Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Βίκυ, Κριστίνα, Μπαρθελόνα

Ο Χουάν Αντόνιο σηκώνεται από το τραπέζι αφήνοντας την παρέα του και πλησιάζει τις δύο κοπέλες στην άλλη άκρη του μπαρ. Ξεύρει καλά ότι σε αυτές τις περιπτώσεις έχεις μόνο μία ευκαιρία. Μία ατάκα. Μία εντύπωση. Μία στιγμή. Στην οποία πρέπει να στριμώξεις όλη την προσπάθειά σου να φανείς συμπαθητικός και χωρίς να εκτεθείς. Συνήθως. Αλλά τα πράγματα εδώ μπορεί και να είναι πολύ πιο απλά. Πριν καλά καλά αρθρώσει την καλησπέρα του, η Βίκυ έχει μεν υψώσει τις άμυνές της, αλλά η Κριστίνα βρίσκεται ήδη αφημένη στο ηδονικό του βλέμμα. Επεξεργάζεται το αξύριστο πρόσωπό του, μετράει τις ανάσες της και γέρνει το κεφάλι της ξεχύνοντας τα κατάξανθα μαλλιά της και την επιθυμία της για λάγνες περιπέτειες και φλογερές βραδιές κάτω από τον έναστρο θερινό ουρανό της Μπαρθελόνα. Εκεί που τ’αστέρια σχηματίζουν πολύχρωμα μωσαϊκά του Γκαουντί.

-«Αμερικανίδες;» ρωτάει με εκείνη τη σπαστή προφορά που έχουν οι ισπανοί όταν προσπαθούν να μιλήσουν αγγλικά.
-«Ναι», απαντά αποφασιστικά η Βίκυ.
-«Είμαι ο Χουάν Αντόνιο. Κι εσείς…;»
-«Είμαι η Κριστίνα» σπεύδει να απαντήσει εκείνη χαμογελώντας λίγο ένοχα. «Κι από δω η φίλη μου η Βίκυ»
-«Θα ήθελα να σας προτείνω να περάσετε το σαββατοκύριακο μαζί μου. Θα δοκιμάσουμε γεύσεις, θα πιούμε κρασί και θα κάνουμε έρωτα.»
Η Βίκυ πετάχτηκε σχεδόν εξοργισμένη:
-«Ποιος; Ποιος ακριβώς θα κάνει έρωτα;»
-«Ελπίζω οι τρεις μας» απάντησε εκείνος με σταθερή φωνή.
-«Χα!», κάγχασε η Βίκυ στη φίλη της. «Αυτός ο τύπος δεν μασάει τα λόγια του! Άκου σενιόρ, ίσως σε κάποια άλλη ζωή!»

Απόσπασμα από Άρλεκιν; Όχι. Ταινία του Γούντι Άλεν.

Ή για να το πω πιο σωστά, δοκίμιο πάνω στον έρωτα και τον ανθρώπινο ψυχισμό. Για το οποίο κανονικά θα έγραφα δυο-τρεις παραγράφους για να σου περιγράψω πόσο ωραία γράφει στο φακό η Πενέλοπε Κρουζ (κυρίως όταν αυθαδιάζει στα ισπανικά), πόσο καλός ηθοποιός είναι ο Χαβιέ Μπαρδέμ (ακόμα και στις σιωπές του), πόσο υπέροχα σενάρια μπορεί να γράψει και να υποστηρίξει σκηνοθετικά ο Γούντι Άλεν (όταν έχει τα κέφια του) κουλουπού κουλουπού.

Αλλά πρόθεσή μου δεν είναι να σε κάμω να πας να τη δεις. Αν εμπιστεύεσαι το Γούντι, θα έχεις ήδη πάει. Αν τον απεχθάνεσαι, δεν πρόκειται να σου κάμει διαφορά ετούτη η ταινία.

Εκείνο που θέλω να αναρωτηθώ (προσοχή, ακολουθεί ρητορικό ερώτημα) είναι γιατί γαμώτο δεν λέμε όλοι αυτό που αισθανόμαστε ορθά κοφτά και χωρίς περιστροφές. Γιατί κρυβόμαστε πίσω από τους καθωσπρεπισμούς, τις φοβίες και τους εγωισμούς μας; Πότε ξεμάθαμε να είμαστε ειλικρινείς;
-Θέλω να σε φιλήσω. Θέλω να σε έχω. Έστω και για μία βραδιά. Όχι, δεν μου φτάνει. Θέλω να μου ανήκεις για πάντα. Να είσαι το τελευταίο θέαμά μου κάθε βράδυ και το πρώτο κάθε πρωί. Σε-θέλω.

-Θέλω να μην σε ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου. Δεν είσαι τίποτα σημαντικό για μένα. Θέλω να μείνεις μακριά μου. Δεν θέλω να σε ξεύρω, το καταλαβαίνεις; Σταμάτα να με εκνευρίζεις. Δεν-σε θέλω.
Τόσο απλά.

Και –αν μου επιτρέπεις- να προσθέσω ότι η ζωή είναι πολύ όμορφη για να τη σπαταλάς δεξιά κι αριστερά. Ή να την περιορίζεις μέσα σου. Αντίς να τη γιομίζεις με μελωδίες, γεύσεις, εικόνες, περιπλανήσεις, διαβάσματα, αισθήματα κι ανθρώπους.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Μέθα θτη μέθη του δρόμου φιλιόμαθτε

-->
Προσοχή: Αν δεν μιλάς ισπανικά, μη συνεχίσεις την ανάγνωση γιατί δεν θα καταλάβεις τίποτε.



Αμέθωθ μετά τη Βαρκελώνη, νοίκιαθα τουτού και θηκώθηκα και πήγα θτην επαρχία. Κθεκίνηθα από την Κόθτα Μπράβα που είναι η παραθαλάθια Καταλονία, όπου θα βρειθ ωραιότατεθ παραλίεθ, μεθαιωνικά χωριά και υπέροχεθ διαδρομέθ μέθα θτο πράθινο. Κατέληκθα θτη Χιρόνα, μία θυμπαθητική πόλη με το πανέμορφο ιθτορικό τηθ κέντρο και την ήρεμη ζωή τηθ επαρχίαθ (θτην πραγματικότητα οι κάτοικοι ήταν θτα πρόθυρα τηθ αυτοκτονίαθ από την πλήκθη, όπωθ θυμβαίνει θε κάθε πανέμορφη επαρχιακή πόλη ανά τον κόθμο, αλλά εθύ ο τουρίθταθ κάνειθ ότι δεν το προθέχειθ για να μη βγουν μίζερεθ οι φωτογραφίεθ).

Επίθηθ βρέθηκα θτο Φιγκέραθ όπου επιθκέφθηκα το θούπερ-γουάου μουθείο του Νταλί, όπου πέφτειθ κάτω και προθκυνάθ την ευφυία και το ταλέντο του. Μου πήρε κάμποθεθ ώρεθ να το γυρίθω, καθώθ κάθε έκθεμα είχε να θου διηγηθεί τα δικά του. Πθώνηθα και ένα θωρό θαχλαμάρεθ από το θοπ, να έχω το θυμάμαι.


Κατόπιν, πήρα τα βουνά! Ανέβηκα θτα Πυρηναία (να δω πώθ φαίνεται η Καταλονία από πθηλά) και βρέθηκα θε διάφορα μεθαιωνικά χωριά όπωθ η υπέροχη Μπεσαλού (που επειδήθ παιδεύτηκα να τη βρω θκέφτηκα ότι θα έπρεπε να τη λένε «Μπελαλού», αλλά όταν εντέλει την εντόπιθα κατάλαβα ότι έπρεπε να τη λένε «Μπεσ-εδώ»), το Ριπολ (χωμένο μέθα θτα πυκνά δάθη –να πάρειθ μπουφάν μαζί θου!), η Θολθόνα και η Καρντόνα. Ειδικά θτην Καρτνόνα, πρέπει να θου πω ότι έμεινα θε ένα κάθτρο: θούπερ ήταν, κοιμήθηκα θαν τον Λανθελότο.

Τέλοθ πήρα το τελεφερίκ και ανέβηκα θτο μοναθτήρι του Μονθεράτ που είναι γαντζωμένο πάνω θτα βουνά, θε ένα τοπίο που κόβει την ανάθα. Εκεί θτήθηκα θε μία μεγάλη ουρά για να δω από κοντά τη μαύρη Μαντόνα, η οποία είναι ένα –θχεδόν μυθτικιθτικό- άγαλμα τηθ Παναγίαθ που κρατάει δύο μαύρεθ θφαίρεθ που αν αγγίκθειθ, παίρνειθ τη θεια φώτιθη. Το μοναθτήρι αυτό είναι από τα πιο εντυπωθιακά μέρη που έχω επιθκεφθεί θτη ζωή μου και νομίζω ότι πραγματικά μπορείθ και να θυναντήθειθ το Θεό θου, πάνω θε εκείνα τα βουνά.

Μου έκανε και όμορφεθ μέρεθ και το καταφχαριθτήθηκα το τακθίδι. Θτο προτείνω να παθ κι εθύ κι αθ μη μιλάθ ιθπανικά όπωθ εγώ: οι άνθρωποι θτην επαρχία είναι πολύ ευγενικοί, οι τιμέθ είναι λογικέθ και τα τοπία μαγευτικά!
-->

Άθχετο: Η Μπέθυ Αργυράκη είναι ιθπανίδα;

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Τα τάπας ήταν μάπας!

Σου είπα τα καλά για τη Βαρκελώνη; Πάρε και τα κακά για να μη λες ότι ωραιοποιώ τις ξενιτιές.

Πρώτον, ασχήμια. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, όλοι τους κακομούτσουνοι και κοντοί. Εντάξει δεν είμαι και ο Φασούλας, αλλά όταν περιπατείς στη Rambla (κεντρική λεωφόρος για περαντζάδα) και εξέχει το κεφάλι σου από το πλήθος, κάτι δεν πάει καλά. Η Γαρουφαλιά (η νύφη της Θεοπούλας ντε) μπορεί και να έκαμε καριέρα ως μοντέλο-μπασκετμπολίστρια εκεί (σαν την Υβέτ εδώ, καλή ώρα). Εξού και το εθνικό τους φαγητό λέγεται «τάπας». Είναι της κοντής. Άσε που είναι όλοι χυμαδιό και ατυμέλητοι. Να είσαι μία Ολλανδέζα, μία Τσέχα ή μία Σουηδή να βγεις και με το βρακί στο δρόμο, δεν θα σου θυμώσω. Αλλά αφού δεν σε θέλει το ντι-εν-έι σου, φόρα ένα τακούνι, χύσε ένα Hondo στη φάτσα σου, κάμε κάτι με τα μαλλιά, μην αφήνεσαι - δεν το’χεις.

Δεύτερον, μπόχα. Αν δεν έχεις πρόχειρη την ασφυξιογόνο μάσκα, στο σοκάκι δεν μπαίνεις, στην πλατεία δεν στέκεσαι, στο λιμάνι δεν εισπνέεις. Η μικρή Τερέζα, πάτησε στο Τέζα. Λες και όλη η Ισπανία βγήκε και κατούρησε στο πεζοδρόμιο μη χειρότερα.

Τρίτον, πείνα. Αν έχεις αποφασίσει ν’αρχίσεις δίαιτα, μπορείς να μετακομίσεις στην Ισπανία! Μετά από διάφορες αποτυχημένες απόπειρες με τάπας (δεν χορταίνεις με το ορντέβρ), καραμελωμένα κρουασάν και άθλια ζυμαρικά, κατέληξα να επανεκτιμήσω την αξία των McDonalds, τα οποία αποτέλεσαν τη βασική διατροφή μου για τις τελευταίες ημέρες παραμονής μου στη Βαρκελώνη. Σαν εκείνο το ντοκιμαντέρ που έτρωγε ένας καθυστερημένος για ένα μήνα τζάνγκ φούντ, είχα γίνει. Γύρισα με τη χοληστερίνη να έχει χτυπήσει ταβάνι.

Τέταρτον, ακρίβεια. Δεν θα σου γκρινιάξω ποτές όμως ξανά για τις τιμές μας. Μία χαζομπαγκέτα με τυρί και πλάστικ πρασινάδα πέντε ευρώ. Ένας καφές φίλτρου στο πόδι, τέσσερα. Μουσείο να μπεις με κάτω από δέκα ευρώ, δεν έβρισκες. Και τα Ζάρα πιο ακριβά μού φάνηκαν κι ας είναι ντόπια.

Πέμπτον, αγγλομάθεια. Μα κανείς να μην το μιλάει το αγγλικό; Κορτσούδι είκοσι ετών στις ενοικιάσεις αυτοκινήτων και να συνενογιόμαστε στη νοηματική. Εγώ… τιμόνι… τρία δάχτυλα (τόσες μέρες το ήθελα το τουτού)… πόσο; Άλλο κορτσούδι στα Στάρμπακς –που στην Ελλάδα, δεν τολμάς να μπεις αν δεν έχεις τουλάχιστον το Τόιφελ- και να μη σκαμπάζει λέξη. Μιλάς εσύ αγγλικά, αυτοί ισπανικά (μη σου πω, καταλανικά) και η Σάντα Λουτσία να βάλει το χέρι της. Από ένα σημείο και μετά συνειδητοποιείς το μάταιο των προσπαθειών σου και τους μιλάς σε ωραιότατα ελληνικά ή απλώς γρυλίζεις.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Μου ήθελες και Βαρκελώνες!


Ντροπή σου ρε! Έλειπα τόσες μέρες την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε που αναρωτήθηκες που είμαι και αν ζω! Μη σου πω ότι δεν το παρατήρησες καν. Νόμιζες απλώς ότι σε βαρέθηκα και το έριξα (ξανά) στο σορολό και δεν σου γράφω.

Ε λοιπόν η απουσία μου οφείλεται στο ότι ήμανε στα εξωτερικά. Προς Καταλονία μεριά. Βαρκελώνη, αν έχεις ακουστά! Επειδής έμεινα και αρκετές ημέρες, σε περιμένει γλαφυρή διήγηση, αντιπροσωπευτική φωτογραφία και μπουκέτο εντυπώσεων.

Θα ξεκινήσω σε αυτό το ποστ από τα θετικά διότι είμαι και καλός άνθρωπος.

Η πόλη είναι γιομάτη αξιοθέατα και να πάρεις σπορτέξ μαζί σου άμα πας, έχεις να ρίξεις περπάτημα. Σου ξεχωρίζω αυτά που μου έκαμαν εντύπωση, να ξεπατικώσεις ιδέες αν σε βγάλει ο δρόμος σου προς τα ‘κει.

Γκαουντί. Σε κάθε γωνία της πόλης ο τύπος εμφανίζεται μπροστά σου για να σου πετάξει στα μούτρα τη σπουδαιότητα της φευγάτης και ανατρεπτικής αρχιτεκτονικής. Ζηλεύω, ζηλεύω, ζηλεύω. Που αφήνουν εκεί πέρα τους καλλιτέχνες να πλάσουν τις πόλεις. Και να τις σώσουν από την πλήξη. Το καλυτερότερο μέρος για να απολαύσεις Γκαουντί είναι το παραμυθένιο πάρκο Γκουέλ, το οποίο βρίσκεται σε ένα δασώδη λόφο στα περίχωρα και βρίθει από πέτρινες κατασκευές, κολώνες και καρτουνίστικα οικήματα. Που αν ήμουν Στρουμφ εκεί θα είχα στήσει το τσαρδί μου.

Μπαρτσελονέτα. Εδώ παίζεται το έργο «πώς θα μπορούσε να γίνει το Φαληρικό Δέλτα, αν η Ελλάδα δεν ήταν μία γελοία χώρα με ανίκανους πολιτικούς». Με μία αποβάθρα-εικαστική παρέμβαση, η κεντρική λεωφόρος Ράμπλα ενώνεται με το εμπορικό κέντρο Mare Magnum σχηματίζοντας έναν ενάλιο περίπατο. Πόσο τέλειο είναι να περπατάς με παρέα τους γλάρους κάτω από το λαμπερό ήλιο της Βαρκελώνης; Σουπερ-ντούπερ τέλειο!

Μουσείο προκολομβιανής τέχνης. Βρίσκεται φάτσα από το Μουσείο του Πικάσο και εκεί θα βρεις τρισχαριτωμένες μουτσούνες από τις αρχαίες Αμερικές. Δεν διαθέτει πολλές αίθουσες, οπότε και θα το χαρακτηρίσεις ευκολάκι. Έχει όμως ενδιαφέρουσα αισθητική, εντυπωσιακά γλυπτά και πολύ συμπαθητικό καφέ στην εσωτερική αυλή, όπου σερβίρουν σαλεμένα τυπάκια. Το απόλαυσα πολύ περισσότερο από το φλύαρο και άχρωμο Μουσείο του Πικάσο που μου έφαγε μιάμιση ώρα και δεν μου έμεινε και τίποτα.

Ενυδρείο. Υπερπαραγωγή με πρωταγωνιστές τους καρχαρίες, τις σμέρνες και τα σαλάχια. Σε κάποια φάση περνάς «μέσα» από τις τεράστιες δεξαμενές και έρχεσαι φάτσα κάρτα με το ροφό.


Ίδρυμα Χουάν Μιρό. Ακόμα κι αν δεν είσαι της μοντέρνας τέχνης και παλεύεις να καταλάβεις το γιατί στα πολύχρωμα καρό του Μοντριάν ή να ενώσεις το μάτι με το φρύδι στον Πικάσο, δεν μπορεί παρά να εκτιμήσεις τις γκροτέσκες φιγούρες του Μιρό. Κι ας πέρασα τις αίθουσες επί τροχάδην διότι έκλεινε σε μισή ώρα. (στη φωτό ο Ντόναλντ Ντακ μετά το εγκεφαλικό και ο ΕΤ ο εξωγήινος μάς δείχνει το τσουτσούνι του -Hola!)

Σιντριβάνια στην Πλατεία Ισπανίας. Κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, γίνεται της ΕΥΔΑΠ το κάγκελο με νερά να χορεύουν μέσα στα κόκκινα, τα γαλάζια και τα μενεξεδιά υπό μουσική υπόκρουση. Και Σοπέν σου παίζει και Κάστα Ντίβα σου τραγουδάει και Μαράια Κάρι σου σκούζει. Εντάξει, Έφη Θώδη δεν είχε αλλά του το συγχωρείς. Τέλειο λέμε!

Σαγράδα φαμίλια. Τρελή εξτραβαγκάντζα για εκκλησία, αλλά πολύ προχώ κατάσταση. Αγάλματα κεντημένα στην πρόσοψη, κυβιστικός Ιησούς δεμένος σε πάσαλο, μεγέθη που σε αφήνουνε με το α στο στόμα και διακοσμητικό μπιχλιμπίδι πάρε-να’χεις. Αν ζω το 2050 που θα ολοκληρωθεί, θα ήθελα να πάω στα εγκαίνια.

Σε αφήνω με τη θλιμμένη εικόνα της Χάιντι από κιόσκι πλανόδιου στη Γοτθική Συνοικεία. Αν δεν ήταν στα ισπανικά, μα το Θεό θα την αγόραζα! (Μην κλαις μικρούλα των βουνών! Λιγμ, κλαψ κλαψ!)

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Βοήθα Παναγιά μου και μη χειρότερα

Αν το 1989 σήμανε το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού, το 2008 μάλλον σηματοδοτεί το τέλος του υπαρκτού καπιταλισμού -και ναι, αυτό που βλέπεις στα χείλη μου είναι χαμόγελο. Χαμόγελο συγκρατημένο γιατί δεν είμαι απόλυτα βέβαιος (ακόμα) ότι λάβαμε όλοι το μήνυμα. Χαμόγελο μουδιασμένο γιατί ξεύρω καλά ότι τα κενά αέρος στη διαδρομή μας θα είναι πολλά.

Αλλά μεγάλε, πρώτον φαίνεται να αποφύγαμε το κραχ (και φιου, κουνήσου από τη θέση σου) και δεύτερον πετάξαμε επιτέλους κλοτσηδόν το Φρίντμαν από τη ζωή μας και επανήλθαμε στον Κέϋνς (που πολύ το είχαμε καθυστερήσει, λέω εγώ!). Και μην ακούσω ξανά τα μπαρμπούτσαλα του Άνταμ Σμιθ περί αυτορύθμισης της αγοράς, γιατί –χελόου- απλώς δεν υπάρχει αυτό. Αν το αφήσεις ξέμπαρκο, το αόρατο χέρι γίνεται μακρύ χέρι (ή ελαφροχέρι) και με οδηγό την απληστία, ξετρυπώνουν από το βούρκο τους διαβόλοι και τριβόλοι.

Η ξεδιάντροπη συσσώρευση πλούτου στους μεγαλογιάπηδες με τα αφράτα μαγουλάκια και το σνομπισμό στο βλέμμα είναι κοινωνικά και ηθικά απαράδεκτη. Η έκπτωση των αξιών και η αποθέωση της κερδοσκοπίας και της διαφθοράς δεν μπορούσε να μας βγάλει σε τίποτις καλό και το ξεύρεις. Τα υπερκέρδη των τραπεζών, τα μπόνους των μεγαλοστελεχών, η αυταρέσκεια των χρηματιστών και το λάιφστάιλ της κουστουμαρισμένης αρπαχτής και της φτιασιδωμένης ρεμούλας δεν μπορεί να αποτελεί το απαύγασμα του πολιτισμού μας. Μπορούμε και καλύτερα.

Και το αμερικανικό όνειρο; Σκόνη και θρύψαλλα να γίνομαι μαζί σου, θυμήσου όμως πόσα ξέχασες, θυμήσου. Η πραγματικότητα στην οποία ξυπνάει η Αμερική είναι σκληρή (με 30 εκατομμύρια αμερικάνους στα συσσίτια και τις μεγαλύτερες τράπεζές της να έχουν αποδυναμωθεί ή χρεοκοπήσει) και απλώς εύχομαι ο Ομπάμα να σταθεί αντάξιος του άχαρου ρόλου που του κλήρωσε η ιστορία.

Ο μέχρι προχθές ανύπαρκτος, έγινε σημαντικός και μέγας. Αλλά οι μεγάλοι πολιτικοί, φαίνονται στους δύσκολους λεκέδες.

Το ευρωπαϊκό μοντέλο είναι εδώ, ενωμένο-δυνατό. Κι αν το έθαψε κάποτες η αγγλίδα κόρη του μπακάλη (εκείνο το μορμολύκειο η Θάτσερ ντε), έρχεται τώρα ένας άλλος άγγλος να το αναστήσει. Γκόρντον, άλλαξέ τα όλα! Θέλοντας και μη, οι σαστισμένοι δεξιοί της λοιπής Ευρώπης (που θα έρθει η ώρα να κριθούν) συντάσσονται στο πλευρό του και όλοι μαζί δείχνουμε το δρόμο σε έναν κόσμο που έχει χάσει την πυξίδα του. Αυτή είναι η Ευρώπη που θέλω. Αυτή είναι η Ευρώπη που δεν έχει απλώς γεννήσει ιστορία, αλλά αποδεικνύει ότι την έχει μελετήσει κιόλας.

Και τι γίνεται αύριο; Μας αρκεί να σώσουμε τους τραπεζίτες, να στηρίξουμε τους δείκτες και να επανέλθουμε όλοι στη νωχελική μας ευδαιμονία; Ζονγκ! Δεν αρκεί καθόλου. Χρειάζεται να κάμουμε πολύ περισσότερα. Έχουμε δουλειά μπροστά μας!

Ελπίζω σε μία καλύτερη οικονομία, μία δικαιότερη κοινωνία.
Φίλε, ήρθε η ώρα να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και να τη χτίσουμε.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Μήδεια 2

Να πάρει! Ίσως φταίει που είχα υψηλές προσδοκίες. Ίσως επειδής το προπέρσινο Δύο μού είχε αρέσει τόσο πολύ που το θεωρώ πολύτιμη προσωπική μου εμπειρία. Και οι απαιτήσεις μου ήταν μεγάλες. Παρότι τον Παπαϊωάννου θα συνεχίζω να τον πιστεύω νο μάτερ γουάτ, εδώ θα είμαι ειλικρινής μαζί του.



Η Μήδεια δεν.



Και θα σου εξηγηθώ. Καλός ο μινιμαλισμός, αλλά όταν επιφυλάσσεις απλώς μερικά νευρικά γαβγίσματα, το γνωστό εύρημα με το φόρεμα, μία τρίλεπτη ερωτική σκηνή και την κορύφωση του τελευταίου πενταλέπτου -πώς να το κάμουμε;- πλήρες έργο δεν έχεις. Και να σου ανέβαζε την τετράωρη βερσιόν του Άμλετ, παστοδιάολο να τη δικαιολογήσεις την "κοιλιά". Αλλά όταν καταφέρνεις να με φθάσεις να κοιτάξω το ρολόι δις σε μία παράσταση 60 λεπτών, κάτι πρέπει να κάμεις με το ρυθμό σου.



Όχι, δεν με πείραξε καθόλου που ο Ιάσωνας ήταν ναυτάκι συριανό (tribute στον Τσαρούχη; αναφορά στη ναυτική εβδομάδα;), ούτε ο Σερβετάλης που γρύλιζε στο ρόλο του σκύλου. Με ενόχλησε όμως η χειρουργική εμμονή στην αισθητική καθαρότητα. Όλα συνέβαιναν σε συνθήκες εργαστηρίου. Και το συναίσθημα απουσίαζε ολωσδιόλου.



Θα ήθελα να δω τη Μήδεια να κρατάει το μαχαίρι. Περίμενα στο πρόσωπο και στις κινήσεις της να εντοπίσω την τραγικότητα και το ολέθριο μίσος της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη, της βιβλικής Λίλιθ, της Γέρμα του Λόρκα. Θα ήθελα να δω τη σκηνή να βάφεται κόκκινη και τον Ιάσωνα να πάσχει για το χαμό των παιδιών του. Επιζητούσα να βρω την αγωνία στα βλέμματα και στα σώματά τους. Αλλά απλώς δεν υπήρχε. Και σόρυ, όταν έχεις τέτοια γκάμα εκφραστικών εργαλείων λαξευμένων πάνω σε αυτά τα ταλαντούχα κορμιά, δεν μου αρκεί το σπάσιμο δύο αγαλματιδίων και μία πτώση από το τραπέζι για να μου δημιουργήσει συναίσθημα. Μπορείς (και νομίζω, πρέπει) να κάμεις πολύ πολύ περισσότερα.



Όπως κατάλαβες, η παράσταση δεν μου μίλησε καθόλου. Την παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή, της έδωσα πολλές ευκαιρίες, της συγχώρησα τις μίνιμαλ κοινοτοπίες προσδοκώντας μία κάποια κορύφωση, αλλά εκείνη έμεινε ατελής, ανολοκλήρωτη και λίγη.



Και ναι θα το πω κι ας με πεις τσιφούτη. Τα πενήντα ευρώ που έδωκα ήταν υπερβολικά για το συγκεκριμένο θέαμα. Δεν δικαιολογούνται ούτε από τη διάρκεια, ούτε από το αποτέλεσμα.



Τελευταίο σχόλιο. Ο Παπαϊωάννου είναι ένας από τους πλέον ταλαντούχους δημιουργούς που διαθέτει ο τόπος. Το ξεύρω εγώ, το ξεύρεις εσύ. Το ξεύρει και ο ίδιος. Αλλά ενώ στο Δύο έκαμε ένα άλμα μπροστά, με τη Μήδεια σού δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται ακόμα μαρμαρωμένος σε εκείνο το αρχαιοελληνικό άρμα που είχε δημιουργήσει για την τελετή έναρξης. Άρτιο αισθητικά, αλλά φευγαλέο, συγκυριακό και χάρτινο επί της ουσίας. Απόδειξη τα απογοητευμένα πρόσωπα, το σχετικά χλιαρό χειροκρότημα, οι αμήχανες συζητήσεις έξω από το Παλλάς.



Το μόνο αυθόρμητο μπράβο μου στην Ευαγγελία Ράντου που υπεράσπισε το ρόλο της όσο καλύτερα μπορούσε.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Άνθρωποι

Σου σπάνε τα νεύρα. Έρχονται στιγμές που θέλεις να τους περάσεις γενεές δεκατέσσερις, να τους φορέσεις το αμπαζούρ στο κεφάλι, να τους κλείσεις την πόρτα στα μούτρα. Δεν είναι όπως τους θέλεις να είναι, δεν κάμουν τα πράματα με το δικό σου τρόπο, δεν σκέφτονται όπως εσύ. Είναι πολύ εύκολο να τους κατηγορήσεις. Σε ταλαιπωρούν, δεν σε καταλαβαίνουν, σε βγάζουν εκτός εαυτού. Είναι προκλητικοί, υστερόβουλοι, κακοπροαίρετοι, μικρόψυχοι, ασυνεπείς, αγενείς, αδιάφοροι, ασταθείς, απερίσκεπτοι. Όλα τα κακά τα'χουν, τσεκαρισμένο.

Αλλά εκεί που νομίζεις ότι μπογιάτισε κάποιος τον κόσμο γκρι, έρχεται ένα χαμόγελο, ένα σπινθιροβόλο βλέμμα, ένα φιλικό νεύμα, μία αγκαλιά. Και μαθαίνεις από την αρχή να τους αγαπάς. Και να τους συγχωρείς. Και να ελπίζεις στη συγχώρεσή τους.

Νομίζω ότι η αποστολή είναι να αγαπήσεις όσους περισσότερους ανθρώπους μπορείς. Γαμώτο, πόσο σκατοσυναισθηματικό είναι αυτό το ποστ; Πάρε τραγούδι.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts