Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Η γενιά των 7.000 ευρώ

Επιτέλους σκέφθηκε κάποιος κι εμάς τους ρετιρέδες που τρέχουμε κάθε τρεις και λίγο στα Μιλάνα, στα Λονδίνα και στα Παρίσια για να σταυρώσουμε ένα πουκάμισο Μπρουκς Μπράδερς, τίποτις μανικετόκουμπα με πολύτιμους λίθους, κάνα κοστουμάκι Αρμάνι και καμία τσάντα Λουί Βιτόν για το αίσθημα. Να που κάποιος μας λυπήθηκε που ξεροσταλιάζαμε στα αεροδρόμια με το τζετ λαγκ στο μάτι. Κοινωνικό λειτούργημα θα το χαρακτηρίσεις το έργο του. Και οικονομία μάς κάνει. Από το έξοδο του πηγαινέλα μας γλιτώνει.

Που ν'αγιάσει το χεράκι του! Που να δει τα τάνκερ του τιγκαρισμένα στο πετρέλαιο! Που να του κόβει δάνεια από τις άλλες τράπεζες και να του τα προσθέτει σε κέρδη στη Γιούρομπανκ!

Καλά χαμπάρι δεν πήρες; Δεν παρατήρησες που έχει αδειάσει από προχθές το Κολωνάκι; Που βαράνε μύγες στην Κηφισιά; Που έχουν βγει οι Φιλιππινέζες σαν τις τρελές στους δρόμους της Εκάλης αναζητώντας τις κυράδες τους; Δεν μπορεί, σίγουρα αναρρωτήθηκες που είναι οι δεν-ξεύρω-τι-έχω αυτής της κοινωνίας. Μην έφυγαν εσπευσμένως όλοι μαζί για την Ελβετία; Μην είναι στα εγκαίνια του ξενοδοχείου Ατλαντίς στο Ντουμπάι;

Μηδέ στις Άλπεις, μηδέ στις ερήμους! Σπύρου Λούη και Κηφισίας γωνία, πίσω από το συντιβάνι θα τους βρεις. Στο νέο πολυτελές εμπορικό κέντρο ονόματι Γκόλντεν Χολ που σου έχει συγκεντρώσει εκατόν τόσες μάρκες τις οποίες αν δεν έχεις ακουστά και δεν είσαι εξοικειωμένος, μην τολμήσεις να πλησιάσεις ποταπέ μουρτζόβλαχε -δεν είναι για τα μούτρα σου τελεία και παύλα! Στο Μολ και χαρούμενος να'σαι.

Διότι εδώ μιλάμε για την καλαισθησία, την χλιδή και την πολυτέλεια. Την πέντε-φορολογικές-κλίμακες-παραπάνω-από-εσένα καταναλωτική βιρτουοζιτέ. Την ψωνίζω-με-τα-γυαλιά-ηλίου και με-το-σκυλάκι-το-γκριφόν νοοτροπία. Αλλά που να καταλάβεις από πολιτισμό, που μυρίζεις τυρόγαλα;

Όχι το Γκόλντεν Χολ δεν θα σου βάλει φέις κοντρόλ -μακριά από εμάς τέτοιες μπρουταλιτέ. Ούτε θα σου ζητήσει φορολογική ενημερότητα για να πειστεί ότι πληρείς τα κριτήρια του Αλογοσκούφη (πισίνα, σκάφος, τζιπ) για να σου επιτρέψει να περπατήσεις τα δρύινα πατώματα και τις ζεστές μοκέτες του. Νο, νο, νο, νο! Θα περιμένει να μπεις, θα σε καλωσορίσει επιδεικνύοντας μεγαλοψυχία, θα σε αφήσει να κολλήσεις τη μούρη σου στις βιτρίνες του και να φωτογραφίσεις με το κινητό σου τις χρυσές του κολώνες. Κι ύστερα, όταν θα τολμήσεις να τρυπώσεις σε κανένα μαγαζί του, θα σου πετάξει χαιρέκακα τις τιμές του στη μούρη σου για να μάθεις πόσο υπερφύαλος και ελαφρόμυαλος ήσουνα που ξέχασες ποιους κώλους θέλουν οι μεταξωτές κορδέλες.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Συμπτώσεις;

(α) Ο Πιγκουίνος και το Ρίαλ Νιουζ έσκασαν στον αέρα την ίδια μέρα. Ο Λαμπράκης και ο Μπόμπολας έτρεξαν στα καταφύγια, η Γιάννα πήρε την Κορασόν και έφυγαν εσπευσμένα για το Γκστάαντ.

(β) Κανένα από τα δύο δεν προσέφερε ντι-βι-ντι δώρο επιμένοντας στο πχιοτικό περιεχόμενο (sic!). Επειδής το ελληνικό κοινό είναι απαίδευτο, άσχετο και κακοήθες, την επόμενη Κυριακή και αποτιμώντας τα ποσοστά κυκλοφορίας, το Ρίαλ Νιουζ θα βάλει συλλεκτική κασετίνα με τα Ενώπιος Ενωπίω της δεκαετίας του '90 και ο Πιγκουίνος θα προσφέρει εντελώς δωρεάν το σχολιασμό της Eurovision του 1989 (εκείνο με τη Σελίν Ντιον ντυμένη αστροναύτη).

(γ) Εγκυρότητα ις μάι μιντλ νέιμ. Αμφότερα είναι ανένταχτα, αντικειμενικά, αχρωμάτιστα και αδέκαστα. (Για τον Πιγκουίνο βέβαια έχουν ακουστεί και μερικές βρώμες ότι είναι χρωματιστός.)

(δ) Και στις δύο διαφημίσεις χρησιμοποιήθηκε Φώτοσοπ (Το έμπειρο μάτι διακρίνει επέμβαση με βουρτσάκι στο φρύδι του Νίκου και στο κάτω ράμφος του Πιγκουίνου).

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Κι εσύ λάμπεις Γιώργο μου!



Τώρα ειλικρινά δεν είναι ο Χατζηγιάννης αυτός; Όχι ορκίσου. Το άκουγα και το ξανα-άκουγα στο ραδιόφωνο τις προηγούμενες μέρες και έλεγα, ρε τον μπαγάσα τον Μιχάλη, πάλι το ίδιο τραγούδι σε νέα παραλλαγή έβγαλε.

Αφού σου λέω είδα και το βιντεοκλίπ και νόμιζα ότι ήταν ο Χατζηγιάννης με περούκα.

Δήμος Αναστασιάδης και νούμερο ένα στα airplay των ραδιοφώνων και στις καρδιές των απανταχού μανίνων και σούπερ κατερίνων. Και να μου το θυμηθείς ότι σε λίγο όλη η ελληνική δισκογραφία θα είναι ο Χατζηγιάννης και διάφορες εκδοχές του να τραγουδούν το ίδιο άσμα με την ίδια φωνή και μικρές παραλλαγές στο στίχο για ξεκάρφωμα. Μόνο από τα μαλλιά θα τους ξεχωρίζεις.

Άσχετο, αλλά η Δέσποινα Ολυμπίου σίγουρα υπάρχει; Γιατί κι εκεί έχω κάποιες αμφιβολίες.

Επιτέλους Αναγέννηση!

Για να δεις τι πχιοτικός άνθρωπος είμαι, σκώθηκα προχθές και πήγα σε έκθεση ζωγραφικής υπό τον απέριττο τίτλο «Από τον Τιτσιάνο στον Πιέτρο ντα Κορτόνα, το Ιερό, ο Μύθος, η Ποίηση…» (σ.σ. τα τρία αποσιωπητικά του τίτλου σημαίνουν «βάλε τι άλλο με το μυαλό σου!») στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Πόσο σε έχω σκίσει, πες μου!

Επειδής ο αναγεννησιακός ζωγράφος δεν είναι το φόρτε μου και φοβήθηκα ότι υπό κανονικάς συνθήκας θα πέρναγα τα αγγελάκια, τις μαντόνες και τους βάκχους στο φαστ φόργουορντ, επέλεξα μέρα και ώρα που το Μουσείο προσέφερε ξενάγηση. Κι αν νομίζεις ότι ήμασταν εγώ και τρεις γριές με αλτσχάιμερ, σε μεγάλη λούμπα έχεις πέσει. Ένα χαρούμενο τσούρμο από διψασμένους για τέχνη ανθρώπους (από εκείνους που γράφουμε στα βίντεα τις μεγάλες παραστάσεις του Κωστάλα, διαβάζουμε Μάρω Βαμβουνάκη στο τρόλεϊ και κάθε πρωί το ξυπνητήρι μας βοά το «Πνευματικό Εμβατήριο» με τη Φαραντούρη) ακολουθούσε τη χαμογελαστή νεαρά ξεναγό που αράδιαζε θαυμαστικά για το έργο του Τιτσιάνο και απεκάλυπτε μυστικά των πινάκων. Το ακόμα πιο ευχάριστο ήταν ότι δίπλα της στεκόταν νεαρός μεταπτυχιακός της ιστορίας της τέχνης, ο οποίος με σοβαρότητα και επαγγελματισμό συμπλήρωνε και σχολίαζε τα όσα βλέπαμε, προκαλώντας αναφιλητά ηδονής σε παρακείμενη γιαγιά (που παρεμπιπτόντως δεν είχε καθόλου πετύχει τα χείλη της με το κραγιόν).

Η ξενάγηση πάντως ήταν πραγματικά ενδιαφέρουσα. Ας πούμε μάθαινες ότι η νεκροκεφαλή που συχνά βόσκει κάτω από τους εικονιζόμενους δεν είναι ένδειξη ότι ο Τιτσιανός υπήρξε ψυχάκιας και γκοθάς (άλλος ένας μύθος καταρρέει), αλλά είναι μία υπενθύμιση του θανάτου προκειμένου να ενισχύσει σε εσένα το πλανεμένο κοινό, το θρησκευτικό σου δέος. Σα να λέμε «μεγάλε θα τα τινάξεις που θα τα τινάξεις, δεν πα ν’ανάψεις κάνα κεράκι στην Αγία Θέκλα να μεσολαβήσει για πάρτι σου»;


Εντύπωση επίσης μου έκαμε μία Αφροδίτη πλαισιωμένη με ερωτιδέα, σκύλο και πέρδικα (κυρίως για το δυσεξήγητο βλέμμα της πέρδικας), αλλά και ένα σύνολο πινάκων με θέμα την Αριάδνη (γνωστό νυμφίδιο της αρχαιότητος) να βγάζει τα μάτια της με τον Βάκχο. Η οποία Αριάδνη –για να στα πω εγώ που τα ξεύρω- είχε βαρεθεί τον Μινώταυρο που ήταν βοϊδομάτης, ρευόταν συχνά και της είχε πάρει τ’αυτιά με τον Τερλέγκα και απεφάσισε να τον βγάλει από τη μέση. Εξού και έδωκε το γνωστό μίτο στο Θησέα (καλό βλαχάκι και του λόγου του) προκειμένου να τον βοηθήσει στο φονικό και να τον κάμει εραστή της. Αλλά όταν εντέλει εκείνος εφόνευσε το τέρας και την πήρε μαζί του, κατάλαβε τι ρετάλι ήταν και την απαράτησε στη Νάξο όπου είχε συμπτωματικά πάει πενταήμερη και ο Βάκχος με τα παιδιά των λουλουδιών και τον Παράβα -επειδής δεν είχαν βρει να κλείσουν στα Μάταλα, μη φανταστείς! Με το που βλέπει ο Βάκχος την Αριάδνη πηδάει από τη χαρά του (που θα πηδήξει) και αυτό αποτυπώνει με γλαφυρό τρόπο και ο καλλιτέχνης. Να δες για να μη λες.

Επειδής εμείς οι φιλόμουσοι είμαστε πολύ απαιτητικό κοινό και μας αρέσει να γκρινιάζουμε, να σου εξομολογηθώ ότι ο συγκεκριμένος χώρος όπου οργανώθηκε η έκθεση (το Μέγαρο Σταθάτου δηλαδής) είναι το πιο ακατάλληλο οίκημα να φιλοξενήσει ογκώδεις πίνακες, καθότι στο καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία έρχεται ο Βάκχος και καβαλάει κι εσένα. Τον πίνακα και δη τον πολυπρόσωπο και φαντασμαγορικό, θέλεις να πάρεις την απόστασή σου για να τον απολαύσεις. Αλλά μάλλον η έκθεση απευθύνεται και σε εσένα, τον ευαίσθητο φιλότεχνο που πάσχεις από δεκαεξήμισι βαθμούς πρεσβυωπίας.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Βρε καλώστους!

Τα πήρα όλα; Την κλείδωσα την πόρτα; Τον έκλεισα το θερμοσίφωνα; Τον έσβησα τον φούρνο;

Μυρίζει καινουργίλα εδώ πέρα. Κι ας έβαψα τους τοίχους στα ίδια χρωματάκια κι ας κρέμασα το κάδρο με την φάτσα μου στα πιο σοβαρά της (ίσιο ράμφος, ευθύ βλέμμα) κι ας άπλωσα το χαλάκι πάνω στο κεφαλόσκαλο κι ας έβγαλα από τις κούτες την πραμάτεια τεσσάρων χρόνων. Θέλει καιρό για να το συνηθίσω.

Αλλά εδώ θα στήσω πλέον το κονάκι μου, εδώ θα σου'χω ζεστό καφέ, εδώ θα κάτσουμε στο πάτωμα να πούμε τα δικά μας. Πώς τον πίνεις;

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

My name is Craig. Daniel Craig.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Στην πρώτη ανήκουν εκείνοι που θέλουν τον κλασικό Bond. Εκείνον που χολοσκάει πολύ περισσότερο για το αν ταιριάζει το παπιγιόν με το κοστούμι παρά με το αν του την έχουν πέσει δεκαεπτά μπράβοι του πολυεκατομμυριούχου μεγαλοκαρχαρία εμπόρου όπλων από την Ουκρανία που διαμένει σε εξωτικό ιδιωτικό νησί στον Ινδικό. Εκείνον που σου ποζάρει μετά από κάθε καταδίωξη σένιος και ατσαλάκωτος, λές και μόλις βγήκε από την αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη όπου παρακολούθησε ρομαντικές σονάτες για πιάνο του Σοπέν σε φιλανθρωπικό γκαλά της Μαριάνας για το γνωστό παιδιατρικό. Εκείνον που χρησιμοποιεί τα σουπερ-ντούπερ γκάτζετς που ακινητοποιούν τους καταδιώκτες του με μία ριπή, κάνουν το αμάξι του αόρατο (και χωρίς να το ψεκάσεις με Ajax), τον εκτοξεύουν στον αέρα, τον βυθίζουν στη θάλασσα, τον απογειώνουν στο διάστημα, νέφτι του βάζουνε και τρέχει. Εκείνον που έτσι για να μη βαριέται, κουτουπώνει καμία τσούπρα του υποκόσμου, καμία πρακτόρισσα του παραπετάσματος, καμία κόρη αδίστακτου χοντρού κολομβιανού βαρώνου της κοκαϊνης ή έστω καμία συνάδελφο της βρετανικής κατασκοπίας η οποία απλώς του ζήτησε να της μετρήσει τα ένσημα.

Η δεύτερη κατηγορία -στην οποία θα βρεις κι εμένα να ποζάρω χαμογελαστός- βρίσκει απίθανα boring όλα τα παραπάνω και μετά από δεκάδες πανομοιότυπες ταινίες που αχταρμάς έχουνε γίνει στο μυαλό, αποζητά κάτιτις πιο πρωτότυπο. Λιγότερα κλισέ και περισσότερο σενάριο, ίσως; Ή ακόμα πιο θαρρετά, έναν Bond που να "παίζει" το ρόλο και να μη διεκπεραιώνει τη γοητεία του στις (προσχηματικές) σκηνές μετάβασης από το ένα τουφεκίδι στο επόμενο.

Αν ανήκεις στη δεύτερη κατηγορία, ο Daniel Craig είναι ο άνθρωπός σου. Αντισυμβατική φάτσα που συνδυάζει τον Πούτιν (κερδίζοντας το κοινό του Λιακόπουλου) με το Γκόλεμ (κερδίζοντας και το κοινό του Άρχοντα), αλλά και αποφασισμένος να υποδυθεί τον ήρωα και όχι απλώς να μαϊμουδήσει τον Μπρόσναν που αντέγραφε τον Μουρ που ξεπατίκωνε τον Κόνερι. (Τι εννοείς τον έχει παίξει και ο Ντάλτον; Ποιος αδελφός; Ο Λούκι Λουκ τα ξεύρει αυτά;) Και επειδής ο καλός ηθοποιός φαίνεται κυρίως στις σιωπές του, ο Daniel κινείται, αναπνέει και υπάρχει στην ταινία υπερασπιζόμενος όσο κανένας προκάτοχος του ρόλου, τον James και όχι τον Bond.

Ναι, ούτε καν ο Κόνερι κι επέτρεψέ μου να το πω.

Μου άρεσε η ταινία; Ε λοιπόν στο πρώτο μισό δεν καταλάβαινα πολλά (και Μπέργκμαν δεν θα το πεις), στο δεύτερο πάνω που έμπαινα στο νόημα μού φάνηκε κάπως απλοϊκό το κεντρικό στόρι. Αλλά οι σκηνές με το τρεχαλητό πέρα δώθε, τις εκρήξεις, τις συγκρούσεις και την αναμπουμπούλα μια-χαρά με κράτησαν και βγήκα μη σου πω χαρούμενος που το είδα. Καζίνο ρουαγιάλ δεν είναι, αλλά βλέπεται ευχάριστα. Ειδικά σε κάποιες στιγμές που ο James γίνεται λιγότερο χάρτινος και σε εκπλήσσει με τον κυνισμό ή τα ρήγματα συναισθηματισμού του.

Ναι, η Όλγα Κουριλένκο είναι ό,τι πιο ζουμερό έχεις δει εδώ και πολλά χρόνια στις ταινίες Bond. Και χωρίς να πέσει κουτούπωμα.

Μην είναι ο Bond μετροσέξουαλ;

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Έλα-έλα-έλα πάρε!

Την περασμένη βδομάδα ο θείος ενός γνωστού μου λαμβάνει γράμμα ουχί από τη Βίκυ Χατζηβασιλείου, αλλά από μεγάλη τράπεζα η οποία την είδε σάντα και του έκαμε δώρο μία πιστωτική κάρτα, χωρίς να έχουν έρθει τα Κρίστμας και χωρίς να έχουν προλάβει οι Wham να βγάλουν κιχ! Ο θείος μόλις είχε ξοφλήσει την προηγούμενη κάρτα, την οποία έκαψε σε τελετή βουντού, σκόρπισε τα αποκαϊδια στο Πασαλιμάνι και κέρασε όλη τη φαμίλια μπακλαβά.

Όπως καταλαβαίνεις, πήρε το εγκεφαλικό του και πήγε στο κοντινότερο υποκατάστημα της τράπεζας για να διαμαρτυρηθεί που του στείλανε μία κάρτα που ουδέποτε ζήτησε.
Η απάντηση του διευθυντή του καταστήματος ήταν:

-Κανένα πρόβλημα, αγαπητέ μου κύριε! Αν δεν τη θέλετε την κάρτα, μπορείτε ωραιότατα να την επιστρέψετε και να την ακυρώσουμε.

Χελόου; Αμ αποφασίζουνε να σου στείλουνε από μόνοι τους μία κάρτα που δεν θέλεις, αμ πρέπει να μπεις στη διαδικασία να την ακυρώσεις διότι αν δεν το κάμεις, γκες-γουάτ: θα σε χρεώσουν την ετήσια συνδρομή!

Ο θειος κατάπιε με δυσκολία το σάλιο του κι έφυγε.

Την επόμενη ημέρα κατέφθασε στο ίδιο κατάστημα φορτωμένος. Όχι μεταφορικά: κυριολεκτικά φορτωμένος. Μπαίνει στο γραφείο του διευθυντή και του αποθέτει πάνω στο τραπέζι του ένα σακί με πέντε κιλά πατάτες.

Ο έκπληκτος τραπεζίτης απορεί:
-Τι είναι αυτά κύριε μου;

-Είναι πέντε κιλά πατάτες και κοστίζουν δέκα ευρώ. Αν δεν τις θέλετε, θα πρέπει να μου τις επιστρέψετε σπίτι. Αλλιώς παρακαλώ ως αύριο, τα δέκα ευρώ να μπουν στο λογαριασμό μου.