Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου

Ήταν Νοέμβρης και είχε κρύο. Έκαμα νευρικά βήματα μπρος-πίσω μπας και σταματήσουν να τρίζουν τα δόντια μου –κάπου κάπου χοροπηδούσα κιόλας, μαζί μου χοροπήδαγε και η εξάρτηση. Είχα σταματήσει να κοιτάζω το ρολόι μου για να εξαναγκάσω την πουτάνα την ώρα να περάσει λίγο πιο γρήγορα. Ξεύρεις, εκείνη την περίοδο είχα ανακαλύψει ότι τα βράδια -εκεί κατά τις 2 ή 3 η ώρα- κολλάνε τα λεπτά αναμεταξύ τους. Σφίγγεται η νύχτα και γατζώνεται στη γη.

Τριγύρω μου λόγκοι και ραχούλες. Δεν τις έβλεπα, αλλά τις φανταζόμουν. Τις μύριζα κιόλας γιατί το χώμα ήταν υγρό και θυμάμαι πως είχα παιδευτεί αρκετά να φθάσω στο μεταλλικό θάλαμο του φυλακίου και να σκαρφαλώσω στη σκάλα του, διότι τ'αρβυλά μου βυθίζονταν μέσα στη λάσπη. Το μόνο που έβλεπα ήταν το σύννεφο από τα έντομα που χορεύανε μπροστά στο φως του προβολέα που κρεμόταν μισοπαράλυτος στην κορυφή του θαλάμου.

Το μέλλον και το παρελθόν δεν ήταν αρκετά για να μου κρατήσουν συντροφιά εκείνο το βράδυ. Ξόδεψα βλέπεις όλες μου τις σκέψεις την πρώτη ώρα και δεν είχα τίποτις άλλο να σκεφτώ. Ήταν η πολλοστή σκοπιά και από ένα σημείο και μετά δεν θέλεις ούτε να σκέφτεσαι. Απλώς να υφίστασαι τα βασανιστικά χτυπήματα της ώρας πάνω σου. Του χρόνου που σου κλέβουνε.

Είναι και η σιωπή που σου τη δίνει. Που και που ακους ένα σούρσιμο μέσα στο σκοτάδι, ένα πετάρισμα μιας νυχτερίδας ή κάποιο αλλαφιασμένο σκαθάρι να κοπανιέται πάνω στον προβολέα. Και μετά πάλι σιωπή.

Άρχισα να τραγουδάω. Δυνατά. Δεν μπορούσα να νικήσω μηδέ το χρόνο, μηδέ το σκοτάδι, μηδέ το κρύο –ας κατάφερνα τουλάχιστον να πλήξω τη σιωπή. Ο πρώτος σκοπός που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ένα τραγούδι που δεν νομίζω να είχα ξαναπει ποτέ και που καλά-καλά δεν ήξευρα τους στίχους του. Χωρίς να το πολυκαταλάβω το επανέλαβα δυνατά τρεις και τέσσερις φορές. Όσο θυμόμουν. Και μάλλον έλεγα και λάθος λόγια. Μου άρεσε όμως να το ακούω να χάνεται στην παγωμένη νύχτα. Μου άρεσε η θλίψη του.

Ήρθα κι απόψε
Στα σκαλοπάτια σου
Να τραγουδήσω
Στερνή φορά

Αύριο φεύγω
Όλα τελειώνουνε
Σβήνει για μένα
Κάθε χαρά

Είναι η καντάδα
Η τελευταία μου
Μέσα στης νύχτας
Τη σιγαλιά

Κλαίνε μαζί μου
Τα σκαλοπάτια σου
Κλαίνε μαζί μου
Και τα πουλιά

Από μακριά έβλεπα τα φώτα από το καμιόνι που θα ερχόταν να με παραλάβει. Σε λίγη ώρα θα έφθανε η αλλαγή μου. Το καμιόνι χρειαζόταν τουλάχιστον οκτώ με δέκα λεπτά για να φθάσει στο σημείο που βρισκόμουν. Τοποθέτησα με νυσταλέες κινήσεις το κράνος στο κεφάλι μου, πήρα στα χέρια μου το όπλο που είχα ακουμπήσει στο τοιχάκι του θαλάμου και κατηφόρισα τα σκαλιά παρατηρώντας τα φώτα να πλησιάζουν.

Όταν εντέλει το καμιόνι έφθασε, σκαρφάλωσα με ένα τυφλό άλμα στην καρότσα και κάθισα στα ξύλινα στασίδια ανάμεσα σε άλλους τρεις βουβούς φαντάρους. Εκείνη την ώρα δεν αντάλλαζες κουβέντα με κανέναν. Στα σίγουρα κανείς δεν ήθελε να σου μιλήσει ή να σε ακούσει να του μιλάς στις τέσσερις το πρωί. Δεν ξεχώριζες άλλωστε φυσιογνωμίες μέσα στο σκοτάδι, μόνο άκουγες τα χνώτα τους. Ο οδηγός ξεκίνησε και όλα άρχισαν να τρίζουν καθώς το καμιόνι έπεφτε πάνω στις λακούβες: οι εξαρτήσεις, τα όπλα, τα φαγωμένα στασίδια, οι σκευρωμένες λαμαρίνες. Μέσα από τις σκιές είδα το φαντάρο απέναντί μου να σκαλίζει ένα τρανζιστοράκι που είχε κρυμμένο μέσα στο κράνος του. Περνούσε βιαστικά τους σταθμούς, οι φωνές και τα τραγούδια των εφ-εμ διαπλέκονταν σε ένα αλλαμπουρνέζικο τσιριχτό. Βρήκε ένα σταθμό που είχε σχετικά λίγα παράσιτα και σήκωσε τον ήχο. Έπαιζε εκείνο το τραγούδι. Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου, να τραγουδήσω στερνή φορά. Αύριο φεύγω, όλα τελειώνουνε, σβήνει για μένα κάθε χαρά.

Κοίταξα μέσα στο σκοτάδι. Είδα το σκοτάδι.

Σε λίγο θα ξημέρωνε.

1 σχόλιο :

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts