Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Μία Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Την είχα συνηθίσει μέρες τώρα την ακατάσχετη βοή που τρύπωνε από κάθε χαραμάδα και γιόμιζε το δωμάτιο με κραυγές απελπισίας, ιαχές θανάτου, ποδοβολητά και χωματόσκονη. Έκλεινα τα μάτια μου κι έλεγα προσευχές. Κουλουριασμένος κάτω από το τραπέζι στη σκιά της βαριάς ξύλινης ντουλάπας που είχε σμπρώξει ο πατέρας μου σφραγίζοντας το παράθυρο. Αντίκρυ μου το εικόνισμα της Παναγιάς που έμενε ανέλπιστα στερεωμένο στον τοίχο, παρότι η μάνα μου αναγκαζόταν να το ισιώνει κάμποσες φορές μέσα στη μέρα, καθώς έπαιρνε διάφορες κλίσεις από τα τραντάγματα.

Ήτανε δύσκολος εκείνος ο Δεκέμβρης. Είχαμε κλειδαμπαρωθεί ούτε που θυμάμαι πόσες μέρες στο σπίτι. Κανείς δεν ασχολιόταν άλλωστε με το να μετράει μέρες. Εκεί κάπου θα πλησίαζαν και τα Χριστούγεννα. Αλλά τα πράγματα είχαν αγριέψει τόσο που αναγκαστήκαμε να κάμουμε για προσωρινό μας σπίτι το υπόγειο. Η αδελφή μου, η μάνα μου, ο πατέρας μου, ένα ζευγάρι γειτόνων και ο σπιτονοικοκύρης με τη γριά του. Όλοι όσοι μοιραζόμασταν τις ζωές μας στα τέσσερα δωμάτια γύρω από την εσωτερική αυλή με το μαγγανοπήγαδο. Θυμάμαι τις βουβές μορφές μέσα στο σκοτάδι. Μήτε κεριά είχαμε, μήτε και λάδι. Το ηλεκτρικό είχε κοπεί από καιρό.

Ο πόλεμος τελείωσε και ο πόλεμος ήταν εδώ. Καραδοκούσε στις γωνίες. Πλημμύριζε τους δρόμους. Στραγγάλιζε τα σπίτια. Και τύλιγε τους ανθρώπους με νεκρικά σεντόνια.

Οι μέρες ήσαν επικίνδυνες. Οι νύχτες ακόμα πιο δύσκολες. Το σκοτάδι και η σιωπή εξαχρειώνουν τον άνθρωπο. Του σβήνουν από τη μνήμη τον πολιτισμό. Τον απογυμνώνουν από τις αρετές του. Παίζουν κρυφτό οι φόβοι του με τις σκιές και με τους ψιθύρους. Αναμετρούνται οι στιγμές με τα ένστικτά του.

Είναι φορές που η σιωπή σε τρομάζει πιότερο κι από τα σφυρίγματα που κάμουν οι σφαίρες καθώς σχίζουν την απόσταση μεταξύ του όπλου και του τυφλού τους στόχου. Όλα τα κακά συμβαίνουν νύχτα.

Εκείνο το βράδυ δεν ήτανε σε τίποτε αλλιώτικο από το προηγούμενο. Το κρύο ίδιο. Το σκοτάδι εξίσου βαθύ. Η βουβαμάρα απαράλλαχτα εκκωφαντική. Κι όμως ξαφνικά ένα σούρσιμο διέκοψε το άχρονο παρόν μας. Τέντωσα τ'αυτιά μου για να αναγνωρίσω τον ήχο που πλησίαζε. Ήταν ένα κάρο. "Θα μαζεύουνε τίποτις πτώματα." ψέλλισε ο πατέρας μου και η μάνα μας κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. Το κάρο κοντοστάθηκε λίγο στη γωνία όξω από το σπίτι και έστριψε με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο "Μετέωρα". Εκεί που κάποτες συναντιόντουσαν τα ζευγαράκια.

Το σούρσιμο ολοένα ξεθύμαινε καθώς το κάρο απομακρυνόταν μέσα στη νυχτιά. Προσπάθησα να κλειδώσω τα μάτια μου όσο πιο σφιχτά μπορούσα.

Δύο στιγμές. Την πρώτη, η έκρηξη. Την δεύτερη, ο πανικός. Κατέρρεαν οι σοβάδες, μάς τύλιξε η σκόνη, τραντάχθηκε το πάτωμα, έσπασε η πόρτα και μπήκε στο υπόγειο φως μπλεγμένο με καπνούς και υλικά. Η μάνα μας έντρομη φώναξε "Τα παιδιά!" και ο πατέρας μου πετάχτηκε όρθιος και με τους δύο άλλους άντρες προσπάθησαν να απελευθερώσουν τη σκάλα. Βήχαμε και κλαίγαμε. Νομίζαμε ότι πεθάναμε. Ότι ετούτο δω το υπόγειο θα γενόταν ο τάφος μας.

Επιχειρήσαμε έξοδο. Πρώτα οι άντρες, μετά τα γυναικόπαιδα ένα κουβάρι. Σφιχτοπιανόμασταν με τη μάνα μας, να δυσκολευθεί ο Χάρος να μας αρπάξει. Κι αν ακόμα δεν απεθάναμε, την αντικρίσαμε την κόλαση. Το σπίτι είχε σχεδόν γκρεμιστεί. Τα έπιπλα είχανε γίνει ένα με τα μπάζα. Η ξύλινη ντουλάπα αναποδογυρισμένη, σπασμένη και διάτρητη. Ως και στα ρούχα μας που ήσαν μέσα, έβρισκες τρύπες και κομμάτια από μέταλλο.

Θυμάμαι τη μάνα μου να μαζεύει βιαστικά ό,τι θα μπορούσε να χρησιμεύσει για ζέστα και τον πατέρα μου να έχει ξαμοληθεί στους δρόμους μπας κι εντοπίσει νέο καταφύγιο. Όταν εντέλει γύρισε για να μας πάρει, μάς είπε να τον ακολουθήσουμε σιωπηλοί, με βήμα ταχύ και χωρίς να χαζεύουμε δεξά-ζερβά. Ανασκουμπωθήκαμε κι αρχίσαμε να βαδίζουμε νευρικά μέσα στα σοκάκια. Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο μπροστά. Πεινούσα. Κρύωνα. Φοβόμουν. Αλλά προχωρούσα. Και με τη μόνη λοξοδρόμηση των ματιών μου είδα τους ξύλινους σταυρούς καρφωμένους στους χωματόδρομους και στις πλατείες.

Δεκέμβριος, 1944

Σημείωση: Η διήγηση είναι του πατέρα μου. Απλώς την έντυσα υπό μορφή κειμένου. Το κάρο μετέφερε έναν όλμο που οι ελασίτες έστησαν έξω από το ξενοδοχείο "Μετέωρα" κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα. Από εκεί αποπειράθηκαν να ρίξουν προς το κέντρο της Αθήνας. Κακός υπολογισμός. Το βλήμα μπλέχτηκε στα σύρματα του ρεύματος και έπεσε με κρότο στο δρόμο, μερικά μέτρα μακρύτερα σκορπώντας την καταστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts