Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Τα καλύτερά μου από το 2008

Η Αστραλία και η Νέα Ζηλανδία έχουνε μπει εδώ και ώρα στο 9. Μπήκε και η Ινδία. Και κοντοζυγώνει καταδώ. Επειδής λοιπόν γουι-αρ-ράνινγκ-άουτ-οφ-τάιμ, το πτηνό που την ετιμά την παράδοση θεωρεί ότι είναι η καταλληλότερη στιγμή να σου αραδιάσει τα καλύτερά του για το έτος που πέρασε. Χρονιά δύσκολη και απαιτητική, που είχε όμως και τις νοστιμάδες της, τις τσαχπινιές και τα τσιλιμπουρδίσματα. Έχουμε περάσει και χειρότερα, έχω να πω.

Γεύσεις

Αν ρωτήσεις τη ζυγαριά μου, θα σου τα ‘μολογήσει όλα για το γαστρονομικό υπερθέαμα με μπαλέτα από κεμπάπ, καταρράκτες από κρασιά, πυραμίδες από γλυκά, σχηματισμούς στον αέρα από λουκάνικα. Τι να λησμονήσω, τι να θυμηθώ; Από τα «Μπριζολάκια» (στην Ευελπίδων) έως το «Πολίτικα κι Απλά» (στο Χαλάνδρι) και από τον «Κρητικό» (στα Γλυκά Νερά) έως το «Pig Pong» (στη Γλυφάδα). Όχι όμως μόνο στας Αθήνας. Αλλά και πέραν στους πέρα κάμπους. Θα ξεχάσω εγώ τα ψαρικά (που δεν τα τρώω στα κανονικά μου -αλλά τέτοια φρεσκαδούρα δεν την έχω ματαξαναδεί) στην Αγία Γαλήνη της Κρήτης; Ή θα λησμονήσω το κοτόπουλο το γιομιστό στη Μύκονο; Ή το άλλο το ντελικάτο με τη σάλτσα στο ακρογιάλι της Νεράντζας; Ή μήπως τα λουκάνικα, τις τυροκροκέτες και τις πεντάχοντρες πατατούλες στο καταλανικό μεσαιωνικό χωριό Μπεσαλού (πάρε μάτι την φωτό); Ή εκείνη την κρέπα με την τριπλή στρώση μερέντας στην παλαιά πόλη του Ρεθύμνου; Το λαδώσαμε το εντεράκι μας, χορτασμένους μάς βρίσκει το 9. Θυμήσου να πάω γυμναστήριο από Δευτέρας. Λιγώθηκα.

Η συναυλία

Ένα ολάκερο πρωινό χαλάλισα παλεύοντας να κλείσω εισιτήρια ιντερνετικώς, αλλά χαλάλι. Ε τι να κάμουμε, σε τούτον τον τόπο οι ιντερνάσιοναλ σταρς είναι ακριβοθώρητοι και ακριβοπλήρωτοι. Κλανιά και ευρώ. Και τελοσπάντων να μην έχεις να λες ότι την είδες; Πότε θα σου κάτσει ξανά ευκαιρία; Όταν την πάρουνε τα γεράματα (τάιμ γκόους μπάι-τικ τακ) και μας κουβαληθεί σε πρωτοχρονιάτικο γκαλά του Μαστοράκη με το Νίλ Σεντάκα; Η Μαντάνα ήρθε, η βροχή δεν έπεσε, το στάδιο γιόμισε, οι προσδοκίες συνάντησαν τις εντυπώσεις. Χορτάσαμε θέαμα, την τραγουδήσαμε, τη χειροκροτήσαμε, την ετιμήσαμε καθόπως τής πρέπει για όλα τα βίδεο που έχουν συντροφέψει την εφηβεία μας, άντε με τις υγείες μας.

Το ανάγνωσμα

Στη ζωή οι πολυτέλειες μετριούνται στα δάχτυλα. Άπλωσε μούντζα να λογαριάσουμε: έρωτες, φιλίες, ταξίδια, τέχνες, διαβάσματα. Αυτό το τελευταίο είναι μαγκιά να το βάζεις στην καθημερινότητά σου (όπως και όλα τα υπόλοιπα). Ε λοιπόν μπορείς να με πεις και μάγκα, διότι εφέτος διάβασα πολύ. Και παντού. Στριμωγμένος μέσα στο λεωφορείο, ακουμπισμένος σε μία γωνία του βαγονιού στο μετρό, οκλαδόν στον καναπέ με το φλιτζάνι του καφέ στο τραπεζάκι, μέσα στο αερόπλανο στο πηγαινέλα για δουλειά, αραδιασμένος στην ξαπλώστρα της παραλίας με το λιοπύρι να με κυνηγάει από τις γωνίες της ομπρέλας, αφημένος στην αναμονή του κουρέα. Τα βιβλία έγιναν αποσκευές στο καθημερινό ταξίδι από εμένα σε εμένα. Έχω κι αυτή τη συνήθεια να τα αποδελτιώνω (χουνέρι που μου κληροδοτήθηκε από τα διδακτορικά), άπειρες ώρες ενασχόλησης. Διάβασα ιστορία, διάβασα ηθική, διάβασα οικονομία, διάβασα κοινωνική ψυχολογία, διάβασα και λογοτεχνία. Αν μου έλεγες να σου προτείνω κάτι έτσι στα πεταχτά θα δυσκολευόμουν. Χμ. Μάλλον θα κατέληγα στη «Μαρία των Μογγόλων». Που τη ρούφηξα μέσα σε τρεις μέρες. Και την άφησα να με ταξιδέψει μαζί της από την Πόλη που κυβερνούσε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος πατέρας της μέχρι τα βάθη της Περσίας όπου την περίμενε ο μογγόλος ηγεμόνας Χουλαγκού για να την νυμφευθεί. Γάμος συμφέροντος και πολιτικής σκοπιμότητας. Βιβλίο ποταμός της παλιάς αγαπημένης Μαριάννας Κορομηλά (τι τυπάκια όμορφα που κυκλοφορούν εκεί έξω!), όπου η ιστορία σφιχταγκαλιάζεται με το προσωπικό βίωμα και την εξομολόγηση της συγγραφέως. Διαμαντάκι σου λέω.

Ο υπερήρωας

Μπορεί τα φεστιβάλ και τ’αφιερώματα να μην τα ετίμησα (γερνάω) αλλά πήγα κάμποσες φορές σινεμά φέτος –το’χεις άλλωστε καταλάβει αν πάρεις μάτι πόσο έχει φουσκώσει η σχετική κατηγορία. Όμως αμαρτία εξομολογουμένη, ουκ έστι αμαρτία: δεν τρελάθηκα. Ανάμεσα στις κάμποσες μπούρδες, αν ήταν να κράταγα δυοτρεις περιπτώσεις από αυτό το έτος θα ήταν η Ανταλλαγή με τη μπελ-επόκ Αντζελίνα, ο Wall-E με το ρομποτουλίνι, άντε και ο Μπάτμαν. Αν μάλιστα προσθέσεις στον Νυχτερίδα και τον εξίσου συμπαθητικό Άιρονμαν θα δεις πόσο πολλά χρωστάει εφέτος η όγδοη τέχνη στην ένατη.

Τηλεοπτικές Σειρές

Όσο η ελληνική τηλεόραση εξακολουθεί να μένει τσακωμένη με την ανατροπή και την πχιότητα (άντε να σου εξαιρέσω το ΣΚΑΪ και τη ΝΕΤ για να μη μουτρώνεις) και να αναλώνεται στην ανακύκλωση του μεσημεριανού κουκουρούκου ντεκαπάζ, τόσο θα πέφτεις στην αγκαλιά της διαδικτυακής τηλεόρασης, του ατελείωτου νταουνλόουντιγκ (πειρατή, το τόπι μου) και των ντιβιντίς. Και θα γιομίζεις τα απογεύματά σου βυθισμένος στην πολυθρόνα (αγκαλιά με το μαξιλάρι ή τη γαβάθα με τα πρινγκλς) με παλαιές σταθερές αξίες όπως το Lost, το Prison Break και το Heroes ή με νέες εθιστικές σαπουνόφουσκες όπως το Gossip Girl και το Samantha Who. Αλλά και με ντοκιμαντέρ του μπιμπισί (ξεύρεις ότι έχω αδυναμία) από εκείνα που δίνει η Καθημερινή σε ωραιότατες θήκες που τις τοποθετείς ανά χρώμα στο επιπλάκι της τηλεόρασης. Επειδής δεν θέλεις να βλέπεις μόνος τον ΤζέκινςΧαν και τα ζωάκια της Κάτω Ινδονησίας ή να αγωνιάς μόνος για το που διάολο πήγε το νησί του Lost (ο-έ-ο) ή να παραμιλάς για το πόσο ζωντόβολο είναι η Τζέιν η αδελφή του λόνλι-μπόι ή να φωνάζεις στον τοίχο «γιατά», καλείς και το παρεάκι, πετάτε τέσσερα αυγά στο τηγάνι με τυριά, κρομμύδια και λίγο μπέικον, παίζετε και κάνα επιτραπέζιο. Κοκούνινγκ το λένε και είναι μία κάποια απάντηση στην κρίση.

Το συγκρότημα

Στο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» (ακόμα δεν πήγες να το δεις;), η πρωταγωνίστρια Σοφία Φιλιππίδου λέει ότι πολιτισμός είναι οι Άμπα –τα άλλα είναι κουλαφέξαλα. Κι αν βρέθηκες σε αίθουσα που έπαιζε το κινηματογραφικό Mamma Mia, χίλια δίκια θα της έδινες. Διότι καλή η Αγνή Μπάλτσα και άψογος ο Αντρέα Μποτσέλι, αλλά έρχεται η ώρα που θέλεις τα ώπα σου, τα καλαμπούρια σου, τη σαχλαμάρα σου να την ε-πεις. Κοινώς θέλεις λίγο μάνεϊ-μάνεϊ-μάνεϊ, λίγο πουτ-γιορ-τσένς-ον-μι και λίγο γουάτερλου στη ζωή σου για να ξεμπουκάρει το πάρτι-άνιμαλ από μέσα σου και να δαγκώσει τη σοβαροφάνεια που σε κατατρέχει. Παραδέξου-το: ωραία η Μέριλ Στριπ, ωραία η Ελλάντα-ποστκάρντ, ωραίοι και οι Άμπα. Και στην κινηματογραφική τους εκδοχή και στη θεατρική τους (τα είδαμε και τα δύο για να έχουμε να λέμε ότι κάμουμε και τις συγκρίσεις –άτσα!). Ζούπερ-ντούπερ. Και τρούπερ.

Η τέχνη

Τα γύρισα πάλι τα μουσεία, ζαλίστηκα. Και στο Αρχαιολογικό πήγα να δω τις μούμιες και στο Φιγκέρας έφθασα για να δω το Μουσείο του Νταλί και στην Εθνική Πινακοθήκη πήγα από τ’αξημέρωτα μια Κυριακή για να δω το Νίκο Λύτρα και σε Κνωσό-Φαιστό περιπλανήθηκα αψηφώντας το βάρβαρο αυγουστιάτικο λιοπύρι και στη Βαρκελώνη κινδύνεψα να πάθω κεφαλοκλείδωμα χαζεύοντας τη Σαγράδα Φαμίλια. Η τέχνη θα είναι πάντοτε το καλύτερο βάλσαμο για να σε παρηγορήσει στα δύσκολα. Μου επιτρέπεις να κρατήσω μία στιγμή; Η Orquesta Sinfonica Estatal Rusa παίζει τη Fantasia para un Gentilhombre και η άρ-νουβό αίθουσα του Palau de la Musica της Βαρκελώνης με τα κεντημένα άλογα, τους μπομπουκιασμένους τοίχους και τις πλουμιστές, κρυστάλλινες κολώνες, γιομίζει εντυπώσεις. Μέθεξη.

Το αύριο

Και φθάνουμε στα δύσκολα. Πως μπορείς να μιλάς για τα καλύτερα μίας χρονιάς που βίασε την αξιοπρέπειά σου με τόσους βρώμικους τρόπους. Και να το ξεύρεις είναι κρίμα. Να σου μιλάνε για ελπίδα και στο νου σου να έρχεται η τραγουδίστρια (κεριά, κεριά, κεριά-κεριά δεν σου καίνε) και ουχί η προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό δεν θα το πεις καλό –νοου οφένς Ελπίδα γλυκιά μου. Τι δώρο θέλεις λοιπόν να σου φέρει ο Σάντα εφέτος; Εσύ, ο άλλοτε μισαλλόδοξος, άλλοτε φοβισμένος και κάποτε-κάποτε αγανακτισμένος κάτοικος των καμένων πόλεων και των αφανισμένων δασών; Ένα ελαφάκι και για τον Γιωργάκη. Τι να σου ευχηθώ καψερέ (κυριολεκτικά καψερέ);

Θα σου ευχηθώ. Περισσότερες επαναστάσεις. Κατ’αρχήν προσωπικές. Από εκείνες που θα μας συμφιλιώσουν πιότερο με τα μέσα μας. Αλλά και κοινωνικές. Από εκείνες που θα μας αναγκάσουν να πλέξουμε ξανά κοινότητες, να αποκαταστήσουμε επικοινωνίες (όλοι εμείς οι κλεισμένοι στα είμαι μας), να υποστηρίξουμε ιδέες, να ανταλλάξουμε μυαλά. Θα πρέπει να δουλέψουμε, ξεύρεις. Θα πρέπει να θυσιάσουμε τα βολικά μας. Γιατί είναι κατεπείγουσα η ανάγκη να γίνουμε καλύτεροι. Για να πάρουμε και του χρόνου το ελαφάκι μας από τον Σάντα. Γιατί στο λέω να το ξεύρεις. Έχει και ο παππούλης το μη-παρέκει του.

Το πτηνό σού εύχεται να χεστείς στο χρήμα σήμερα το βράδυ, να σκάσεις στο φαγί, να πνίξεις τα βάσανά σου στον αφρό της σαμπάνιας, να φιλήσεις και να φιληθείς, να αγκαλιάσεις και ν’αγκαλιαστείς.

Και σε πείσμα όλων, να σου ξημερώσει η καλυτερότερη χρονιά έβερ.

Ψιτ, χρόνια σου πολλά!

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Ψιψίνα



Η Θεοπούλα δεν θα την ήθελε νύφη της. Κοντή, άσχημη, νόθα, μαύρη και κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Εξού και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ για μία δεκαετία επί Νίξον. Γρύλλιζε όμως θρυλικά και είχε αυτό το φιλήδονο ύφος του θα-κάτσεις-κάτω-να-σε-σκίσω. Για να ξεύρεις αν σου τύχει στο Τρίβιαλ, η Eartha Kitt είχε κερδίσει και Τόνι και Γκράμι και Έμμυ. Τη θυμάσαι ως διαβολική κάτγουμαν στον τηλεοπτικό Μπάτμαν (εκείνον που βάραγε γροθιά και έδειχνε στην οθόνη τη λέξη "Φσόινγκ", έσπαγε την πόρτα και έδειχνε "Κρατςςς", φίλαγε το γκομενάκι και έδειχνε "μμμμμ"). Άφησέ την να σου νιαουρίσει για τελευταία φορά το C'est si bon. Την πήρε μαζί του το 8.

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

The Spirit

Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του η ώρα. Και για να στο λέω εγώ ο κομικοφάγος και καρτουνολάτρης άνθρωπας, σκέψου πόσο μακριά πρέπει να τρέξεις από ετούτη την ταινία. Που την περίμενες και μήνες. Που είναι και η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Φρανκ Μίλερ. Που τον θυμάσαι γιατί είναι σπουδαίος δημιουργός κόμικς. Που το πενάκι του έχει απογειώσει έναν Daredevil, έχει πλάσει την Electra, σε έχει βυθίσει στο βούρκο του Sin City και σε έχει φουντώσει με εθνική απερηφάνια που είσαι απόγονος (τεταρτανήψι από την πλευρά της μαμάς) του Λεωνίδα με τους επικούς 300. Ε τον Φρανκ, χθεσινό δεν θα τον επείς.

Έχοντας ήδη στο ενεργητικό του δύο καραμπαμπάμ εισπρακτικές επιτυχίες στο σινεμά, απεφασίζει ουχί να μεταφέρει κάποιο δικό του graphic novel αλλά να βγάλει από το χρονοντούλαπο το θρυλικό υπερήρωα Spirit που έκαμε την πρώτη του εμφάνιση το 1941 σε στριπάκια κυριακάτικων εφημερίδων. Ναι, από εκείνα που διάβαζε ο παππούς σου σε συνέχειες.

Ο Spirit υπήρξε δημιούργημα του Will Eisner που θεωρείται πατριάρχης των υπερηρωικών κόμικς (κάτι σαν τον Όρσον Γουέλς για το σινεμά), καθότι κέντησε μία αυθεντικά pulp ιστορία με σαγηνευτικές γόησσες, αδιάφθορους αστυνομικούς με τετράγωνα πιγούνια, πολυτάλαντους κακούς με νοσηρές ιδέες, στοιχεία νουάρ, χιούμορ και ανατροπές. Όλα όσα θα συναντήσεις αργότερα στον Σπάιντερμαν, στον Μπάτμαν και στον Κάπταιν Αμέρικα. Λαμπρή ιδέα η κινηματογραφική μεταφορά, θα πεις. Θα συμφωνήσω. Εδώ έχουμε δει καν και καν.

Είδες και την αφίσα με την κόκκινη γραβάτα (είναι γάτα, είναι γάτα), σού θύμισε το αβανταδόρικα σκοτεινό στυλ του Μίλερ, φαντάστηκες νταρκ καταστάσεις, γούσταρες. Αλλά μην πεις ότι δεν υπήρχαν προειδοποιητικοί οιωνοί –άλλο που επέλεξες να τους αγνοήσεις.

Κακός οιωνός νούμερο ένα: Όπου κι αν κοιτάξεις για κριτική σε ελληνικό έντυπο, θα βρεις ένα ξερό «δεν ξεύρω / δεν απαντώ», διότι κάτι που το λέμε δημοσιογραφική προβολή δεν έγινε ποτές. Κοινώς ο έλληνας σινεκριτικός δεν πρόλαβε να συντάξει την ξυνίλα του για την ταινία (διοτί ω ναι, θα την συνέτασσε), καθώς ουδέποτε την είδε.

Κακός οιωνός νούμερο δύο
: Στο imdb δεν μπορείς να αναπνεύσεις από τη σκόνη που έχει σηκώσει το θάψιμο. Των όσων την είδαν. Λάθος στόρι, λάθος σκηνοθεσία, λάθος μουσική, λάθος-λάθος έχεις κάνει το μεγάλο σου λάθος, αν νομίζεις πως θα’μαι για πάντα το θύμα εγώ.

Κακός οιωνός νούμερο τρία: Εψές το βράδυ που κίνησα να το δω είχε πέσει όλος ο χειμώνας πάνω μου και με χαστούκιζε. Σα να μου έλεγε, μείνε βρε μαλάκα σπίτι σου να δεις καλύτερα την εορταστική Μανωλίδου στην Στιγμή της Αλήθειας.

Η ταινία στο πρώτο μισό φλέρταρε ανάμεσα στο απαράδεκτα κακή παρωδία και στο ελεεινά γελοία σαχλαμάρα, χωρίς να υπερτερεί κάποιο εκ των δύο. Ο Spirit βόλταρε στην πόλη κάνοντας γκελ σε ταράτσες, δοκούς και καμινάδες, κατόπιν έπαιξε γρονθοκόπημα με τον κακό Όκταπους (ο Σάμιουελ Τζάκσον επιβεβαιώνει την υποψία ότι δεν διαβάζει τους ρόλους πριν υπογράψει) και πήραμε λίγο μάτι την ματαιόδοξη γκόμενα Σαντ Σέριφ να βουτά για να πιάσει ένα θησαυρό (Έυα Μέντεζ και κλάσε μέντεζ). Αν εξαιρέσεις την κολλητή στολή της ματαιόδοξης γκόμενας και το στυλιζάρισμα, όλα τα υπόλοιπα μπόρινγκ.

Εντάξει, δεν λέω. Το δεύτερο μισό πήρε κάπως τα πάνω του, αλλά το γελοίο δεν ξεπεράστηκε ποτές. Να είναι κρεμασμένος από ένα παράθυρο ο Spirit και να του πέφτουν τα βρακιά του. Να βγαίνει ο κακός Όκταπους μετά της βοηθού του (Σκάρλετ Γιόχανσον κορίτσι μου, μείνε και λίγο σπίτι σου να προλάβει και καμία άλλη σταρλετίτσα να σταυρώσει ρόλο) ντυμένοι ναζιστικός καρνάβαλος. Και ο σουρεαλισμός συνεχίζεται με φονική χανούμ μπουρέκ (άψογη στο τσιφτετέλι με τα μαχαίρια η Παζ Βέγκα), τη Σαντ Σέριφ να ψάχνει το χρυσόμαλλο δέρας και μπόλικες εκρήξεις για φινάλε. Χάνει η μάνα το παιδί και ούτε που το ψάχνει.

Δατς σόου νάτ εντερτέινμεντ.

Φρανκ θα σου μιλήσω από καρδιάς γιατί ξεύρεις πόσο σε εκτιμώ (κι ας είσαι ρατσιστής, ρεπουμπλικάνος και παλιοκαθίκι –έχεις ταλέντο γαμώτι και πάντοτε υποκλίνομαι σε αυτό!). Πλήζ λίσεν του μι και μείνε στα κόμικς σου, στα μολύβια σου, στα μελάνια σου. Θα βγάλεις ίσως λιγότερα φράγκα, αλλά τουλάχιστον δεν θα πάρει η μούρη σου το χρώμα της γραβάτας του Spirit. Από τις ντομάτες.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Αυστραλία

Δώσε βάση στα υλικά γιατί δεν θα τα ξαναπώ. Παίρνεις την κλασική συνταγή λαίδη-αλήτης (το μακαρόνι-φιλί είναι προαιρετικό), γιομίζεις τα πλάνα με άγρια φύση, επαπειλείς τους ήρωες με έναν κακό γελαδάρη ή το φάσμα της οικονομικής καταστροφής (διότι ο βούβαλος ξεπόρτισε από το αγρόκτημα και δεν θα έχουμε λεφτά να πληρώσουμε τα νοίκια μας) ή σε τσακίρ κέφι φέρνεις και τους γιαπωνέζους να τους βομβαρδίσουν γιατί Ιβοζίμα κι Οκινάουα δύο τσιγάρα δρόμος είναι από εκεί. Στήνεις το ρομάντζο υπό τη σκιά του θανατικού που -τι διάολο- κοντοζυγώνει, πετάς δυοτρεις οικολογικές μπηχτές (διότι ζούμε επιτέλους και στα ζίροους) και νάσου το επικό υπερθέαμα, το τρίωρο, το ατελείωτο, το χορταστικό.

Αστραλία το λένε, αλλά πολλά καγκουρώ δεν θα δεις. Κοάλα ούτε για δείγμα. Την Κάιλι και τον Ντόνοβαν ούτε στο σάουντρακ. Θα απολαύσεις όμως τους ντάουν άντερ μεγκαστάρ Νικόλ και Χιου να στήνουν τη δική τους εκδοχή σινερομάντζου με πλούσια αποικιοκράτισσα και μουρντάρη τυχοδιόκτη σε σινεμασκόπ περιπέτεια.

Έχεις δει κι άλλες παρόμοιες. Βγάλε το υποδεκάμετρο να τις μετρήσουμε:

Έχεις δει ας πούμε το Πέρα από την Αφρική, θα κάμεις συγκρίσεις. Η Νικόλ δεν είναι Μέριλ Στριπ, ο Χιου δεν είναι Ρόμπερντ Ρέντφοντ, η Αστραλία δεν έχει λιοντάρια και ελέφαντες. Και ο Μπαζ Λάχρμαν (ο σκηνοθέτης), Σίντεϊ Πόλακ δεν είναι. Που να πέσει κάτω και να χτυπιέται τσιρίζοντας. Δεν είναι, φούλστοπ.

Έχεις δει και τη Βασίλισσα της Αφρικής, θα κάμεις συγκρίσεις. Η Νικόλ δεν είναι Κάθλιν Χέμπορν, ο Χιου δεν είναι Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, οι Αβορύγγινες δεν είναι Ζουλού, τον Τζον Χιούστον να μην τον βάλεις στο στοματάκι σου, τα είπαμε να μην τα ξαναλέμε.

Έχεις δει και το Όσα Παίρνει ο Άνεμος, μην κάμεις συγκρίσεις. Άστο λέμε.

Εντέλει να το κρατήσω ή να το πετάξω; Ε λοιπόν να το κρατήσεις. Αν είσαι φαν του είδους "εξωτική-περιπέτεια-με-γελάδια-έρωτες-δράματα-καγκουρά". Διότι χωρίς να προσθέτει απαραίτητα κάτι φαντασμαγορικά καινούργιο στην κατηγορία, στέκεται μία χαρά στο ύψος του και σου εξηγεί από που κρατά η σκούφια της ΜακΦέρσον και σου μοιάζει για γελάδα. Χορτασμένος θα βγεις, αλλά μία μπριζόλα θα την χτυπήσεις μετά.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Μία Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Την είχα συνηθίσει μέρες τώρα την ακατάσχετη βοή που τρύπωνε από κάθε χαραμάδα και γιόμιζε το δωμάτιο με κραυγές απελπισίας, ιαχές θανάτου, ποδοβολητά και χωματόσκονη. Έκλεινα τα μάτια μου κι έλεγα προσευχές. Κουλουριασμένος κάτω από το τραπέζι στη σκιά της βαριάς ξύλινης ντουλάπας που είχε σμπρώξει ο πατέρας μου σφραγίζοντας το παράθυρο. Αντίκρυ μου το εικόνισμα της Παναγιάς που έμενε ανέλπιστα στερεωμένο στον τοίχο, παρότι η μάνα μου αναγκαζόταν να το ισιώνει κάμποσες φορές μέσα στη μέρα, καθώς έπαιρνε διάφορες κλίσεις από τα τραντάγματα.

Ήτανε δύσκολος εκείνος ο Δεκέμβρης. Είχαμε κλειδαμπαρωθεί ούτε που θυμάμαι πόσες μέρες στο σπίτι. Κανείς δεν ασχολιόταν άλλωστε με το να μετράει μέρες. Εκεί κάπου θα πλησίαζαν και τα Χριστούγεννα. Αλλά τα πράγματα είχαν αγριέψει τόσο που αναγκαστήκαμε να κάμουμε για προσωρινό μας σπίτι το υπόγειο. Η αδελφή μου, η μάνα μου, ο πατέρας μου, ένα ζευγάρι γειτόνων και ο σπιτονοικοκύρης με τη γριά του. Όλοι όσοι μοιραζόμασταν τις ζωές μας στα τέσσερα δωμάτια γύρω από την εσωτερική αυλή με το μαγγανοπήγαδο. Θυμάμαι τις βουβές μορφές μέσα στο σκοτάδι. Μήτε κεριά είχαμε, μήτε και λάδι. Το ηλεκτρικό είχε κοπεί από καιρό.

Ο πόλεμος τελείωσε και ο πόλεμος ήταν εδώ. Καραδοκούσε στις γωνίες. Πλημμύριζε τους δρόμους. Στραγγάλιζε τα σπίτια. Και τύλιγε τους ανθρώπους με νεκρικά σεντόνια.

Οι μέρες ήσαν επικίνδυνες. Οι νύχτες ακόμα πιο δύσκολες. Το σκοτάδι και η σιωπή εξαχρειώνουν τον άνθρωπο. Του σβήνουν από τη μνήμη τον πολιτισμό. Τον απογυμνώνουν από τις αρετές του. Παίζουν κρυφτό οι φόβοι του με τις σκιές και με τους ψιθύρους. Αναμετρούνται οι στιγμές με τα ένστικτά του.

Είναι φορές που η σιωπή σε τρομάζει πιότερο κι από τα σφυρίγματα που κάμουν οι σφαίρες καθώς σχίζουν την απόσταση μεταξύ του όπλου και του τυφλού τους στόχου. Όλα τα κακά συμβαίνουν νύχτα.

Εκείνο το βράδυ δεν ήτανε σε τίποτε αλλιώτικο από το προηγούμενο. Το κρύο ίδιο. Το σκοτάδι εξίσου βαθύ. Η βουβαμάρα απαράλλαχτα εκκωφαντική. Κι όμως ξαφνικά ένα σούρσιμο διέκοψε το άχρονο παρόν μας. Τέντωσα τ'αυτιά μου για να αναγνωρίσω τον ήχο που πλησίαζε. Ήταν ένα κάρο. "Θα μαζεύουνε τίποτις πτώματα." ψέλλισε ο πατέρας μου και η μάνα μας κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. Το κάρο κοντοστάθηκε λίγο στη γωνία όξω από το σπίτι και έστριψε με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο "Μετέωρα". Εκεί που κάποτες συναντιόντουσαν τα ζευγαράκια.

Το σούρσιμο ολοένα ξεθύμαινε καθώς το κάρο απομακρυνόταν μέσα στη νυχτιά. Προσπάθησα να κλειδώσω τα μάτια μου όσο πιο σφιχτά μπορούσα.

Δύο στιγμές. Την πρώτη, η έκρηξη. Την δεύτερη, ο πανικός. Κατέρρεαν οι σοβάδες, μάς τύλιξε η σκόνη, τραντάχθηκε το πάτωμα, έσπασε η πόρτα και μπήκε στο υπόγειο φως μπλεγμένο με καπνούς και υλικά. Η μάνα μας έντρομη φώναξε "Τα παιδιά!" και ο πατέρας μου πετάχτηκε όρθιος και με τους δύο άλλους άντρες προσπάθησαν να απελευθερώσουν τη σκάλα. Βήχαμε και κλαίγαμε. Νομίζαμε ότι πεθάναμε. Ότι ετούτο δω το υπόγειο θα γενόταν ο τάφος μας.

Επιχειρήσαμε έξοδο. Πρώτα οι άντρες, μετά τα γυναικόπαιδα ένα κουβάρι. Σφιχτοπιανόμασταν με τη μάνα μας, να δυσκολευθεί ο Χάρος να μας αρπάξει. Κι αν ακόμα δεν απεθάναμε, την αντικρίσαμε την κόλαση. Το σπίτι είχε σχεδόν γκρεμιστεί. Τα έπιπλα είχανε γίνει ένα με τα μπάζα. Η ξύλινη ντουλάπα αναποδογυρισμένη, σπασμένη και διάτρητη. Ως και στα ρούχα μας που ήσαν μέσα, έβρισκες τρύπες και κομμάτια από μέταλλο.

Θυμάμαι τη μάνα μου να μαζεύει βιαστικά ό,τι θα μπορούσε να χρησιμεύσει για ζέστα και τον πατέρα μου να έχει ξαμοληθεί στους δρόμους μπας κι εντοπίσει νέο καταφύγιο. Όταν εντέλει γύρισε για να μας πάρει, μάς είπε να τον ακολουθήσουμε σιωπηλοί, με βήμα ταχύ και χωρίς να χαζεύουμε δεξά-ζερβά. Ανασκουμπωθήκαμε κι αρχίσαμε να βαδίζουμε νευρικά μέσα στα σοκάκια. Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο μπροστά. Πεινούσα. Κρύωνα. Φοβόμουν. Αλλά προχωρούσα. Και με τη μόνη λοξοδρόμηση των ματιών μου είδα τους ξύλινους σταυρούς καρφωμένους στους χωματόδρομους και στις πλατείες.

Δεκέμβριος, 1944

Σημείωση: Η διήγηση είναι του πατέρα μου. Απλώς την έντυσα υπό μορφή κειμένου. Το κάρο μετέφερε έναν όλμο που οι ελασίτες έστησαν έξω από το ξενοδοχείο "Μετέωρα" κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα. Από εκεί αποπειράθηκαν να ρίξουν προς το κέντρο της Αθήνας. Κακός υπολογισμός. Το βλήμα μπλέχτηκε στα σύρματα του ρεύματος και έπεσε με κρότο στο δρόμο, μερικά μέτρα μακρύτερα σκορπώντας την καταστροφή.

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Μώρε μήπως να μη στολίζαμε δέντρο;

Είμαστε όμως των ρεκόρ. Άλλοτε καυχιόμασταν για το πιο ψηλό κρίστμας τρι της Ευρώπης. Σήμερα καυχιόμαστε για το καλύτερα φυλασσόμενο κρίστμας τρι του πλανήτη. Εφτά διμοιρίες το προστατεύουν νυχθημερόν! Αλλά επειδής όλο και το βρίσκει καμιά ψηλοκρεμαστή μολότοφ, η κυβέρνηση ήδη σκέφτεται να τοποθετήσει νάρκες σε όλη την πλατεία, να σκάψει τάφρο γύρω από τη φάτνη (με όπσιοναλ κροκόδειλο) και να τοποθετήσει ακροβολισμένα κομάντο πάνω στα κλαριά, τυλιγμένα με τρόπο στη γιρλάντα. Επόμενη κίνηση η αντιπυρηνική ομπρέλα μέσω δορυφόρων. Περιστέρι να είσαι, να θες να το κουτσουλήσεις, καρβουνιάστηκες.

Εντωμεταξύ μπορεί να μου εξηγήσει κάποιος γιατί κλέβουν συνεχώς το θείο βρέφος από τη Φάτνη στη Θεσσαλονίκη; Γιατί ας πούμε δεν βουτάνε τον Ιωσήφ; Ένα μάγο; Κανένα χερουβείμ; -που πάει και περισσότερο με το σαλόνι. Βέβαια ο Δήμος που την έχει μυριστεί τη δουλειά, παραγγέλνει το βρέφος σε μεγαλύτερο τιράζ να του βρίσκεται σε στοκ σε μία ώρα δύσκολη. Διότι σού λέει, όλο και θα ξημερώσει πρωινό που θα μείνει η Μαρία ν'απορεί με το κενό στην κούνια, να μην έχουμε καβάντζα μωρό; Και πολύ καλά το σκέφτηκε, διότι ο μπόμπιρας ξεπόρτισε και πάλι εψές το βράδυ. Και το καλό που του θέλω να έχει άλλοθι, διότι εθεάθησαν κάτι νήπια να καίνε κάδους στην Τσιμισκή.

Δεν είναι τέλεια όμως που μένουμε Ελλάδα; Που έτοιμος ήσουν να πας στις ξενερουά Πράγες και Βιέννες να σου τραγουδάνε οι τενόροι τα τσιγκλ μπελ, να ψέλνουν ορατόρια οι χορωδίες και να φωτογραφίζεσαι κάτω από τα κλαριά του δέντρου αγκαλιά με τον Σάντα, χωρίς να έχεις το σασπένς αν θα μπαρουτιάσεις από καμία ξανάστροφη κουκουλοφόρου. Κότα! Που δεν έχουμε εδώ τον Φραγκούλη να σου πει το Γκρανάδα; Που δεν μπορείς να βγεις εδώ σίζοναλ πίκτσαρ με τον κουκουλοφόρο, το μπατσικό και τον τάρανδο; Ρε μη μασάς τίποτα λέμε. Έλα και ζήσε τα κρίστμας σου στην Ελλάδα.

Εσύ το τύλιξες το δώρο σου;



Κρίστμας βίδεο με κοινωνικό μήνυμα. Επίσης σου εξηγείται επιτέλους ο λόγος για τον οποίο η κυρία Σάντα χαμογελάει συνέχεια. Χα, χα, χα και χο, χο χο!

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Bank Bang

Πέφτουν οι τίτλοι τέλους, ανοίγουν τα φώτα, φοράω το μπουφάν μου και συνειδητοποιώ ότι είναι η πρώτη φορά εδώ και ζίλιον γίαρς που μία ελληνική ταινία δεν με έχει εκνευρίσει. Κοντοστάθηκα και τσέκαρα: δεν μάσησα το γιακά μου, δεν έπαιξα μπάμπλ-μπάμπλ στο κινητό μου, δεν μέτρησα προβατάκια να με πάρει ο ύπνος. Τι έγινε ρε παιδιά; Μήπως ήταν μεταγλωτισμένο; Δεν μπορεί! Που είναι οι στημένες ατάκες; Οι τηλεοπτικές υστερίες; Τα κιτσερέλα σκηνικά; Σταυροκοπιόμουνα, σου λέω. Κοίτα να δεις που έκατσε άνθρωπος σε ετούτη τη χώρα και έγραψε πρωτότυπο σενάριο με αρχή, μέση και τέλος. Φάρσα μεν, αρπαχτή δεν! Απιστεύταμπολ.

Όχι δεν θα το πεις αριστούργημα. Δεν θα αλλάξει τη ζωή σου, δεν θα σημαδέψει το είναι σου, δεν θα το θυμάσαι για έβερ εντ έβερ. Αλλά για κάτσε ρε μεγάλε: νιώθεις πραγματικά την ανάγκη να σε τακταρίζει ο Μπέργκμαν σε κάθε επίσκεψή σου στο σινεμά; Γιατί εγώ δεν.

Μιά χαρά αξιοπρέπεια. Το σενάριο δουλεμένο. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος συμπαθητικούλης, τρυφερούλης, ά-χου μωρέ. Ο Δημήτρης Ήμελλος φάτσα. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου λάβαμπολ. Ο Κώστας Βουτσάς με το τίποτα φτιάνει ρόλο διαστάσεων (ταλέντο το λέμε και έχει πολύ). Και η Μπότση πειστική. Και ο Ιατρόπουλος αγνώριστος. Και ο Σκιαδαρέσης στέκεται.

Μπράβο και στον σκηνοθέτα. Που τον ελένε Αργύρη Παπαδημητρόπουλο και είναι νέωπας. Κλαπ, κλαπ, στηρίζουμε το νιάτο. Πρώτη ταινία και μάτσο τα τίκετς που θα κόψει. Αυτά είναι!

Δεν θα ξεκαρδιστείς. Αλλά θα χαμογελάσεις.
Πόσο συχνά χαμογελάς ρε αχάριστε;

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

λΆτρεμΈνΌ τ'Άπαγορευμένο (λες;)



Τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε. Φόρεσες τ'αγιοβασιλιάτικο καπέλο σου, μπούκωσες στη σοκολάτα και τον κουραμπιέ, έκαμες την πρώτη εφόρμηση στα μαγαζιά, κατέβασες τα μπιχλιμπίδια από το πατάρι για να τ'αραδιάσεις στο σαλόνι σου και πρόλαβες να κάμεις και τα πρώτα αρέιντζμεντς για το πού θα σε βρει ο 9. Αλλά επειδής την αμετροέπεια και το χάχανο τα έχεις πάντοτε πρόχειρα, η διεθνούς βεληνεκούς ελληνίδα καλλιτέχνιδα απεφάσισε ότι αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή να σε χαστουκίσει με το καινούργιο κατατονικό της άσμα μπας και ισιώσεις, μην πάρουν και τα μυαλά σου αέρα εν τω μέσω της παγκόσμιας κρίσεως.

Η αρτίστα άφησε οριστικά πίσω της το νταχτιρντί λαϊκοπόπ (που ανάθρεψε γενιές νεοελλήνων) και εστράφη στην αλτέρνατιβ πχιότητα. Εν πρώτοις είχε σκεφτεί να τολμήσει την μέινστριμ πχιότητα, αλλά αφενός αυτή είναι κατειλημένη από καλλιτέχνιδες με κατσαρό μαλλί (και αυτηνής δεν την πάει το περμανάντ) και αφετέρου φοβήθηκε ότι θα την κατηγορήσουν για πισωγύρισμα στα χρόνια της υπομονής που δεν την εθυμό-, δεν την εθυμότανε κανείς.

Εξάλλου δεν ήθελε να φέρει σε δύσκολη θέση τις λοιπές υποψήφιες για το βραβείο Αρίων της καλύτερης έντεχνης καλλιτέχνιδος της χρονιάς, οι οποίες ως γνωστόν τραβάνε το δικό τους Γολγοθά καθώς οφείλουν να παραμείνουν άπλυτες για μήνες, να αφήνουν το φρύδι ελεύθερο και να κεντάνε μόνες τους στον αργαλειό το φόρεμα με το οποίο θα εμφανισθούν στην επίσημη βραδιά παραλαβής του βραβείου τους. Ίουκ! Που επιτέλους ας μπει και λίγο άι-λάινερ να ξεχωρίσουμε τις σερνικές από τις θηλυκές.

Επειδής όλα αυτά είναι λίγο φοβιστικά, η διεθνούς βεληνεκούς επέλεξε το δύσκολο μονοπάτι της εναλλακτικής ροκοπόπ (ουχί ρομποπόπ, μηδέ ρομποκόπ), που λίγο καιρό ενωρίτερα είχαν διαβεί άλλες καλλιτέχνιδες όπως η Ευρυδίκη και η Μαντώ, πριν τις χάσουμε οριστικά στο δάσος. Για τον καινούργιο της δίσκο συγκέντρωσε ένα μπουκέτο από μοντερνιές -άλλες καινούργιες και άλλες διασκευές- από τις οποίες δεν λείπει μηδέ η πίστα, μηδέ ο επιτηδευμένα ατημέλητος στίχος στον οποίο μας είχε συνηθίσει:

"Μπορείς απόψε να βγεις μ'όλες τις τσούλες της γης,
βγες μπροστά δυνατά για νέους έρωτες,
να βρεις κορίτσια σωστά για να χαρεί κι η μαμά,
στην πυρά, στην πυρά, με τις ξενέρωτες."

Το ομότιτλο τραγούδι "Απαγορευμένο" -που ως γνωστόν είναι "λατρεμένο"- απευθύνεται το δίχως άλλο σε ανθρώπους που βιώνουν τον έρωτα μέσα στην καθημερινότητα του φρενοκομείου και χρειάζονται κάποιον ουχί να τους κάμει happy, αλλά να τους δώκει κάνα χάπι. Η νευρική, σπαραξικάρδια κραυγή (χέι!) σε παίρνει από το χεράκι και σε οδηγεί στο μαγικό κόσμο της κατάθλιψης και του Καρυωτάκη. Τέτοιο κέφι είχα να κάμω από τότε που είχα πάει στα σαράντα της θειάς μου της Κωστούλας: τριάντα γριές να σκούζουνε "λατρεμένη μας φιλενάδα (Ά-παγορευμένη)" και νά-σου οι καφέδες και νά-τα κονιακάκια.

Το ξεύρω ότι σού κάμει εσένα για στροφή, αλλά πρόσεχε γιατί την πήρε λίγο ανοιχτά.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Η Βατίδου ξαναχτυπά με τις φονικές γόβες



Αυτά δεν είναι μπρέικιν νιουζ, είναι μπρέικιν κουφιο-χέντς. (Είδες όμως αντανακλαστικά ο πρόεδρας; Ο Κωστάκης θα ήταν τώρα στο Σισμανόγλειο.)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Πέρσοναλ καρουζέλ

Τέλος λέμε. Κλείσαμε και κατεβάσαμε ρολά. Πτηνό ντεν μπορεί άλλο γκρίνια. Αφήστε πετροπόλεμο και πιάστε χιονοπόλεμο. Μένα χι με διαγράφεις, μένα χι τα πάντα γκρεμίζεις, τη ζωή μου ολόκληρη σένα λεπτό ακυρώνεις. Μένα χι. Χι στις κοινωνικές εντάσεις, χι στον δικηγόρο με τα επτά γράμματα, χι στον πρωθυπουργό urban legend, χι στους καμένους, τον Καμένο, τον Βαρεμένο και τον Μουτρωμένο. Χι ρε, χι!

Φρομ νάου ον, θέλω να βλέπω αποκλειστικά σίζοναλ κινούμενα σχέδια, να διαβάζω παραμύθια, να ψωνίζω μπούρδες σε συσκευασία δώρου, να τρώω γλυκά, να πίνω κρασιά, να παίζω επιτραπέζια με τους φίλους μου, να ρουφάω τη σοκολάτα μου στην πολυθρόνα διαβάζοντας τα αφιερώματα των εφημερίδων με τα καλύτερα της χρονιάς, να πλαντάξω στο χριστουγεννοτράγουδο και στο κάλαντο ώσπου να αντηχούν τ'αυτιά μου καμπανάκια. Δεν δικαιούμαι γαμώτι να απολαύσω κι εγώ το κρίστμας σαν άνθρωπος;

Εξού και έκαμα έφοδο στα Τζάμπο. Για μία κορφή δέντρου πήγα, με τιγκαρισμένο το πορτμπαγκάζ έφυγα. Για εκείνη τη μία ώρα που ήμουν μέσα στο κατάστημα, έχω ένα κενό μνήμης. Δεν ξεύρω, ούτε θυμάμαι γιατί πήρα τρεις πετσέτες μπάνιου χρώματος μπλε, πορτοκαλί και μουσταρδί, αυτοκόλλητα νέμο, ένα κόκκινο κρίστμας στεφάνι, δύο γιρλάντες με καφετιά φέικ βελανίδια, ένα βάζο, δύο κουτιά λαμπιόνια, μπάλες, στολίδια, κεράκια με αρώματα του δάσους (που τι μυρίζει το δάσος;), σαπουνοθήκη ρατατούη και μία ομπρέλα. Επισης πήρα μία πολύ φαντεζί τεράστια κορφή δέντρου, που αν είναι καθαρός ο ουρανός τη βλέπουν κι από τη Τζια.

Είναι το στολίδι σε τέτοια πληθώρα που έχω ήδη λατερνιάσει το σπίτι, το γραφείο, το αμάξι (κρέμεται ένας άγιος βασίλης από τον καθρέπτη μου) και σκέφτομαι να προχωρήσω σε στολισμό της λεωφόρου και των γειτονικών πάρκων. Έφαγα ένα κουτί μελομακάρονα, ίσιωσα μέχρι πλήρους αφανισμού και το κρέμα καταϊφι που αγόρασα από το Κοσμικό, νιώθω ήδη ευτυχέστερος κατά δύο κιλά. Δατς δε σπίριτ!

Α και να σου πω. Δεν με νοιάζει τι θα κάμεις ή πώς θα το κάμεις. Αλλά γκετ δε πάρτι στάρτεντ.

Ο ύμνος της μανούλας

Σάουντς φαμίλιαρ; Κι εσύ που νόμιζες ότι μόνο η ελληνίδα μάνα σε κυνηγάει με το αυγό στην αυλή, στο πάρκο, στην παραλία. Κι έπειτα με το τάπερ όταν σπουδάζεις, όταν φυλάς την πατρίδα και όταν είσαι παντρεμένος και το στεφάνι βαριέται να μαγειρέψει. Το τραγούδι είναι σαν τις σειρές του Φώσκολου. Εμπνευσμένο και βγαλμένο μέσα από τη ζωή.

Και ατελείωτο.

Όπως η αγάπη της μανούλας.



The Mom Song from Northland Video on Vimeo.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η ανταλλαγή

Νεαρή σίνγκλ μάδερ (λεπτή σιλουέτα, γατίσιες ματάρες, σαρκώδη χείλη: μαντεύεις ποια παίζει) γυρίζει από τη δουλειά και ανακαλύπτει έντρομη ότι το 9χρονο αγοράκι της δεν είναι στον καναπέ να την περιμένει. Άμπερ αλάρμ. Το ψάχνει στη γειτονιά & στους δρόμους, απευθύνεται στην αστυνομία, ξεκινά προσωπικό αγώνα. Προς μεγάλη της χαρά, η αστυνομία τής ανακοινώνει ότι το παιδί της βρέθηκε, αλλά λες και τη δουλεύει το σύστημα, το νήπιο που της παρουσιάζουν δεν είναι δικό της αλλά ισχυρίζεται ότι την αναγνωρίζει ως μαμά του. Εδώ καις φλάτζα, καταρρέει η λογική σου και θέλεις να το κανελώσεις το βρωμόπαιδο.

Η δόλια μάνα επιμένει ότι το συγκεκριμένο παιδί δεν είναι το δικό της, αλλά η αστυνομία που θέλει να κουκουλώσει την υπόθεση (διότι έχει αρκετούς μπελάδες με κατηγορίες εναντίον της για διαφθορά, κακοδιοίκηση και παράτυπες συμπεριφορές), κατηγορεί τη μάνα ότι είναι τρελή και τη χώνει στο ψυχιατρείο. Όπου όλοι είναι μιλημένοι και τη βγάζουν μανιακή. Το σύστημα λειτουργεί αντίστροφα, με ένα δικό του νοσηρό τρόπο αυτοδιατήρησης.

Το κατάλαβες από το στόρι, η ταινία δεν θα σου προσφέρει το γέλιο, τη χαρά, την τσαχπινιά. Το θέμα είναι βαρύ, το ύφος είναι αυστηρό, οι ερμηνείες απόλυτα συνεπείς, κάποιες σκηνές σε φέρνουν στην απόγνωση. Η δόλια μάνα να αναζητεί το παιδάκι και οι αρχές -πνιγμένες μέσα στο βούρκο της διαφθοράς και της απάθειας- να συνομωτούν εναντίον της. Είσαι να σκάσεις, είσαι.

Η αστυνομία δεν κάμει τη δουλειά της, αλλά συγκαλύπτει και ψεύδεται. Η διαπλοκή φθάνει στα ανώτερα πολιτικά κλιμάκια. Ο πολίτης είναι αδύναμος και υφίσταται τα ταπεινωτικά χαστούκια του καφκικού συστήματος. Και πρόκειται για αληθινή ιστορία που συνέβη τη δεκαετία του '20.

Παλιακό και κιτρινισμένο; Τραγικά επίκαιρο και σημερνό.

Η ταινία της χρονιάς λέγεται "Ανταλλαγή" και είναι μία άσκηση ύφους από τον παππού Κλιντ Ίστγουντ που λογικά και δικαιωματικά χαρίζει το όσκαρ στην Αντζελίνα. Υπέροχη σκηνοθεσία, υποβλητική μουσική, εξαιρετικό κάστινγκ, σουπερ φωτογραφία, τέλεια όλα. Σα να ζωντανεύουν πίνακες του Χόπερ.

Το φοβάσαι γιατί είναι μεγάλο σε διάρκεια; Δεν θα ήθελες να του λείψει ούτε μία σκηνή. Ήταν όλες απαραίτητες. Μέχρι τελευταίας αναπνοής. Να πώς γυρίζεις δυομισάωρη ταινία χωρίς κοιλιά και με το σασπένς στο νον-στοπ. Ευχαριστούμε παππού Κλιντ. Διαμαντάκι.

Προτείνω, προτείνω, προτείνω.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Σκληρός ο ανταγωνισμός για την Άντζελα Δημητρίου

Οι πρωταγωνιστές των ημερών κοντράρονται για την πιο άουτ-ιν-σπέις δήλωση.

[1]
"Η δικαιοσύνη θα αποφανθεί αν καλώς σκοτώθηκε αυτό το παιδί." (είπε ο δικηγόρας θέτοντας ηθικό ερώτημα)

Διότι δεν μπορεί εγώ κι εσύ οι άσχετοι να κρίνουμε έτσι στο πόδι, αν καλώς ή κακώς σκοτώθηκε το παιδί. Πρέπει να αποφανθεί αρμοδίως η δικαιοσύνη. Μπορεί ας πούμε το παιδί να σκοτώθηκε καλώς. Μπορεί να έπρεπε να βγει από τη μέση γιατί και τι να τα κάμεις τόσα παιδιά; Έχουνε τιγκάρει τα σχολεία, τα φροντιστήρια και τα γκούντις. Εξάλλου μπορεί να ήταν η ώρα του, να σώθηκε το κερί του, να έληξε το κισμέτ του. Στο κάτω-κάτω όλοι εκεί δεν θα καταλήξουμε; Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα, ας καθαρίσουμε μία ώρα αρχύτερα. Και τελοσπάντων, ζωή είναι αυτή; Στενοχώριες, πίκρες, απογοητεύσεις, φόροι, δελτία ειδήσεων. Μη σου πω ότι χάρη του έκαμε του παιδιού.

[2]"Έχει δύο διανοητικά καθυστερημένα αδέρφια." (ξαναμανά-είπε ο δικηγόρας αναφερόμενος στην οικογενειακή κατάσταση του δράστη)

Αλλά ρεφάρει ο ίδιος το κακό ντιενέι. Πάντως για να είμαστε δίκαιοι, η όλη στάση του κατηγορούμενου αστυνομικού μαρτυρά μία σπάνια ευαισθησία που όμοιά της τη σήμερον συναντάς μόνο στα σενάρια της Άννας Ανδριανού και στα τραγούδια του μικρού Σαντικάι: δεν είναι τυχαίο ότι μάς απευθύνεται ωσάν να ήμασταν όλοι (σαν τα) αδέλφια του.

[3]"Η χώρα δεν βρίσκεται στα πρόθυρα διάλυσης." (είπε ο Δημήτρης Αβραμόπουλος σε φάση ντινάϊαλ)

Η κυβέρνηση δεν είναι αναποτελεσματική. Ο πρωθυπουργός δεν είναι στον κόσμο του. Οι πολίτες δεν είναι εξοργισμένοι. Τα σχολεία δεν τελούν υπό κατάληψη. Το κέντρο της Αθήνας δεν είναι αδιάβατο. Τα μαγαζιά δεν έχουν γίνει γκάμπριο. Ο Φλωρινιώτης δεν μοιάζει με τη Ντονατέλα Βερσάτσι. Επίσης εγώ δεν είμαι τρόλεϊ.

[4]'Έχει τρία παιδιά. Θα σας φέρω και φωτογραφίες." (ξαναμαναπάλι ο δικηγόρας αναφερόμενος στο δράστη)

Τώρα εξηγούνται όλα. Ο κατηγορούμενος είχε πιστέψει τις δηλώσεις του Καραμανλή ότι οι τρίτεκνοι θα θεωρούνται πολύτεκνοι και μόλις συνειδητοποίησε ότι οι υποσχέσεις ήταν μούφα, γυάλισε το μάτι του, γυάλισε το όπλο του και την άναψε στον πρώτο που του γυάλισε. Οι φωτογραφίες των παιδιών θα είναι το εξίμπιτ νάμπερ ουάν, οι προεκλογικές υποσχέσεις του Καραμανλή το εξίμπιτ νάμπερ του.

[5]"Υπάρχει κρίση στον τομέα της ασφάλειας, την οποία δεν ξέρει πώς να χειριστεί ο πρωθυπουργός." (δήλωσε ο γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού και Προγράμματος της ΝΔ Νίκος Καραχάλιος στη Herald Tribune)

Διότι ο πρωθυπουργός έχει χειριστεί με συναρπαστική επιτυχία όλες τις υπόλοιπες κρίσεις που έχει κατά καιρούς αντιμετωπίσει η κυβέρνηση και έχει επιτέλους αποκάμει. Δεν είναι και ο Μπάτμαν. Και τελοσπάντων αυτές οι κρίσεις είναι κάθε φορά διαφορετικές και ό,τι να'ναι. Χάθηκε ο κόσμος να επαναληφθεί μία κρίση τύπου υποκλοπών ή πτώσης γενικού γραμματέα υπουργείου από τον τέταρτο που το 'χει ο πρωθυπουργός και ξεύρει τι να κάμει; Ποιος γαμώτι λανσάρει όλες αυτές τις κρίσεις χωρίς ούτε ένα μάνιουαλ;

Ο συνεργάτης του πρωθυπουργού κος Καραχάλιος (για να έχεις και εικόνα) με την Playmate 2007 Νάταλι Θάνου τον Αύγουστο στη Μύκονο. Μη μου μιλάς για καλοκαίρια, για ακρογιαλιές και αστέρια.

[6]"Ο θάνατος του παιδιού ήταν θέλημα Θεού." (γλώσσα δεν έβαλε μέσα του πια ο δικηγόρας)

Τη στιγμή που ο αστυνομικός έριξε μία αδέσποτη προς το πουθενά, κατέβηκε κωλοπετσωμένο Χερουβείμ (ή κάποιος Έλ από το Δέλτα του Κενταύρου -θα σε γελάσω) και ευθυγράμμισε την πορεία της σφαίρας φονεύοντας το θύμα. Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς. Που πρωί πρωί θα τρέξω ν'ανάψω λαμπάδα, να κάμω τρισάγιο, να πάω να κοινωνήσω. Ο Θεός βρίσκεται εν εξάλλω καταστάσει και έχει αρχίσει να πυροβολεί. Επειδής θα τον επείς και άσσο στο σημάδι, άσε μη με βρει καμία σφαίρα! Μόνο η κυρία Λουκά και ο μοναχός Αρσένιος μπορούν να κυκλοφορούν ατάραχοι στους δρόμους.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Το παιδί δεν ήταν παιδί

-Όλα είναι μία παρεξήγηση.
(Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις)

Υπάρχει χειρότερη Ελλάδα και τη βλέπουμε.

Ακολουθεί σοβαρό κείμενο-διπλοσέντονο, κομμένα τα χάχανα.

Είμαι
32 ετών. Θυμάμαι τον Αντρέα στο μπαλκόνι, τον Κοσκωτά στα δικαστήρια, τον Σαμαρά να βάζει τρικλοποδιά στο Μητσοτάκη, τον παππού Καραμανλή να δακρύζει για τη Μακεδονία, τον Κουλούρη να δακρύζει για την τιμή του λάχανου στις λαϊκές, τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο να τραγουδάει "στ'άρματα στ'άρματα" και τον Ρουσόπουλο να μνημονεύει τον ταχυδρόμο πατέρα του. Θυμάμαι τον Μπουγιουκλάκη να τρώει το καφάσι (λάιβ) στο Κανάλι 29, τη Μιμή να τρώει το χαστούκι (σμάιλ) από την Αθίνη πάνω που υπογράφει το πόνημά της, τον Σημίτη να λέει χάου-γκρέιτφουλ-γουι-αρ στους αμερικάνους, το Χριστόδουλο να βυζαντινίζει από τον άμβωνα, τη μυθώδη 17 Νοέμβρη να αποδεικνύεται ένα ταλαίπωρο παρεάκι άφρονων, την Έφη Σαρρή να διεκδικεί έδρα στο κοινοβούλιο μέσω του youtube.

Θυμάμαι το σχολείο μου υπό κατάληψη για τον Τεμπονέρα, τα τρόλεϊ να απεργούν επί μήνες όταν ο Μητσοτάκης ξεκίνησε τις ιδιωτικοποιήσεις, τον Κωστάκη να σπάει το πόδι του παίζοντας ποδόσφαιρο και το Γιωργάκη να πέφτει από το ποδήλατο, φεύγοντας για τ'αδύνατο, κρατώντας στο χέρι το κλειδί. Είδα την Ελλάδα να περνάει από τη δραχμή στο ευρώ, από τους Ολυμπιακούς που χάσαμε στους Ολυμπιακούς που κερδίσαμε. Έζησα την «αλλαγή» (που μας στοίχισε ακριβά), τον «εκσυγχρονισμό» (που έμεινε ατελής) και την «επανίδρυση» (που δεν έγινε ποτέ).

Είμαι παιδί της μεταπολίτευσης. Το κατάλαβες.

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες ημέρες δεν το έχω ξαναζήσει.

Η βία με απωθεί. Και θλίβομαι ειλικρινά για το παιδί. Συγκινήθηκα που είδα τη μάνα να σφαδάζει. Δεν είμαι για κηδείες, το ξεύρεις. Βούτυρο γίνομαι και κλαίω σα νιάνιαρο.

Πέραν του χαμού του, σε πληγώνει η σημειολογία μίας τέτοιας πράξης: ο αστυνομικός, το όργανο της τάξης, ο φορέας της εξουσίας με προτεταμένο το όπλο του απέναντι σε ένα παιδί. Στο όποιο παιδί. Σε έναν Αλέξη. Στον συγκεκριμένο Αλέξη.

Κι ύστερα όλη αυτή η καταστροφή. Των περιουσιών, των εξουσιών και των συνειδήσεων. Τάξη εναντίον αταξίας. Με αμφότερα τα άκρα να έχουν χάσει το νόημά τους. Ερώτημα. Ξεπλένεται το ένα έγκλημα στο άλλο; Είναι αυτό που βλέπεις στην οθόνη σου ιδεολογία της αντίδρασης ή πρόσχημα για πλιάτσικο και αγελαίες καταστροφές; Κι εντέλει με ποιους είσαι εσύ ρε; Με εμάς ή με τους άλλους;

Δεν θα απαντήσω. Δεν θα σου αρέσουν οι απαντήσεις μου.

Θα κάμω απλώς μερικές διαπιστώσεις.

Διαπίστωση πρώτη. Κάποτες η ελληνική κοινωνία ήταν αγράμματη, χωρατατζού κι αλέγκρα. Σήμερα είναι φοβισμένη και οργισμένη.

Σφραγισμένοι στα σπίτια μας, αλυσοδεμένοι στις πολυθρόνες μας, απονευρωμένοι από τις τηλεοράσεις μας. Ενταγμένοι σε ένα σύστημα νοσηρό και παθογόνο που αντί να μας δίνει λύσεις, μας γεννά προβλήματα και άγχη και πανικούς. Ένα σύστημα που μας φυλακίζει στις αίθουσες του σχολείου, στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου, στις σκοπιές και τα φυλάκια των ελληνικών βουνοκορφών, στα κλειστοφοβικά δωμάτια του νοσοκομείου, στις ατελείωτες αναμονές των πιστοποιητικών και των σφραγίδων. Ένα σύστημα που αδιαφορεί για την ατομικότητά σου. Και το οποίο αρέσκεται να δημιουργεί γκέτο: των αναρχικών στα Εξάρχεια, των μεταναστών στον Άγιο Παντελεήμονα, των πλουσίων στην Εκάλη. Όμως από τα ανήλιαγα υπόγεια στη Φυλής και τη Λιοσίων ως τα λοφτ και τις μεζονέτες στην Πολιτεία και τη Γλυφάδα, η κοινωνική αδικία ουρλιάζει και χτυπιέται. Αν εσύ δεν την έχεις ακούσει και ξαφνικά εκπλήσσεσαι με την τάχα μου ανεξήγητη έκρηξη βίας, σόρυ αλλά πρόβλημά σου. Ξεβούλωσε τ’αυτιά σου παλιοβολεμένε μαλάκα!

(Φοβάσαι; Κι εγώ.)

(Οργίζεσαι; Κι εγώ.)

Και κάθε μέρα αγωνίζεσαι και σφίγγεσαι και τρέχεις και ιδρώνεις και στενάζεις για να καταφέρεις να διασφαλίσεις μόνος σου την ατομικότητά σου. Και να διαφυλάξεις την αξιοπρέπειά σου. Όταν εντέλει γυρνάς στο σπίτι αποκαμωμένος, παρακολουθείς βουβός στην τιβί τα σούρταφέρτα των εκατομμυρίων, τα αφορολόγητα δις των Μονών, τις offshore των "νόμιμων" (και άρα ηθικών) υπουργών, τα βολέματα των κουμπάρων, τον Πρωθυπουργό να ρεμβάζει στη Ραφήνα και να δίνει διδακτορικά στη γυναίκα του, τα δάση να καίγονται, τις επιχειρήσεις να διαπλέκονται, τους μεγαλοκαρχαρίες να φτύνουν στα μούτρα το κράτος. Ηθική; Πλάκα μου κάνεις μεγάλε ή σε ξεπαγώσαμε τώρα από τη χρονοκάψουλα;

Ναι, οργίζεσαι. Κι εγώ. Αλλά ο καθείς μας διαχειρίζεται την οργή του με διαφορετικό τρόπο. Κάποιοι την εξωτερικεύουν σπάζοντας βιτρίνες (είτε γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν το σύστημα, είτε γιατί σιχαίνονται τις δομές του και έχουν διαβάσει Μπακούνιν, είτε γιατί έχουν μία τάση προς την παραβατικότητα, είτε γιατί είναι αλητάμπουρες του κερατά -δεν έχει σημασία το γιατί) και κάποιοι άλλοι κάνοντας πλιάτσικο. Τους καταδικάζουμε όλοι παρέα. Είναι ανεξέλεγκτοι. Θέλεις να κατεβάσουμε τα τανκς; Θέλεις να τους μαντρώσουμε σε μία φυλάκα σε κάποια βραχονησίδα και να στήσουμε το δικό μας Γκουαντανάμο; Αν ειλικρινά νομίζεις ότι θα λύσει το πρόβλημα, μαζί σου. Να κάτσω κάτω, να σε ακούσω να με πείσεις. Αλλά έχεις και χόμγουορκ: θα πρέπει πρώτα να κάτσεις να σκεφτείς τι σκατά σκέφτονται και κατεβαίνουν στους δρόμους με τόση οργή. Είναι το περιθώριο, επιλογή τους; Ακόμη κι αν είναι, γιατί το σύστημα δεν έχει καταφέρει να τους μεταπείσει ή να τους απλώσει το χέρι; Μήπως γιατί δεν θέλει ή γιατί δεν μπορεί; Και τα δύο δεν μου κάνουν. Το σύστημα είναι ανεπαρκές. Νάτη η ανεπάρκειά του, τη βλέπεις μπροστά σου να φλέγεται.

Οι περισσότεροι από δαύτους μπορεί να είναι και μετανάστες. Ε μη μου πεις ότι εκπλήσσεσαι. Κάμουν πλιάτσικο σε μία κοινωνία που τους βρίζει και τους γκετοποιεί. Σε μία κοινωνία που ήταν ανέτοιμη να τους δεχθεί, αλλά και να τους διώξει. Σε μία κοινωνία που εξακολουθεί να είναι ανέτοιμη να τους εντάξει ή να τους εγγυηθεί το παραμικρό στην ώρα της οικονομικής κρίσης. Μεταξύ μας: δεν ψηφίζουν, δεν υπάρχουν. Αν ζεις στην Πολιτεία (και δεν μπαίνεις στο λεωφορείο και στον ηλεκτρικό), μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν είναι καν εδώ.

Διαπίστωση δεύτερη. Το πολιτικό τοπίο μοιάζει πιο βομβαρδισμένο και από την Ερμού. Η χειρότερη μεταπολιτευτική κυβέρνηση (του ανύπαρκτου καταλληλότερου πρωθυπουργού) γαντζωμένη στην εξουσία και έτοιμη για ακόμα μεγαλύτερες ήττες οδηγεί πιωμένη το λεωφορείο μέχρι να πετύχει το γκρεμό. Το παλιακό ΠΑΣΟΚ μηρυκάζει την απλοϊκή εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας του, ο μικρομέγαλος Συνασπισμός δυσκολεύεται να συνταιριάξει τις θέσεις του, το αραχνιασμένο Κουκουέ μυρίζει ναφθαλίνη και ο Καρατζαφέρης προσδοκά στην περαιτέρω συντηρητικοποίηση των φοβισμένων λαϊκών του ερεισμάτων. Κανείς δεν έχει τη λύση που θέλεις. Κακό αυτό. Σε δυσκολεύει.

Λυπάμαι. Τα πράγματα δεν είναι όσο εύκολα μάς είχαν υποσχεθεί.

Είμαι κατά της βίας, στο είπα. Δεν είναι λύση, το ξεύρουμε κι οι δυο. Αλλά σε διαβεβαιώ ότι ελάχιστα απέχω από το να κάψω κι εγώ κανένα κάδο σε ένα σύστημα που μισώ και φτύνω και απεχθάνομαι και σιχτηρίζω. Αν δεν ήμουν βέβαιος ότι θα το διπλοπληρώσω ως φορολογούμενος (λόγω ρεμούλας στις δημόσιες προμήθειες για αντικατάσταση του κάδου), θα τον είχα κάψει τριάντα φορές τον χαζοκάδο (που είναι και κουτσός από τον πολυκαιρισμό και κανείς δεν σκέφτηκε να τον αλλάξει).

Που δεν πα να γίνει στάχτη το κωλοχανείο!

Διαπίστωση τρίτη. Η ελληνική κοινωνία κάνει ένα ριάλιτι τσεκ! Και ανακαλύπτει ότι η ζωή δεν βρίσκεται μήτε στα ρεπορτάζ της Λαμπίρη για το τι έφαγε και πού έκλασε η Έφη Θώδη, μήτε στον τηλεοπτικό ιδρυματισμό των Παρατράγουδων.

Η ελληνική κοινωνία κάμει ένα ριάλιτι τσεκ! Καλωσορίσαμε στην πραγματικότητα.

Το καταλαβαίνεις ότι έχουμε βαρύ φορτίο στις πλάτες μας και σημαντικό ρόλο για το αύριο. Εσύ κι εγώ. Μας κλήρωσε, μεγάλε.

Είπε ο Ισοκράτης

Το ότι θα έβλεπες εδώ πρωτοσέλιδο του Ελεύθερου Τύπου, δεν θα το περίμενες στα κανονικά σου.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Αρνάκι θα σουβλίσετε φέτος στο ρεβεγιόν;

Καλά σήμερα δεν υποτίθεται ότι θα ανάβαμε το δέντρο στο Σύνταγμα (που μπορεί να μην είναι εκείνο το ανοικονόμητο μάνστερ του Αβραμώ που το'χε σκάσει από μπι-μούβι του Ρομέρο, αλλά όπως έχεις καταλάβει τα τελευταία χρόνια η Αθήνα για να δείξει τι ακομπλεξάριστη είναι, δεν απασχολείται πλέον με το μέγεθος) και θα απλώναμε τη γιρλάντα στη Βασιλίσσης Σοφίας να βρει και το περιστέρι να κάτσει σε κάτι πιο φαντεζί μέρες που είναι;

Όμως αντίς του καλικάντζαρου (που η ώρα του θαρρώ ήτανε κάπου τώρα!), εβγήκε ο αντιεξουσιαστής και έκαψε το μαγαζί. Και ομολογώ μπερδεύτηκα. Και μαζί μου και οι εποχές. Μα δεν είναι του Πολυτεχνείου, λέμε. Δεν παίζει το "λεβέντης εροβόλαγε" αλλά το "ελάτε παιδάκια παιδάκια καλά, κοντά σε μια φάτνη στην άγια σπηλιά". Δεν βάφεις αυγά, τη γαλοπούλα στουμπώνεις!

Είπαμε δεν έχει κρύο, αλλά μην τα ισοπεδώνουμε και όλα. Καίμε τη σημαία, καίμε το δέντρο, καίμε το δάσος, καίμε το μαγαζί Ερμού και Καπνικαρέας γωνία (είχα σταμπάρει και κάτι παπούτσια εκεί, άντε να τα βρω τώρα), καίμε λάδια καίμε ενίοτε και το πελεκούδι εντ α μέρι κρίστμας του γκρικ κυβέρνηση όπου και να'ναι.

[Κι αντί να στολίζουμε πλατείες και να ηχούνε κάλαντα, ετοιμάζουμε κηδείες σε μία χώρα που πυροβολεί τα παιδιά της.]

Οφίσιαλ ξεκίνημα εορταστικής περιόδου.

Άκου πόσο απλό είναι για να μην αγχώνεσαι.

Δεν χρειάζεται να ζυμώσεις το μελομακάρονο και να περιχύσεις την κουζίνα όλη με το σιρόπι ώσπου να το πετύχεις. Δεν χρειάζεται να σκαρφαλώσεις στο πατάρι για να κατεβάσεις την κούτα με το στολίδι, τη γιρλάντα και το φωτάκι. Δεν χρειάζεται να κρεμαστείς ωσάν την Κομανέτσι από το μπαλκόνι για να απλώσεις το φωτάκι-κρόσσι που θα λαμποκοπάει νυχθημερόν στα μούτρα της από-κάτω και θα μετατρέψει την πολυκατοικία σου σε ντίσκο ινφέρνο.

Το μόνο που έχεις να κάμεις είναι να κατέβεις λίγο πιο κάτω.

Πιο κάτω λέμε.

Κι άλλο.

Έλα λίγο ακόμα. Το'χεις!

Εδώ είσαι! Μπάστα.

Πατάς το πλέι και αυτομάτως έχει ξεκινήσει για πάρτι σου οφίσιαλι η εορταστική περίοδος.



Απλό δεν ήταν;

Που τρώμε απόψε;

Στης Ιοκάστης, θα σου προτείνω εγώ. Στην πιο lol θεατρική παράσταση που έχω δει εδώ και καιρό, με τη Σοφία Φιλιππίδου στο ρόλο της καταιγιστικής χήρας-εργοστασιάρχου Ιοκάστης Παπακώστα που στο οικογενειακό δείπνο με τα παιδιά της, τον λιμοκοντόρο εραστή της κόρης, τον Λετονό μπάτλερ και το φάντασμα του αντρός της δεν προλαβαίνει να συνέλθει από τη μία μπλούφλα και της έρχεται η επόμενη.

Ιοκάστη (Σοφία Φιλιππίδου): Κάτι πιο λιπαρό από σαλάτα δεν έχουμε;
Κάτια (Γιούλικα Σκαφίδα): Πάπια με πετροκέρασα.
Ιοκάστη: Τζίσους! Πουλί με φρούτα! Πώς σου ήρθε; Και αυτές οι πάπιες! Πιο ανοικονόμητα πουλιά δεν υπάρχουν. Τις βλέπεις στη λίμνη και είναι τέρατα. Και μόλις τις μαδήσεις, βγάζουν δεν βγάζουν τρεις μερίδες!

Παρότι θα δεις καρφιτσωμένη πάνω της τη μανιέρα της σουρεάλ μεγαλοκυρίας τύπου ΠάσταΦλώρας, η Σοφία Φιλιππίδου το πάει το γράμμα. Την παίρνει επ'ώμου την παράσταση, κεντάει τις ατάκες και τις εξεζητημένες αντιδράσεις της, σου πετάει στα μούτρα τα σύνδρομα της δήθεν ακομπλεξάριστης νεόπλουτης που συναντάς στα ντελικατέσεν της Κηφισιάς, στις βιτρίνες του Άττικα και στα ινστιτούτα μποτέ της Γλυφάδας.

Γέλασα, γέλασα και γέλασα. Και ξεύρεις τι ξινός είμαι στις κωμωδίες.

Διαπιστώσεις:
[1] Δεν έπεφτε καρφίτσα, ουρά με δύο στροφές στο ταμείο Πέμπτη βράδυ, έπρεπε να έχεις κλείσει πολλές ημέρες πριν, που διάολο έχει χτυπήσει η κρίση-δεν ξεύρω. Και μη μου πεις ότι όλοι πηγαίνουν στα κεντρικά θέατρα αλλά βαράνε μύγες στην πειραματική σκηνή "Τρεχαγύρευε" που ανεβάζει εναλλακτικό σερβοβόσνιο δημιουργό σε ξεχασμένη υπόγα-μεσοτοιχία με τον υπόνομο στο σοκάκι πίσω από τα σουβλάκια του κυρ-Αντώνη στην Κυψέλη γιατί χέσε-με.
[2] Με το που τελειώνει η παράσταση και ξεμπουκάρει το κοινό από το θέατρο (Δημήτρης Χόρν, Αμερικής) δεν προλαβαίνεις να πεις δύο κουβέντες με το παρεάκι για την παράσταση και σου την πέφτουν καμιά εικοσαριά πλανόδιοι μαριάτσι που τραγουδάνε το ακουμπα-κουμπα-κουμπα-κούμπα-κέρο και παίρνουν αφενός τα θέατρα της περιοχής σβάρνα (για να κουνήσουνε το ντέφι στο θεατρόφιλο κοινό) και αφετέρου τ'αυτιά σου. Ντέφι και τα νεύρα σου.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Μην παίζεις τένις χωρίς ρακέτα: θα χτυπήσεις!

Με μερικά πράγματα δεν πρέπει να παίζεις.

Ας πούμε με το φαϊ σου, όπως έλεγε η μαμά σου. Ή με τη φλόγα, όπως έλεγε ο Κουρκούλης. Ή με τη διάθεση της χοντρής υπαλλήλου στην εφορία που ενώ σε βλέπει που περιμένεις μπάστακας μπροστά της για ένα γαμωπιστοποιητικό, συνεχίζει να ακούει ατάραχη τη φίλη της την Ασημίνα στο τηλέφωνο να της αναλύει τα γκομενικά της.

Επίσης δεν πρέπει να παίζεις με την τύχη σου.

Εκεί που χαριεντίζεσαι με το αμόρε απάνω στον καναπέ, αρχίζουν να εκτοπίζονται τα μαξιλαράκια ολούθε στο δωμάτιο, σου πιάνει το τέτοιο σου και πιάνεις κι εσύ το απαυτό και ύστερα φιλάς το στοματάκι και το λαιμουδάκι και τσουλάς προς την κατηφοριά με ανυπομονησία, στενάζεις και αρχίζεις να βαριανασαίνεις (αν είσαι του πάθους) ή να ψιθυρίζεις (αν είσαι του έντεχνου) ή να φωνάζεις (αν είσαι του λαϊκού) ή να σκούζεις (δεν πα και να βελάζεις; -δεν θα σταθούμε εδώ!) ώσπου να γίνετε ένα κουβάρι. Γκουχου-γκούχου, νομίζω έχεις εικόνα. Το λέμε χιονοστιβάδα και σε παρασέρνει στο χάπι τάιμ της ημέρας σου.

Το ξεύρω ότι πάνω στην έξαψη της στιγμής, δεν είσαι για να ψάχνεις τις τσέπες, τα πορτοφόλια ή τα συρτάρια για τα ντούρεξ. Βαριέσαι, ξεχνιέσαι, τα παίρνει το ποτάμι.

Αλλά μη λέμε τα ίδια: δεν είναι να παίζεις με την τύχη σου. Κι αν σου κάτσει;

Πριν κάνα χρόνο πήγα κι έκαμα εξετάσεις. Δεν είχα τίποτις έγνοιες -μη με φανταστείς αμελή και απρόσεκτο. Δεν είμαι. Απλώς έπρεπε να εξετασθώ για να πάρω το οκέι για να δώσω αίμα για ένα φίλο.
Δεν θα σου πω ότι είχα αγωνία. Όχι, δεν είχα αγωνία.

Σκέφθηκα όμως όλες τις χιονοστιβάδες χωρίς την έξαψή τους.

Ημέρα aids σήμερα. Σου'χω διαφημίσεις να σκεφθείς κι εσύ.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts