Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2006

Καλή χρονιά μπαγάσικο μικρό!



Φύσηξε τη φλόγα.

Όχι με τόση δύναμη ντε, θα τη σβήσεις. Και δεν θέλεις να τη σβήσεις ακόμα. Φύσα την απαλά. Ίσα να την ταράξεις. Πλησίασε το στόμα σου και ψιθύρισέ της. Γήτεψέ την με τα μυστικά σου και ανάγκασέ την να σου χορέψει. Έτσι μπράβο!


Τώρα θέλω να κλείσεις τα μάτια σου και ν’αφήσεις πίσω όλα εκείνα που σε πλήγωσαν. Δεν τα χρειάζεσαι, σήμερα. Είναι η ευκαιρία σου να τα καταχωνιάσεις βαθιά μέσα στο μπαούλο σου και –εμπιστεύσου με σ’αυτό που θα σου πω- μετά από χρόνια, δεν θα σου φαίνονται πια τόσο θλιβερά.

Αντ’αυτών, φέρε στο νου σου τις στιγμές που ζωγράφισαν χαμόγελα στο πρόσωπό σου. Που αγκαλιάστηκες και φιλήθηκες. Που ακούμπησες. Μαλακά. Και τρυφερά. Συνέλεξε τις στιγμές αυτές και αποθησαύρισέ τις στη θύμησή σου.

Τώρα μπορείς να γυρίσεις σελίδα στο λεύκωμά σου.

Είσαι εν αναμονή μπαγάσικο μικρό και μετράς ανάποδα στιγμές. Για να μεταβείς στο αύριο. Το δικό σου, ολόδικό σου αύριο. Κι είσαι γιομάτο προσδοκίες για συναντήσεις. Γλυκά συναπαντήματα μ’αυτούς που αγάπησες, αγαπάς και θέλεις ν’αγαπήσεις. Αυτούς που πόθησες, ποθείς και θέλεις να ποθήσεις. Για να κουρνιάσεις δίπλα τους και να γουργουρίσεις από τη μέθεξη της επαφής των.


Κλείσε τα μάτια και κάνε μία ευχή. Μη βιάζεσαι. Δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεσαι. Σκέψου τι είναι αυτό που λαχταράς πιότερο και μην το μαρτυρήσεις. Σσσσσς!


Ας κάνουμε μία πρόποση για σένα. Ειδικά αφιερωμένη. Στην υγειά σου, μπαγάσικο μικρό! Ας είναι το μετέπειτα, γλυκό κι αφράτο. Σαν ετούτη δω τη σοκολατένια τούρτα. Κάθε μπουκιά της, ένας ζαχαρώδης πειρασμός. Κάθε κομμάτι της, ένας παράδεισος γεύσεων. Έτσι να’ναι η ζωή σου.


Τώρα, φύσηξε τη φλόγα. Απαλά.

Καλή σου χρονιά!

Βρήκες τι θα μου πάρεις στις γιορτές;

Πώς τα καταφέρνω κάθε Δεκέμβρη και τιγκάρω το πρόγραμμά μου με δεκάδες τρεξίματα και υποχρεώσεις, δεν το’χω καταλάβει! Διότι κανονικά, όταν αναφέρεσαι στα Χριστούγεννα, φαντασιώνεσαι ατελείωτες ξάπλες στον καναπέ, βουνά από μελομακάρονα και κουραμπιέδες, παιδάκια να τραγουδάνε τα κάλαντα, αγγελάκια να παιανίζουν ύμνους και την Έφη Θώδη να χαστουκίζει το μικρό τυμπανιστή στο ρυθμό του ταρα-παρα-παμ! Σωστά;

Λάθος! Το πνεύμα των Χριστουγέννων επιτάσσει μία πληθώρα από δουλειές (φαινομενικά ευχάριστες, αλλά μουλωχτά επίπονες), τύπου κατέβασε το δέντρο από το πατάρι, συναρμολόγησε και στόλισέ το, πήγαινε αγόρασε νέα φάτνη -διότι λόγω της φθοράς του πανδαμάτορος χρόνου, στην παλαιά μου φάτνη είχε καβαλήσει η Παρθένος την καμήλα του μάγου, στην αγκαλιά της βρισκόταν ένα Χερουβείμ που είχε αποκολληθεί από την οροφή, το θείο βρέφος είχε αυτομολήσει προς άγνωστη κατεύθυνση, ενώ είχαν απομείνει δύο πρόβατα με φωτοστέφανα να κοιτάνε απορημένα το κενό-, πλήρωσε τους ατελείωτους λογαριασμούς (φώτα, νερά, τηλέφωνα, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλειες) και αφού τελειώσεις με όλα τα υπόλοιπα, ξαμολήσου στην αγορά για τα καθιερωμένα δώρα.

Και βεβαίως υπό κανονικάς συνθήκας, το shopping είναι μία ασχολία αγχολυτική και εξαιρετικά ευχάριστη. Ουχί όμως τις ημέρες των γιορτών! Διότι φεύγεις από το σπίτι σου από τ’αξημέρωτα γιομάτος προσδοκίες και ιδέες για να συνειδητοποιήσεις σύντομα ότι βρίσκεσαι εν τω μέσω λαοθάλασσας, ψάχνεις απεγνωσμένα να βρεις να παρκάρεις, τρέχεις ωσάν μανιακός να συνωστιστείς ανάμεσα στα πλήθη για να εντοπίσεις το πουλόβερ το τσίλικο για το μπαμπά και το σάλι το μάλλινο για τη θεία Ευλαμπία, μαλλιοτραβιέσαι στις ουρές, στα ταμεία και στο πακετάρισμα, ενώ γυρίζεις αργά το βράδυ ημιλυπόθυμος στο σπίτι και πνίγεις τον πόνο σου στις δίπλες και τα τσουρέκια -ξέσπασμα που όλοι ξεύρουμε ότι θα πληρώσεις πολύ ακριβά στο μετεορταστικό σου hangover.

Και καλά να ξεύρεις και να έχεις σκεφθεί εκ των προτέρων τι θέλεις να πάρεις στον καθένα! Εκεί μιλάμε για ιδανικές καταστάσεις. Συνήθως δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι να πάρεις και προσπαθείς αγωνιωδώς να σκεφθείς κάτι πρωτότυπο, χρήσιμο και συνάμα γουστόζικο για τους φίλους, συγγενείς και γνωστούς. Έλα όμως που δρόμο παίρνεις, δρόμο αφήνεις και δεν βρίσκεις μα τίποτα απολύτως! «Αυτό είναι πολύ χαζό, δεν θα γελάσει.» «Εκείνο είναι πολύ προσωπικό, θα με παρεξηγήσει.» «Και σιγά μην της πάρω ετούτο το πανάκριβο, τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν την συμπαθώ και τόσο πολύ –άσε που μπορεί εκείνη να μην μου έχει πάρει και τίποτα η γουρούνα!»

Εκεί είναι που το παθαίνεις το shoppers shock (= αγχωτική κατάσταση παραληρήματος κατά την οποία ο shopper συνειδητοποιεί με τρόμο την αδυναμία του να αντιστοιχίσει τα κατάλληλα δώρα με τους σωστούς αποδέκτες), φρουμάζεις καταμεσίς του πολυκαταστήματος, πετάς τα αντικείμενα από τα ράφια, φτύνεις τις πωλήτριες (που αδυνατούν να σου παράσχουν κατανόηση και λύση στο πρόβλημά σου), ενώ καταλήγεις να σε μαζεύουνε κακήν κακώς οι σεκιουριτάδες από το πάτωμα. Διότι άκουσέ με και βάλτο καλά στο μυαλό σου: τα «πρωτότυπα, χρήσιμα και συνάμα γουστόζικα» πράγματα έχουν και το μη παρέκει τους. Αντίθετα με τα όρια της υπομονής σου, εκείνα δεν είναι ανεξάντλητα!

Άντε βρε, καλές γιορτές να’χουμε!

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2006

Survivor: Turkiye - Yunanistan

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται και πάλι, ουχί στο Αιγαίο ή στην Κύπρο, αλλά στα νερά του Παναμά, όπου διαδραματίζεται το πολύπαθο Survivor που κάποτες δοξάστηκε από έναν Ηλία Βαλάση και μία Ορθούλα Παπαδάκου.

Ας το πιάσουμε το πράγμα από την αρχή. Για το καλωσόρισμα, η παραγωγή καλεί τους παίκτες σε τάχα-μου τάχα-μου σουαρέ επί σκάφους, όπου τρώνε, πίνουν και επιδίδονται σε καρσιλαμάδες. Εκεί που είχανε γλαρώσει και τρίβανε την οδοντογλυφίδα στο δόντι, τους ανακοινώνεται ότι το παιχνίδι ξεκινά και πως πρέπει να βουτήξουνε με τα πουκαμισάκια τα λινά, τα μοκασίνια και τα τακούνια για να κολυμπήσουνε ως ένα γειτονικό ψαροχώρι προκειμένου να αγοράσουνε ό,τι νομίζουν πως θα τους χρειαστεί στην επικείμενη παραμονή τους στη νήσο. Έλληνες και Τούρκοι ξεβράζονται στην ακτή, τρέχουνε στο τριτοκοσμικό το μικρομάγαζο κι αδειάζουνε τα ράφια με τα νουνού και τα χαρτιά υγείας, ωσάν να είχε βγει το Σισμίκ στη Θάσο. Αλλά επειδής η έλλογη διαχείριση χρημάτων δεν είναι το φόρτε μας, σύντομα μένουνε όλοι ταπί, φρενιάζουν που δεν περνάει η Mastercard Visa, γυρνάει το μάτι τους ανάποδα και αποφασίζουν να επιδοθούν σε πλιάτσικο βουτώντας κότες, μπανάνες και απλωμένες κυλόττες. Βγαίνει η Κάρμεν Μιράντα, η μαμά-γιου-κέρο στην αυλή να δει αν στέγνωσε η μπουγάδα και βλέπει έναν τούρκο να τρέχει με το ζιπ κιλότ της και μία ελληνίδα να φοράει την καλή της την κελεμπία με τα εμπριμέ παπαγαλάκια!

Κι αν αυτό σου κάμει σε καφρίλα, δεν έχεις δει ακόμη τίποτα. Όταν εντέλει φθάνουν στο νησί τους, αρχίζουνε οι έριδες και οι κατινιές: μακρυμάλλης μποέμ τύπος ονόματι Παντελής δηλώνει πως τους Τούρκους ούτε να τους χέσει και με κάθε ευκαιρία προβαίνει σε βαρυσήμαντες δηλώσεις για την τιμή και την υπερηφάνεια του έθνους, ανάγοντας νίκη σε αγώνισμα-τύπου ποιος θα ανάψει πρώτος την κουκουνάρα- σε επιτυχία εφάμιλλη ενός Καραϊσκάκη κι ενός Κολοκοτρώνη. Άλλος έλληνας παίκτης τα πετάει όλα έξω από την πρώτη μέρα και τριγυρνά με αδαμιαία περιβολή αναγκάζοντας τον καμεραμάν να θολώσει την εικόνα στα επίμαχα σημεία, τους υπόλοιπους παίκτες να αναφωνήσουν «banana» και την παραγωγή να του δείξει την έξοδο από το παιχνίδι. Τέλος, έτερος μακρυμάλλης τύπος ονόματι Γιάννης, πιο cool και πιο μπερμπάντης, βρίσκεται σε ρομαντικό δείπνο με τουρκάλα κορασίδα και την ρωτά με νόημα: «Baklavas is Greek or Turkish?».

Η ουσία όμως της ελληνοτουρκικής φιλίας πραγματώθηκε στο ειδύλλιο (?) μεταξύ της ελληνοπούλας Νάντιας και του τουρκαλά Σελίμ. Ο δεύτερος μπορεί εντέλει να μην έφθασε στην τελική τετράδα αλλά σύμφωνα με την πάντα έγκυρη Espresso είναι έτοιμος να βουτήξει στην κολυμπήθρα και να βαφτισθεί χριστιανός για τα μάτια της καλής του! Η οποία Νάντια είχε πρώτα κλέψει την καρδιά αλαφροΐσκιωτου τούρκου παίκτη ονόματι Ονούρ, με μενταγιόν Ατατούρκ και ασορτί καδένα, ο οποίος δήλωνε μεν πολύ πατριώτης αλλά επειδή ήταν κι αισθηματίας, δεν δίσταζε να μπήξει και τα κλάματα, αηδιασμένος από τα ενδοφυλετικά μίση και πάθη της τουρκικής ομάδας!

Όμως, ο καλύτερος όλων ήταν ο φιναλίστ Ντέρια. Φάτσα που σου κάνει κάτι σε Ανατολία, βλέμμα που παραπέμπει σε ναργιλέ και παζάρι με μπουχάρες, κουτοπονηριά και ακατάσχετη μπρουταλιτέ. Οι συμπαίκτες του θέλανε να τον πετάξουν όξω από την αρχή, επομένως πολύ αγαπητό δεν θα τον πεις. Εντούτοις ουχί μόνο παρέμεινε αλλά και εκτόπισε όλους τους υπόλοιπους τούρκους, αποδεικνύοντας ότι τη φινέτσα πολύ ενίκησαν, τη μπίχλα κανείς.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts