Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2004

Fame Story III

Είναι η ιδέα μου ή πρόκειται για ένα από τα πλέον πληκτικά realities από συστάσεως ιδιωτικής τηλεόρασης (εντάξει το Gym, το Party και το Mission είναι εκτός συναγωνισμού); Τσούρμο ατάλαντων νέων, εσώκλειστο σε σπίτι-playmobil διδάσκεται από μεγαλόσχημους καθηγητές την τέχνη του τραγουδιστή. Η Τατιάνα στο μεγαλύτερο ρόλο της ζωής της, συντονίζει τα κυριακάτικα live με τη γνωστή προσποιητή χαριτωμενιά της (μπρρρρ). Εντούτοις η ανεπάρκειά της στο να υποδαυλίζει τα μίση και τα πάθη των παικτών και των κριτών, μου δημιουργεί μία νοσηρή νοσταλγία για τον Μικρούτσικο.



Όμως ας μην μείνουμε στα άσχημα. Το Fame Story είναι ένα παιχνίδι που δίνει ευκαιρίες. Πολλές ευκαιρίες! Όχι όμως μόνο στους επονομαζόμενους «μαθητές της Ακαδημίας». Αλλά και στους κριτές και στους δασκάλους! Η πρώτη που άδραξε μία τέτοια ευκαιρία είναι η Δάφνη Μπόκοτα, που επιτέλους βρήκε ένα hobby, για να μην πλήττει τα κρύα (?) βράδια του χειμώνα και μέχρι την επόμενη Eurovision. Ουφ, δύσκολα που βγαίνει το ψωμί! Ο δεύτερος είναι ο στυλίστας Μάρκελος που με την εμφάνισή του στο show κατέκτησε για πάντα μία θέση στην ατελείωτη λίστα με τα ημι-celebrities αυτού του τόπου.



Και όσο για τους παίκτες, δεν έχω λόγια για την αβάσταχτη ελαφρότητα που τους δέρνει. Ο αυστραλός-τσολιάς Νίκος που υπήρξε η αφορμή για να ξαναθυμηθεί και ο ίδιος ο Τόλης το ξεχασμένο άσμα του «Την αλήθεια μόνο, πες την να τελειώνω!», η πολύ rock βρε παιδί μου αυστραλο-punk Ζωή, η περισπούδαστη και πολύ ποιοτική (!) Αντιγόνη, το ζεύγος της αφωνίας Δέσποινα & Μιχάλης (ουπς, συγγνώμη… Μιχαήλ, ωσάν τον Άγγελο! Όχι το Χερουβείμ, τον γλύπτη…), ο τελάλης φοιτητής της ΑΣΟΕΕ, ο κοιμούμενος μακρυμάλλης (που θέλει να είναι ο εαυτός του και επομένως, τσαντίζεται όταν τον ξυπνάνε!), η Barbie ξανθούλα-πρώην-φιλενάδα-του-Λε-Πα και όλοι οι λοιποί, συνθέτουν έναν εντελώς αδιάφορο μικρόκοσμο που δεν πολυγουστάρεις να ασχοληθείς μαζί του, αλλά το κάνεις άλλοτε από τηλεοπτικό μαζοχισμό και άλλοτε από βαρεμάρα. Πώς το λέει; «Η συνήθεια που έγινε λατρεία»! Για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας…



Νομίζω λοιπόν ότι τούτο το reality είναι χειρότερο από τα δύο προηγούμενα. Τουλάχιστον στο Fame Story I οι κόντρες μεταξύ Άσπας (Τσίνα;) και Κατερίνας Κούκα είχαν μία πρωτόλεια αυθεντικότητα, σχεδόν ικανή να σώσει –τότε- την ανύπαρκτη παρουσιάστρια-celebrity-στιχουργό από την απόλυτη βαρεμάρα. Στο πρώτο sequel με τον Μικρούτσικο, τα πράγματα αγρίεψαν και βρέθηκε η λύση του «κακορίζικου» Μουρατίδη, ο οποίος τελοσπάντων υπηρετεί την ποιότητα και δεν μπορεί να κρατήσει το στόμα του κλειστό όταν βλέπει κοριτσάκια ντυμένα ωσάν call-girls να ερμηνεύουν άσματα της τριτοτέταρτης λαϊκοπόπ διαλογής! Μα καλά! Δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να τον προϊδεάσει βρε παιδί μου, ότι η «Ακαδημία» προετοιμάζει επίδοξες διαδόχους της Πέγκυς Ζήνας και ουχί της Αγνής Μπάλτσα; Ας είναι! Λίγο το μπρίο και τα greeklish της Καλομοίρας, λίγο η αποθέωση της διαφορετικότητας (bisexual Κώστας Κούντος, αλβανο-κερκυραία Σαβίνα Λόις), λίγο το υπερατλαντικό κεράτωμα του δύστυχου συζύγου της Μάρως και λίγο το δίδυμο των καθηγητών Αύρα Ξεπαπαδάκου & Νίκος Ευταξίας, περάσαμε μία χαρωπή και εντελώς pop τηλεοπτική άνοιξη! Τουλάχιστον τότε γελάγαμε και λίγο. Φέτος χασμουριόμαστε.


Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2004

Νύφες

Η αρχική ιδέα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Γυναίκες από τη Θράκη, τη Σαμοθράκη και την Οδησσό ξεκινούν ένα μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι για να παντρευτούν άντρες που δεν έχουν γνωρίσει ποτέ, αλλά τους οποίους έχουν δει σε φωτογραφίες. Γάμος δια αλληλογραφίας και μετανάστευση. Ως εδώ πάει καλά. Στο ταξίδι, η πρωταγωνίστρια Νίκη Δούκα (Βικτόρια Χαραλαμπίδου) θα γνωρίσει έναν αμερικανό φωτογράφο και θα τον ερωτευθεί, αντιμετωπίζοντας το δίλημμα εάν θα πρέπει να ακολουθήσει την καρδιά της ή να μείνει πιστή στο ραντεβού με τη μοίρα που της προδιέγραψε το συνοικέσιο.



Οι «Νύφες» είναι η μεγαλύτερη παραγωγή στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και αυτό φαίνεται! Στα σκηνικά, τα κουστούμια, τους δεκάδες κομπάρσους. Η προσεγμένη σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη δημιουργεί εικαστικά ενδιαφέρουσες εικόνες και μας ταξιδεύει αρκετά επιτυχημένα πίσω στο χρόνο.



Αλλά δεν αντέχω να μην το πω: η ταινία είναι βαρετή, επίπεδη, κουραστική. Και ναι, φταίει το σενάριο που πέραν της αρχικής ιδέας είναι εντέλει ανύπαρκτο. Ίσως να αρκούσε για ένα συμπαθητικό διήγημα, αλλά δεν είναι ικανό για να στηρίξει πάνω του μία δομημένη κινηματογραφική παραγωγή. Και δη, τέτοιου μεγέθους. Εξηγούμαι. Το σενάριο δεν έχει κορύφωση ή τελοσπάντων αν μπορούμε να θεωρήσουμε ως κορύφωση το δράμα προς το τέλος του ταξιδιού, τότε λυπάμαι αλλά ο θεατής έχει κουραστεί πολύ να περιμένει, διότι εντωμεταξύ δεν έχει παρακολουθήσει κάποια κλιμάκωση που να τον οδηγεί σε ένα δραματουργικό αποτέλεσμα. Τουναντίον, μία επίπεδη αφήγηση. Οι δύο δραματικές σκηνές του τέλους (με τη Νίκη και τη Χαρώ) σου δημιουργούν την αίσθηση ότι απλώς γράφτηκαν για να μην μείνει κανείς με την αίσθηση της απόλυτης στασιμότητας. Γράφτηκαν εξ ανάγκης. Για να μπορείς να πεις μετά, εντάξει, άντεξα δύο ώρες επίπεδων διαλόγων και ανύπαρκτης πλοκής, αλλά.. αποζημιώθηκα τουλάχιστον και με πέντε λεπτά μιας κάποιας δραματουργικής εξέλιξης. Αμ δεν σου φτάνει αυτό για να βγεις ικανοποιημένος για τα λεφτά που έδωσες για να δεις την ταινία (και δεν αναφέρομαι μόνο στα λεφτά του εισιτηρίου, αλλά και στα χρήματα της επιχορήγησης που δώσαμε μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού).



Εκτός ίσως από τη Νίκη Δούκα, όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες δρουν και κινούνται τελείως αψυχολόγητα. Ο εντελώς σχηματικός «κακός» της υπόθεσης (ένας Γεωργιανός σωματέμπορος), δεν είναι ικανός να δημιουργήσει κανενός είδους σασπένς ή δραματουργική κορύφωση. Δεν καταλαβαίνουμε τί ακριβώς ζητάει από τους κεντρικούς ήρωες. Με ποιόν τρόπο τους απειλεί και γιατί; Εδώ ο κόσμος χάνεται (πόλεμοι, φτώχεια, κακομοιριά, αποικιοκρατία, μαζικά συνοικέσια, άθλιες συνθήκες ταξιδιού) και το μείζον πρόβλημά μας είναι η παραπλάνηση έξι ρωσίδων; Οι οποίες εξάλλου δεν βλέπω να ζητούν κανενός είδους βοήθεια από κανέναν και ξέρετε γιατί; Διότι απλώς δεν υπάρχουν στην ταινία! Αν μας τις γνώριζε ο σκηνοθέτης, αν μας έδινε την ευκαιρία να κατανοήσουμε το δράμα τους, τη διάψευση των ονείρων τους, την αυταπάτη της καλύτερης ζωής που τους είχαν τάξει, τότε μάλιστα! Θα μπορούσαμε να συμμεριστούμε την αγωνία τους… Αλλά δεν τις βλέπουμε, παρά ως βουβές κομπάρσους σε μία ταινία 2 και κάτι ωρών, που τελοσπάντων θα μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο την ιστορία τους!



Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα… Ο αμερικανός φωτογράφος (Demian Lewis) από βαριεστημένος ταξιδιώτης της πρώτης θέσης και αποτυχημένος επαγγελματίας που γυρίζει αδέκαρος στην πατρίδα του, μετατρέπεται ξαφνικά σε ένθερμο υποστηρικτή και σωτήρα των απανταχού πληγωμένων κορασίδων! Και χωρίς προφανή λόγο –όχι, μην μου πείτε ότι ο χαρακτήρας της Νίκης Δούκα έδειξε τέτοιες χάρες που τον παρέσυραν σε ένα φλογερό έρωτα και ως εξ αυτού, ξύπνησε μέσα του ο ήρωας! Δεν πείθει! Προς τι, τέτοια ευαισθησία; Όντας αμερικάνος δεν θα έπρεπε να διατυμπανίζει την ευημερία των ΗΠΑ και να ενθαρρύνει τις «νύφες» να ξεφύγουν από τη μιζέρια της πατρίδας τους; Και η σύζυγός του; Αναφέρει στην αρχή ότι είναι παντρεμένος, αλλά μετά το ξεχνάμε. Δεν μας απασχολεί ως κατάσταση. Θα μπορούσε να του δημιουργεί μία προσωπική ένταση. Αλλά δε…



Ο έρωτας του ναύτη Νικόλα με τη ρωσίδα Όλγκα μάλλον υπονοήθηκε, παρά αναπτύχθηκε στην ταινία. Η ηθοποιός που ερμήνευε τη νεαρή ρωσίδα είναι ζήτημα αν σταύρωσε μία ατάκα σε μία ταινία που –επαναλαμβάνω- διήρκησε πάνω από 2 ώρες! Έτσι όμως, δεν πλάθουμε κινηματογραφικούς χαρακτήρες, αλλά καρικατούρες για να περνάει η ώρα και να γεμίζουν τα πλάνα! Αλήθεια, ποιος μπορεί να περιγράψει ακριβώς το ρόλο της Εβελίνας Παπούλια; Τι ακριβώς έκανε στην ταινία; Η παρουσία του καπετάνιου (Δημήτρης Καταλειφός) σε τί ακριβώς εξυπηρετεί την πλοκή; Ο δε διάλογος (!) ανάμεσα στην Παπούλια και τον Καταλειφό, όταν το πλοίο φθάνει στη Νέα Υόρκη, είναι τελείως ξεκάρφωτος. Και όλο αυτό το δράμα; Τα θλιμμένα πρόσωπα; Οι μαυροφορεμένες νύφες; Μα καλά, ξεκινούν ένα ταξίδι από τη μιζέρια και τη φτώχεια της ελληνικής επαρχίας για την αφθονία της Αμερικής και δεν σκάει στο χειλάκι τους ούτε ένα χαμόγελο; Μία ελπίδα ίσως; Μία προσμονή για το μεγάλο και ελπιδοφόρο μέλλον τους; Και εντάξει, ας πούμε ότι οι κοπέλες δεν θέλουν βρε παιδί μου να πάνε, διότι δεν έχουν καμία όρεξη να δοθούν σε αγνώστους. Τότε, γιατί όταν εντέλει φθάνουν, κάνουν σαν τρελές που βλέπουν τους γαμπρούς τους; Πού πήγε το δράμα, ο κλαυθμός και οδυρμός; Και τελοσπάντων για να τελειώσω με μία (εύλογη) απορία, πού βρέθηκαν τα σύνεργα για τόσες καλλιτεχνικές φωτογραφήσεις μέσα σε ένα υπερωκεάνιο του ’20 (ως και σκοτεινό θάλαμο έχει στη διάθεσή του ο Νόρμαν); Λέω εγώ τώρα. Αααααχ, δυστυχώς δεν ξανατρώμε φέτος Πολίτικη Κουζίνα!



Γενικό Σχόλιο: Ο ελληνικός Τιτανικός έπεσε σε παγόβουνο. Μόνο για κυρίες 55 και άνω, μετά των συζύγων τους. 4/10


Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2004

Survivor II

«Γιατί φέτος… το παιχνίδι παίζεται αλλιώς!»



Και μην ρωτήσετε πώς αλλιώς. Όπως γουστάρει η παραγωγή, τραβάμε κανένα τσαμπουκά; Η συνταγή είναι απλή και απορώ που δεν καταλαβαίνετε. Στην αρχή παίρνουμε 18 παίκτες και τους χωρίζουμε σε δύο ομάδες: τα αγοράκια δεξιά, τα κοριτσάκια αριστερά. Κατόπιν τους αφήνουμε σε δύο νησάκια της μακρινής Malaysia (Truly Asia!), χωρίς φωτιά, φαγητό, εφόδια και τηλεόραση.



Μετά που το ξανασκεφτόμαστε, αποφασίζουμε ότι σιγά μην τα καταφέρουν 9 γυναίκες μόνες σε ένα νησί (θα αλληλο-φαγωθούν), οπότε τους πετάμε από ελικόπτερο έναν μπάρμαν για να γίνει ο αρχηγός τους. Την ίδια στιγμή, πετάμε (πάντα από ελικόπτερο για να δούμε πώς θα σκάσει κάτω!) μία ρουμάνα στριπτιζέζ με attitude, στην ομάδα των αντρών.



Μετά τους βάζουμε και αλληλοσφάζονται. Μπερδεύουμε τις ομάδες, ανταλλάζουμε τους αρχηγούς, επινοούμε άσχετους κανόνες, χαρίζουμε ασυλίες, δίνουμε όποτε μας αρέσει δεύτερη ευκαιρία, διατηρούμε καβάντζα παίκτη σε τρίτο νησί δύο στενά πιο κάτω, καταργούμε άμα γουστάρουμε και την ψηφοφορία! Και γιατί όλα αυτά;



Γιατί ω ναι, φέτος…το παιχνίδι παίζεται αλλιώς!



Tip: Το επάγγελμα «χειριστής μετροπόντικα» ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο trendy.


Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2004

Shrek II

Το πρασινοτόμαρο τέρας Shrek και η σύζυγός του, πριγκίπισσα Fiona (που αν θυμάστε από την πρώτη ταινία, έχει αποκτήσει εξίσου λαδί χρώμα με τον καλό της!) επισκέπτονται τα πεθερικά, στο Βασίλειο του Far, Far Away. Όμως ο έρωτάς τους δοκιμάζεται από μία πλεκτάνη που στήνεται εις βάρος του Shrek και σκοπό έχει να επαναφέρει την πριγκίπισσα στον παλιό-καλό-political-correct εαυτό της. Η ταινία βρίθει αναφορών σε μύθους, παραμύθια, ταινίες (όπως το Lord of the Rings και το Mission: Impossible), ανθρώπους και καταστάσεις της επικαιρότητας. Ειδικά στο δεύτερο μέρος, η πλοκή εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και νιώθεις βομβαρδισμένος από κωμικούς διάλογους και πανέξυπνα gangs.



Ξεκαρδιστικός για μία ακόμη φορά ο γαϊδαράκος (Eddie Murphy) με την εκνευριστική του συμπεριφορά και τις απίθανες ατάκες του. Τους βασικούς ήρωες πλαισιώνουν θεότρελοι δευτερεύοντες χαρακτήρες (όπως ο Πινόκιο, ο κακός Λύκος και τα τρία γουρουνάκια), ενώ δεν μπορώ παρά να επαινέσω την πολύ έξυπνη επιλογή της μουσικής (μα καλά, το “Freak Out, Le Freak, C’est chic!” ποιος απίστευτος σεναριογράφος το σκέφτηκε;). Ωστόσο, την παράσταση κλέβει εντέλει ένα άλλο τετράποδο: ο Σπιρουνάτος Γάτος (Antonio Banderas) που συνδυάζει ένα δολοφονικά αθώο βλέμμα, με λάτιν ταπεραμέντο και γατίσια γοητεία. Με διαφορά ο καλύτερος ρόλος του Banderas (!) στην αλλοπρόσαλλη καριέρα του (έστω και ως φωνή cartoon). Νιάου!



Παραθέτω μικρό δείγμα των σπαρταριστών διαλόγων…

(ο Shrek, o Donkey και ο Puss-in-Boots βρίσκονται φυλακισμένοι σε έναν πύργο και ο Πινόκιο προσπαθεί να τους απελευθερώσει, κρεμασμένος με σκοινιά από την οροφή. Όμως για να τους φθάσει, πρέπει να τεντώσει…τη μύτη του!)



Shrek : Quick tell a lie!

Pinocchio : What should I say?

Donkey : Say something crazy... like you're wearing ladies underwear.

Pinocchio : Um, ok. I'm wearing ladies underwear.

Pinocchio : [silence]

Shrek : Are you?

Pinocchio : I most certainly am not.

Pinocchio : [nose extends]

Donkey : It looks like you most certainly are.

Pinocchio : I am not.

Pinocchio : [nose extends]

Puss-in-Boots : What kind? What kind?

Gingerbread Man : IT'S A THONG!




Ραντεβού στο επόμενο προγραμματισμένο sequel του Shrek, το καλοκαίρι του 2006.



Γενικό Σχόλιο: Ενήλικο χιούμορ σε σπαρταριστή συσκευασία cartoon! 8/10


Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2004

Κωμικές Σειρές

Προσπάθησα να παρακολουθήσω κάποιες από τις νέες κωμικές σειρές της τηλεόρασης και το αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον απογοητευτικό. Τα σενάρια είναι απολύτως τετριμμένα (αν όχι ανύπαρκτα) και οι περισσότεροι ηθοποιοί διεκπεραιώνουν τους ρόλους τους χωρίς καμία διάθεση πρωτοτυπίας (εξαίρεση η Δήμητρα Ματσούκα στο «Όλα στην Ταράτσα» και η Ρίκα Διαλυνά στο «Η ώρα η καλή»).



Οι περισσότερες από τις σειρές αυτές έχουν (ευτυχώς) ήδη απορριφθεί από το τηλεοπτικό κοινό, το ένστικτο του οποίου υποτίθεται πως είναι αλάνθαστο. Και λέω «υποτίθεται», διότι πάντοτε απορούσα με την ανεξήγητη (για μένα τουλάχιστον) επιτυχία σειρών όπως το ανεκδιήγητο «Εμείς κι εμείς», το κουραστικό «Δέκα Λεπτά Κήρυγμα», τα αλήστου μνήμης πονήματα «Χάι Ροκ» (Φιλιππίδης & Χαλκιάς) και «Λάβ Σόρυ» (ναι, εκείνο με τον υδραυλικό!) και τελευταία, το εντελώς αδιάφορο και υπερτιμημένο «Καφέ της χαράς». Βεβαίως το χιούμορ είναι κάτι τελείως υποκειμενικό, αλλά διερωτώμαι: πόσες από αυτές τις σειρές μπορούν να σταθούν τηλεοπτικά πέντε ή δέκα χρόνια μετά την πρώτη προβολή τους;



Ναι, η διαχρονικότητα μπορεί να αποτελέσει κριτήριο αξιολόγησης, ακόμη και στην περίπτωση των κωμικών σειρών. Βάσει αυτού του κριτηρίου λοιπόν, προσπάθησα να συντάξω μία λίστα με τις καλύτερες και πιο διαχρονικές κωμικές ελληνικές σειρές. Κατά την προσωπική μου λοιπόν άποψη, η λίστα έχει ως εξής:



1. Ντόλτσε Βίτα (Απολαυστική κωμωδία καταστάσεων, με το υπέροχο δίδυμο Παναγιωτοπούλου-Μπαλανίκα και την εκπληκτική Μαρία Καβογιάννη, η οποία είναι για μένα μακράν η καλύτερη κωμικός της γενιάς της. Η γιαγιά-Μαρία Φωκά και ο γαμπρός-Χριστόφορος Παπακαλιάτης είναι ξεκαρδιστικοί!)



2. Οι τρεις χάριτες (Απλώς εναπαπροσδιόρισαν την έννοια της τηλεοπτικής κωμωδίας, εισάγοντάς μας στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης. Αξέχαστη η «Μπεμπέκα»…)



3. Τα Εγκλήματα (Ευφυέστατο σενάριο ανατροπών, με πρωτότυπες καταστάσεις και ιδανικό καστ. Η Καβογιάννη ως ελαφρών ηθών «Κορίνα» και ο παππούς-Αθηνόδωρος Προύσαλης δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας!)



4. Το δις εξαμαρτείν (Οι Ρέππας & Παπαθανασίου μετά τις Τρεις Χάριτες, δημιουργούν ένα πιο δομημένο σενάριο, με την Ντίνα Κώνστα να κλέβει την παράσταση ως αλμοδοβαρική «Γιολάντα».)



5. Απαράδεκτοι (Αναρχικό χιούμορ και νεορεαλισμός σε πολυκατοικία του Λυκαβηττού. Αποκάλυψη ο Μπέζος, τσαχπινιά από την Παπαδοπούλου, σουρεάλ δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως το Αστροπελέκι-Ρένια Λουιζίδου, ο Καπετάνιος ως αστυνομικός και ο Χαλακατεβάκης στο ρόλο του διαχειριστή!)



6. Είσαι το ταίρι μου (Προσεγμένη σκηνοθεσία και έξυπνο σενάριο, γραμμένο πάνω στη Βίκυ Σταυροπούλου! Προς το τέλος, έχανε τη δυναμική του.)



7. Σ’αγαπώ, μ’αγαπάς (Η Δήμητρα Παπαδοπούλου ξαναχτυπά και παρέα με το Θοδωρή Αθερίδη, δημιουργούν ένα ξεκαρδιστικό αλλά ταυτόχρονα, απολύτως οικείο τηλεοπτικό ζευγάρι. «Θοδωρή, εγώ πότε θα γίνω μάνα;»)



8. Οι μεν και οι δεν (Παρότι θεωρώ πως ο Χάρης Ρώμας είναι πολύ σχηματικός υποκριτικά, αναγνωρίζω ότι το σενάριο είχε αρκετές καλές στιγμές. «Γείτονες, αφήστε τα μίση και βρείτε το Διονύση!»)



9. Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή; (Παρότι ανολοκλήρωτο, έκανε αίσθηση για το βιτριολικό χιούμορ του. Η Ελένη Καστάνη ως θεούσα υπάλληλος διοδίων είναι το καλύτερό μου!)



10. Το Ρετιρέ (Ο Δαλιανίδης επαναλαμβάνει για μία ακόμη φορά το χιλιοειπωμένο σενάριό του, αλλά μας αρέσει έτσι κι αλλιώς γιατί έχει γίνει πλέον cult!)



Δυστυχώς, προβλέπω πως η φετινή χρονιά δεν θα μας χαρίσει ανάλογες στιγμές γέλιου. Κρίμα γιατί πραγματικά το χρειαζόμαστε…


Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2004

Ελληνική μειονότητα

Τις τελευταίες μέρες, ο Κωστής Στεφανόπουλος πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στα Τίρανα, την οποία συνδύασε με περιοδεία στα μειονοτικά χωρία της Νότιας Αλβανίας. Εκεί, η ελληνική αποστολή έγινε δεκτή μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού από τον συγκεντρωμένο κόσμο που κρατώντας ελληνικές σημαίες επευφημούσε τον Πρόεδρο και τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο. Μιλώντας προς τους έλληνες της μειονότητας, ο Πρόεδρος δήλωσε:



“Η Ελλάδα δεν έχει καμία εδαφική απαίτηση από κανέναν. Αυτό το συμφωνήσαμε στο Ελσίνκι το 1996. Όμως είσαστε αδέλφια μας και δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας.»



Μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Ελλάδα απώλεσε (λόγω ατυχών χειρισμών και κακής ιστορικής συγκυρίας) τη δυνατότητα να προσαρτήσει τη Βόρεια Ήπειρο. Ένα ακόμη κομμάτι του ελληνισμού έμεινε οριστικά εκτός συνόρων, καταδικασμένο σε μαρασμό και παντελώς ξεχασμένο από το ελληνικό κράτος και τους φορείς του (εκτός ίσως από την ελληνική Ομοσπονδία Άρσης Βαρών).



Ο Πρόεδρος έχει δίκιο όταν λέει ότι σήμερα δεν πρέπει κανείς να θέτει εδαφικές διεκδικήσεις ή να ανασύρει συγκρουσιακές μνήμες (όπως για παράδειγμα, τα περί Τσαμουριάς) που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εκτροπές από τη διεθνή νομιμότητα. Εντούτοις, η Ελλάδα οφείλει επιτέλους να αρθρώσει μία πιο αποφασιστική πολιτική σε σχέση με την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, απαιτώντας και επιτυγχάνοντας τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της.



Με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο που υποστηρίζω την αναγνώριση δικαιωμάτων στους αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα, απαιτώ από την ελληνική κυβέρνηση να προασπίσει τα δικαιώματα (και τα συμφέροντα) της ελληνικής μειονότητας στη Βόρεια Ήπειρο. Και όχι με αφηρημένα ευχολόγια, αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές ενέργειες. Ο εξαίρετος κ. Στεφανόπουλος έπραξε –για μία ακόμη φορά- υποδειγματικά το καθήκον του, προβάλλοντας με αξιοπρέπεια και σύνεση τα εθνικά συμφέροντα. Πέραν όμως αυτού, η επί της ουσίας ανύπαρκτη (ή έστω ανεπαρκής) βαλκανική μας πολιτική φοβούμαι ότι εντέλει θα μας οδηγήσει και πάλι σε χαμένες ευκαιρίες και νέες ιστορικές αστοχίες.


Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2004

Maurits Cornelis Escher

Πριν από μερικούς μήνες εγκαινιάστηκε ένας νέος εντυπωσιακός χώρος τέχνης στο Θησείο. Σε ένα υπέροχο νεοκλασικό που βρίσκεται ανάμεσα στα καφέ της οδού Ηρακλειδών, στεγάζεται πλέον το Μουσείο "Herakleidon, Experience in Visual Arts".

Ο εκθεσιακός χώρος απλώνεται σε διάφορα επίπεδα με κεντρικό άξονα αναφοράς την υπέροχη εσωτερική αυλή. Οι σκάλες και οι μικροί διάδρομοι που ενώνουν τις αίθουσες δημιουργούν την αίσθηση μίας κοχλιοειδούς περιπλάνησης που καταλήγει στο καλαίσθητο πωλητήριο του Μουσείου. Ο εξαιρετικός φωτισμός (με οπτικές ίνες), τα σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα και η λειτουργική διαρρύθμιση του χώρου ανταποκρίνονται στις πιο υψηλές μουσειακές απαιτήσεις, γεγονός που τελοσπάντων εντυπωσιάζει –κυρίως αν επισκέπτεσαι το Μουσείο ανυποψίαστος, όπως εγώ.



Η πρώτη έκθεση είναι αφιερωμένη στο σπουδαίο Ολλανδό καλλιτέχνη
Maurits Cornelis Escher (1898-1972). Ο Escher θεωρείται μία από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες στο χώρο της σύγχρονης Τέχνης, καθώς κατάφερε να συνδυάσει τα μαθηματικά με την εικαστική έκφραση. Η οπτική ψευδαίσθηση, η έξυπνη αναίρεση των κανόνων της προοπτικής και η μίξη των διαστάσεων λειτουργούν ανατρεπτικά και παγιδεύουν το θεατή μέσα στις ίδιες του τις βεβαιότητες. Τα έργα του Escher εμπαίζουν τις ορθολογικές μας παραδοχές και μας δείχνουν μία εναλλακτική οδό θέασης του κόσμου μέσα από σουρεαλιστικές διαδρομές.



Η έκθεση περιλαμβάνει πλήθος έργων (ξυλογραφίες, χαλκογραφίες και λιθογραφίες) που εκτίθενται σε θεματικές ενότητες. Συζητώντας όμως με την φιλικότατη κοπέλα στο πωλητήριο, έμαθα ότι το Μουσείο έχει εξασφαλίσει ακόμη μεγαλύτερο αριθμό έργων, τα οποία και προτίθεται να εναλλάσσει περιοδικά καθ’όλη τη διάρκεια της έκθεσης (ως το καλοκαίρι του 2005).



Η επίσκεψη στο Herakleidon προτείνεται ανεπιφύλακτα ακόμη και για τους ελάχιστα μυημένους στην τέχνη. Η έκθεση του Escher προσωπικά θα μου μείνει αλησμόνητη, ενώ ήδη αδημονώ για τις επόμενες κινήσεις του Μουσείου. Θερμά συγχαρητήρια στους ιδιοκτήτες



Tip: Το απόλυτο must είναι να επισκεφθεί κανείς το μπάνιο για να πλυθεί στους εξαιρετικής αισθητικής νιπτήρες. Η αποθέωση του design.


Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2004

Αμερικανικές Εκλογές

«Ήταν θαυμάσιο που ανακάλυψαν την Αμερική, αλλά θα ήταν πολύ καλύτερα αν την έχαναν.»

Mark Twain



Καθώς πλησιάζουν οι αμερικανικές εκλογές, η πόλωση ανάμεσα σε George Bush και John Kerry αυξάνεται, γεγονός που καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις. Οι τελευταίες αποκαλύψεις περί μη ύπαρξης όπλων στο Ιράκ δεν φαίνεται να απασχόλησαν ιδιαίτερα τους οπαδούς του Bush, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων: (α) εκείνοι που παρασυρμένοι από τις αντιτρομοκρατικές κορώνες του Προέδρου, συνεχίζουν να αισθάνονται απειλούμενοι και άρα υποστηρίζουν την κατάληψη του Ιράκ, και (β) εκείνοι που ενημερώνονται επαρκώς και παρακολουθούν τις εξελίξεις, έχουν χειραφετηθεί με την ιδέα ότι η τρομοκρατία είναι πρόφαση και ότι ο πόλεμος γίνεται για το πετρέλαιο, αλλά εντούτοις νιώθουν ότι η επιχείρηση στο Ιράκ είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ, σε μία χρονική στιγμή μάλιστα που οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου καλπάζουν.



Από την άλλη, στο στρατόπεδο των δημοκρατικών έχουμε (α) τους φανατικούς ιδεολόγους αριστερής κλίσης (αυτούς που κατεβαίνουν στους δρόμους για το περιβάλλον, την παγκοσμιοποίηση και την ειρήνη), (β) τις μειονοτικές ομάδες και κυρίως, τους έγχρωμους πολίτες, (γ) τους ευαισθητοποιημένους πολίτες που θα ήθελαν μία καλύτερη Αμερική με κοινωνικό πρόσωπο και τέλος, (δ) τους αγανακτισμένους από την πολεμική περιπέτεια στην οποία έχει εμπλέξει ο Bush τη χώρα. Στους τελευταίους συγκαταλέγονται πλέον και οι συγγενείς των πολλών εκατοντάδων νεκρών στο Ιράκ.



Όμως και ενώ στην Ευρώπη, άπαντες σχεδόν τάσσονται υπέρ του Kerry (σε σημείο μάλιστα που στις ΗΠΑ διαδίδεται η φήμη ότι η προεκλογική του εκστρατεία στηρίζεται από ευρωπαϊκά κεφάλαια και άρα η εκλογή του θα είναι υποθηκευμένη σε αλλότρια συμφέροντα!), δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο. Οι νωπές μνήμες από την 11η Σεπτεμβρίου και η συναισθηματική φόρτιση που δημιουργεί η ύπαρξη στρατιωτών στο Ιράκ, μπορεί να βαρύνουν την ψήφο υπέρ του Bush, ο οποίος υπόσχεται συνέχιση της εκστρατείας κατά της διεθνούς τρομοκρατίας αλλά και ενγένει πιο επιθετική προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρεπουμπλικανικής στρατηγικής είναι η όψιμη μεθόδευση για άνοδο των τιμών του πετρελαίου, η οποία αποσκοπεί στο να πλήξει οικονομικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα και την Ιαπωνία.



Το δίλημμα λοιπόν στο οποίο καλείται να απαντήσει ο αμερικανός ψηφοφόρος είναι το εξής: Θέλουμε μία ισχυρή Αμερική, έστω κι αν αυτό στοιχίσει την απώλεια της διεθνούς συμπάθειας ή θέλουμε μία διαλλακτική Αμερική που θα προσπαθήσει να διατηρήσει την ηγεμονική της θέση με τη συναίνεση των συμμάχων της; Θέλουμε μία Αμερική που θα αποθεώνει το αμερικανικό όνειρο και θα προσφέρει δυνατότητες επιχειρηματικής ανάπτυξης (μην ξεχνάμε ότι η ανάπτυξη παρέμεινε υψηλά κατά τη διακυβέρνηση Bush) ή μία Αμερική με κοινωνικό πρόσωπο και μεγαλύτερη στήριξη των μειονοτήτων της; Η απάντηση μπορεί να φαίνεται προφανής για εμας, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο για το μέσο αμερικανό ψηφοφόρο. Οι ΗΠΑ στηρίζουν εδώ και χρόνια την ανάπτυξη και την κοινωνική τους ευδαιμονία στην ηγεμονική τους επικυριαρχία επί του υπόλοιπου κόσμου. Αν ήσασταν αμερικανός ψηφοφόρος, θα θέλατε να διακινδυνεύσετε μία ανατροπή;


Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2004

How to get rich.

O μεγιστάνας Donald Trump στο τελευταίο του βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «How to get rich» (εκδόσεις Random House, 2004), παρέχει το δικό του συνταγολόγιο για όσους επιθυμούν άμεση κοινωνική ανέλιξη και οικονομική επιτυχία. Οι συμβουλές του προς τους επίδοξους μιμητές του, συνοψίζονται ως εξής:

1. Δώστε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ντύσιμο. Τα ρούχα που φοράμε και η εν γένει εξωτερική εμφάνιση αποτελούν τη βιτρίνα μας.

2. Προσφέρετε μικρές πληροφορίες ή διατυπώστε μία προκλητική άποψη για να προβοκάρετε τους συνομιλητές σας και να βολιδοσκοπήσετε τις αντιδράσεις τους.

3. Γίνετε ο οικονομικός σύμβουλος του εαυτού σας.

4. Κάποιες φορές χρειάζεται να γίνετε επιθετικοί για να επιβληθείτε. Θυμηθείτε ότι ακόμα και ο καλύτερός σας φίλος μπορεί να εποφθαλμιά τη σύντροφο και τα λεφτά σας.

5. Εμπιστευθείτε το προσωπικό σας ένστικτο. Συχνά μας δίδονται μικρά σήματα που μπορούν να μας οδηγήσουν σε (ή να μας αποτρέψουν από) επωφελείς συμφωνίες και συγκεκριμένα πρόσωπα. Μην τα αγνοείτε!

6. Να είστε αισιόδοξοι, αλλά πάντοτε έτοιμοι να αντιμετωπίσετε το χειρότερο πιθανό σενάριο. Να έχετε θετική προαίρεση αλλά με μπόλικο ρεαλισμό.

7. Δίνετε προσοχή στις λεπτομέρειες. Πρέπει να γνωρίζετε όσο περισσότερα πράγματα μπορείτε για αυτό με το οποίο ασχολείστε, εάν θέλετε να ελαχιστοποιήσετε τις πιθανότητες αποτυχίας.

Bio: Ο Donald Trump ξεκίνησε από την αγορά ακινήτων (με πλέον σημαντικές κινήσεις την ανέγερση των περίφημων Trump Towers και την αγοραπωλησία του Plaza Hotel στη Νέα Υόρκη), συνέχισε με την αγορά αεροπορικών εταιριών και πολλών casino, ενώ σήμερα διατηρεί ένα εξαιρετικά διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε πολλούς κλάδους. Η πρώην σύζυγός του Ivana αποδείχθηκε η καλύτερή του μαθήτρια στον «εύκολο πλουτισμό», καθώς κατάφερε με το διαζύγιό της να του αποσπάσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Και σαν να μην έφθανε αυτό, η τεράστια αυτοκρατορία του έφθασε να κινδυνεύσει στις αρχές του 2000 με χρεοκοπία! Ωστόσο ο δαιμόνιος Trump κατάφερε να ανατρέψει τα δεδομένα και με μία σειρά ευφυέστατων επιχειρηματικών κινήσεων επέτυχε την επάνοδό του στην προσφιλή του λίστα Forbes με τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Trump είναι ο μοναδικός άνθρωπος με το δικό του emoticon. :$)

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2004

The Village

Όταν τελείωσε η προβολή του «Village» («Σκοτεινό Χωριό») στο κατάμεστο Αττικόν, ήταν εμφανές από τα πρόσωπα των θεατών ότι η ταινία διέψευσε τις προσδοκίες τους. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι –ανάμεσα στους οποίους κι εγώ- περιμέναμε ένα μεταφυσικό θρίλερ με αγωνία και καταιγιστική δράση. Όμως ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Shyamalan μας επιφύλασσε κάτι πολύ διαφορετικό: μία λυρική ταινία που βρίθει φιλοσοφικών σχημάτων, φιλοτεχνημένη με μαεστρία και ποιητική διάθεση.



Η υπόθεση κεντρίζει από την πρώτη στιγμή το ενδιαφέρον: οι φιλειρηνικοί κάτοικοι ενός χωριού ζουν με τον εφιάλτη των «ακατανόμαστων» πλασμάτων που παραμονεύουν στο δάσος. Εγκλωβισμένοι στον ονειρικό μικρόκοσμο του χωριού τους, οι άνθρωποι δείχνουν να έχουν κατακτήσει την ευδαιμονία, μακριά από τις εντάσεις και τους κινδύνους της ζωής στην πόλη. Η τυφλή Ήβη (Bryce Dallas Howard) και ο ανήσυχος Λούσιους (Joaquin Phoenix) θα ζήσουν ένα μυθιστορηματικό ρομάντζο, που όμως θα σκιαστεί από ένα στυγερό έγκλημα. Οι εύθραυστες ισορροπίες ανατρέπονται, καθώς η ανάγκη διάβασης του δάσους (με οδηγό την αγάπη και τον ανθρωπισμό) θα υπερνικήσει το φόβο.



Σε πρώτο επίπεδο, η ταινία μπορεί να ιδωθεί ως ένα απλό, αλλά γοητευτικό παραμύθι. Το δάσος ως συμβολικό αρχέτυπο, κρύβει μέσα του μυστικά και παγίδες. Τα αδιάβατα τερατώδη δέντρα ορίζουν το σύνορο ανάμεσα στην οικεία πραγματικότητα και στο μυστηριώδες άγνωστο. Ο σκοταδισμός και η προκατάληψη αρχίζουν εκεί που σταματάει ο ορθολογισμός. Οι άνθρωποι κρύβουν την πραγματική τους ταυτότητα σε κλειδωμένα κουτιά και ενδύονται το ρόλο ηθικολόγων και ενάρετων πολιτών για να εξευμενίσουν τα ενοχικά τους σύνδρομα. Η κοινωνία της «ηθικής τάξης» πετάει τα αποφάγια και κρύβει τα μυστικά της στις σκιές που απλώνονται πέρα από το φαίνεσθαι. Απαξιώνει αλλά ταυτόχρονα φοβάται την παραδοχή των ενστίκτων της, με αποτέλεσμα να αυτοπαγιδεύεται στο κλουβί της ηθικής μεγαλομανίας της.



Σε δεύτερο επίπεδο, η ταινία αποτελεί ένα καυστικό κοινωνικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο. Οι απαραίτητοι «βάρβαροι» καλούνται και πάλι να επιτελέσουν το καθήκον τους ως σημείο αναφοράς και ως «απειλή». Η επίκληση του κινδύνου δημιουργεί συνθήκες εξάρτησης από την εξουσία και χαλυβδώνει την κοινωνία με ένα αίσθημα χαλκευμένης ενότητας (βλ. την πρόσφατη σταυροφορία κατά της τρομοκρατίας). Όπως εύστοχα φαίνεται στην ταινία, η εξουσία επιφυλάσσει για τον εαυτό της την αλήθεια και κρατάει στην άγνοια τους υπηκόους της, τρομοκρατώντας τους και αναχαιτίζοντας κάθε προσπάθεια αναζήτησης, που θα μπορούσε να απειλήσει το εύθραυστο οικοδόμημα.



Γενικό Σχόλιο: Το Village είναι ένα μεθυστικό ταξίδι, με μία άκρως σαγηνευτική ιστορία που θα μπορούσε και να διδάσκεται στο μάθημα της κοινωνικής φιλοσοφίας. 8/10

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2004

Διαπλοκή

Έχει ανάψει και πάλι η συζήτηση περί διαπλοκής, με βαρύγδουπες δηλώσεις και υποσχέσεις για την πάταξη της νοσηρής αυτής αλληλεξάρτησης που ταλανίζει τον τόπο! Δυστυχώς όλα αυτά τα ακούω βερεσέ, διότι:



(1ον) Η «διαπλοκή» είναι μία αδήριτη πραγματικότητα σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές, ανεξαρτήτως των μορφών και εντάσεων που λαμβάνει στην εκάστοτε περίπτωση. Μόνο σε ιδεατά συστήματα (όπως στην πλατωνική Πολιτεία), οι έχοντες πολιτική εξουσία δεν εξαρτώνται ή επηρεάζονται από τα οικονομικά συμφέροντα. Παντού στον κόσμο, οι μεγαλο-επιχειρηματίες συνάπτουν συμφωνίες «κάτω από το τραπέζι» με πολιτικούς προς εξυπηρέτηση αμοιβαίων συμφερόντων. Οι αμερικάνοι το λένε lobbying και τα έχουν αναγάγει σε επιστήμη. Εμείς εδώ κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και έχουμε εφεύρει τον (πραγματικά ευφάνταστο) όρο «διαπλοκή», αποδίδοντας βολικά την ευθύνη για το οποιοδήποτε πρόβλημα σε μία ανόητη και αφελή γενίκευση. Απλά μαθήματα πολιτικού ρεαλισμού.



(2ον) Οι πολιτικοί που καταγγέλλουν τη διαπλοκή παρουσιάζονται ως έντιμοι και αδέκαστοι εθνοσωτήρες, επιθυμώντας συνήθως να ενδυναμώσουν το φιλολαϊκό προφίλ τους και δίχως να έχουν ποτέ την πραγματική πρόθεση να προβούν σε τομές. Άλλωστε –ας μην γελιόμαστε- εάν και εφόσον προχωρούσαν σε τέτοιες τομές και έπλητταν τα επιχειρηματικά συμφέροντα, τότε εκείνα είτε θα αντιδρούσαν κατά του πολιτικού διώκτη τους (και έχουν τον τρόπο να το κάνουν), είτε θα χρεοκοπούσαν (εφόσον όλη τους η δραστηριότητα υποτίθεται ότι βασίζεται σε αυτή καθαυτή τη διαπλοκή), είτε θα αποσύρονταν από τη χώρα προς εύρεση άλλων πιο προσοδοφόρων αγορών. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα θα ήταν καταστροφικό για την οικονομία της χώρας, με ανυπολόγιστες κοινωνικές συνέπειες (κλείσιμο επιχειρήσεων, απώλεια θέσεων εργασίας κ.λπ.).



Δεν λέω βεβαίως ότι θα πρέπει να αφεθεί η χώρα στη έλεος του επιχειρηματικού καιροσκοπισμού, ούτε βεβαίως υποβαθμίζω τη σημασία της πολιτικής (και ηθικής) ευθύνης της εκάστοτε εξουσίας. Απλώς αντιλαμβάνομαι ότι η αλληλεξάρτηση πολιτικών και επιχειρηματικών κύκλων (με τα media να καταλαμβάνουν δεσπόζουσα θέση στον κοινό τόπο των δύο αυτών) αποτελεί συστημικό χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης οικονομίας και επομένως θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2004

Κακή Εκπαίδευση ΙΙ

Πήγαινα σε ένα από τα πλέον κακόφημα σχολεία της Αθήνας, ένα παγερό συγκρότημα γκρίζων κτηρίων που οι φήμες λένε πως αρχικά προοριζόταν για φυλακές. Λίγο πριν τελειώσει η κατασκευή του συγκροτήματος, οι διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής ανάγκασαν τους ιθύνοντες να επανεξετάσουν τη χρήση του και να το μετατρέψουν σε σχολείο. Εντούτοις κανείς δεν νοιάστηκε για την καταλληλότητα του χώρου και γενεές παιδιών πλήρωσαν το αντίτιμο της κρατικής αναλγησίας. Οι παιδικές μου μνήμες είναι γεμάτες με τσιμέντο, κάγκελα, γκράφιτι στους τοίχους και ένα ασφυκτικό αίσθημα εγκλεισμού. Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ ότι ως έφηβος έχω εκτίσει μία εξαετή κάθειρξη, για ένα έγκλημα που έκαναν άλλοι.



Ωστόσο πέραν της αισθητικής, ένα σχολείο είναι πρωτίστως κοινωνικός χώρος, με πρωταγωνιστές τους καθηγητές. Δυστυχώς, οι περισσότεροι εξ αυτών κραύγαζαν με κάθε τους κίνηση και λέξη, τη δημοσιοϋπαλληλική αδιαφορία τους. Βαριεστημένοι, κακοδιάθετοι, χαμένοι στις σκέψεις τους, έμπαιναν στις αίθουσες και διεκπεραίωναν πειθαναγκαστικά τον πληκτικό τους ρόλο. Βεβαίως υπήρχαν και κάποιοι φωτισμένοι άνθρωποι, που κατέθεταν την ψυχή τους σε αυτό που έκαναν, με αίσθημα ευθύνης και ευσυνειδησίας. Ήταν όμως σπάνιες περιπτώσεις.



Αλλά υπήρχαν και κάποιοι άλλοι. Θυμάμαι. Εκείνον τον ιερωμένο που έμοιαζε με ζωντανό εφιάλτη. Κάθε φορά που έμπαινε στην αίθουσα, μία παγερή σιωπή απλωνόταν, λες και σταματούσε ο χρόνος. Λες και παύαμε να είμαστε παιδιά. Τα μαύρα του ράσα στοίχειωναν την καθημερινότητά μας. Θυμάμαι. Την πρώτη μέρα μας έβαλε να γράψουμε κάποιες ευαγγελικές αρχές στα τετράδιά μας. Σηκώθηκε από την έδρα κρατώντας ένα κόκκινο στυλό. Κοίταξε το πρώτο τετράδιο και άρχισε να ουρλιάζει θυμωμένος. Δεν του άρεσαν τα γράμματα, δεν του άρεσε να χρησιμοποιούμε μαύρο στυλό. Άρχισε να σκίζει το ένα μετά το άλλο, τα τετράδιά μας. Θυμάμαι ότι είχα τρομοκρατηθεί από το μένος με το οποίο μας αντιμετώπισε. Κανείς μας δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνον τον ιερωμένο. Τον θυμάμαι να βρίζει, να βήχει, να φωνάζει, να φτύνει, να τραυματίζει τις ψυχές μας. Για χρόνια, διαβάζαμε με μεγαλύτερη προσοχή τις ανοησίες της (παρωχημένης και ανούσιας) θρησκευτικής κατήχησης, παρά τα υπόλοιπα μαθήματά μας. Ευτυχώς, η συνταξιοδότησή του σήμανε το τέλος της μαρτυρικής μας σχολικής περιπέτειας.



Σήμερα, αποφεύγω ακόμη και να περνάω έξω από τις τσιμεντένιες φυλακές της παιδικής μου αθωότητας. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μπορώ να ξεχάσω.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2004

Κακή Εκπαίδευση Ι

Σέβομαι τους ανθρώπους που μπορούν να εξελίσσονται και που αναβλύζει από μέσα τους η έμπνευση και η δημιουργικότητα. Υπό αυτή την έννοια, ο Pedro Almodovar έχει κερδίσει εδώ και χρόνια το σεβασμό μου. Οι πρώτες σκηνοθετικές του απόπειρες ξεχείλιζαν από σχηματική φαιδρότητα, γκροτέσκους χαρακτήρες και μία εύγλωττη υστερία. Η κραυγαλέα κιτς αισθητική συμπλήρωνε τα σεναριακά κενά και προσέφερε το απαραίτητο άλλοθι για τις –όχι και τόσο αθώες- φάρσες που σκάρωνε ο σκηνοθέτης. Ωστόσο και παρά την τεράστια επιτυχία του, ο Almodovar έβαλε τον πήχη υψηλότερα: το Carne Tremula σηματοδότησε τη συνειδητή του στροφή προς μία ιδιότυπη δραματουργία εξάρσεων και παθιασμένων σχέσεων. Ακολούθησαν το -για μένα αριστουργηματικό- Hable con ella («Μίλα της») και βεβαίως, η μεγαλύτερη επιτυχία της ως τώρα καριέρας του, το Todo sombre mi madre («Όλα για τη μητέρα μου»).



Η νέα του ταινία, La mala educacion αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί καταπιάνεται με το ευαίσθητο θέμα της παιδεραστίας στους κόλπους της Εκκλησίας, αλλά και γιατί –σύμφωνα με τον ίδιο τον Almodovar- είναι αυτοβιογραφική. Ο ερωτισμός ως πάθος κυριαρχεί σε ολόκληρη την ταινία. Άλλοτε υπό τη μορφή νοσηρότητας, άλλοτε ως σαρκική εξάρτηση και άλλοτε ως συναισθηματική ανάγκη. Η ιστορία περιπλέκεται σε πολλά επίπεδα (πραγματικό, φαντασιακό) και σε διαφορετικούς χρόνους (παιδικά χρόνια, πρόσφατο παρελθόν, παρόν). Ο Almodovar προσπάθησε να κεντήσει ένα σύνθετο ερωτικό δράμα και τα κατάφερε αρκετά καλά στη σταυροβελονιά. Όμως, το τελικό αποτέλεσμα δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου.



Οι κριτικές για την ταινία υπήρξαν σχεδόν διθυραμβικές. Οι περισσότεροι έκαναν λόγο για ένα μικρό αριστούργημα, που δείχνει αφενός την ωριμότητα και αφετέρου τη σκηνοθετική ευφυΐα του grand master Pedro. Χωρίς να θέλω επ’ουδενί να αμφισβητήσω τίποτα από τα δύο, θεωρώ ότι η ταινία είναι υπερτιμημένη. Η συνεχής αλλαγή ρόλων (από θύτης σε θύμα και από θύμα σε θύτης) δεν επιτρέπει στους ήρωες να αναπτύξουν τις ενοχικές τους ταυτότητες και υπονομεύει τη δραματικότητα. Η επικέντρωση στα πέτρινα παιδικά χρόνια του Ενρίκε, σου δημιουργεί την ψευδή αίσθηση ότι εκείνος είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Εντούτοις, ο χαρακτήρας του παραμένει ως το τέλος της ταινίας επίπεδος και άνευρος. Ο Χουάν –παρότι αναδεικνύεται σε κεντρικό πρόσωπο- παραμένει θαρρείς, ένας απλός σύνδεσμος ανάμεσα σε αταίριαστες ιστορίες. Τέλος, κάποιες φορές, οι ερωτικές σκηνές φαίνεται να έχουν ως μοναδικό τους στόχο να προβοκάρουν το θεατή και όχι να υπηρετήσουν κάποια συγκεκριμένη σεναριακή ανάγκη.



Το La Mala educacion είναι μία καλή ταινία. Αλλά δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς μετά το Todo sombre mi madre. Δυστυχώς, ο Pedro μας έχει καλομάθει και οι απαιτήσεις συνεχώς αυξάνουν.



Γενικό Σχόλιο: Το ίδιο θέμα έχει αναπτύξει και ο Αλέξανδρος Ρήγας στο αλήστου μνήμης σήριαλ «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;». Οι ήρωες του Almodovar τουλάχιστον δεν ωρύονται. 6/10

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2004

Συλλογική Ευθύνη (Fahrenheit 9/11)

Ο Bruce Springsteen, από τους πλέον μαχητικούς κατήγορους του George Bush, δήλωσε στο περιοδικό «Rolling Stone» ότι η αμερικανική κυβέρνηση "εκφόβισε και οδήγησε με δόλο" τον αμερικανικό λαό στον πόλεμο. Οι (αθώοι; εύπιστοι;) αμερικανοί πολίτες παρασύρθηκαν σε μία επικίνδυνη και δαπανηρή περιπέτεια υπό το πρόσχημα ενός όψιμου μεγαλοϊδεατισμού και βρέθηκαν να στηρίζουν μία αφελή σταυροφορία «κατά παντός υπευθύνου».



Το Fahrenheit 9/11 (του Michael Moore) δίνει μία εξαιρετικά γλαφυρή εικόνα της τρομολαγνείας που καλλιεργήθηκε συστηματικά από την κυβέρνηση Bush. Ο Πατριωτικός Νόμος επέτρεψε τη συγκέντρωση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, με τρόπο που θα έκανε τον οποιοδήποτε στοιχειωδώς φιλελεύθερο άνθρωπο, να ανατριχιάσει! Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές direct marketing προκειμένου να στρατολογηθούν έφεδροι από τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας και να σταλούν στην έρημο «αναλώσιμοι» νέοι για έναν πόλεμο που αφορά αποκλειστικά τις εταιρίες πετρελαίων. Όλα αυτά στην Αμερική των τεράστιων ανισοτήτων, της διαφθοράς, της αποθέωσης του καταναλωτισμού και της σπατάλης, της ασυνείδητης ανάπτυξης εις βάρος των φτωχών του πλανήτη και της οικολογίας (οι ΗΠΑ αρνούνται πεισματικά να υπογράψουν το Πρωτόκολλο του Κιότο).



Όμως και καθώς τα ποσοστά δημοτικότητας του Προέδρου Bush παραμένουν σήμερα υψηλά (ενόψει μάλιστα εκλογών), αναρωτιέμαι αν είναι σωστό να επιρρίπτουμε το σύνολο της ευθύνης στον ηγέτη και όχι σε εκείνους που τον στηρίζουν. Το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης για τις στρατηγικές επιλογές μίας ηγεσίας, έχει απασχολήσει πλειστάκις τη διεθνή διανόηση, κυρίως αναφορικά με την περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας. Ήταν άμοιροι των ευθυνών τους οι γερμανοί πολίτες για το ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Η ιστορική ευθύνη και ενοχή βαραίνει αποκλειστικά την πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία (και εν προκειμένω τον Hitler) ή μήπως διαχέεται στο σύνολο της κοινωνίας; Οι πολίτες μπορούν να απεκδύονται συνεχώς των ευθυνών τους ή μήπως φέρουν ηθικό χρέος αντίδρασης;



Σε ανύποπτο χρόνο και χώρο (στο γυμναστήριο!) γνώρισα μία κουβανέζα αγωνίστρια που απελάθηκε από τη χώρα της, διότι αντιμαχόταν το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο και διαβιεί πλέον στην Ελλάδα. Μου είπε ότι ένιωθε απόλυτα πικραμένη από τους συμπατριώτες της, διότι δεν έβραζε μέσα τους η ανάγκη για δημοκρατία και ελευθερία. Δεν ένιωθαν την ανάγκη να εξεγερθούν και για το λόγο αυτό, η ίδια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εντέλει τον αγώνα της. Όπως έλεγε, μέσα από την προσωπική της περιπέτεια διδάχθηκε πως «κάθε λαός έχει την ιστορία και τους ηγέτες που του αξίζουν». Το ίδιο συμβαίνει με τους αμερικάνους. Το ίδιο συμβαίνει και με μας.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2004

Τηλεπαθητική Τηλεόραση

Πριν αρκετά χρόνια, διάβασα περί του «φαινομένου Uri Geller» στο βιβλίο «Η Δύναμη του Νου» (Εκδόσεις Αλκυών, 1990). Μου έκανε πραγματικά μεγάλη εντύπωση η περιγραφή μίας επίδειξης των «ψυχοκινητικών» δυνάμεων του «χαρισματικού» (;) Ισραηλινού στη βρετανική τηλεόραση: ο Geller κάλεσε τους τηλεθεατές να τοποθετήσουν κουτάλια και χαλασμένα ρολόγια πάνω στις τηλεοπτικές τους συσκευές και μέσω αυτοσυγκέντρωσης, προσπάθησε να λυγίσει τα κουτάλια και να επαναλειτουργήσει τα ρολόγια! Το βιβλίο περιέγραφε μία σειρά πειραμάτων και ψυχομετρικών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο Geller, ενώ ανέφερε και την οξεία κριτική που δέχθηκε από επιστήμονες, αλλά και ταχυδακτυλουργούς, οι οποίοι εξήγησαν πως όλα ήταν ένα κακόγουστο τρικ.



Όταν πριν μερικές εβδομάδες, ο εν λόγω κύριος εμφανίσθηκε στην εκπομπή του Κώστα Χαρδαβέλλα και ισχυρίσθηκε ότι θα πραγματοποιήσει το ίδιο εκείνο πείραμα, τον παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή. Πράγματι, προέτρεψε τους τηλεθεατές να τοποθετήσουν κουτάλια πάνω στον τηλεοπτικό τους δέκτη (!) και αφού φώναξε «Λύγισε! Λύγισε!» υποτίθεται ότι αυτά θα πετάγονταν κάτω ή θα λύγιζαν. Φυσικά, το δικό μου κουταλάκι έμεινε ατάραχο πάνω στη συσκευή, αφήνοντας ταυτόχρονα ανέπαφο το οικοδόμημα του ορθολογισμού που έχω -με τόσο κόπο- χτίσει στο μυαλό μου εδώ και χρόνια!



Διενεργώντας μία μικρή έρευνα στο Διαδίκτυο, θα διαπιστώσει κανείς εύκολα ότι ο Uri Geller είναι ένας απατεωνίσκος, που δεν απασχολεί πλέον κανένα σοβαρό επιστήμονα με τους φανφαρονισμούς του. Το λεξικό του σκεπτικιστή αναφέρει ότι ο κ. Geller τα τελευταία χρόνια και μετά την πτώση του ενδιαφέροντος του κοινού, έχει στραφεί στο εξαιρετικά επικερδές εμπόριο των New Age προϊόντων θεραπείας και προσωπικής ανάπτυξης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξιστόρηση της ζωής του στο άρθρο «Uri Geller - A Psychic Fraud».



Το θέμα βεβαίως εδώ δεν είναι να ξεμπροστιάσουμε τον Geller. Αυτό το έχει ήδη πράξει με άκρως επιτυχημένο τρόπο ο ταχυδακτυλουργός James Randi. Εκείνο που με απασχολεί είναι η κατάντια της ελληνικής τηλεόρασης, που αναγορεύει σε ψευδοπροφήτη τον κάθε τυχάρπαστο τσαρλατάνο και καλλιεργεί συνειδητά το σκοταδισμό! Όχι, το θέμα με τον Geller δεν μπορούσε να κλείσει έτσι εύκολα!



Ο κ. Τριανταφυλλόπουλος πήρε τη σκυτάλη από τον κ. Χαρδαβέλλα και με οδηγό μας πάλι τον Uri Geller μας μύησε στον θαυμαστό κόσμο της τηλεπάθειας! Ο δημοσιογράφος είχε στην τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί, στο οποίο υποτίθεται ότι είχε σχεδιάσει (πριν την εκπομπή και χωρίς να τον δει κανένας!!!) ένα κάποιο σχήμα. Παρά τις διαμαρτυρίες και τις προτροπές των καλεσμένων της εκπομπής να σχεδιάσει μπροστά στην κάμερα ένα νέο σχήμα, ο κ. Τριανταφυλλόπουλος αρνήθηκε (!) επικαλούμενος την τιμιότητά του («μα αφού σας λέω ότι το σχεδίασα πριν, χωρίς να με δει κανένας») και την οικονομία χρόνου. Στη συνέχεια, ο Geller συγκεντρώθηκε και μάντεψε με τρόπο μαγικό το σχήμα που βρισκόταν στο χαρτί του κ. Τριανταφυλλόπουλου (που βεβαίως ήταν ένα απλό τρίγωνο!). Εν τω μέσω επικρίσεων και εύλογου σκεπτικισμού από τους παριστάμενους, ο κ. Τριανταφυλλόπουλος δήλωσε εντυπωσιασμένος! Εγώ πάλι, επέστρεψα βαριεστημένος στην παλαιά τέχνη του zapping.

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2004

The Terminal

Ομολογώ ότι όταν πήγα να δω εχθές το «The Terminal» διατηρούσα αρκετές επιφυλάξεις, δεδομένου ότι η προηγούμενη σκηνοθετική απόπειρα του Spielberg («Catch me if you can») μου είχε φανεί μία βαρετή, στιλιζαρισμένη μπούρδα. Το σενάριο του Terminal είναι εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία ενός απάτριδα που κατέληξε να ζει επί χρόνια στο αεροδρόμιο Charles deGaule του Παρισιού. Πρόκειται για τον ιρανό Μερχάν Νασερί, ο οποίος ακόμη και όταν του επετράπη εντέλει η είσοδος στη χώρα, επέλεξε να παραμείνει στο αεροδρόμιο -υποταγμένος θαρρείς σε ένα μετανεωτερικό κισμέτ (από εκείνο που συναντούμε σήμερα μόνο στα μυθιστορήματα και στις κινέζικες ταινίες που εξυμνούν την υπομονή και την ταπεινότητα).



Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Όπως όλοι γνωρίζουμε, προϋπόθεση για να λειτουργήσει γενικά το σύστημα, είναι η απόδοση στοιχείων κωδικοποίησης σε κάθε έναν εξ ημών (όνομα, υπηκοότητα κ.λπ.). Προεκτείνοντας αυτή τη σκέψη, θα μπορούσαμε να εκλάβουμε τις κοινωνίες μας ως ένα τεράστιο σύστημα logistics, όπου καθείς από τη στιγμή που γεννιέται (inputs) ως τη στιγμή που πεθαίνει (outputs) φέρει έναν κωδικό για να τοποθετείται, να αναζητείται και να αποκτά διάφορες προστιθέμενες αξίες / ιδιότητες. Το γεγονός ότι εάν και εφόσον απαλειφθεί κάποια από αυτές τις κωδικοποιήσεις, ένας άνθρωπος μπορεί να εκπέσει σε νομική ή γραφειοκρατική ανυπαρξία είναι τελοσπάντων διασκεδαστικό και ταυτόχρονα τραγικό. Το αεροδρόμιο αποτελεί το ιδανικό σκηνικό για μία τέτοια υπόθεση, καθώς συνιστά τον απόλυτα «μη-χώρο», με ασαφή χαρακτηριστικά εντοπιότητας και διαρκή κίνηση προς τον αόριστο προορισμό.



Η ιστορία του κινηματογραφικού Βίκτορ Ναβόρσκι (Tom Hanks) θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία, με σαφείς κοινωνικές και πολιτικές αιχμές. Ωστόσο, ο Spielberg -ως συνήθως- φρόντισε να προσθέσει γερές δόσεις συναισθηματισμού, κάποιες πινελιές ρομαντικής αφέλειας και αρκετή παραμυθόσκονη, με σκοπό να δημιουργήσει ένα εύπεπτο πακέτο που θα σε κάνει να προβληματιστείς ελάχιστα και στο τέλος να γουργουρίσεις από ικανοποίηση!



Το «αμερικανικό όνειρο» αναδεικνύεται και πάλι σε σταθερό άξονα αναφοράς («Αν θέλεις να προκόψεις, μπορείς να το κάμεις ακόμη και μεταφέροντας καροτσάκια στο αεροδρόμιο! Η απόλυτη επιβράβευσή σου θα λάβει τη μορφή ενός λαχταριστού γεύματος στα Burger Kings!»), με επίκεντρο το μεταναστευτικό ταξίδι από την πατρίδα στο άγνωστο και από το παρελθόν στο μέλλον. Η κριτική που ασκείται στη γραφειοκρατία και τον νομικό αυτισμό του συστήματος παραμένει επιφανειακή, αλλά για να είμαι δίκαιος, αναγνωρίζω ότι ίσως και να υπονοεί περισσότερα από όσα τελικά λέει. Ο Βίκτορ Ναβόρσκι είναι ένας χαρακτηριστικός αντιήρωας που μάχεται με το δικό του τρόπο το σύστημα και καταφέρνει να το νικήσει. Στο πλευρό του έχει τους απόβλητους και καταφρονεμένους, οι οποίοι ενώνονται για να στηρίξουν το δίκαιο αγώνα του. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι η ταπεινότητα, η εντιμότητα και η υπομονή ανταμείβονται πάντα στον αγγελικά πλασμένο κινηματογραφικό κόσμο του Spielberg! Μία αναδρομή στην μέχρι τούδε σκηνοθετική του πορεία, θα σας πείσει (Goonies, Hook, American Tale κ.λπ.).



Όπως και στο «Catch me if you can», o Spielberg μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα, δημιουργώντας μία σχεδόν απροσδιόριστη ταινία. Από την άλλη, ο Tom Hanks είναι (για μία φορά ακόμη) απολαυστικός, καταφέρνοντας να αποσπάσει την προσοχή μας από τα σεναριακά κενά και τις σκηνοθετικές ευκολίες. Η Catherine Zeta-Jones απλώς περιφέρει την (εξαίσια) ομορφιά της, υπηρετώντας άλλωστε και το μοναδικό λόγο ύπαρξής της στην ταινία. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι –όπως πλέον και στις περισσότερες αμερικανικές κομεντί- σχηματικοί και επίπεδοι. Εντούτοις συνολικά, δεν μπορώ παρά να παραδεχθώ ότι το Terminal φέρει κάποια χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην αυθεντική αμερικανική μυθοπλασία, προσφέροντας ένα ευχάριστο θέαμα, χωρίς όμως ιδιαίτερες απαιτήσεις.



Γενικό Σχόλιο: Μία παρ’ ολίγον συμπαθητική ταινία. 6/10

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2004

The Gordian Knot

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 απέκτησα τον πρώτο μου ηλεκτρονικό υπολογιστή. Επρόκειτο για έναν Amstrad CPC 464 με ένα μονόχρωμο monitor και ένα μάλλον πρωτόγονο joystick με μεγάλα κόκκινα κουμπιά. Το πλέον εντυπωσιακό ήταν ότι ο υπολογιστής αυτός λειτουργούσε με κασέτες (ιδίας μορφής με εκείνες που χρησιμοποιούμε για να ακούσουμε μουσική), οι οποίες περιείχαν προγράμματα και παιχνίδια. Για να φορτώσει κανείς ένα απλό παιχνίδι, χρειαζόταν να περιμένει αρκετή ώρα (5 με 10 λεπτά), αλλά το αποτέλεσμα σε αποζημίωνε. Κυρίως αν ήσουν 8-10 ετών -όπως ήμουν εγώ τότε. Δεν μπορούσα βέβαια να διανοηθώ καν το θαυμαστό καινούργιο κόσμο, που ξημέρωνε μέσα από εκείνη την πράσινη οθόνη…

Όταν το 1994 μπήκα για πρώτη φορά στο Internet, ήμουν απλώς εκστασιασμένος! Ένιωσα ότι η προοπτική συσσώρευσης όλων αυτών των γνώσεων και πληροφοριών μέσα σε ένα ενιαίο και προσβάσιμο χώρο, θα άλλαζε τη ζωή μας με τρόπο απόλυτα δραστικό. Θυμάμαι ότι οι πρώτες ιστοσελίδες που επισκέφθηκα ήταν το www.lycos.com και το www.cnn.com (γκρίζα διαφήμιση). Το πρώτο nickname που χρησιμοποίησα ήταν “gordian” και για συναισθηματικούς λόγους, αποφάσισα να το διατηρήσω ως σημείο εκκίνησης και αναφοράς και σε αυτό εδώ το ταξίδι.

Έκτοτε έχει περάσει μία δεκαετία. Μία δεκαετία περιπλάνησης στις ψηφιακές λεωφόρους. Το internet εξελίχθηκε, εγώ μεγάλωσα. Αυτή είναι και η φυσική πορεία των πραγμάτων, υποθέτω.
Αλλά και ενώ πλέον το internet έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας, ο ενθουσιασμός για το μέσο και τις δυνατότητές του, σιγοκαίει ακόμα μέσα μου. Ο συλλογισμός μου ξεκινάει από κάτι εξαιρετικά αφαιρετικό: όλοι οι άνθρωποι φέρουμε μέσα μας, εκδοχές του ιδίου γενετικού υλικού. Είμαστε παιδιά κοινής καταγωγής και γενετικής μνήμης. Όμως δημιουργήσαμε την κοινωνική μας Βαβέλ και κρυφτήκαμε πίσω από ατομικές ή συλλογικές περιχαρακώσεις. Η τεχνολογία μας επέστρεψε το δικαίωμα στη δικτύωση. Το internet αναγεννά την ελπίδα για πανανθρώπινη επικοινωνία και για πραγμάτωση του ιδεώδους της άμεσης, συμμετοχικής δημοκρατίας. Κάθε ένας εξ ημών είναι ατελής, αλλά όλοι μαζί αποτελούμε μία θαυμάσια (και άκρως ενδιαφέρουσα) ολότητα. Εκκινώντας από τις παραπάνω σκέψεις, αποφάσισα ετούτος εδώ ο χώρος να γίνει το μέσο της προσωπικής επιστροφής μου στη δικτύωση. Η κατάθεση των σκέψεών μου (υπό τη μορφή ενός μετατεχνολογικού ημερολογίου) δεν είναι παρά ένα ψηφιακό παράθυρο στο μυαλό μου. Το ανοίγω, για να κοιτάξω μακρύτερα.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts