Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2006

H Δέσποινα, ο Γιωργάκης και ο Κωστάκης χορεύουνε τη σούστα!

Και μετά την ανάπαυλα των διακοπών, επιστροφή στη συνήθη θεματολογία του Τεκμηρίου. Άντε, παραδεχτείτε το ότι σας έλειψα!

Πολιτικά νέα. Η δραματική ψηφοφορία για την ανάδειξη του νέου Προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς θα διεξαχθεί στην Αθήνα στα τέλη Ιανουαρίου. Ο μοναδικός υποψήφιος Γιωργάκης, προπονείται καθημερινά με πουσάπς, κοιλιακούς, εκτάσεις, διατάσεις και επικύψεις. Για παν ενδεχόμενο, το πολιτικό του επιτελείο έχει επεξεργαστεί το σενάριο της ήττας, διότι αντίπαλος μπορεί να μην υπάρχει, αλλά φοβούνται ότι ο Γιωργάκης είναι ικανός και για αυτογκολ στο 90’.

Εντωμεταξύ, η προσπάθεια για ανανέωση του κόμματος σκάλωσε στον κότσο της Ξενογιαννακοπούλου. Επ’αυτού επιστρατεύθηκαν επικοινωνιολόγοι, πολιτικοί αναλυτές, στελέχη του κόμματος και ο Τρύφων Σαμαράς. Οι μεν αναλυτές συνέστησαν άνοδο των αντιπολιτευτικών τόνων, ο δε Σαμαράς εισηγήθηκε γενικό ρεκτιφιέ με μπούκλες στο χρώμα του χαλκού και αστρόσκονη κάτω από τα ζυγωματικά. «Δεν θα μου κάνετε εμένα το κόμμα, Μπαρμπαρέλα!» φέρεται να είπε ο Γιωργάκης, γεγονός που πολύ επλήγωσε την κυρία Άντζελα Γκερέκου, η οποία το πήρε πολύ προσωπικά το θέμα.

Από την άλλη, πρέπει να παραδεχθείς ότι έχουμε κυβέρνηση πολύ εργονομική! Αντί να παιδεύεται ο Κωστάκης με ανασχηματισμούς και να πονοκεφαλιάζει, το κυβερνητικό σχήμα ανασχηματίζεται από μόνο του! Με τις τακτικές (πλέον) αποχωρήσεις υπουργών και υφυπουργών, βρισκόμαστε συνέχεια σε έναν on-going ανασχηματισμό.

Καλλιτεχνικά νέα. Η Δέσποινα Βανδή, που βαρέθηκε να ακούει τις κατηγορίες που της προσάπτουν, περί κοπιαρίσματος της διεθνούς βεληνεκούς καλλιτέχνιδος Άννας Βίσσης, χτύπησε κλαμένη την πόρτα του Φοίβου. «Μη σε νοιάζει βρε κουτό! Θα σου γράψω εγώ ένα τραγούδι που θα κοπιάρει πλήρως την ποντιακή σούστα της Παπαρίζου! Κανείς δεν θα μπορεί να σε κατηγορήσει ότι μιμείσαι τη Βίσση: θα είσαι πλέον φτυστή η Έλενα!» Κραύγασαν χαρούμενοι, αγκαλιάστηκαν και ομοβόησαν ένα ακατάληπτο «Τσάμπι»!

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2006

Άρπα μια Τσέχα και τρέχα!

Κρύο. Διαπεραστικό και επίμονο. Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι πώς να προφυλαχτώ από το κρύο. Ανασκουμπώνομαι.

Να είμαι εγώ πάνοπλος με σκούφο, γάντι, κασκόλ, πουλόβερ και παλτό. Κι εκείνες, να στριφογυρίζουν γύρω μου, ωσάν νεράιδες Τευτονικών μύθων. Διάφανες, ωσάν τα κρύσταλλα της Βοημίας. Δροσερές, ωσάν το καθάριο αεράκι που φυσά πάνω από τον Μολδάβα. Αχ, οι Τσέχες!

Νομίζω ότι μετά τους Ολλανδούς, οι Τσέχοι είναι ο πιο εντυπωσιακός (εμφανισιακά) λαός που συναντώ. Ύψος θεόρατο και λυγερή κορμοστασιά! Κάτι πρέπει να έχει το νερό, δεν εξηγείται αλλιώς: οι πίδακες που αναβλύζουν στο Κάρλοβι Βάρι είναι πλούσιοι σε μεταλλικά στοιχεία και άλατα. Βάλσαμο για τους ρευματισμούς, αλλά όχι ιδιαίτερα εύπεπτοι για το στομάχι. Να σκεφτείς ότι οι αρχές αναγκάζονται να αντικαθιστούν τους σωλήνες της ύδρευσης ανά τακτά χρονικά διαστήματα, διότι τα άλατα σχηματίζουν μία συμπαγή κρούστα που φράζει τη ροή και καταστρέφει το σύστημα! Εντούτοις, οι Τσέχοι θεωρούν ότι μπορείς να πιεις άφοβα το ιαματικό νερό τους, κατεβάζοντας μαζί και ένα ποτήρι μπύρα για να κάψει τα άλατα! Έτσι απλά. Και σε διαβεβαιώνω: παρά το κρύο, οι Τσέχοι γεμίζουν κάθε βράδυ τις παμπ και τα μπαράκια, ξενυχτούν και διασκεδάζουν. Έξω καρδιά!

Η πρωτεύουσα της Τσεχίας, η Πράγα, θεωρείται ζωντανό μουσείο αρχιτεκτονικής: γοτθικές γωνίες, μπαρόκ μαξιμαλισμοί, αρ νουβό αφηγήσεις και ροκοκό τσαχπινιές. Όλα μαζί σε μία αρμονική, διαλεκτική σύνθεση. Περιδιαβαίνοντας τις κεντρικές πλατείες και θαυμάζοντας τα κτήρια, τις γέφυρες, τις αψίδες και τις διακοσμήσεις, σκέφτεσαι ότι αν ένας Τσέχος έρθει στην Αθήνα, θα πάθει τουλάχιστον σοκ με αυτό που θα αντικρίσει. Το μπετόν, το γκρίζο, το άναρχο, το άσκοπο, το θλιβερό. Και μην ακούσω πάλι για τις δαντελωτές μας παραλίες ή για τα αρχαία, διότι τίποτε δεν δικαιολογεί τη σύγχρονή μας αθλιότητα. Συγχύστηκα, πάλι!

Που είχα μείνει; Α, ναι! Το ιστορικό κέντρο της πόλης είναι μία μαγεία. Αν μάλιστα είσαι λιγουλάκι ρομαντικός, θα αφεθείς να σε παρασύρει η ατμόσφαιρα σε παραμύθια με gargoyles που ζωντανεύουν υπό το φως της πανσελήνου, αλχημιστές που κρύβονται στα σπιτάκια της Χρυσής Οδού και το Golem, που ξυπνά κάποιες κρύες νύχτες και οι δαιμονισμένες του κραυγές αντηχούν σε ολάκερη την εβραϊκή συνοικία.

Ναι, αν αφεθείς, θα συνειδητοποιήσεις ότι κάθε κτήριο έχει κάτι να σου πει. Κάθε καλντερίμι, κάποια μυστικά να σου ψιθυρίσει.

Στο προάστιο Angel (που καλά φαντάζεσαι ότι σημαίνει «άγγελος», αλλά πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι προφέρεται «ανιέλ», αγνοώντας προκλητικά την ύπαρξη του «g» εν τω μέσω της λέξης) είχε καταλύσει ο Μότσαρντ για να συγγράψει το «Δον Τζιοβάνι». Στην αγροικία όπου διέμεινε, μπορείς να δεις και σήμερα το πιάνο του και διάφορα άλλα κειμήλια, όπως προσκλήσεις από τις όπερες που είχε ανεβάσει στην Πράγα και κάποιες παρτιτούρες. Το οίκημα δεν είναι σπουδαίο. Αλλά το γεγονός και μόνο ότι περιδιαβαίνεις τα δωμάτια στα οποία συνέθεσε τις μεθυστικές του μελωδίες και συναντάς τα βήματά του, περπατώντας στους κήπους, νομίζω είναι αρκετό για να σου γεννήσει αναμνήσεις από γεγονότα που δεν έζησες και να σε πλημμυρίσει με εικόνες, από εποχές που ουδέποτε αντίκρισες.

Λίγα τετράγωνα παραπέρα, η σύγχρονη Πράγα παραδίδεται στο μέλλον της. Τεράστια εμπορικά κέντρα προσφέρουν σε συσκευασία δώρου, το γνωστό πακέτο καταναλωτισμού (μαγαζιά, κινηματογράφοι, φαστφουντάδικα) και κοιτάζουν περιπαικτικά το βαρύγδουπο παρελθόν της πόλης. Οι τιμές στα περισσότερα καταναλωτικά αγαθά είναι ίδιες –αν όχι υψηλότερες- από τις δικές μας. Οι μισθοί από την άλλη, σαφώς χαμηλότεροι.

Καταλαβαίνεις, ότι η κοινωνία της αφθονίας αφορά λίγους.

Οι συγκοινωνίες είναι πολύ εξυπηρετικές και γρήγορες. Ωστόσο, αν δεν το χειρίζεσαι το τσέχικο, ίσως και να τα βρεις σκούρα, διότι καμία πινακίδα (μα καμία απολύτως) δεν αναγράφει πληροφορίες στα αγγλικά. Πες ότι παίρνεις την κίτρινη γραμμή του μετρό και βγαίνεις στον κεντρικό σταθμό Mustek. Μεγάλε, την πάτησες: αν θέλεις να βγεις από το σταθμό, πρέπει να λύσεις σπαζοκεφαλιά για γερούς λύτες. Στρίψε αριστερά, μετά δεξιά, ανέβα σκάλα, ξανα-στρίψε αριστερά, πήγαινε ευθεία, ανέβα σκάλα, προχώρα, ανέβα νέα σκάλα, στρίψε το δεύτερο διάδρομο αριστερά, ανέβα σκάλα και βγήκες!

Τέλος, σου δίνω συμβουλή: αν ποτέ βρεθείς κατά κει, μην περιοριστείς στις τουριστικές περιηγήσεις της Καστρούπολης και της γέφυρας του Καρόλου. Βρες λίγο χρόνο και ξανοίξου προς τα προάστια. Εκεί που οι εργατικές πολυκατοικίες και οι ρυθμοί της καθημερινότητας, θα σου δώκουν τη γνήσια εικόνα της σύγχρονης Κεντρικής Ευρώπης. Μίας άλλης Ευρώπης που αγωνίζεται να αποδείξει τον εαυτό της. Μίας Ευρώπης που ξέπεσε και καταδικάστηκε μεταπολεμικά στην καθήλωση. Μίας Ευρώπης όμως που σέβεται την ιστορία και τον εαυτό της και πορεύεται προς το μέλλον.

Επιμύθιο.

Μπαίνω σε μαγαζί ο τουρίστας, για να χαζέψω κρυστάλλινα ποτηράκια, βαζάκια και πιατάκια. Και αξάφνου τα ώτα μου αντιλαμβάνονται γνώριμη φωνή, να μου λέει: «Μ’εχεις αρρωστήσει και καλά δεν γίνομαι!» Ορίστε; Κοιτάζω αριστερά και δεξιά, αλλά εις μάτειν! «Σ’έχω στο μυαλό μου και σου παραδίδομαι!» Μην είναι η Καιτούλα κάπου τριγύρω και ψωνίζει κρύσταλλα; Μην έχω οράματα από το κρύο; Μην έχω πέσει πάνω σε εκπομπή του Χρήστου Νέζου με την Καίτη Γαρμπή στην Πράγα; Τίποτα από τα παραπάνω. Απλώς, το ραδιόφωνο του μαγαζιού έπαιζε -εντελώς συμπτωματικά- το (international, απ’ ό,τι φαίνεται) σουξέ της Καιτούλας και ήρθα κι αισθάνθηκα ο Έλληνας μία εθνική υπερηφάνεια και μία ανατριχίλα, μη σου πω! Ορίστε για να μην λες ότι οι έλληνες καλλιτέχνες δεν κάνουν καριέρα στας Ευρώπας!

(Τρέμε Μάγια Τσόκλη. Μπήκα στο τουριστικό ρεπορτάζ.)

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2006

Τα χρονικά της Νάρνια: το Λιοντάρι, η Βασίλισσα και η Ντουλάπα.

Βαρέθηκες και μόνο που διάβασες τον τίτλο; Ε, πού να δεις και την ταινία!

Ένα τσούρμο νήπια στέλνονται από τη μαμά τους σε πύργο της βρετανικής επαρχίας, προκειμένου να γλιτώσουν από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Εκεί, η μικρότερη αδελφή (εφεξής, «μπουμπού») ανακαλύπτει ντουλάπα (!) μέσω της οποίας διαβαίνει το κατώφλι ενός παραμυθένιου κόσμου που λέγεται Νάρνια.

Η μπουμπού κουβαλάει και τα υπόλοιπα τρία αδέλφια της, τα οποία σύντομα μαθαίνουν ότι οφείλουν να επιβεβαιώσουν χρησμό που τα θέλει να σώζουν τη χώρα από την κακιά Βασίλισσα του Χιονιού (η οποία τουλάχιστον, έχει προσεγμένο styling). Ουφ! Δύο φλύαροι κάστορες συνοδεύουν τα πιτσιρίκια στο στρατόπεδο των δυνάμεων του καλού, του οποίου ηγείται ένα λιοντάρι (που και καλά είναι συμβολικό και σταμάτα να γκρινιάζεις). Κατόπιν, η μπουμπού και η παρέα της μετατρέπονται σε super troopers.

Ακολουθεί (η αναμενόμενη) μάχη μεταξύ των καλών και των κακών (όπου κακοί είναι κάτι γελοίοι τερατώδεις τύποι, που θα έλεγα ότι η μόνη απειλή που εγκυμονούν είναι να σε πεθάνουν από τα γέλια, έτσι ψηφιακά χοντροκομμένοι που είναι!), στην οποία γίνεται μεν της Πόπης, εσύ όμως σταλιά αίμα δεν θα δεις (διότι ως γνωστόν, η Disney επιμένει να κάμει ταινίες για όλη την οικογένεια!). Κόκκινο, δεν ήταν κόκκινο. Είχε το χρώμα τ’ουρανού και την αγάπη ενός τρελού.

Αν είσαι κάτω των πέντε ετών, μπορεί και να σε ενδιαφέρει.

Βαθμός: 3/10 (και μην ακούσω καμία σαχλαμάρα περί sequel)

King Kong

Μία wannabe στάρλετ επιβιβάζεται σε πλοιάριο προκειμένου να γυρίσει ταινία σε εξωτική τοποθεσία. Εντούτοις, επειδή ο Διάολος έχει πολλά ποδάρια, το ανυποψίαστο συνεργείο προσαράζει σε μυστηριώδες νησί με σαλεμένους ιθαγενείς, οι οποίοι βουτούν την αφελή ξανθιά με σκοπό να τη θυσιάσουν σε υπερμεγέθες και ολίγον κτηνώδες μαϊμούδι, ονόματι King Kong. Συμπέρασμα πρώτο: αν είναι να σηκωθείς να πας στην Τανγκανίκα, μην βάφεις το μαλλί πλατινέ, καλή μου’ κυκλοφορούν και ιώσεις.

Τη Λόλα απ’τη φωτιά ποιος θα τη βγάλει; Οι άνθρωποι του συνεργείου, με πρωτοστατούντα το σεναριογράφο-ήρωα, επιχειρούν με αυταπάρνηση, μία αποστολή στα σκοτεινά βάθη της ζούγκλας προκειμένου να εντοπίσουν την ξανθιά και να τη σώσουν από του γορίλα τα δόντια. Βεβαίως, τα πράγματα δεν είναι καθόλου -μα καθόλου- εύκολα, καθώς η νήσος είναι τίγκα στο δεινόσαυρο, το φίδι και το έντομο. Συμπέρασμα δεύτερο: αν είναι να σηκωθείς να πας στη Μπόρα-Μπόρα, ένα αουτάν, βάλτο στην τσάντα να σου βρίσκεται.

Κι ενώ το συνεργείο είναι στα πρόθυρα της γενοκτονίας, η καρδιά της κουκουρούκου ξανθιάς αρχίζει να σκιρτάει για το κτηνώδες μαϊμούδι, αποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες τον άντρα τον θέλουνε μα τελείως κρετίνο. Οι δυο τους αγναντεύουν το ηλιοβασίλεμα, κάνουνε τρελίτσες, παραδίδονται στα μέλια. Εντωμεταξύ ο σεναριογράφος-ήρωας (που θα τον επείς και μαλάκα, σε αυτό το σημείο) και αφού καταφέρνει να γλιτώσει από δεινόσαυρους, αράχνες, σκορπιούς και νυχτερίδες, φθάνει εντέλει στο κονάκι του King Kong, για να βρει την καλή του να κοιμάται στην αγκαλιά του τέρατος («όχι αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις!»).

Εντέλει, όχι μόνο καταφέρνουν να αποδράσουν αλλά πακετάρουν το θηρίο, το μεταφέρουν στη Νέα Υόρκη και το βγάζουν στο κλαρί, σε πολλά υποσχόμενη παράσταση, τύπου Τσαλίκης-Βανδή. Όμως ο King -που είναι κατά βάθος αισθηματίας- εγκαταλείπει ασθμαίνως δόξες, φώτα, γαρδένιες και παλκοσένικο, για να αναζητήσει την καλή του, σε ένα ερωτικό ξέσπασμα που φθάνει μέχρις τελικής πτώσεως (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Συμπέρασμα τρίτο: το (…) σέρνει γορίλα.

Μου άρεσε; Πολύ. Το προτείνω; Ανεπιφύλακτα. Εντυπωσιακό, χορταστικό και γεμάτο. Η πρώτη ώρα σε κουράζει λιγάκι, αλλά όταν παίρνει φόρα, φόρα κατηφόρα, ο Θεός ο ίδιος δεν το σταματά.

Βαθμός: 8/10 (το καλύτερο blockbuster της σεζόν)

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2006

Το μακρύ μας ταξίδι από το 5 ως το 6.

Δεν ξέρω για το δικό σου το 5, αλλά το δικό μου αδιάφορο θα το έλεγες, κουραστικό θα το έλεγες, «μία από τα ίδια» (σίγουρα) θα το έλεγες. Νομίζω ότι συνολικά δούλεψα παραπάνω, διασκέδασα λιγότερο, οι χαρές μου ήσαν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, οι λύπες μου το ίδιο. Τουλάχιστον το ισοζύγιο ήταν ισορροπημένο και άρα μπορώ να ξεκινήσω σήμερα την καινούργια χρονιά, χωρίς χρωστούμενα. Καλό κι αυτό.

Εντάξει, οι προσδοκίες που επενδύουμε σε κάθε αρχή και σε κάθε ξεκίνημα, είναι κατά βάση αφελείς και το ξέρω. Αλλά δε βαριέσαι, μεταξύ της αφρώδους γεύσης που μας έχει αφήσει ακόμα στα χείλη η σαμπάνια, της μελωδίας από το Γαλάζιο Δούναβη που μας παίζουν τα βιολιά της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας στη Βιέννη και του διονυσιασμού στον οποίο (καλώς) ενδώσαμε τρώγοντας και πίνοντας όλες αυτές τις ημέρες, μπορούμε –νομίζω- να παραδοθούμε σε μία άνευ όρων, αισιοδοξία για το μέλλον μας. Όταν το στομάχι σου είναι γεμάτο, όλα δείχνουν λιγότερο τρομακτικά.

Άλλωστε, το 6 ακούγεται πιο συμπαθητικό και ως νούμερο. Είναι ζυγό, στρογγυλεμένο, διαιρείται βρε παιδί μου και με το 2 και με το 3 (χαρακτηριστικά που πάντοτε μετράνε, σε ένα έτος). Άσε που δεν είναι και δίσεκτο: ο Φλεβάρης του θα τελειώσει στις 28 και δεν θα μας τα πρήξει (αυτή η extra μέρα κάθε τέσσερα χρόνια, με σκοτώνει). Κι επιπλέον, έχουμε να περιμένουμε πράγματα μέσα στο 6: ανασχηματισμούς, δημοτικές εκλογές, μουντιάλ, το Fame Story 4. Ανασκουμπώσου, ντε!

Χρόνια σου πολλά, λοιπόν! Σου εύχομαι λιγότερες αναβολές και παρατάσεις. Όσα θέλουμε να κάνουμε και τα μεταθέτουμε για ένα αόριστο μέλλον (που πάντα κυνηγάμε και ποτέ δεν έρχεται), να τα κάνουμε σήμερα. Τώρα, ει δυνατόν (άντε, ντύσου και σβέλτα!). Η ευτυχία μας ας μην αργήσει ούτε μία μέρα ακόμα.

Και για τα άσχημα –που κι ας τα απευχόμαστε, θα έρθουν- εύχομαι να αντλήσουμε ικανές δυνάμεις από μέσα μας, για να τα αντιμετωπίσουμε. Με ένα «χόκους-πόκους», ένα μαγικό κούνημα της μυτούλας κι ίσως, ένα «σούπερκαλιφρατζιλιστικ εξπιαλιντόσιους», το ζεστό φως μίας καταγέλαστης λιακάδας να διώξει τα σκοτάδια μας.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts