Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008

Το τέλος της ουτοπίας

Έχω φρίξει με όσα ακούω σήμερα: πολιτικοί & δημοσιογράφοι έχουν επιδοθεί σε ένα μακαρθικό παραλήρημα δαιμονοποιώντας συλλήβδην τα blogs, την ελευθερία λόγου και τις προθέσεις των συγγραφέων τους. Ακούω ανατριχιασμένος τις νευρικές τους φωνές να απειλούν με ελέγχους, μηνύσεις, διώξεις και κυνήγι μαγισσών.

"Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του blog;"

"Γιατί δεν ελέγξατε κύριε τάδε τα σχόλια που δημοσίευσαν οι αναγνώστες στο blog σας;"

Είναι σα να έχουν στήσει τον προβολέα και να προσπαθούν να αποσπάσουν μία ομολογία ενοχής. Όλων εμάς των ενοχλητικών. Που μιλάμε. Που σχολιάζουμε. Που διακωμωδούμε. Που εκφραζόμαστε και εκφράζουμε (αν εκφράζουμε). Χωρίς να πληρωνόμαστε και χωρίς να λογοδοτούμε σε κανέναν προστάτη και σε κανέναν εκδότη.

Ήταν ζήτημα χρόνου, θα πεις. Και να που -ανεξαρτήτως της όποιας ενοχής ή αθωότητας των συγκεκριμένων εμπλεκόμενων μπλόγκερς- η χώρα ετούτη αποδεικνύει πόσο μοιάζει σε τριτοκοσμικό ανέκδοτο.

"Ανοίξτε τα τρελάδικα να βγει ο κόσμος εξώ,
τη λογική των γνωστικών αλλο δεν θα αντέξω."

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Εξιλέωση

Ή εγώ δεν σκαμπάζω από τέχνη ή η «Εξιλέωση» ήταν μία μπαλαφάρα από τις λίγες. Που δεν πα να το προτείνουν εικοσιεννέα κριτικοί κινηματογράφου, εγώ βαρέθηκα τη ζωή μου και –γαμώτο- δεν μου κόλλαγε και ύπνος. Μία πειραγμένη παιδίσκη (από αυτές που παίζουν σκοινάκι για πρωταθλητισμό και παρακολουθούν με ευλάβεια το Τσικιτίτας κάθε μεσημέρι) μπαίνει ανέμελη στη βιβλιοθήκη, όπου βλέπει τη μεγάλη της αδελφή Κίρα Νάιτλι να βγάζει τα μάτια της με τον νεαρό γιο του κηπουρού –σκηνή που φέρνει στη μνήμη αληθινά αριστουργήματα αλλοτινών καιρών όπως τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι» και το «Παλαμάρι του Βαρκάρη». Μόνο που εδώ το εξετάζεις ακαδημαϊκά το ζήτημα, τουτέστιν είναι σα να χαζεύεις τα βιβλία στη βιβλιοθήκη και παρεμπιπτόντως ακους και κάνα αναστεναγμό να μην ξεχνιέσαι. Και τι μας νοιάζει εμάς αν είναι μπανιστιρτζού η πιστιρίκα, θα ρωτήσεις. Καθόλου θα σου απαντήσω. Απλώς μερικές σκηνές και κάποια χασμουρητά αργότερα, η πιτσιρίκα ισχυρίζεται ότι είδε τον ίδιο νεαρό να βιάζει μία εξαδέλφη της οικογένειας. Που μη δει καμία κορασίδα χαρά στα σκέλια της σ’αυτό το σπίτι, μπάστακας η πιτσιρίκα να κάμει σχόλια.

Επειδή σε λυπάμαι και η ταινία είναι βασανιστικά αργή, θα σε πάω στο fast forward. O νεαρός καταλήγει στη φυλακή, ξεσπάει ο πόλεμος, η αδελφή Κίρα Νάιτλι γίνεται αδελφή νοσοκόμα, η πιτσιρίκα καταλαβαίνει ότι έκανε μαλακία που τον έδωσε διότι ήταν αθώος, μπλα μπλα, boring σκηνές, ένα βασανιστικά ανούσιο μονόπλανο στην Δουνκέρκη (πεταμένα λεφτά από τον σκηνοθέτη), λίγο μελό και ένα πεντάλεπτο με Βανέσα Ρεντγκρέιβ σε θεατρική πρόζα που χαλαρά μπορείς να βρεις σε μέσο θεατράκι της Κυψέλης. Τέλος.

Να υποθέσω ότι μετά από αυτό θα δούμε και άλλα άρλεκιν σε στυλιζαρισμένη κινηματογραφική μεταφορά που θα εκστασιάσει κοινό και κριτικούς; Και μη μου αρχίσεις τα περί δήθεν εσωτερικότητος των χαρακτήρων και ανομολόγητων παθών, γιατί ο Ian McEwan (συγγραφέας του βιβλίου) πολύ θα ήθελε να ήταν μία αδελφή Μπροντέ αλλά τον στενεύει το φουρό.

Έλεος λέμε!

Βαθμός: 3/10 (θα έλεγα που να τα βάλουν τα όσκαρ)

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

Για τη Μακεδονία ρε γαμώτο!

Άνω Μακεδονία, Δώθε Μακεδονία, Γεια-σου Μακεδονία! Ρε δε πά’να το πούνε και Βαγγέλη. Τις θέσεις μου τις ξεύρεις και να μην επαναλαμβάνομαι, διότι νιος ήμουν και γέρασα αλλά δύο πράγματα δεν έχουν προχωρήσει έκτοτε: το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ και η διεθνής καριέρα της Άννας Βίσση. Και μας πληγώνουν και τα δύο εξίσου.

Πάντως από τα ονόματα που προτείνει ο Νίμιτς, θαρρώ πως το καλύτερο και πλέον ταιριαστό στην περίσταση είναι το «Νέα Δημοκρατία της Μακεδονίας». Μη σου πω να κόψουμε το «Μακεδονία» και να λέμε το κράτος «Νέα Δημοκρατία» σκέτο, ως tribute στο καρντάσικο κόμμα που ξεκίνησε τη διαχείριση του ζητήματος και θέλει τώρα και να το κλείσει. Τώρα που το σκέφτομαι το «μακεδονικό» ήταν εντέλει οικογενειακή υπόθεση: ο Μητσοτάκης το άνοιξε, η Μπακογιάννη το κλείνει. Παστρικές δουλειές. Εμάς τους υπόλοιπους γιατί μας παιδεύουνε δεν το έχω καταλάβει. Ο Κυριάκος για να μην κλαίει μπορεί να πάρει το κουβαδάκι του και να αναλάβει το Κόσοβο (που εμείς θα το αναγνωρίσουμε μόνο ως Κοσσυφοπέδιο και δεν δεχόμαστε κουβέντα από κανέναν!).

Αλλά έχει και τη σημειολογία του το πράγμα και μην το αρνηθείς. Η Νέα Δημοκρατία της Ελλάδος αναγνωρίζει τη Νέα Δημοκρατία της Μακεδονίας. Καλό; Σούπερ! Και είναι συνεπές, διότι άπατο το βλέπω να πηγαίνει το κράτος όπως μεταξύ-μας και η κυβέρνηση. Άσε που αν το βαφτίσουμε Νέα Δημοκρατία μπορεί να στείλουμε και τον Νομάρχη εκεί για πρωθυπουργό να τους ισιώσει λιγάκι.

Δώ-σε μπου-γά-τσα στο λα-ό!

Έχω όμως και μερικές απορίες. Το Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης θα υποστεί rebranding ή θα συγχωνευτεί σε υπερυπουργείο με το αντίστοιχο Υπ. Εσωτερικών της ΠΓΔΜ; Ο μακεδονικός χαλβάς θα παραμείνει ως έχει ή θα γίνει νέος μακεδονικός χαλβάς σε περίπτωση που εισάγεται από τα Σκόπια (ακόμη κι αν είναι μπαγιάτικος); Ο Μέγας Αλέξανδρος τελικά ήταν straight και έλληνας ή gay και σκοπιανός; Μην είναι εντέλει ο Νίμιτς το καταραμένο φίδι;

Και πες μου για να ξεύρω: να σιδερώσω το καλό μου λάβαρο για συλλαλητήριο στο Σύνταγμα με Άνθιμο - Ψωμιάδη - Καρατζαφέρη να τραγουδούν το "Σ’αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα" ή θα αρκεστούμε φέτος στο τρίδυμο Καλομοίρα – Μαρτάκης – Χρύσπα να καλούν σε μποϊκοτάρισμα της ΠΓΔΜ από Ελλάδα και Κύπρο στη Γιουροβίζιον; Ούτε ουάν πόιντ (νο πουά) στο υβρίδιο του Τιτοϊκού μεγαλοϊδεατισμού! Έλα μην τα πάρω! (Εντάξει εκτός κι αν κατέβει με τον Πασχάλη Τερζή.)

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

Μόλις χώρισα

Όλη την καλή προαίρεση είχα όταν έφθασα στο σινεμά! Ούτε μεμψιμοιρίες, ούτε ειρωνικά γελάκια, ούτε ύφος σαράντα καρδιναλίων –σου τ’ορκίζομαι! Πήρα και τα νάτσος μου βουτηγμένα στο τυρί, άρχισα να ρουφάω και την κοκακόλα μου τρισευτυχισμένος και καλοβολεύθηκα να παρακολουθήσω την ταινία. Το Μόλις Χώρισα, ντε! Το τελευταίο σουξέ του ελληνικού κινηματογράφου που γνωρίζει τρελές πιένες στα ταμεία.

Πέφτουν κάτι γράμματα και βλέπεις τον Τσινιτσέλη σε ένα club. Τσικαμπούμ-ντλαγκ-ντλαγκ η μουσική, περπατάει ο Τσινιτσέλης ανάμεσα στα φωτορυθμικά και σπρώνοντας κάτι γκόμενες. Πετάγονται κάτι άσχετες σκηνές χωρίς λογική συνάφεια, λέω θα ‘ναι αφαιρετική η ταινία. Νάσου πάλι ο Τσινιτσέλης πάνω στην κονσόλα του club, οπότε και εικάζεις ότι είναι ντιτζέι και σου ‘ρχεται ο συνειρμός ενός dj Tiesto, ενός dj Bobo ή έστω της Μάγκυς Χαραλαμπίδου ν’αλλάζει δίσκους. Μετά από κάνα πεντάλεπτο ο Τσινιτσέλης αποφασίζει να μιλήσει, διαψεύδοντας τη μέχρι τότε βεβαιότητά σου ότι η ταινία είναι κατά βάση βουβή.

«Έλα μωρό μου εγώ είμαι. Θέλω να χωρίσουμε. Α και χρόνια πολλά.»

Τι είπες τώρα; Ατάκα βγαλμένη από τη ζωή -πρέπει να το πούμε αυτό! Καλά ψαγμένο κι έτσι. Αποδέκτης της ως άνω ρήσης είναι η Ζέτα Μακρυπούλια η οποία όμως απουσιάζει από το σπίτι και το μήνυμα καταγράφεται στον τηλεφωνητή. Άκου ρε συ εξέλιξη! Έχεις μείνει εμβρόντητος, σε νιώθω. Περνάει ακόμη κάνα πεντάλεπτο και μετά βρισκόμαστε στο σπίτι της Μακρυπούλια όπου είναι μαζεμένοι κάτι φίλοι της –γκροτέσκους θα τους πεις- οι οποίοι θέλουν να της κάνουν έκπληξη για τα γενέθλιά της, αλλά ακούν το μήνυμα του τηλεφωνητή και όταν εντέλει φθάνει η Μακρυπούλια προσπαθούν να της το φέρουν με τρόπο. Για κάνα τρία τέταρτα. Και βάλε! Γαμάτη εξέλιξη ε; Οι διάλογοι φυσικά είναι υποτυπώδεις και οι χαρακτήρες μιλάνε λες και μόλις υπέστησαν βαρύ εγκεφαλικό ή έστω μία λοβοτομή στα πεταχτά. Που το δικαιολογείς σε ένα βαθμό, τη στιγμή που φαίνεται να κατοικούν σε διαφημιστικό και όχι σε κάποια οποιαδήποτε πραγματικότητα αυτού του πλανήτη στο συγκεκριμένο γαλαξία. Κάπου εκεί τελειώσανε τα νάτσος κι άρχισα να τρώω τα λυσακά μου.

Πρώτη φορά βλέπω διαφημιστικό τρέιλερ που να διαρκεί μιάμιση ώρα.

Όταν ακούει εντέλει η Μακρυπούλια το μήνυμα, φοράει ένα μαύρο φόρεμα με όλη την πλάτη έξω και επαναλαμβάνει γεμάτη νόημα την ατάκα «Μόλις χώρισα», για να είσαι βέβαιος εσύ ο ρεζίλης ο θεατής ποια μπούρδα έχεις πληρώσει και παρακολουθείς εδώ και τόσην ώρα. «Μόλις χώρισα.» Ξανά! «Μόλις… χώρισα!» Όταν εντέλει το αριστούργημα τελειώνει (μάντεψε βρε, ο Τσινιτσέλης που τον έχεις ξεχάσει στο club, αλλάζει γνώμη!), έρχεσαι κι αναρωτιέσαι ποιος (ποιος μωρό μου, ποιος;) διάβασε αυτό το σενάριο και είπε ας το κάνουμε ταινία, κλαις την κατάντια του ελληνικού κινηματογράφου και καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που δεν προτίμησες να κάτσεις σπίτι να δεις τίποτις πιο σοβαρό, όπως κάνα επεισόδιο Σκουμπιντού, τον Μπομπ το Μάστορα ή το «Έχεις πακέτο» με τη Βίκυ Χατζηβασιλείου.

Κι εκεί που ανάβουν τα φώτα και περιμένεις να αρχίσει ένα έντονο γιουχάισμα, ένα σιχτίρισμα και ένας αναβρασμός από τους θεατές, βλέπεις γελαστές φάτσες τύπου «dude, ήταν και πολύ προχώ η ταινία!», οπότε και γυρνάς σπίτι, μαζεύεις τις βαλίτσες σου και μεταναστεύεις δια παντός στη Νέα Γουινέα Μπισάο.