Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2007

Ουκ εν τω πολλώ το ευ!

Πριν τρία χρόνια πήρα ένα ασύρματο τηλέφωνο. Δεν θα το έλεγες πολύ εξελιγμένο, αλλά μια φορά τη δουλειά του την έκαμε. Και μπορεί να είχαν ξεθωριάσει τα νουμεράκια στα πλήκτρα, πάνω στο εξάμηνο χρήσης, αλλά δεν με πείραξε! Ε, μη μου πεις πως δεν τα ξεύρεις πια διαισθητικά τα νουμεράκια' τι διάολο εξασκούμεθα τόσα χρόνια στο zapping; Αλλά μωρέ δεν είναι μόνο αυτό: είχε αποκτήσει και μία ελαφρά θαμπάδα στο καντράν. Του τη δικαιολογούσες όμως και αυτή, διότι του προσέθετε μία ρετρό διάθεση πολυκαιρισμένης συσκευής που είχε ακούσει κι είχε πει πολλά! Σχημάτιζες ένα νούμερο και ζούσες μ’ένα σασπενς: πήρα τη Λίτσα ή θα μου βγει κάνας άσχετος; Αλλά δε βαριέσαι' όλα στη ζωή, τζόγος είναι! Βέβαια μετά άρχισαν να φθείρονται και τα πλήκτρα. Αυτόν τον αναθεματισμένο τον άσσο, δεν μπορούσες να τον πατήσεις μα με τίποτα. Πες ότι –χτύπα ξύλο- κάτι σου συνέβαινε βρε αδελφέ κι έπρεπε να πάρεις ένα 166, να σε προλάβουνε στη δύσκολη τη στιγμή. Ένα 100, να ‘ρθούνε να σε σώσουνε! Μην πας μακριά: την ώρα να ήθελες να μάθεις, ε δεν μπορούσες. Έπρεπε πάνω στη φούρια σου, να βρεις μυτερό αντικείμενο και να αρχίσεις να σκαλίζεις και να πατικώνεις με βία τον άσσο για να σχηματίσεις τον αριθμό. Στο μη παρέκει έφθασα όταν συνειδητοποίησα ότι είχα αρχίσει να αποξενώνομαι από γνωστούς και φίλους που είχαν άσσο στο τηλέφωνό τους. Ένα δράμα σου λέω!

«Πάει και τελείωσε, θα πάρω καινούργιο τηλέφωνο!» σκέφθηκα και κίνησα για τον Κωτσόβολο. Εκείνον τον μεγάλο, τον ατελείωτο που βρίσκεται στο Mall. Διότι αν θέλεις να αγοράσεις μία καινούργια συσκευή, καλό είναι να διαλέξεις μεταξύ μίας μεγάλης γκάμας επιλογών. Να έχεις καμιά δεκαριά μοντέλα μπροστά σου, με τα καρτελάκια τους και τις τιμούλες τους και να επιλέξεις αυτή που θα σου κάνει το κλικ. Πρωί, πρωί Σαββάτου εισέρχομαι αποφασισμένος στο κατάστημα. Αφού διέσχισα τους διαδρόμους με τους αποχυμωτές και τα σεσουάρ, με τα mp3 players και τα ηχοσυστήματα, με τις τηλεοράσεις και τα πλυντήρια έφθασα στο τμήμα με τα ασύρματα τηλέφωνα. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για μία απλή "γκάμα επιλογών": έβλεπα ασύρματα τηλέφωνα μέχρι που χανόταν το μάτι μου στον ορίζοντα. Ο κακός χαμός σου λέω, σε όλα τα μεγέθη και τα σχήματα! Σύνθετες συσκευές, αν είσαι τεχνοφρικ. Απλές με μεγάλα πλήκτρα, αν είσαι γκαγκά. Κόκκινες αν είσαι Ολυμπιακός. Με δύο ακουστικά, αν μένεις σε δίπατη μεζονέτα στον Άγιο Στέφανο και θέλεις να ενδο-συνομιλείς με τους οικείους σου. Με έγχρωμη οθόνη, αν θέλεις να παίζεις και παιχνίδια. Με πολυτονικούς ήχους, αν θέλεις να σου τραγουδάει η Χρύσπα κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο...

Lido Contemori, Testa
Περιττό να σου πω ότι έπαθα λαλά. Πες μου εσύ τι θα επέλεγες στη θέση μου. Κάτι μικρό και κομψό; Ή μήπως ένα πολυμορφικό, με ραδιόφωνα, ξυπνητήρια και της Παναγιάς τα μάτια; Κάτι φθηνό (τύπου κινέζικο και πανάγνωστο), που δεν θα προλάβει να σβήσει το πρώτο του κεράκι και θα το στείλεις για ανακύκλωση; Ή καλύτερα, ένα επώνυμο και σίγουρο που μπορεί να το πληρώσεις κάτι παραπάνω, αλλά παίζει και να το κρατήσεις δυο-τρια χρόνια να το χαρείς; Άρχισα ν'ανάβω, να ιδρώνω και να ξεφυσάω! Να επιλέξω βάσει της τιμής; Της ποιότητας; Της αισθητικής; Των τεχνικών χαρακτηριστικών; Των συμβουλών της πωλήτριας; Του προσωπικού ενστίκτου; Βρε μήπως να μην έπαιρνα τηλέφωνο και να έπαιρνα έναν αποχυμωτή που ήταν και σε προσφορά;

Αγχωμένος και αποκαμωμένος, άρχισα να ελπίζω σε κάποιο θείο όραμα. Ν’ανοίξουν οι ουρανοί (ή έστω η οροφή του καταστήματος), να εμφανισθεί η Αγία Αθανασία-μεγάλη-η-χάρη-της (με σύννεφο και αγγελάκι μπορντούρα -μην κάνουμε οικονομίες στο μεταφυσικό!) και να μου επιδείξει μία συσκευή να τελειώνουμε. Να μου πει βρε παιδί μου, ένα “εν Samsung SP3498 νίκα!», να ξεύρω πως θα πορευθώ ο χριστιανός. Αλλά θέλεις που έχει δουλειές η Αγία, θέλεις που είμαι κομματάκι άθεος, σιγή από την ψευδοροφή και όλη η ευθύνη πάνω μου.

Κοιτάζω το ρολόι και διαπιστώνω ότι θα ’μαι και τρία τέταρτα μέσα στο κατάστημα! Στο μεσοδιάστημα είχα διαβάσει όλα τα καρτελάκια, είχα κάνει λίστα με τα πέντε καλύτερα και τα πέντε χειρότερα βάσει τιμής, είχα επιλέξει το miss-καλύτερο ακουστικό, είχα μάθει το όνομα της πωλήτριας και τα προσωπικά της, είχα προσπαθήσει ματαίως να καταλήξω κάπου δια της ατόπου, τα είχα βγάλει και με αμπεμπαμπλομ, αλλά αποτέλεσμα ουδέν! Στα όρια μου είχα φθάσει, σου λέω! Κοιτάω δεξιά-αριστερά, σφίγγω τα δόντια, βουτάω ένα-όποιο βρέθηκε μπροστά μου και τρέχω στο ταμείο! Με μία ανακούφιση βγήκα από το κατάστημα, λες και μόλις τελείωσε μεγάλη κι επίπονη δοκιμασία.

Και καλά, πες το τηλέφωνο είναι και συσκευή, έχει ένα κόστος και μία βαρύτητα. Αλλά το άγχος των επιλογών δεν σταματά εκεί. Εκτείνεται σε κάθε βόλτα στα μαγαζιά, σε κάθε επίσκεψη στο σούπερμαρκετ. Ποια οδοντόκρεμα να πάρεις; Ποιο απορρυπαντικό για τα ρούχα; Ποιο αποσμητικό χώρου; Ποιο είδος ψωμιού; Και πες ότι απεφάσισες και βγαίνεις να πιεις έναν καφέ στα Flocafe (ή μήπως στα Starbucks; ή έναν στο χέρι από το Γρηγόρη, μαζί με μία τυρόπιτα; ή μήπως σπανακόπιτα;). Κάθεσαι στο τραπεζάκι και παίρνεις στα χέρια σου τον κατάλογο. Σελίδες επί σελίδων με τους καφέδες. Και πάρε ο φρεντοτσίνο και δώσε ο καπουτσίνο αμαρέτο. Ένα δράμα ζεις, ο καταναλωτής. Διότι μπροστά σε αυτή την πληθώρα επιλογών, σε πιάνει ένα άγχος, νιώθεις μία ανασφάλεια (Και τι θα γίνει αν μετά τα κλαίω τα λεφτά μου; Αν μετανιώσω; Θα με ικανοποιήσει αυτή η επιλογή ή θα απογοητευθώ; Μήπως υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω; Πιο χρήσιμο, πιο νόστιμο ή πιο συμφερτικό;). Χρειάζεσαι πληροφόρηση. Και μία δεύτερη γνώμη. Και χρόνο για να σκεφθείς. Να συγκρίνεις. Να καταλάβεις. Κι εντέλει, να καταλήξεις.

Κι εκεί που νομίζεις ότι έχεις επιλογές, γίνονται αυτές ωκεανός και μένεις εσύ να παλεύεις με τα κύματα και τους καρχαρίες της κατανάλωσης.

[Σχετικώς
, διάβασε το εξαιρετικό βιβλίο του Barry Schwartz, “The Paradox of Choice: Why More is Less”.]

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2007

Το παράθυρο

Το βράδυ εκείνο ήταν ήσυχο. Ίδιο με το χθεσινό. Και με το αμέσως προηγούμενο. Ο κ.Παναγιώτης έσβησε το καντηλέρι και το φεγγαρόφωτο τρύπωσε δειλά μέσα από τις γρίλιες του μεγάλου παραθύρου, ίσα να ξεγελάει το σκοτάδι. Από τη μέσα κάμαρη ακούγονταν οι ψίθυροι των «θηλυκών». Έτσι αποκαλούσε τη γυναίκα του και την αδελφή της, πειράζοντάς τες. Κι εκείνες κάθε φορά που τον ακούγανε να τις φωνάζει έτσι, μορφάζανε επικριτικά.

Λίγο πριν πουν την τελευταία καληνύχτα, το συνήθιζαν να πιάνουν την κουβέντα τα θηλυκά. Για τα νέα της αυλής, την κυρα-Πέρσα και τα καμώματά της. Για τις δουλειές και το φαγί που θα κάμανε την επομένη. Κι αφού απεφασίζανε ποια θα τρίψει τη μπουγάδα και ποια θα στρώσει τα κρεβάτια, παραδίδονταν στο Μορφέα καθησυχασμένες.

Ο κ.Παναγιώτης ήταν ο τελευταίος που έπεφτε για ύπνο. Είχε βρει τη βολή του στο ντιβάνι του μεγάλου δωματίου. Από το παράθυρο που είχε δίπλα του, αφουγκραζόταν τους ήχους του δρόμου. Κι ήτανε ήσυχος δρόμος η Αλκμένους. Τα βράδια, νεκρικά ερημικός. Έκλεισε τα μάτια του κι αντάλλαξε την κόπωση της μέρας με το γλυκό νανούρισμα του γρύλου.

Ξαφνικά, πετάχτηκε ολόρθος και μπερδεύτηκε ο ύπνος με τον ξύπνιο του: κάποιος ήτανε στην πόρτα! Τα χτυπήματα γίνονταν ολοένα και πιο δυνατά. «Σους» ψιθύρισε επιτακτικά στα θηλυκά, που ανασηκώθηκαν τρομαγμένα στο διπλοκρέβατό τους. Ποιος μπορεί να’ναι εν τω μέσω της νυχτιάς; Μήπως ψάχνουνε κανέναν πατριώτη πάλι οι γερμαναράδες; Που κακό ψόφο να’χουνε! Δεν είπαν ότι θα ξεκουμπιστούν σήμερα αύριο από τα χώματά μας;

Κοντοζύγωσε στην πόρτα.

«Ποιος είναι;» ρώτησε κάπως φοβισμένα.

Καμία απάντηση.

«Είναι κανείς εκεί έξω;» ρώτησε λίγο πιο νευρικά.

Σιωπή.

Άνοιξε δειλά την πόρτα. Δε φαινότανε ψυχή. Έριξε μία γρήγορη ματιά αριστερά/δεξά, μα ο δρόμος ήταν έρημος.

Τι χουνέρια είναι τούτα βραδιάτικα; Έχει όρεξη κανείς γι’αστεία τέτοιες ώρες; Και σε τέτοιες εποχές;

Αφού σιγουρεύτηκε, κλειδαμπάρωσε και πήρε μία ανάσα ανακούφισης. «Δεν είναι κανείς. Άντε, κοιμηθείτε!» είπε στις γυναίκες κι επέστρεψε στα παπλοσέντονά του.

Δεν πέρασαν δύο στιγμές και κάποιος άρχισε να χτυπά και πάλι την πόρτα. Και τούτη τη φορά οι χτύποι ήσανε δυνατοί. Αποφασιστικοί. Σε κατάσταση πανικού, κουτρουβαλιάστηκε κατά μεσής του δωματίου και έφθασε κακήν κακώς πίσω από την πόρτα.

«Ποιος είναι;» ρώτησε και πάλι.

Αλλά απάντηση, δεν έλαβε ποτέ.

Πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσει ακούστηκε ένας εκκωφαντικός κρότος και το σπίτι σείστηκε συθέμελα. Το παράθυρο ξεκόλλησε από τη θέση του και χοντρά κομμάτια από το τζάμι καρφώθηκαν στο ντιβάνι. Θρύψαλα σκορπίστηκαν σε όλο το δωμάτιο. Κι ακούστηκε μία βοή που εξαπλωνόταν σε όλη την Αθήνα.

Ένα μανιασμένο γερμανικό αεροπλάνο έσχιζε τον αττικό ουρανό και βομβάρδιζε την πόλη. Στριγκλιές ακούονταν από τα διπλανά σπίτια. Και σκόνη έπνιξε τους σκοτεινούς δρόμους.


[Η ιστορία είναι πραγματική και συνέβη την τελευταία ημέρα πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Αθήνα. Ο κ.Παναγιώτης ήταν ο καλύτερος φίλος του παππού μου. Πολλές φορές διηγιόταν την εμπειρία εκείνης της νύχτας, θεωρώντας ότι χρωστούσε τη ζωή του σε εκείνο το μυστηριώδη –σχεδόν μεταφυσικό- χτύπο της πόρτας. Εκείνον το χτύπο που τόσο επιτακτικά τον σήκωσε από το ντιβάνι στο οποίο κοιμόταν και τον γλίτωσε από τη βόμβα που έπεσε έξω από το παράθυρό του.]

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2007

Θα ζήσω γιατρέ;

Έχεις ακούσει στην τηλεόραση τις στατιστικές για τις ιώσεις που θερίζουν τη χώρα; Ε λοιπόν έπεσα κι εγώ, θύμα! Όχι των στατιστικών ντε: της ίωσης! Που ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που την κόλλησα! Να έχει ανέβει ο πυρετός στα 39 ακατέβατα και να καταπίνω δυο-δυο τ’αντιπυρετικά σα να’ταν καραμελίτσες.

Το καλό βέβαια του να είσαι άρρωστος είναι ότι δεν δουλεύεις και βλέπεις άπειρη τηλεόραση. Το τι αναλύσεις για το τρομοκρατικό χτύπημα έχω δει το τελευταίο τετραήμερο, δε σου λέω τίποτα! Ξεκινάω από τ’αξημέρωτα με τον Αυτιά, τον Καμπουράκη και τον Παπαδάκη, συνεχίζω με την Πόπη Τσαπανίδου αν έχεις το Θεό σου και καταλήγω να βλέπω όλα τα μεσημεριανά δελτία για να εμπεδώσω τις ειδήσεις, τα απογευματινά για να τις αποστηθίσω και τέλος τα βραδινά για να τις καλο-χωνέψω.

Στο ενδιάμεσο όλης αυτής της ενημέρωσης, βλέπω εκπομπές lifestyle. Ήτοι Τατιάνα, Λαμπίρη και τα παιδιά του Κους Κους. Όπου έμαθα πολύ σημαντικά πράγματα, όπως για παράδειγμα ότι ο Κεντέρης παντρεύτηκε (δεν την ξέρουμε τη νύφη) αλλά δεν κάλεσε τον πρώην προπονητή του Κώστα Τζέκο, ότι ο Άνθιμος Ανανιάδης (ο μορφονιός που πρωταγωνιστεί στη «Μαρία την άσχημη») τα είχε και καλά με την Καλομοίρα αλλά χωρίσανε προσφάτως και ότι το κολλαγόνο που προσέθεσε η Χριστίνα Δελλή στα χείλη της ήρθε και απαυτώθηκε κι έγινε το στόμα της ωσάν σωσίβιο του Τιτανικού (εντούτοις η Χριστίνα συνεχίζει κανονικά τις ενέσεις μπότοξ στα μάτια της). Επίσης έμαθα ότι η οδοντίατρος-celebrity Χριστίνα Ιακωβίδου δεν πρόκαμε εφέτος να πάει στις Χρυσές Σφαίρες διότι είχε πολύ δουλειά στο ιατρείο, αλλά υποσχέθηκε ότι θα παρευρεθεί στα Όσκαρ και θα πάρει κατόπιν σβάρνα τις μεσημεριανές εκπομπές για να μας διηγηθεί σεμνά και ταπεινά τις εντυπώσεις της.

Τέλος έμαθα ένα σωρό πληροφορίες για τη Eurovision, όπου και καλά θα είχαμε ένα μπουκέτο καλλιτεχνών μεταξύ των οποίων θα επιλέγαμε τον κατάλληλο, αλλά οι περισσότεροι λάκισαν κι απόμεινε ο Δάντης, η Τάμτα (ή αλλιώς, Πατατούφα!) και ο Σαρμπέλ (ή μήπως Σαμπρέλ;) να διεκδικούν το πολυπόθητο εισιτήριο. Οι φήμες λένε ότι οι C:Real απεφάσισαν την τελευταία στιγμή να απέχουν (διότι είναι πάρα πολύ ποιοτικοί όμως), ενώ ο Μιχάλης Χατζηγιάννης ήθελε μεν να γράψει ένα κάποιο τραγούδι, αλλά μόλις ανακοίνωσε στην ΕΡΤ ότι η σύνθεσή του θα πρέπει να ερμηνευθεί από τουλάχιστον έναν George Michael, τραντάχτηκε ο τόπος από την Κάντζα ως το Χολαργό (από τα νευρικά γέλια στην Αγία Παρασκευή)!

Κάπου εκεί ανάμεσα στο μαλλί της Τάμτας και στις αναλύσεις του Κακουνάκη, άρχισε να πέφτει ο πυρετός μου και συνειδητοποίησα ότι αύριο θα πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά! Αλλά γαμώτο, έχοντας δει έστω και μία φορά την εκπομπή της Έμυς Λιβανίου, καταλαβαίνεις ότι το γραφείο είναι πολύ βλακώδης τρόπος για να περνάς τα πρωινά σου!

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2007

Happy Feet

Τσαχπίνικο πιγκουΐνάκι ανακαλύπτει την κλίση του στο χορό, αλλά εκδιώκεται από το κοπάδι επειδή αδυνατεί να τραγουδήσει –και επομένως να ζευγαρώσει με την αγαπημένη του πιγκουΐνα! Και σα να μην έφθαναν όλα αυτά, τα ψαράκια με τα οποία τρέφονται τα συμπαθή πτηνά έχουν ολοσδιόλου εξαφανισθεί από τις θάλασσες της Ανταρτικής, γεγονός που τροφοδοτεί σενάρια περί επέμβασης εχθρικών «εξωγήινων» πλασμάτων που τρώνε τους ψαρομεζέδες. Όπως καταλαβαίνεις, ξεκινά ένα περιπετειώδες ταξίδι με πολύ κλακέτα, κατά το οποίο ο χορευταράς πιγκουίνος προσπαθεί να διαλευκάνει το μυστήριο και να αποδείξει την αξία του στους συντρόφους του.

Γιατί να το δεις; Για να διαπιστώσεις ότι η τεχνική του animation συνεχίζει να σε εκπλήσσει με το ολοένα και αρτιότερο (καλλιτεχνικά) αποτέλεσμα. Για να ταξιδέψεις –έστω και νοητά- σε παγωμένους κόσμους που σύντομα μπορεί και να μην υπάρχουν. Για να σε συνεπάρει ο χορός και το τραγούδι, στο πιο εναλλακτικό μιούζικαλ της δεκαετίας.

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2007

Αρχίστε τον πόλεμο χωρίς εμένα

Εκεί που είσαι αραχτός με τη φραπεδιά στο στόμα, το γυαλί του ηλίου στο μάτι και το μπεγλέρι στο δάχτυλο, λαμβάνεις σφραγισμένο γράμμα με μυστηριώδη αποστολέα. Το πρώτο που σου περνά από το μυαλό είναι ότι επιτέλους σε θυμήθηκε εκείνη η μανίτσα από το νηπιαγωγείο και σου έστειλε γράμμα για να σε ανταμώσει στην εκπομπή της Βίκυς Χατζηβασιλείου. Ανοίγεις το φάκελο και προς μεγάλη σου έκπληξη διαπιστώνεις πως πρόκειται για πολύ ψαρωτικό ραβασάκι που σε καλεί σε ερημική τοποθεσία ρουστίκ αισθητικής κι από κάτω έχει βάλει την υπογραφή της η μαμά-πατρίδα. Σου πέφτει το μπεγλέρι από το χέρι και εμφορούμενος από το γνωστό εθνοπατριωτικό φρόνημα που σε χαρακτηρίζει, αναφωνείς «Στα όπλα! (για την Ελλάδα ρε γαμώτο)».

Μετά όμως που κατακάθεται το φραπόγαλα μέσα σου, αρχίζεις να έχεις σέκοντ θότς. Μήπως είναι λίγο χοντρό να σηκωθώ να φύγω, πάνω που μου κάθησε η Λίτσα; Είναι σωστό να παρατήσω το έργο εμ-πι-θρισης όλων των cds μου στη μέση; Θα ΄χει και ζουζούνια εκεί στις εξοχές; Και σαύρες; Θα μπορώ να μεταφέρω την adsl σύνδεσή μου στον Έβρο; Θα μου φτιάχνουνε κάνα σαγανάκι το βράδυ εκεί πέρα διότι εγώ τις πατάτες-μπλουμ δεν τις τρώω. Λες να γίνει κάνας πόλεμος; Εγώ κατά βάθος είμαι ειρηνιστής, μην κοιτάς που βρίζω τους αμερικάνους, τους εβραίους, τους αλβανούς και τους τούρκους. Μωρέ μήπως να υποστήριζα την Ελλάδα από άλλο μετερίζι; Να έγραφα ένα ποίημα, ας πούμε; Ένα δοκίμιο; Μία μαντινάδα; Και την καημένη τη μανούλα μου δεν την σκέφτονται να την τραβοκοπάνε σε επισκεπτήρια ποιος-ξέρει-σε-ποια-ραχούλα; Να μου κουβαλάει το τάπερ με τα σουτζουκάκια τα σμυρνέικα και τα κουτιά με τα σιροπιαστά; Πες μου γιατί να χάνω εγώ το χρόνο μου με τα υπόλοιπα κορόιδα, φυλάσσοντας άδειες αποθήκες και ελεεινά στρατόπεδα; Ας πάρουνε επιτέλους μία εταιρία σεκιούριτι κι ας μ’αφήσουν εμένα ήσυχο! Κι άλλωστε δεν με βολεύει με τίποτα να παρουσιαστώ εκείνη την ημέρα, έχω κλείσει τραπέζι στη Γαρμπή. Ε πώς να το κάνουμε: δεν γίνεται να ακυρώσεις έτσι την Καιτούλα! Θα δείξουν κατανόηση, είμαι βέβαιος. Τέλος! Είπα, τέλος!

Αρπάζεις το τηλέφωνο και ψάχνεις το κατάλληλο κονέ. Εκείνο που θα σε κρατήσει σπίτι σου ντε! Στον καναπέ απέναντι από το home cinema και δίπλα στο σκρίνιο. Εντάξει καημένε θα σου κοστίσει κάτι παραπάνω, αλλά χαλάλι σου! Έτσι τα βγάζεις τα λεφτά, έτσι και τα σκορπάς! Κι όταν βρεθεί εκείνος ο τύπος -ο σωστός, ο μιλημένος- και σου ετοιμάσει το πιστοποιητικό που θα σε χαρακτηρίζει πολύτεκνο, σακάτη και ελαφρώς σαλεμένο, θα γύρεις στην πλάτη της καρέκλας, θα σταυρώσεις τα πόδια και θα ξεδιπλώσεις τη μαγκιά σου στο πεζοδρόμιο.

Κι όλοι θα σου φωνάζουν «Γεια σου, μεγάλε!».

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2007

Τα καλύτερά μου από το έτος που πέρασε

Επειδή με έχεις πετύχει στις καλές μου να μασουλάω μελομακάρονο και να πίνω καπουτσίνο με σαντιγί που μόλις έφτιαξα, απεφάσισα να σου απαριθμήσω τις καλύτερες εντυπώσεις μου από το 2006. Εντάξει, αν θέλεις μπορείς και να διαφωνήσεις, αλλά άσε με να έχω κι εγώ τις αδυναμίες μου.

Μουσείο Mucha, Πράγα

Το επισκέφθηκα πέρσι τέτοιον καιρό. Ομολογώ ότι ουδέποτε είχα εκτιμήσει εκείνες τις γυναικείες μορφές που πρόβαλαν ροδοκόκκινες και αλαφροΐσκιωτες σα νύμφες, πλαισιωμένες σε πολυδαίδαλα μοτίβα της Art Nouveau. Θαυμάζοντας όμως από κοντά τις γιγαντιαίες αφίσες του Alphonse Maria Mucha με την επαναλαμβανόμενη θεματολογία και το νεοκλασικό φορμαλισμό, αφέθηκα στο ρομαντισμό αλλοτινών καιρών. Όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία ο Mucha υπήρξε από τους πρώτους που συνελήφθησαν από τη Γκεστάπο. Λίγους μήνες αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή.

Αλ τσαντίρι νιουζ

Ο Λαζόπουλος κάμει σάτιρα με ουσία, βάθος και άποψη. Εμφανώς ωριμότερος σε σχέση με προηγούμενες δουλειές του, καυστικός στον τρόπο που αντιμετωπίζει το παράλογο της καθημερινότητας, απολαυστικός στις εμμονές του με τη Μιμή και το Γρηγόρη, συναισθηματικός όπου χρειάζεται, δεικτικός έναντι των εξουσιαστών, στοργικός έναντι των εξουσιαζόμενων, αστείος και συνάμα θλιβερός στις διαπιστώσεις του. Τον παρακολουθώ φανατικά κάθε Τρίτη.

2

«Δεν θέλει δύναμη. Σπρώξε μαλακά.» Με μόλις πέντε λέξεις ο Δημήτρης Παπαϊώννου κατάφερε περισσότερα από πολλούς άλλους καλλιτέχνες της γενιάς του: μου μίλησε ευθέως! Για εκείνα που κυνηγώ και δεν φθάνω, για την αγωνία της επαφής, για το σύστημα που αθέλητα στηρίζω και συνεχώς με κατασπαράζει, για την ιλαρότητα της καθημερινότητάς μου. Με μόλις πέντε λέξεις και ένα ηφαίστειο παλλόμενων κορμιών.

Heroes

Άνθρωποι με υπερφυσικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν την απειλή μίας ολοκληρωτικής καταστροφής. Η συναρπαστικότερη σειρά φαντασίας που έχω παρακολουθήσει ποτέ, αποτελεί ακόμη μία αδιάψευστη απόδειξη ότι η αμερικανική τηλεόραση έχει κάμει άλματα προόδου την τελευταία τριετία. Μετά το Lost, το Prison Break, το 24 και τις Desperate Housewives, η θέαση τηλεσειρών αποτελεί τη νέα γλυκιά μας συνήθεια. Οι Heroes είναι απλώς πόρωση. Το κατεβάζω από το internet και έχω πάθει απίθανη στέρηση που διακόπηκε για τρεις εβδομάδες λόγω γιορτών.

Έτος Rembrandt, Άμστερνταμ

Το εντυπωσιακό έργο του σημαντικότερου φλαμανδού ζωγράφου αναδείχθηκε με μία σειρά εξαίσιων εκδηλώσεων και αφιερωματικών εκθέσεων. Μέσα από τα καινοτομικά παιχνιδίσματα του φωτός στη «Νυχτερινή Περίπολο», τη θεατρικότητα των «Συνδίκων της Συντεχνίας των Υφασματεμπόρων» και την ατελείωτη σειρά με τις αυτοπροσωπογραφίες του, ξεδιπλώθηκε μπροστά μου η τραγικότητα του δημιουργού και το μεγαλείο της τέχνης του. Καταπονημένος και χρεοκοπημένος ο -άλλοτε ευκατάστατος- Rembrandt ξεψύχησε στις 6 Οκτωβρίου του 1969, λίγο καιρό μετά το θάνατο του μονάκριβου γιου του Τίτου.

Έκθεση Botero, Αθήνα

Στη μεταολυμπιακή Αθήνα, οι μεγάλες καλλιτεχνικές εκθέσεις είναι είδος προς εξαφάνιση. Η Εθνική Πινακοθήκη έσωσε τα προσχήματα γιομίζοντας τις αίθουσές της με τα τροφαντά έργα του Botero. Πήγα αρνητικά προκατειλημμένος και εν τω μέσω του θέρους, αλλά έπαθα «πλάκα» (το ‘πιασες το λογοπαίγνιο;). Καταγέλαστες χρωματιστές εικόνες, σαν εικονογράφηση μίας παραμυθένιας πραγματικότητας!

Monster House

Τη στιγμή που αστρονομικά ποσά επενδύονται σε κακόγουστες ταινίες με ακριβοπληρωμένους σταρ και κάκιστα σενάρια, επιμένω να υποστηρίζω ότι τα κινούμενα σχέδια είναι η πιο αξιόπιστη επιλογή για κινηματογραφικές αποδράσεις. Καλλιτεχνικά άρτιο και συναρπαστικό, το Monster House καταφέρνει να απευθύνεται σε παιδιά και ταυτόχρονα να είναι απόλυτα ενήλικο. Λυπάμαι πραγματικά όσους (και είναι πολλοί) θεωρούν ότι τα κινούμενα σχέδια σταματούν στη Μάγια τη μέλισσα. Κυρίως γιατί στερούν από τον εαυτό τους την πλέον δυναμικά εξελισσόμενη μορφή τέχνης.

Καθημερινή της Κυριακής

Η μόνη εφημερίδα την οποία μπορώ και διαβάζω ολόκληρη -και ναι, μου παίρνει ώρες. Οι καλαίσθητες κασετίνες με τα υπέροχα ντοκιμαντέρ του BBC αποτελούν μία όαση στη φαιδρή υπερπροσφορά εγκυκλοπαιδειών, φτηνιάρικων ταινιών και βιβλίων από τις λοιπές εφημερίδες του Σαββατοκύριακου. Κι ας με κουράζει το σχήμα της, έμαθα να το αγαπώ κι αυτό.