαγωγή, οι νότες στο πιάνο, οι στίχοι μιας αθωότητας που μετράει το παράπονο και την ελπίδα της. Ένας είμαι. Που στέκεται ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο για μερικές στιγμές στο δάπεδο. Κοντοστέκονται κάποιοι να ιδούνε τί κοιτάζω με τόσο ενδιαφέρον, να καταλάβουνε γιατί δείχνω τόσο ευτυχισμένος.



Δεν ξεύρω αν μπορούν να καταλάβουν. Δεν ξεύρω αν μπορώ να τους εξηγήσω. Ίσως αν άκουαν το τραγούδι που ακούω εγώ. Ίσως.



Επίλογος
Κατηφορίζω προς την πλευρά της θάλασσας. Εδώ ο κόσμος είναι πολύ λιγότερος.



Είναι χειμώνας και το Σανρέμο δεν είναι καμωμένο γι'αυτή την εποχή.



Η ησυχία εδώ μ'αρέσει περισσότερο. Το ψυχρό αεράκι που φέρνει η θάλασσα, τα φώτα που αντανακλούνε μέσα στο νερό, ο ήρεμος παφλασμός καθώς σκάει το κύμα στις προβλήτες.



Το φρούριο της Αγίας Θέκλας στέκει κάπως μουτρωμένο, πάνω από το λιμάνι της πόλης.



Κοιτάζω τη θάλασσα καθώς μουντώνει και σβήνει μέσα στη νύχτα. Σκέφτομαι όλα εκείνα τα Χριστούγεννα και όλες εκείνες τις Πρωτοχρονιές. Που ξεπλένονται και σβήνουν. Και χάνουν εντέλει την όποια σημασία τους.
 

Ύστερα κοιτάζω τα καλάμια. Που χαϊδεύουνε τρυφερά τον ουρανό. Και νιώθω φχαριστημένος. Που ό,τι κι αν έχασα, αυτή τουλάχιστον την αθωότητά μου, την έχω ακόμα. Τυλιγμένη σε ένα μελωδικό σκοπό που μου τραγούδησε κάποτες ένα κορίτσι με κελαρυστή φωνή. Που αποτυπώθηκε στη θύμησή μου και πάντα θάχω να παρηγοριέμαι. Ένα σκοπό που θα σφυρίζω κάθε φορά που θέλω κι εγώ να χαϊδέψω τον ουρανό.


Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Η αλεπού στο κοτέτσι


Μια φορά κι έναν καιρό, η μαμά κλώσσα απεφάσισε να καλέσει την αλεπού για να της κάμει το τραπέζι. 

"Μανούλα, δεν μας έχεις πει ότι την αλεπού πρέπει να την αποφεύγουμε και νάμαστε προσεκτικοί σαν τριγυρνάμε τσιμπολογώντας στους αγρούς μην μας ξεμοναχιάσει;" ρώτηξε με απορία, ένα από τα κλωσσόπουλα.

"Άχου, καλό μου, έννοια σου και καθόλου μην μου ανησυχείς: την έπιασα προημερών την αλεπού και της έκαμα εξήγηση. Και μου υποσχέθηκε πως περασμένες-ξεχασμένες οι επιθέσεις στο κοτέτσι μας και μήτε που περνάει πλέον από το νου της να μας απειλήσει η καημένη." 

"Μανούλα, μήπως δεν είναι πια μυτερά τα δοντάκια της; Μήπως δεν είναι γαμψά τα νυχάκια της; Μήπως δεν είναι πονηρά τα μουστάκια της;"

"Κι ας είναι μυτερά τα δοντάκια της, κι ας είναι γαμψά τα νυχάκια της, κι ας είναι πονηρά και τα μουστάκια της, είναι πια φίλη μας η αλεπού κι αν την εβάλουμε μέσα στο κοτέτσι να ιδείς πόσο πολύ θα μας εσυμπαθήσει και θα την εσυμπαθήσουμε." Πείστηκαν τα κλωσσόπουλα και γουργούρισαν ικανοποιημένα.

Εκεί κοντά στο δείλι, φάνηκε στο κοτέτσι η αλεπού. Εβγήκαν τα κλωσσόπουλα να την προϋπαντήσουν, τους κούνησε κι εκείνη με νόημα την ουρά της.

"Καλώστηνα τη φιλενάδα μας την αλεπού!" κακάρισε καταχαρούμενη η μαμά κλώσσα. Κι αφού την ασπάστηκε -ράμφος με μουσούδα- κι αφού την ξενάγησε -στα πάνω και στα κάτω-, την εκάθησε στο τραπέζι για να φάνε. 

"Σούχουμε ωραία πίτουρα!" είπε υπερήφανα η μαμά κλώσσα κι έβαλε δυοτρεις παραγεμισμένες κουταλιές στο πιάτο της αλεπούς. Χαμογέλασε εκείνη.

Άρχισαν να τσιμπολογούνε τα κλωσσόπουλα από τα δικά τους τα πιάτα, γουργούριζε χαρούμενη και η κλώσσα που τάχε καταφέρει να γίνει φιλενάδα με την αλεπού. Μα πρόσεξε πως η εκλεκτή της καλεσμένη, μήτε π'άγγιζε το πιάτο της και πολύ θορυβήθηκε.

"Γιατί δεν τρως, καλή μου; Δεν σου αρέσει το φαγί; Δεν είναι δα του γούστου σου; Τα πιο διαλεχτά μας πίτουρα, σου έβαλα για τράτο! Άχου θα σκάσω η δύστυχη, αν φύγεις ξενηστικωμένη." είπε η κλώσσα, φανερά στεναχωρημένη.

"Μην μου σκοτίζεσαι, κυρά μου και νηστική εγώ δεν φεύγω! Ίσα ίσα που μ'άνοιξε η όρεξη με την πρόσκλησή σου!" απήντησε η αλεπού. Δίνει αμέσως ένα σάλτο, αρπάει ένα κλωσσόπουλο και το εκάμει μια χαψιά. 

Τρέχουνε πανικόβλητα τα άλλα τα κλωσσόπουλα, τρέχει και η μαμά η κλώσσα με έκπληξη μαζί και τρόμο! Φτερά, πούπουλα, ράμφη, όλα μπερδεύονται και όλα καταλήγουν στης αλεπούς τα δόντια. Μονάχα όταν χορταίνει εκείνη με κάμποσα από τα δύσμοιρα κλωσσόπουλα, γκώνει και σταματά. Κοιτάζει με ειρωνεία την σακατεμένη και αφελή κλώσσα και λίγο πριν φύγει, της λέει:

"Μάθε πουλάδα μου καημένη κι ελαφρόμυαλη, πως κι αν ταϊζεις με πίτουρα τα κλωσσόπουλά σου, οι αλεπούδες είμαστε ζούδια σαρκοφάγα. Κι αν θαρρείς πως με τα τραταρίσματά σου θα ξεχάσουμε τάχα την πείνα μας και θα φιλιώσουμε, γελασμένη είσαι και πάντοτε χαμένη θε να καταλήγεις."

Σαν έμεινε πια μόνη, ανάμεσα στα κλάματα και τ'αναφιλητά της, η μαμά κλώσσα σκέφτηκε πως ήταν τελικά μεγάλο λάθος με την αλεπού ν'ανοίξει δα παρτίδες. Ίσως καλύτερα τη λύκαινα νάχε καλέσει -πούναι ζούδι πιο μεγάλο και σίγουρα περσσότερο χορτασμένο. "Την επόμενη φορά, τη λύκαινα!" είπε στον εαυτό της, φανερά μεταμελημένη. Και γουργούρισε ικανοποιημένη με την απόφασή της.

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Λίγο έξω από το σταθμό


Όσο μεγαλώνω, το συνειδητοποιώ περισσότερο. Πως η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται από το όνομα, τους γονείς, τον τόπο γέννησης. Ω, είναι πολύ πιο σύνθετο πράγμα η ταυτότητα, αναγνώστα! Και για να την εκαταλάβεις, πρέπει ν'αναζητήσεις με κόπο τα κομμάτια της κατά τη διάρκεια της ζωής σου, σε τόπους και σε χρόνους καμιά φορά αναπάντεχους. Κι ίσως -αν είσαι τυχερός- κάποια μέρα ν'αρχίσεις να σχηματοποιείς μέσα σου την εικόνα. Του ποιος είσαι και από πού μας έρχεσαι.


Η αναζήτηση ενός από αυτά τα κομμάτια είναι που με έφερε σε ετούτο το μέρος. Που αν το δείξεις σ'άνθρωπο κι αν τον εφέρεις να το περιπατήσει, δεν θα του πάρει παρά μονάχα μερικά λεπτά μέχρι να αποφανθεί πως πρόκειται στα σίγουρα για μέρος αγέλαστο και αδιάφορο. 



Όχι, τουρίστας δεν έρχεται ποτέ στην πόλη ετούτη. Αξιοθέατα δεν υπάρχουν, μήτε κάτι ενδιαφέρον να ιδείς ή να επισκεφτείς. Μια-δυο εκκλησιές στο κέντρο και μερικά παλαιότερα σπίτια με χαριτωμένες προσόψεις, ανάμεσα σε μυριάδες άσχημα μονοκόμματα κτήρια -γενικώς, τίποτα που ν'αξίζει πραγματικά τον κόπο και την προσοχή σου.



Άλλωστε, πρόκειται για πόλη καινούργια που δημιουργήθηκε από συνένωση δυοτριών προγενέστερων οικισμών, πριν περίπου ενενήντα χρόνια, το 1930. Κι όμως, τις επόμενες δεκαετίες, αυξήθηκε ραγδαία ο πληθυσμός της. Κι ανάμεσα σ'αυτούς που ήρθαν να την εκατοικήσουν, ήσαν κι αρκετοί Έλληνες.



Βρισκόμαστε στη Γερμανία και πιο συγκεκριμένα, σε ένα από τα πιο ανεπτυγμένα και πλούσια κρατίδια της: τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Αγαπημένε αναγνώστα, καλωσόρισες στο Λεβερκούζεν.



Μην ξεγελιέσαι από ετούτες τις τελευταίες φθινοπωρινές λιακάδες και τον τολμηρό κόσμο που τριγυρνά με κοντομάνικα: εδώ που ήρθες έχει συνήθως ο καιρός τις μαύρες του και φρόντισε να το συνηθίσεις!



Όπως κατάλαβες από την εισαγωγή, δεν έχω να σου δείξω παρά ελάχιστα πράγματα. Να, ετούτος είναι ο κεντρικός πεζόδρομος όπου συγκεντρώνεται η εμπορική κίνηση. Ας τον εσουλατσάρουμε κι εμείς μαζί με τον κόσμο.



Στη μια του άκρη υπάρχει ένα εμπορικό κέντρο, παρωχημένης αισθητικής, όπου μπορείς να βρεις τις συνήθεις γνωστές φίρμες μαζικής κατανάλωσης.



Κάποια από τα παλιά κτήρια κατά μήκος του πεζόδρομου είναι συμπαθητικά κι έχει γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν για να δοθεί στην πόλη ένα χρώμα.



Διώροφα ή τριώροφα, με μεγάλα παράθυρα και λευκά ή χρυσαφιά διακοσμητικά στοιχεία, τα κτήρια αυτά παραπέμπουν στο προβιομηχανικό παρελθόν της πόλης, πριν καταφθάσουν εδώ τα κύματα των μεταναστών.



Οι γραμμές είναι βεβαίως απλές και αυστηρές, αλλά που και που ξεφεύγει κάποια γιρλάντα ή κάποιο καμπυλωτό τελείωμα, ξεγελώντας λίγο τη βλοσυρότητα της πόλης.



Και μη φανταστείς πως στο ισόγειο στεγάζουν τίποτις παραδοσιακές γερμανικές μπυραρίες ή ντελικατέσεν με λουκάνικα και χοιρομέρια: αυτά που θα βρεις κυρίως είναι ινδικά εστιατόρια που μυρίζουν κάρυ, τούρκικα κεμπαμπτζίδικα και κινέζικα καταστήματα με ρούχα και τσάντες των πέντε και των δέκα ευρώ.



Αν δεν βρέχει ή δεν θερίζει το κρύο, τα απογεύματα ο κόσμος στον πεζόδρομο είναι αρκετός, ενώ τα σαββατοκύριακα θα συναντήσεις έξω από το εμπορικό κέντρο κάμποσους πιτσιρικάδες να χαζολογάνε με τα κινητά τους, να τρώνε παγωτό ή να κάμουνε σκέιτμπορντ. Αρκετή κίνηση έχει και το Kinopolis, ειδικά αν παίζει στις αίθουσές του κάνα δημοφιλές μπλοκμπάστερ -δεν έχεις άλλωστε και πολλές άλλες εναλλακτικές πέραν του κινηματογράφου, αν είσαι νέος στο Λεβερκούζεν.



Αλλά και γενικά, δεν έχεις πολλά πράγματα να κάμεις.



Οι κάποιες φιέστες κατά τη διάρκεια των οποίων στήνονται εξέδρες για μουσικές βραδιές με συνοδεία άφθονης μπύρας, αποτελούν τα μόνα διαλείμματα στην κατά τα λοιπά θλιβερή μονοτονία της γερμανικής επαρχίας.



Με αφορμή κάποια τέτοια γιορτή, μεγάλοι ξύλινοι πάγκοι στήνονται στα πεζοδρόμια και ζευγάρια Γερμανών μιας κάποιας ηλικίας -οι κύριοι με μαραμένα τατουάζ και τρομπαρισμένες από την πολύχρονη κατανάλωση μπύρας, κοιλιές και οι κυρίες με ξεφτισμένο μαλλί διαφόρων αποχρώσεων, έντονο κραγιόν και στενά δερμάτινα ή ξεφτισμένα τζιν πανταλόνια- κάθονται για φαγητό και ποτό με κάτι εξαναγκασμένα χαμόγελα που κρύβουν μεγάλες δόσεις πλήξης. Από ένα σημείο και μετά, έρχεται το αλκοόλ και ξεπλένει τα πάντα.



Δεν είναι όμως μόνο η έλλειψη διεξόδων που σου δημιουργεί αυτή την αίσθηση της κατατονίας. Είναι και ο κόσμος γύρω σου.



Φτηνιάρικα ρούχα, ταλαιπωρημένες φάτσες, πολυφορεμένα παπούτσια. Το βλέπεις, το αντιλαμβάνεσαι πως οι Γερμανοί εδώ ανήκουν στα κατώτερα στρώματα της εργατικής τάξης. Φτώχεια, αναγνώστα. Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: φτώχεια.



Και βεβαίως, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσεις τους πολλούς, τους πάρα πολλούς μετανάστες. Μουστακαλήδες Τούρκους, μαντηλοφόρες νεαρές, Σύριους πρόσφυγες, ζευγάρια Μουσουλμάνων με μωρά στα καρότσια, αγέλαστοι Ασιάτες, αντροπαρέες Πολωνών και Ουκρανών με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα να κάθονται στα παγκάκια κατεβάζοντας μπύρες.



Κι αρκετοί άστεγοι και επαίτες.



Αν δεν είσαι υποψιασμένος, σχεδόν σε σοκάρει η κατάσταση. Κι αναρωτιέσαι: μα είναι ετούτη εικόνα για πόλη στην πιο ισχυρή οικονομία της Ευρώπης; Πού είναι το υψηλό επίπεδο ευημερίας και γιατί δεν φθάνουν μέχρις εδώ τα οφέλη της πολυδιαφημισμένης ανάπτυξης της κυρίας Μέρκελ και του κυρίου Σόιμπλε; Πώς είναι δυνατόν να βρίσκεις σε τέτοια χάλια μια πόλη -έστω μικρή κι ασήμαντη όπως το Λεβερκούζεν- εν τω μέσω της γηραιάς ηπείρου και δη στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, που αποτελεί το καύχημα της βιομηχανικής ισχύος της Γερμανίας; Ναι, είναι σχεδόν σοκαριστική η διάψευση που ζεις εδώ.



Διότι η εικόνα του Λεβερκούζεν με τα φτηνομάγαζα, τα ρούχα στα καλάθια, τα παραμελημένα κτήρια, τους μεθυσμένους και τους πρόσφυγες, σε παραπέμπει στα τρισχειρότερα της Ανατολικής Ευρώπης! Σα να βρέθηκες ξαφνικά σε κάποια τριτοτέταρτη επαρχιακή πόλη της Βουλγαρίας ή της Μολδαβίας. Το επίπεδο φοβούμαι, είναι το ίδιο απογοητευτικά χαμηλό.



Αλλά θα ρωτήξεις -και με τα δίκια σου- γιατί είμαστε στο Λεβερκούζεν. Μα διότι είναι το καταλληλότερο μέρος για να συζητήσουμε κάτι που θεωρούσαμε ότι υπερβήκαμε ως λαός, αλλά που και πάλι μπροστά μας βρέθηκε, αναγνώστα: τον ξενιτεμό.



Θα σε πάω αρκετά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στο 1960. Όταν υπογράφηκε μεταξύ της Ελλάδας και της τότε Δυτικής Γερμανίας η διαβόητη "Ελληνογερμανική συμφωνία" με την οποία η Γερμανία αποκαθιστούσε τις σχέσεις της με τη χώρα μας και εξασφάλιζε μία ροή φθηνού εργατικού δυναμικού για τη ραγδαίως αναπτυσσόμενη βιομηχανία της.



Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Γερμανία είχε προτείνει από το 1958, να εγκαταστήσει κάποια εργοστάσιά της στην Ελλάδα για να απασχολούνται εδώ οι εργάτες και να μην χρειαστεί να μεταναστεύσουν σε τόσο μαζικούς αριθμούς, αλλά η πρόταση απορρίφθηκε από εμάς διότι θεωρήσαμε πιο σημαντική την εισροή συναλλάγματος από την ευκαιρία εκβιομηχάνισης της χώρας μας. Ναι, ήμασταν και τότες όσο κοντόφθαλμοι και τσάμπα μάγκες είμαστε και σήμερα -νά και κάτι που παραμένει σταθερό ανά τις δεκαετίες!



Το αμέσως επόμενο διάστημα μετά τη συμφωνία, άνοιξαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη οι εν Ελλάδι Γερμανικές Επιτροπές με σκοπό τον έλεγχο των αιτούντων άδειας για μετανάστευση στη Γερμανία. Χιλιάδες οι αιτήσεις και ατελείωτες οι ουρές -σε σημείο που κάποιοι υποψήφιοι έβαζαν πολιτικό μέσον για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη άδεια, ενώ λέγεται πως δεν σπάνιζαν και τα λαδώματα σε διάφορους προθύμους, προκειμένου να προωθήσουν την αίτησή σου.



Οι Επιτροπές εξέταζαν με σχολαστικότητα την υγεία των υποψηφίων: τα δόντια τους, το σωματικό τους βάρος, τη μυική τους δύναμη, ακτινογραφίες θώρακος, εξετάσεις αίματος και ούρων, αλλά και τις γνώσεις και δεξιότητες που τυχόν είχαν -ναι, ο έλεγχος περιελάμβανε και τα πολιτικά τους φρονήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, οι ίδιοι οι Γερμανοί εργοδότες έρχονταν στην Ελλάδα για να διαλέξουν αυτοπροσώπως τους εργάτες τους. Ένα εξευγενισμένο σκλαβοπάζαρο με τη συγκατάθεση -ή πιο σωστά, με την υποστήριξη- της Ελλάδας. Η οποία έθετε στη διάθεση της Γερμανίας τα παιδιά της, ωσάν να προωθούσε κάποια φτηνιάρικη πραμάτεια. Η ανάγκη, θα πεις. Αυτή η καταραμένη ανάγκη.



Αν πέρναγες τις εξετάσεις και πληρούσες τις προϋποθέσεις, ελάμβανες την πολυπόθητη πράσινη κάρτα εργασίας και σύντομα επιβιβαζόσουν στο πλοίο "Κολοκοτρώνης" (πλοίο τρόπος-του-λέγειν, σαπιοκάραβο να λες!) που έφευγε από Πειραιά με κατεύθυνση το Μπρίντεζι. Από εκεί έπαιρνες το τρένο για Μόναχο και ύστερα άλλο για τον τελικό σου προορισμό: την Κολωνία, τη Φρανκφούρτη, το Μπάντεν Μπάντεν, το Ντίσελντορφ, το Λεβερκούζεν.



Σαν έφθανες, σε παραλάμβαναν οι τοπικές υπηρεσίες και σε τοποθετούσαν στο εργοστάσιο για το οποίο προοριζόσουν. Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά κακές, καθώς η στέγασή σου γινόταν σε προχειροστημένα παραπήγματα -στα λεγόμενα χάιμ- που προέρχονταν από την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και που συνήθως χωροθετούνταν πλησίον ή και εφαπτόμενα στις φάμπρικες. Κάθε εργάτης είχε ένα κρεβάτι σε κουκέτα, δικαιούταν ένα ντουλάπι με κλειδί, μία καρέκλα και μία θέση στα γεύματα. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, αξιοποιούνταν και τα παλιά στρατόπεδα συγκέντρωσης πούχαν ξεμείνει έρημα μετά το '45 και έβρισκαν πλέον νέα χρησιμότητα. Τότες οι αιχμάλωτοι, τώρα οι εργάτες.



Όσο για τη δουλειά, σκληρή και υπό μεγάλη πίεση. Άντρες και γυναίκες, νεαρής ή και πολύ νεαρής ηλικίας -ακόμα και στα 17 τους- να δουλεύουν απ΄τ'αξημέρωτα στη φάμπρικα.



Στις πρέσες και στα μηχανήματα, στα χημικά εργοστάσια και στ'ανθρακωρυχεία. Στις γραμμές παραγωγής. Αυτοκίνητα, τηλεοράσεις, λογής λογής συσκευές, φάρμακα, εξαρτήματα. Μπάγιερν, γκρούντιχ και φοκσβάγκεν.



Από τον καλοκαιρινό ήλιο πούχες συνηθίσει στα παιδικά σου χρόνια, βρισκόσουν στο σκοτάδι του γερμανικού χειμώνα και της σκληρής σου ενηλικίωσης. Δεν ήσουν άνθρωπος εσύ. Γκασταρμπάιτερ ήσουνα. Που πάει να πει φιλοξενούμενος εργάτης. Ένας άνθρωπος με μία αίσθηση προσωρινότητας. Ένα γρανάζι αναλώσιμο κι ασήμαντο σε μια γιγάντια μηχανή. Με παρηγοριά τον Καζαντζίδη, τις φωτογραφίες πούχες φυλαγμένες στο ντουλάπι σου και τα πολύτιμα γράμματα πούρχονταν από την πατρίδα εις αντάλλαγμα των εμβασμάτων που έστελνες.


Έλα μαζί μου, θέλω να δεις. Πρέπει να δεις. Τα προάστια της πόλης. Εκεί που βρίσκονται μέχρι και σήμερα οι μεγάλες βιομηχανικές της μονάδες.



Τα φουγάρα καπνίζουν νύχτα και μέρα. Και ο ουρανός είναι πάντοτε σκοτεινός και συνοφρυωμένος. Αυτό είναι το Λεβερκούζεν. Μία εργατούπολη με φάμπρικες. Μία βιομηχανική δυστοπία. Αυτό είναι το Λεβερκούζεν.



Είναι η ύστατη εναλλακτική το Λεβερκούζεν. Είναι η πίκρα τ'αποχωρισμού, η σκληρότητα της απόστασης, η απελπισία της διάψευσης. Το "δεν έχω άλλη επιλογή". Το "θα μείνω για λίγο να βγάλω μερικά λεφτουδάκια και ύστερα θα δώσω πέντε φάσκελα και θα γυρίσω στην πατρίδα". Είναι η θυσία, που ύστερα χρονίζει και γίνεται αναβολή. Και στο τέλος γίνεται καημός και αποδοχή. Και δεν γυρνάς ποτέ στην πατρίδα, γιατί όσο περισσότερα χρόνια είσαι μακριά της, τόσο λιγότερο την αναγνωρίζεις και σε αναγνωρίζει. Εντέλει καταλήγεις να της είσαι ξένος. Αυτό είναι γαμώτο το Λεβερκούζεν.



Δεν χρειάζεται να σου πω ποια θα είναι η τελευταία μας στάση, το έχεις -φαντάζομαι- ήδη μαντέψει.



Ο σιδηροδρομικός σταθμός. Στην αποβάθρα αυτή -πριν τις ανακαινίσεις που κάπως έχουν σουλουπώσει το κτήριο προσφάτως- έφταναν και οι Έλληνες κατά εκατοντάδες. Τελικός σταθμός μιας διαδρομής που ξεκινούσε από την απελπισία και με ενδιάμεσες στάσεις σε λογής λογής ελπίδες -διαφορετικές για τον καθένα και ίδιες για όλους- έμελλε για αρκετούς να καταλήξει και πάλι στην απελπισία.



Στον σταθμό αυτό βρίσκεται το κομμάτι που αναζητούσα. Είναι ένα πολύτιμο και δύσκολο κομμάτι. Της συλλογικής μας ταυτότητας. Είναι το κομμάτι του ξενιτεμού. Του ξεριζώματος. Της ξενιτιάς. Από το 1960 έως το 1973, μετανάστευσαν στη Γερμανία περίπου εξακόσιες χιλιάδες Έλληνες εργάτες. Αν σε αυτούς προσθέσεις και τα μέλη των οικογενειών τους, τότες ο αριθμός μπορεί και να ξεπεράσει το ενάμιση εκατομμύριο. Ναι, αυτό είναι το Λεβερκούζεν: η αποτυχία της δικής μας της πατρίδας.



Κάθε δεύτερη γενιά φαίνεται πως η Ελλάδα τόχει πλέον συνήθειο να ξαποστέλνει κατά χιλιάδες τα παιδιά της. Να τα βάζει σ'ένα τρένο, σ'ένα πλοίο ή σ'ένα αεροπλάνο και να τους κουνάει μυξοκλαίγοντας το μαντήλι. Δεν είναι αριθμοί σε στατιστικές, δεν είναι χρεοπιστώσεις σε δημογραφικούς πίνακες: είναι ανθρώπινες ζωές. Η ανάγκη, θα πεις. Αυτή η καταραμένη ανάγκη πούκαμε τη μάνα-πατρίδα ν'αφήσει το παιδί της έξω από ξένη πόρτα. Μπορείς να τη δικαιολογήσεις; Μπορείς στ'αλήθεια να της το συγχωρέσεις; Ακόμα και τώρα, που βλέπεις πως συνεχίζει να το κάμει συστηματικά και κατ'εξακολούθηση; Στο είπα θαρρώ από την αρχή: πως είναι σκληρό αυτό το κομμάτι το δικό μας, που ήρθαμε να περισυλλέξουμε εδώ στο Λεβερκούζεν.



Από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, σχεδόν μισό εκατομμύριο Έλληνες πήραν τον ίδιο δρόμο της ξενιτιάς. Όχι με παρέα τον Καζαντζίδη και τα νοσταλγικά γράμματα από την Ελλάδα -ευτυχώς οι καιροί αλλάξαν, έχουμε τελοσπάντων σήμερα και το Skype. Αλλά φαίνεται πως δεν αλλάξανε εντέλει και τόσο οι καιροί. Μισό εκατομμύριο Έλληνες, αναγνώστα. Ανάμεσά τους κι εσύ που μπορεί να διαβάζεις αυτές τις αράδες.



Ειλικρινά δεν ξεύρω τί μπορώ να σου πω. Μήτε συγνώμες, μήτε παράπονα, μήτε δάκρυα πια. Τίποτα. Μήτε ελπίδες, μήτε απελπισίες, μήτε όνειρα πια. Τίποτα. Τα τρένα αναχώρησαν, οι άνθρωποι έφυγαν, οι αποβάθρες άδειασαν πια. Τίποτα. Μήτε ελαφρυντικά, μήτε μεγάλες κουβέντες, μήτε άλλα ψέμματα πια. Τίποτα.



Αντί αποχαιρετισμού, άσε με να σου πω δυο τελευταίες κουβέντες -πάρε τις και αξιολόγησέ τις, όπως μπορείς κι όπως σου επιτρέψουν οι συνθήκες, αν θέλεις πέτα-τις κιόλας, δεν θα σε παρεξηγήσω:

Αυτή η αποτυχημένη πατρίδα, είναι για όλους μας ευχή και κατάρα. Και για εσένα που έφυγες και για εμένα που έμεινα. Είναι σημαντική και πολυσήμαντη ως ταυτότητα, είναι απογοητευτική και τραγελαφική ως πραγματικότητα. Αλλά αυτή είναι. Δέξου την και προσπάθησε αν μπορέσεις να τη συγχωρέσεις για το δικό σου το καλό. Γιατί ακόμα και ως φαντασιακή ψευδαίσθηση, θα μπορέσει να ζεσταίνει από μακριά τους χειμώνες σου. Και να φωτίζει τον σκοτεινό ουρανό του Λεβερκούζεν μέσα από το νόστο σου. Άστην να κάνει τουλάχιστον αυτό για σένα.

Α και κάτι τελευταίο: να θυμάσαι που σου είπα, γεια σου μάγκα, σ'αγαπώ.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts