Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2004

Το κύμα

Κάθε τέτοια εποχή, μας δίδεται η αφορμή με τις γιορτές, να συνθηκολογήσουμε με τους φόβους μας, να εισπνεύσουμε ελπίδα για το αύριο, να επανεκτιμήσουμε τα κεκτημένα μας και να περάσουμε καλά. Μέσα σε μία ενορχηστρωμένη, υπέρλαμπρη παράσταση ευζωίας. Και για να μην παρεξηγηθώ, καλώς πράττουμε! Οφείλουμε να επιφυλάσσουμε για τον εαυτό μας μερικές στιγμές ξεγυρισμένης καλοπέρασης, διότι το εφήμερον του πράγματος, μου έχει διδάξει ότι δεν πρέπει επ’ουδενί να μεταθέτεις για αργότερα την καλοπέρασή σου. Το αργότερα μπορεί και να μην έρθει ποτέ ή τελοσπάντων να μην έρθει όταν και όπως το προγραμματίζεις.



Κι εκεί λοιπόν που πηγαίναμε να κάνουμε και φέτος τη χριστουγεννιάτική μας υπέρβαση και να ξεχάσουμε όσα (μικρά ή μεγάλα) μας βασανίζουν, ήλθε το τσουνάμι και μας τσάκισε. Η χειρότερή μου εικόνα είναι εκείνη των φτωχών ψαράδων στις ακτές της Σρι Λάνκα που μόλις είδαν τη θάλασσα να τραβιέται προς τα μέσα, έσπευσαν να συλλέξουν τα ψάρια και τα όστρακα που είχαν ξάφνου αφεθεί απ’το Θεό απλόχερα, στην απόλυτη διάθεσή τους. Ακούγοντας τις περιγραφές, σκέφτομαι ότι είναι εξαιρετικά κακεντρεχής ο τρόπος που η μοίρα ειρωνεύεται τους ανθρώπους: παιδάκια, σκανδιναβοί τουρίστες και φτωχοί ντόπιοι ψαράδες να βαδίζουν προς τα βαθιά, για να συναντήσουν το θάνατο. Φαντάζομαι την έκπληξή τους για το αναπάντεχο φαινόμενο της απόσυρσης των υδάτων, τα γέλια τους, την παιγνιώδη τους διάθεση. Σαν σκηνή από αλληγορικό δράμα. Κι ύστερα, ήλθε το κύμα και τους πήρε.



Φέτος οι γιορτές έχουν πικρή γεύση. Εκεί βαθιά στον ωκεανό, οι ψυχές χιλιάδων ανθρώπων παιχνιδίζουν με τα κύματα. Κι εμείς εδώ; Στεκόμαστε στην ακρογιαλιά και τις αποχαιρετούμε. Με σεβασμό. Όπως οφείλουμε. Και προχωρούμε. Όπως οφείλουμε. Προς το αύριο.


Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2004

Τάνια

Ανέκαθεν είχα μία αδυναμία στην Τάνια Τσανακλίδου. Μου αρέσουν τα τραγούδια της, η κατσαρή φωνή της, ο ερωτισμός που εκπέμπει και η διακριτική, αξιοπρεπής παρουσία της στα μουσικά πράγματα.



Αυτόν τον καιρό, η Τάνια τραγουδά στο Μετρό (Δευτέρα & Τρίτη, μόνον!). Ο χώρος είναι εξαιρετικά φιλικός, με άρτια εξυπηρέτηση, καλό εξαερισμό (διότι έχομεν και μία κάποια ευαισθησία στην κάπνα) και σχετικά χαμηλές τιμές (γύρω στα 30 ευρώ το άτομο, σε τραπέζι). Το καλύτερο όμως απ'όλα είναι η ώρα έναρξης του προγράμματος: στις 9 ακριβώς! Ανθρώπινες ώρες! Δεν χρειάζεται να αναπτύξεις νυχτόβια ένστικτα, ούτε κινδυνεύεις να "σέρνεσαι" την επόμενη μέρα στο γραφείο! Επίδειξη σοβαρότητας και ευθύνης έναντι του πελάτη.



Η Τάνια κάνει κέφι. Σε αναγκάζει να τραγουδήσεις μαζί της. Σε ταξιδεύει. Ερμηνεύει δικές της επιτυχίες, αλλά και απρόσμενα τραγούδια όπως το "Αυτή η νύχτα μένει" του Κραουνάκη (ας με συγχωρέσει η Παπίου, αλλά η Τάνια το αποθεώνει), το "Ιστορία μου, Αμαρτία μου" και άλλα πολλά. Ο θεατρικός τρόπος με τον οποίο κινείται πάνω στη μικρή, λιτή σκηνή, το διαρκές παιχνίδι με το κοινό και η γλυκιά θηλυκή μαγκιά της, σε κερδίζουν.



Νομίζω το καλύτερο live που έχω δει. Τάνια, σ'ευχαριστώ...


Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2004

Βρε ουστ!

Είσαι γύρω στα 30 (πάνω / κάτω μία πενταετία). Έχεις σπουδάσει, απέκτησες μεταπτυχιακό, μιλάς μία με δύο ξένες γλώσσες. Όταν ήσουν 10 ετών, ήθελες να γίνεις πιλότος/αστυνομικός/δάσκαλος. Στα 15 σου, γιατρός/δικηγόρος/αρχιτέκτονας και στα 20, brand manager/project manager/IT specialist. Σήμερα και κοιτώντας το γραφείο όπου δουλεύεις, συνειδητοποιείς ότι καλύτερα να είχες μείνει στο αρχικό plan. Πηγαίνεις γυμναστήριο (όποτε μπορέσεις, μία φορά το εξάμηνο), κάνεις συχνά δίαιτες και διαβάζεις το ζώδιό σου χωρίς να ντρέπεσαι γι’αυτό. Έχεις διάφορα ενδιαφέροντα, σου αρέσει το έντεχνο, νιώθεις καλλιεργημένος, διαβάζεις λιγότερο απ’όσο θα ήθελες, βλέπεις Fame Story και πηγαίνεις σινεμά. Στη ντουλάπα σου έχεις ακόμη μερικά ξεχασμένα τεύχη του Κλικ και στη βιβλιοθήκη σου υπάρχουν βιβλία του Μαρκές και του Ουμπέρτο Έκο. Έχεις πληθώρα cds, τα οποία σπανίως ακούς. Αγοράζεις τουλάχιστον δύο εφημερίδες κάθε Κυριακή (με κριτήριο το dvd) και αρχίζεις την ανάγνωσή τους από τα ένθετα: πρώτα τα διαφημιστικά, μετά τα τηλεοπτικά, τα lifestyle και τέλος –αν προλάβεις- ρίχνεις και μια ματιά στην εφημερίδα.



Ξυπνάς κάθε πρωί με κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και πίνεις έναν καφέ. Ντύνεσαι. Βγάζεις από την πρίζα τον φορτιστή και βάζεις στην τσάντα σου το κινητό. Παίρνεις το αυτοκίνητο, το μετρό, το τρόλεϊ, το λεωφορείο και πηγαίνεις στη δουλειά (την οποία δυσκολεύθηκες να βρεις, αλλά τέτοια που είναι, εύχεσαι να μην την είχες βρει), πίνεις έναν καφέ, τσεκάρεις το e-mail σου, ανοίγεις το in.gr, διαβάζεις το Μετρόραμα και την AthensVoice, παίρνεις κάνα τηλέφωνο, κουτσομπολεύεις με τους συναδέλφους, χασμουριέσαι κι αρχίζεις να μελετάς νούμερα και να γράφεις αναφορές. Κατά τη διάρκεια της μέρας, πετάγεσαι να πληρώσεις το κινητό, τη ΔΕΗ, την Tellas, τη δόση για το αυτοκίνητο. Παίρνεις και μία τυρόπιτα. Όταν τη φας, αισθάνεσαι ενοχές για τις θερμίδες που απέκτησες, για τις κακές διατροφικές σου συνήθειες, για τα ευρώ που ξοδεύεις αλόγιστα σε σαχλαμάρες, για τα παιδάκια στο Τζιμπουτί που δεν έχουν να φάνε.



Σχολάς (γύρω στις 4, στις 5 ή ίσως και στις 7:30). Παίρνεις το αυτοκίνητο, το μετρό, το τρόλεϊ, το λεωφορείο και γυρίζεις πίσω πτώμα. Δεν έχεις καμία όρεξη να βγεις, αλλά για να μην σε πουν αντικοινωνικό κανονίζεις να βρεθείς με την παρέα σου στην άλλη άκρη της πόλης, σε ένα μπαράκι πολύ κατώτερο από το κουτούκι που βρίσκεται στη γωνία, ακριβώς δίπλα στο σπίτι σου. Όταν φθάσεις στο μπαράκι κι αφού ταλαιπωρηθείς να βρεις θέση να παρκάρεις, στριμώχνεσαι σε ένα τραπεζάκι ασφυκτικά τοποθετημένο ανάμεσα σε άλλα και νιώθεις και χαρούμενος που βρήκες να κάτσεις. Εκνευρίζεσαι με την κάπνα, τη μουσική, το γέλιο της κυρίας στο διπλανό τραπέζι, την αγένεια της σερβιτόρας και βεβαίως τον αδικαιολόγητα υπέρογκο λογαριασμό, που σου δημιουργεί και πάλι τους γνωστούς συνειρμούς για τα πεταμένα ευρώ και τα παιδάκια στο Τζιμπουτί.



Είχες όνειρα. Ω ναι! Ήθελες να παντρευτείς, να κάνεις πολλά παιδάκια και να αγοράσεις ένα μεγάλο σπίτι με θέα τη θάλασσα. Κοιτάς την τελευταία μισθοδοσία σου και συμβιβάζεσαι με πολιτικό γάμο, ένα παιδί και θέα στον ακάλυπτο. Κορνιζάρεις και κρεμάς στον τοίχο, τα πτυχία που είχαν υποσχεθεί να σε κάνουν brand manager/project manager/IT specialist. Συμβιβάζεσαι με την κακογουστιά, την αγένεια, την αναξιοκρατία, τη μαζικότητα. Συμβιβάζεσαι με το έτερον ήμισυ, παρά το γεγονός ότι κατά βάθος είσαι εγωιστής και θα ήθελες να είσαι πάντα από πάνω. Ας όψεται η χαμηλή αυτοεκτίμηση που σου κληροδότησε το Κλικ, το Νίτρο, το 01, ο Ζαμπούνης, η Πετρουλάκη, η οικογένεια Φόρεστερ και όλος αυτός ο δήθεν υπέρλαμπρος κόσμος της χαλαρότητας, της ευδαιμονίας και της ευζωίας. Ξέρεις ότι δεν είσαι πανέξυπνος, πανέμορφος, επιτυχημένος, political correct. Συμβιβάζεσαι και με αυτό. Εντέλει, φθάνεις να συμβιβάζεσαι με τον συμβιβασμό.



Συνειδητοποίησες ότι η γενιά σου έχαψε την παραμύθα που της σερβίρανε οι λογής-λογής Κωστόπουλοι. Την παραμύθα του χύμα, του εύκολου, του ωχαδελφισμού, της νέο-μαγκιάς. Κι ύστερα, ώσπου να το συνειδητοποιήσεις… μεγάλωσες! «Μα δεν μπορεί ΕΓΩ ο επίδοξος brand manager/project manager/IT specialist να είμαι ακόμη εδώ, στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, στην Πλατεία Βικτωρίας» σκέφτεσαι. «Πότε θα πάω εκδρομές σε εξωτικούς προορισμούς; Πότε θα μείνω σε εκείνο το ξενοδοχείο που μοιάζει με καράβι, στο Ντουμπάι; Πότε θα αγοράσω τηλεόραση plasma για να την εγκαταστήσω στο playroom μου; Πότε θα μετακομίσω σε μεζονέτα στην εξοχή; Πότε θα βρω το χρόνο να διαβάσω όλα τα βιβλία που θέλω, να ταξινομήσω όλα τα άρθρα που έχω κρατήσει, να ακούσω όλα τα cds που έχω αντιγράψει και να δω όλα τα dvds που έχω συγκεντρώσει από τις εφημερίδες; Ποιος θα μου πει πότε να επαναστατήσω επιτέλους;»




Υπήρξαν γενιές που ανδρώθηκαν μέσα από ένδοξες επαναστάσεις. Όλοι, έφαγαν τελικά τα μούτρα τους, αλλά τους έμεινε τουλάχιστον η ανάμνηση ότι αγωνίσθηκαν για κάτι. Λυπάμαι πολύ. Εσείς αγαπητέ μου είστε ο πιο αδύναμος κρίκος. Η ιστορία σας κλήρωσε κι εσάς μία κάποια επανάσταση. Την επανάσταση του lifestyle και της τεχνολογίας. Είστε ένας φρενήρης, ανικανοποίητος καταναλωτής. Καλή σας νύχτα.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2004

Alexander

Ο Αλέξανδρος του Oliver Stone είναι μία πάρα πολύ καλή ταινία. Μία ταινία με αξιοπρεπείς ερμηνείες, καλοδουλεμένο σενάριο, υπέροχη σκηνοθεσία και κυρίως, χωρίς μεγάλες ιστορικές ανακρίβειες (που να έχουν υποπέσει τουλάχιστον στη δική μου αντίληψη). Δυστυχώς παρεξηγήθηκε και υποτιμήθηκε, με αποτέλεσμα να είναι τελείως άδειες οι αίθουσες προβολής της. Τις τελευταίες μέρες έχω ακούσει στην τηλεόραση και έχω διαβάσει στον τύπο σωρεία αρνητικών σχολίων από ανθρώπους που προφανώς δεν έχουν δει την ταινία! Ας όψεται η σεμνοτυφία και ο φαρισαϊσμός μίας κοινωνίας που διαθέτει επιλεκτική μνήμη και αισθητική.



Οι αμερικανοί κριτικοί ήσαν οι πρώτοι που έσυραν το χορό των επικριτικών σχολίων για την ταινία. Το γεγονός αυτό συνέβαλε αποφασιστικά στην εμπορική αποτυχία της στις ΗΠΑ (μόλις έκτη σε εισιτήρια το πρώτο σαββατοκύριακο προβολής), όχι γιατί οι αμερικάνοι θεατές ακολουθούν τα κελεύσματα των κριτικών (κάποιες από τις ταινίες που βρίσκονταν στις πρώτες πέντε θέσεις του box office αντιμετωπίσθηκαν επίσης αρνητικά) αλλά γιατί η κριτική εξέλαβε τη μορφή εκτεταμένης λοιδορίας. Είναι αποδεδειγμένο ότι το συντηρητικό αμερικανικό κοινό δεν μπορεί να δεχθεί ήρωες με αμφιλεγόμενες πλευρές και αδυναμίες. Ο αμφισεξουλικός Αλέξανδρος, με τα έντονα ψυχολογικά συμπλέγματα και την χαρισματική, αλλά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα είναι αναμφίβολα δύσκολο θέμα για τον απαίδευτο αμερικανό θεατή ή το μέσο ψηφοφόρο του Μπους.



Ο Colin Farrell στάθηκε αξιοπρεπώς στο ρόλο του μεγάλου στρατηλάτη, αποδίδοντας τις ψυχολογικές εντάσεις αλλά και το μεγαλείο του ανδρός. Η σαγηνευτική Angelina Jolie στο ρόλο της Ολυμπιάδας, δημιούργησε ένα κάπως σχηματικό αλλά πάντως ενδιαφέρον πορτραίτο της μητέρας του Αλέξανδρου, με έντονα στοιχεία μυστικισμού και ερωτισμού που παραπέμπει σε αρχέγονα πρότυπα μητριαρχίας. Ο Val Kilmer ως Φίλιππος ήταν αρκετά κατώτερος, με υπαιτιότητα όχι μόνο του ιδίου αλλά και του σκηνοθέτη. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι εξαιρετική εντύπωση μου έκανε η Rosario Dawson στο ρόλο της ημιάγριας, εξωτικής Ρωξάνης.



Από την ειδυλλιακή εικόνα του λιμανιού της Αλεξάνδρειας ως τις χιονισμένες βουνοκορυφές του Καυκάσου, η ταινία είναι γεμάτη όμορφες εικόνες. Ο εξωτισμός της Ασίας αποδίδεται με μοναδικό τρόπο. Όταν ο Αλέξανδρος καταφθάνει στη Βαβυλώνα και εισέρχεται από τις πύλες, συναντά έναν αλλιώτικο κόσμο, ο οποίος τον περιμένει για να τον επευφημήσει και να τον ραντίσει με ροδοπέταλα ωσάν νέο Δαρείο. Ένας πολιτισμός παλαιότερος από τον ελληνικό, ξεδιπλώνει το μεγαλείο του, εκεί στην κοιλάδα των μεγάλων ποταμών. Στο λίκνο του ανθρώπινου πολιτισμού.



Οι σκηνές των μαχών είναι εξαιρετικές. Από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ως την Τροία, έχουμε δει αρκετές επικές μάχες τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο εδώ, ο Oliver Stone πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα. Η κάμερα κινείται νευρικά, ντοκιμαντερίστικα ανάμεσα στους μαχόμενους πολεμιστές, αποδίδοντας με φρενήρη ρυθμό την ένταση των στιγμών. Αίμα, μανιασμένα άλογα, σκόνη, λάσπη, φρίκη. Η μάχη στα Γαυγάμηλα είναι υπόδειγμα υψηλής σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας. Αλλά δεν σταματάμε εκεί. Ο πήχης ανεβαίνει ψηλότερα και προς το τέλος μας περιμένει μία νέα, ακόμη πιο αριστοτεχνική σκηνή μάχης. Όταν ο αποκαμωμένος μακεδονικός στρατός φθάνει στην Ινδία και δίνει τον ύστατο αγώνα στις εσχατιές της Ασίας, ο Oliver Stone μεγαλουργεί. Παρακολουθούμε στρατιώτες με αρχαιοελληνικές πανοπλίες μέσα στις λάσπες της ζούγκλας, με πιθήκους και φίδια στα γύρω δένδρα, να περιμένουν υπό βροχή τον εχθρό. Ακούνε από μακριά τον αντίπαλο στρατό να προελαύνει με τους χιλιάδες πολεμιστές και τους ελέφαντες. Όσο καλά κι αν γνωρίζεις την ιστορία, όσες φορές κι αν έχεις διαβάσει για εκείνη τη μάχη, βλέποντας αυτή τη σκηνή συνειδητοποιείς τη σημασία (αλλά από ένα σημείο και μετά, και την παράνοια) της εκστρατείας του Αλέξανδρου. Στρατιώτες με αρχαιοελληνικές πανοπλίες μέσα στις λάσπες της ζούγκλας! Δεν το είχα συλλάβει ποτέ. Ούτε ως εικόνα, ούτε ως κατάσταση. Είναι καταπληκτικό! Είναι μία εικόνα που καταγράφεται στη μνήμη σου! Προς το τέλος της μάχης σε μία σκηνή απόλυτης έντασης και συμβολισμού, ο μαινόμενος Αλέξανδρος με το Βουκεφάλα ορθώνει το ανάστημά του μπροστά σε έναν ελέφαντα-πολεμική μηχανή. Ανακαλύπτει ότι η θνητότητα είναι το όριό του. Όταν ο Αλέξανδρος τραυματίζεται από εχθρικό βέλος, ένα βαθύ κόκκινο πλημμυρίζει την οθόνη. Ποιητικό. Υπέροχο.



Ο Αλέξανδρος του Oliver Stone δεν αποδίδεται ως καρικατούρα υπερήρωα. Είναι πολύ πιο σύνθετος και επομένως άκρως ρεαλιστικός. Φέρει τα ενοχικά του σύνδρομα (για το θάνατο του πατέρα του), τις αρετές που του εμφύσησε η υψηλή του παιδεία, το παιγνιώδες ελληνικό πνεύμα της αναζήτησης, τα μακεδονικά φιλοπόλεμα ένστικτα, τη χαρισματικότητα του ηγέτη, την ευφυΐα του στρατηγού, τα οιδιπόδεια συμπλέγματα με τη μητέρα του, τις αδυναμίες του. Εκδηλώνει τις εκρήξεις του, τη μεγαλομανία του, βλέπει παντού συνομωσίες, φοβάται. Συνεπαρμένος από τις επιτυχίες του και από τα πλούτη της Ασίας, μεταμορφώνεται. Ο Αλέξανδρος είναι συναισθηματικά ανικανοποίητος. Μπορεί να έχει τα πάντα, αλλά όχι και την ευτυχία. Ζει για την πρόκληση, για την εξερεύνηση των ορίων του, των ορίων του κόσμου του. Όσο για την αμφισεξουαλικότητά του, σε συνέντευξή του ο Oliver Stone δήλωσε ότι μπορεί να προσβάλει κάποιους ανθρώπους, αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η ταινία αναφέρεται σε μία τελείως διαφορετική εποχή με προ-χριστιανικά πρότυπα ηθικής. Άλλωστε, η σχέση του Ηφαιστίωνα με τον Αλέξανδρο απλώς υπονοείται και δεν παρουσιάζεται ως σαρκική επαφή αλλά ως συναισθηματική εξάρτηση.



Βαθμολογία: 8/10



Tip: Με εξόργισε η σεμνοτυφία του ελληνικού υποτιτλισμού. Όταν ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι «Alexander was never defeated, except by Hephaistion’s thights” οι ελληνικοί υπότιτλοι αποδίδουν ότι «Ο Αλέξανδρος δεν νικήθηκε παρά από τον Ηφαιστίωνα», κατακρεουργώντας μία ιστορικά καταγεγραμμένη φράση. Σιγά, μην σπάσουμε τα αυγά!


Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2004

The Incredibles

Εντέλει τα κινούμενα σχέδια έχουν αποδειχθεί η μόνη εγγυημένη επιλογή κινηματογραφικής απόλαυσης. Μετά το περσινό «Finding Nemo», η Disney (ή για να το πω πιο σωστά, η Pixar) επιστρέφει με μία εξαιρετική περιπέτεια φαντασίας. Μία οικογένεια υπερηρώων -ο μπαμπάς Mr. Incredible, η μαμά Elastigirl και τα τρία τους παιδιά- έρχεται αντιμέτωπη με μία κοινωνία που τους φοβάται και τους μισεί επειδή τυγχάνει να είναι διαφορετικοί. Ένας θεότρελος επιστήμονας με το πολύ σχηματικό όνομα Syndrome, κυριευμένος από τη ζήλια και τα κόμπλεξ κατωτερότητας, παγιδεύει τους Incredibles σε ένα εξωτικό νησί -που θυμίζει ταινίες του James Bond- και προσπαθεί να τους εξολοθρεύσει με διάφορα μετατεχνολογικά gudgets και υπερ-όπλα. Τα υπόλοιπα επί της οθόνης.



Εξαίσια αισθητική με ρετρό διάθεση, συμπαθέστατοι πρωταγωνιστές με καταπληκτικές δυνάμεις, φρενήρεις ρυθμοί δράσης, επαρκείς δόσεις χιούμορ και ένα πολύ συνεκτικό σενάριο που κρατάει αναπόσπαστο το ενδιαφέρον. Το concept παραπέμπει φυσικά σε κλασικά comics της αμερικανικής pop culture, όπως οι X-Men και οι Fantastic Four. Αλλά παρότι οι ομοιότητες είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς (το όνομα του Mr Incredible και οι δυνάμεις της Elastigirl παραπέμπουν στον Mr Fantastic –τον αγαπητό μας Reed Richards, οι δυνάμεις της Violet είναι πανομοιότυπες με εκείνες της Sue Richards, ο Frozone κινείται πάνω σε μία παγοστήλη όπως ο Iceman κ.λπ.), το αποτέλεσμα σου δίνει την εντύπωση μίας πολύ πρωτότυπης και διασκεδαστικής παραγωγής.



Δυστυχώς για την Disney αυτή η ταινία φημολογείται πως είναι και η τελευταία συνεργασία της με την Pixar. Ευτυχώς για μας, αμφότερες οι εταιρίες θα βγάζουν από εδώ και στο εξής εκ παραλλήλου δικές τους ταινίες. Περισσότερο animation για όλους!



Βαθμολογία: 8/10


Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts