Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Βραβεία Αρίων 6 (σα να λέμε 5)

Αν δεν ήταν ο Φερεντίνος ντυμένος γαλακτοφέτα θα ορκιζόμουνα ότι αυτό που έδειξε ο ΑΝΤ1 εψές ήταν τα περσινά βραβεία Αρίων σε επανάληψη. Μιλάμε για τρομερό ντεζαβού: ο Χατζηγιάννης καλύτερος έντεχνος και ποπ (τον Μιχάλη τον διεκδικούν πολλά είδη μουσικής), ο Ρουβάς καλύτερο ποπ τραγούδι, οι C:Real καλύτερο συγκρότημα και ο Πασχάλης Τερζής καλύτερο λαϊκό τραγούδι. Έπρεπε να τους πούνε να φέρουνε από το σπίτι τα περσινά και προπέρσινα βραβεία που τους είχανε ξαναματαδώσει για να μη μπαίνουνε και σε έξοδα να φτιάχνουνε καινούργια αγαλματάκια.

Και τελοσπάντων την Έλενα Παπαρίζου να τη δεχθώ ως καλύτερη ελληνίδα ποπ τραγουδίστρια. Την Τάμτα μπορούν να σταματήσουν να τη βραβεύουν ως πρωτοεμφανιζόμενη; Από τη στιγμή που αναδείχθηκε στο ρεαλιτοπαίχνιδο, η αρτίστα έβγαλε ένα δίσκο, προσπάθησε να μας εκπροσωπήσει στη Eurovision, πέρασε ένα ηλεκτροσόκ στο μαλλί, τα έφτιαξε με το Γρηγόρη Πετράκο, προέβη σε στυλιστικές ακρότητες φορώντας αλλόκοτες μπότες / ζώνες / σκουλαρίκια / χάντρες / κάσκες / διαστημικές στολές, έμαθε ελληνικά, έβγαλε δεύτερο δίσκο, ίσιωσε το μαλλί και μη σου πω ότι βρίσκεται σε φάση να βγάλει ένα best και να αποσυρθεί από το τραγούδι. Μια φορά, για πρωτοεμφανιζόμενη δεν την κάνεις! Οπότε ή που τα Αρίων έχουν (απίθανα) αργά αντανακλαστικά και τώρα την πήρανε πρέφα ή που μας δουλεύουνε ψιλό γαζί και μας σερβίρουνε ξαναζεσταμένη τυρόπιτα. Να δεις που του χρόνου θα την βραβεύσουνε για το σύνολο της καριέρας της!

Κατά τα λοιπά, το κλάψαμε το ελληνικό τραγούδι και φάγαμε και κόλλυβα. Διότι με αυτή τη μουσική πενία που ζούμε, σε λίγο θα τρομάζουνε να βρούνε πέντε άσματα ανά κατηγορία για να τηρήσουν τα προσχήματα. Για να καταλάβεις, το πιο φρέσκο σημείο της βραδιάς ήταν η Τσαλιγοπούλου να τραγουδά ωσάν αφελής παιδίσκη το «αρχίζει πάλι, το χάλι-γκάλι, εμπρός στην πίστα, μικροί μεγάλοι». Είδαμε και την Αλίκη στη γιγαντο-οθόνη και ξυπνήσαμε προς στιγμήν από την πλήξη του τραγουδιστικού κενού.

Αφού το βλέπεις δεν φτουράει το πράγμα, μην επιμένεις. Κάτι ήξευρε το Mega και παραιτήθηκε από τη διοργάνωση της φιέστας: το ελληνικό τραγούδι είναι και επισήμως νεκρό, ζωή σε λόγου μας! Έζησε μία έντονη και γεμάτη ζωή κι έφυγε πλήρες ημερών αφήνοντας πίσω του νοσταλγικά ηχοχρώματα: με μία συγκλονιστική Μαρίκα Νίνου δίπλα στον αξεπέραστο Τσιτσάνη, μία μελωδική Νάνα Μούσχουρη να ερμηνεύει Χατζιδάκι, έναν επικό Θεοδωράκη κι έναν αισθαντικό Λοϊζο να σπέρνουνε τη λευτεριά σου, ένα λαϊκό Μπιθικώτση να ερμηνεύει την ορφάνια σου και ένα σπαραχτικό Καζαντζίδη να τραγουδάει τον καημό σου. Αυτό ήταν το ελληνικό τραγούδι και αυτό θα’χουμε να θυμόμαστε. Διότι τα λοιπά, τα σύγχρονα και τα τιμώμενα, άσε καλύτερα.
Άσε, σου λέω!

Μοντέρνος ζωηρός, αληθινός χορός, το χάλι γκάλι.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

Californication

Δεν μου έφθαναν τα μύρια τόσα ξένα σήριαλς που βλέπω, είπα βρε να ξεκινήσω και κάναδυο καινούργια. Δοκίμασα λοιπόν το νέο πόνημα του David Duchovny που τον θυμάσαι στην καλύτερη περίπτωση από τα X-Files (όπου συνέβαιναν διάφορα παραφυσικά φαινόμενα, δίχως να έχεις πολυκαταλάβει ποιο είναι το alien: εκείνο το πλάσμα με τα τρία πλοκάμια ή η συμπρωταγωνίστρια Gillian Anderson;) και στην χειρότερη από τα Red Shoe Diaries (που διάβαζε πικάντικα γράμματα κορασίδων που το κανελλώνανε το ριζόγαλο).

Το σήριαλ Californication με πρωταγωνιστή τον David είναι ένα σύγχρονο σχόλιο για τα υπαρξιακά αδιέξοδα της μέσης ηλικίας. Καλά μην φας κιόλας. Δεν μιλάμε για Ταρκόφσκι ή τίποτις ψαγμένες κουλτούρες με ατελείωτες σιωπές που ώσπου να βγει ο διάλογος σε παίρνει να πας να κάμεις και τσιγάρο. Εδώ παρακολουθείς τον ήρωα να κάμει τρία πράγματα: φυστίκωμα, απίθανες βλακείες και ξαναμανά φυστίκωμα. Ο David υποδύεται έναν συγγραφέα που δεν έχει έμπνευση (μπορείς να το πεις και αυτοβιογραφικό για τον σεναριογράφο της σειράς) και περιφέρει τη μίζερη ύπαρξή του σε κλαμπ γεμάτα αποφασισμένες μεγαλοκοπέλες με ψηλοτάκουνες γόβες και σε μίνιμαλ μεζονέτες στο Μαλιμπού (που βασικά διασχίζουμε ψιλοτρέχοντας, για να φθάσουμε στο κρεβάτι).

Επίσης να σου πω ότι ο David ήταν παλαιότερα παντρεμένος με μία δυσεξήγητα συμπαθητική τύπισσα και έχει και ένα δωδεκάχρονο κοριτσάκι, το οποίο θα το χαρακτήριζες ελαφρώς σαλεμένο, διότι στο πρώτο επεισόδιο το μαζεύανε από ένα μεταμεσονύχτιο πάρτι με ναρκωτικά. Βεβαίως αυτό δεν δείχνει να προβληματίζει διόλου τον ήρωα, ο οποίος συνεχίζει τις εξυπνακίστικες ατάκες προς ανελέητα φαντασμένες γκόμενες, οι οποίες τον περιφρονούν, τον χαστουκίζουν (μία τον σάπισε στο ξύλο αν-έχεις-το-Θεό-σου), τον φτύνουν και τον χλευάζουν, αλλά εντέλει του κάθονται γιατί είναι ψυχοπονιάρες.

Βαρεεεεεέθηκα. Και δεν αντέχω άλλο αυτές τις στυλιζαρισμένες αμερικανιές που δεν λένε απολύτως τίποτα, ακροβατώντας κάπου ανάμεσα στο soft porno και την αρθρογραφία του Cosmopolitan. Όχι για να μην παραπονιόμαστε μόνο για την ελληνική τηλεόραση.

(...και που να σου λέω για το Dexter, έτερη σειρά που δοκίμασα να δω, με έναν serial killer που σκοτώνει serial killers. Προτείνω εναλλακτικό σενάριο με έναν serial killer που θα σκοτώνει serial writters!)

Surf's Up

Πιγκουίνος-σέρφερ θέλει να αποδείξει στον εαυτό του και στην κακούργα κοινωνία ότι μπορεί να νικήσει στους αγώνες και να πάρει το κύπελλο. Ατελείωτο χασμουρητό στη χειρότερη ταινία κινουμένων σχεδίων που έχω δει εδώ και πολλά χρόνια. Δεν ξεύρω τι κάπνιζε ο σεναριογράφος όταν έγραφε το στόρι, αλλά είναι ν'απορείς που δώσανε τόσα λεφτά για ένα τόσο κακό αποτέλεσμα. Μία με τις κλακέτες στο (σαφώς ανώτερο) Happy Feet, μία με τα σερφ και την καλιφορνέζικη αισθητική στο περί ου ο λόγος Surf's Up, ας παρατήσουνε επιτέλους εμάς τους πιγκουίνους στην ησυχία μας. (Που είναι αυτή η WWF όταν τη χρειάζεσαι;)

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του

Τι κάμεις για να την ετιμήσεις την εθνική επέτειο; Κρεμάς στο μπαλκόνι τη γαλανόλευκη, βάζεις στη διαπασών τη Σοφία Βέμπο, μαγειρεύεις φασουλάδα και στο καπάκι, αφού έχεις κάμει κεφάλι με δυοτρία ποτηράκια κρασί αράζεις στην τηλεόραση και απολαμβάνεις τον Πρέκα να αλαλάζει στο μέτωπο ανακαταλαμβάνοντας το Δυρράχιο.

Αλλά για μία στιγμή: για να συμβούν τα ως άνω, η 28η Οκτωβρίου οφείλει να είναι καθημερινή. Μία Δευτέρα, μία Τρίτη, μία Τετάρτη. Άντε, μία Πέμπτη αλλά ως εκεί. Διότι θέλω εγώ τη ρέγουλά μου για να την εορτάσω την ημέρα, δεν μπορώ να πιέζομαι μέσα στο σαββατοκύριακο έτσι στα όρθια. Δεν της πρέπει της επετείου μία ιδιαίτερη αργία; Μία περισυλλογή και ένας ανα-στοχασμός;

Όπως καταλαβαίνεις στραβοξύπνησα.

Κι αντίς για τη σημαία (που δεν διαθέτω έτσι κι αλλιώς), το μόνο που θα δεις αναρτημένο στο μπαλκόνι μου είναι δύο κατωσέντονα, ένα πουκάμισο και μία πετσέτα χρώματος πορτοκαλί. Το ότι έβαλα πλυντήριο με κάμει λιγότερο Έλληνα; Όχι ρωτάω, για να ξεύρω! Διότι εντάξει καλό το Τεπελένι, αλλά έχω και σιδέρωμα το απόγευμα.

Μετά το άπλωμα, άνοιξα την τηλεόραση για να δω κατά το συνήθειο (Κυριακή γαρ!) το Αρχονταρίκι και το Μπομπ τον Σφουγγαράκη, κι έπεσα πάνω στην εγγονή του Μεταξά που υμνούσε το πατριωτικό σθένος του παππού, τον Λιακόπουλο που μιλούσε για το τιμημένο συμπαντικό πεπρωμένο του γένους και την Έφη Θώδη να τραγουδάει ιταλικά τραγούδια, ως ένδειξη ελληνικής μεγαθυμίας έναντι του ταπεινωμένου οχτρού. Θα μου πεις είναι λόγος να περιφρονήσει κανείς την εθνική επέτειο επειδή η Αλιμπέρτη έστησε χορό με τους Κονιτοπουλέους, λες και είναι η 28η Οκτωβρίου θεματική αφορμή για πάρτι; Σαφώς και όχι.

Όμως με έβαλε σε σκέψεις το όλο πράγμα. Ήρθα βρε παιδί μου κι αναρωτήθηκα αν σήμερις λόγου χάρη γινόταν κάτι παρόμοιο -χτύπα ξύλα και κουνήσου από τη θέση σου- πώς θα αντιδρούσαμε ως κοινωνία στο ενδεχόμενο πολέμου; Θα παίρναμε τα όπλα ή θα κατεβάζαμε τα ράφια στο Carrefour; Θα πλέκανε οι μαμάδες πουλόβερ και κάλτσες ή θα οργανώναμε μία μεγάλη παραγγελία από τα Zara; Αλλά τι να το κάμεις που έχουν αλλάξει οι καιροί: τότες το πήραμε το Τεπελένι, τώρα ήρθε το Τεπελένι εδώ, κουλουβάχατα θα την επείς την ιστορία.

Εν πάσει περιπτώσει έχει η ημέρα το νόημά της. Κι ας είναι Κυριακή. Κι ας ζούμε σε άλλες εποχές. Κι ας αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά ο καθείς την έννοια «πατρίδα». Το βέβαιο είναι ότι το συλλογικό μας υποσυνείδητο στηρίζεται αναγκαστικά σε κάτι τέτοιες ιστορικές μνήμες για να μπορεί να κουτσοπορεύεται στο τραγελαφικό παρόν μας. Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Τριάχρονο!

Ποιος θα το πίστευε;
Με τ'αστεία και με τα σοβαρά, έκλεισε ετούτο το μπαγάσικο μπλογκ τα τρία χρόνια. Έλα μη χειρότερα.
Νιος ήμουν και γέρασα.