Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2004

2046

Είναι σχεδόν αδύνατο να γράψω κάτι που να μην εμπεριέχει μελοδραματισμό. Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση.



Είναι δύσκολο να επανεφεύρω το νόημα (μου). Προσπαθώ πάντως.



Προχθές πήγα σινεμά. Είδα το «
2046», μία πολύ μελαγχολική, ποιητική ταινία του Kar Wai Wong από το Χονγκ Κονγκ. «Είναι πολύ δύσκολο να φύγεις από το 2046» λέει σε κάποια στιγμή ο ήρωας. Είναι αδύνατον να δραπετεύσεις από τον εαυτό σου και όσα σε συνοδεύουν, λέω εγώ.



Η ταινία είναι σχεδόν αριστουργηματική, από εικαστικής τουλάχιστον σκοπιάς.

Ξεκινάει με μία φράση που δεν έχω πάψει να ψιθυρίζω μέσα μου: «Όλες οι μνήμες έχουν τα σημάδια δακρύων.» Είναι αλήθεια; Ίσως.



Ο ήρωας, ένας πρώην δημοσιογράφος και νυν συγγραφέας, φθάνει στο Χονγκ Κονγκ στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και αποφασίζει να μείνει σε ένα φθηνό ξενοδοχείο. Στο δωμάτιο 2047, δίπλα στο 2046. Η ταινία παρακολουθεί τις εύθραυστες σχέσεις του με μία σειρά γυναικών. Κάθε μία εξ αυτών αποτελεί μία διαφορετική ιστορία, συνοδεύεται από ένα αναγνωρίσιμο μουσικό μοτίβο και αντιμετωπίζει με το δικό της τρόπο τα προσωπικά της αδιέξοδα. Το πάθος και ο ερωτισμός ακροβατούν με την τραγικότητα. «Ο έρωτας είναι θέμα συγχρονισμού.» Η Lulu, μία πληγωμένη αρτίστα τον αναζητά με τη μορφή ενός πουλιού χωρίς πόδια: για να πετάει πάντοτε ψηλά και να μην μπορέσει να προσγειωθεί ποτέ. Η Bai παίζει επιτυχημένα το παιχνίδι της αποπλάνησης, αλλά παγιδεύεται μέσα στον έρωτά της: οι ρόλοι αλλάζουν και εκείνος που πλήρωνε για την παρέα της, ζητάει τώρα ανταλλάγματα για να της προσφέρει τη δική του. Το λέω συχνά˙ όλοι ενδυόμαστε τους ρόλους του θύματος και του θύτη. Εναλλάξ και κατ’ εξακολούθηση. Η Wang φθάνει στην παράνοια, όταν της απαγορεύουν το δικαίωμα στον έρωτα και τη φυγή. Όταν της στερούν την ελευθερία. Και στο φουτουριστικό αποκύημα της φαντασίας, στο τρένο με ανταπόκριση το 2046, ο έρωτας δεν έρχεται ποτέ. Όχι γιατί αργεί λόγω έλλειψης συντονισμού, αλλά γιατί έχει δοθεί κάπου αλλού.



Ο ήρωας συνειδητοποιεί ότι ο δικός του έρωτας τον έχει προσπεράσει. Μαθαίνουμε από τα λάθη μας; Όχι. Είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλάβουμε. Να ζήσουμε με αυτά. Τιμούμε τα λάθη μας, γιατί δεν είναι εύκολο να αλλάξουμε τον εαυτό μας.



Μετά την επιστροφή του στην Κίνα και για περίοδο 50 ετών, το μικροσκοπικό Χονγκ Κονγκ (χώρος όπου διαδραματίζεται η ταινία) διατηρεί ένα μεταβατικό καθεστώς αυτονομίας. Το καθεστώς αυτό λήγει το 2046 κι από το αμέσως επόμενο έτος, η πόλη θα αποτελεί κινέζικη επαρχία. Οι κάτοικοι θα πρέπει να ζήσουν σε μία νέα πραγματικότητα. Υποθέτω (και χωρίς να αναφέρεται πουθενά στην ταινία) ότι αυτό είχε στο νου του ο σκηνοθέτης. Αυτό και τόσα άλλα!

Βαθμολογία: 9/10



Tip:
Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις [αυτήν την ταινία], έχεις χάσει το νόημα. Αν αφεθείς και την νιώσεις, σίγουρα θα την απολαύσεις. Χμ. Νομίζω ότι με βοηθάει αυτό.


Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2004

Το γιλεκάκι

Η πιο παλιά ανάμνηση της ζωής μου δεν είναι μία εικόνα, αλλά μία αίσθηση ενός χώρου και μίας κατάστασης. Θυμάμαι πως είμαι πολύ-πολύ μικρός (νομίζω πως δεν μιλάω ακόμα –προς μεγάλη ικανοποίηση των όσων με λένε πολυλογά) και βρίσκομαι σε έναν μεγάλο απροσδιόριστο χώρο, που μάλλον είναι το -εδώ και δεκαετίες γκρεμισμένο- σπίτι των παππούδων μου στην Αλεξανδρούπολη. Είμαι μέσα στην κούνια μου, άρρωστος με πυρετό. Νιώθω την υγρασία του χώρου και την αγωνιώδη δυσκολία μου να αναπνεύσω. Άσθμα. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, αλλά από κάποιες γρίλιες διεισδύει το φως. Η ανάμνηση δεν έχει σαφή εικόνα, αλλά πλανάται στη θύμησή μου σαν ένα ονειρικό μυστικό, σαν μία τομή στο χωρόχρονο της ζωής μου. Ετούτη δε η ανάμνηση διαφέρει από όλες τις υπόλοιπες: δεν ανακαλείται από τη μνήμη, αλλά από την ψυχή μου, όπου εγγράφηκε και θα τη φέρω όσο υπάρχω.



Πέρα και πάνω από την αίσθηση του δωματίου, βαθιά χαραγμένη μέσα μου είναι η παρουσία της μανούλας μου. Ήταν στο προσκεφάλι μου, επιτελώντας αγόγγυστα τον προαιώνιο ρόλο της κάθε μητέρας. Μου τοποθετούσε στο μέτωπο μία υγρή, διπλωμένη πετσέτα για να πέσει ο πυρετός και μου τραγούδαγε σιγανά, προσπαθώντας να με αποκοιμίσει ή να με κάνει να πάψω το κλάμα.



Ίσως φανεί περίεργο, αλλά αυτό το τραγούδι είναι και η αιτία που θυμάμαι εκείνη τη σκηνή. Φαίνεται πως για έναν μυστηριώδη, ανεξήγητο λόγο μου έκανε μεγάλη εντύπωση εκείνο το τραγούδι. Μου έχει αποτυπωθεί στη μνήμη σαν σφραγίδα. Αδιάψευστη μαρτυρία του ποιος είμαι και από πού ξεκινώ. Τεκμήριο του πόσο βαθιά με όρισες, μαμά. Συγχώρα με που ίσως κάνω λάθος τα λόγια, αλλά νομίζω ότι πήγαινε κάπως έτσι:



Το γιλεκάκι που φορείς

εγώ στο χω ραμμένο

με πίκρες και με βάσανα

στο χω φοδράρισμένο



Άντε το μαλώνω,

το μαλώνω

άντε κι ύστερα

το μετανιώνω



άντε το μαλώνω

και το βρίζω

άντε την καρδούλα του ραγίζω



φόρα το μωρό μου

φόρα το μικρό μου

γιατί δεν θα το ξαναφορέσεις άλλο πια



φόρα το για να σαι,

για να με θυμάσαι…



Αντίο μαμά. Από σήμερα το πρωί, υπάρχεις, ζεις κι αναπνέεις μέσα μου.


Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2004

Λίγο πριν το αντίο

Περνάω τα τελευταία μερόνυχτα σε ένα δωμάτιο του Ευαγγελισμού, στο προσκέφαλο της μανούλας μου. Εκείνη δεν με ακούει πλέον, αλλά εγώ της μιλάω. Γιατί έχω να της πω πολλά ακόμα. Είναι σκληρό να μιλάς σε ένα ανέκφραστο πρόσωπο, σε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να απαντήσει και που είσαι σχεδόν βέβαιος ότι δεν σε ακούει μέσα στο χάος του μυαλού του. Είναι σκληρό να προετοιμάζεσαι για τον πιο δύσκολο και πιο άδικο αποχωρισμό. Σκληρός, μεταλλικός κι ο ήχος του μηχανήματος που την κρατάει στη ζωή. Με πλημμυρίζουν οι εικόνες της, οι σκέψεις της, οι μικρές της καθημερινές συνήθειες, οι συμπεριφορές της. Προσπαθώ να τη σκέφτομαι πριν την επέλαση της νόσου. Πριν το ανηφόρισμα στο Γολγοθά. Εκείνη την εικόνα θέλω να κρατώ στην επιλεκτική μου μνήμη. Εκείνη είναι η πραγματική της εικόνα.



Τώρα. Μία ανάσα από το τέλος της διαδρομής, είμαστε εδώ. Για την ακρίβεια, εγώ είμαι εδώ κι εκείνη είναι σχεδόν μαζί μου. Την αισθάνομαι δίπλα μου, νιώθω την παρουσία της. Αλλά δεν μπορώ να δεχθώ ότι δεν θα ξαναδώ να με κοιτούν, εκείνα τα λαμπερά γκριζοπράσινα μάτια. Τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου μου.


Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts