Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Έπεσε μαύρη Σπιναλόγκα!

Στήθηκα να δω το πρώτο επεισόδιο με τις καλύτερες των προθέσεων. Διότι με είχες ταϊσει με ψαρωτικό προμόσιον (τσιμπάω), με είχες κερδίσει με το ιντριγκαδόρικο το θέμα, μου είχες ξυπνήσει την ενοχική, ιστορική μνήμη και –κακά τα ψέματα- δεν είχα και τίποτις άλλες επιλογές σε σήριαλ! Αλλά ετοιμάσου να με σιχαθεί το μέσα σου: θεωρώ το «Νησί» μία από τις πιο βαρετές και υπερτιμημένες σειρές των τελευταίων χρόνων –και ναι, θυμάμαι το Λάκη το Γλυκούλη και τον Dr. Ρούλη.

Θα σου εξηγηθώ -γιατί και με ολάκερη την Ελλάδα να ορκίζεται πως δεν έχει ξαναματαδεί τέτοιες ανυπέρβλητες πχιότητες, ήδη αισθάνομαι ξένος σε αυτή τη χώρα.

Το Νησί ως εικαστικό αποτέλεσμα είναι ζούπερ. Μπράβο στο φωτογράφο! Εύγε στο σκηνογράφο! Ζήτω στον ενδυματολόγο! Αλλού είναι όμως εμένα το θεματάκι μου: αυτό το πράμα δεν είναι σειρά! Είναι μία ιλουστρέ σύνθεση εικόνων με περισπούδαστες λήψεις και με μία ατέρμονη και άνευρη εναλλαγή από τοπία, βλέμματα, ουρανούς, θάλασσες. Και σιωπές. Πολλές σιωπές. Μούγκα ρε φίλε!

Μη θέλει να μιλήσει ο σκηνοθέτης μέσα από τα τοπία; Μη θέλει η σεναριογράφος να μας βυθίσει σε εύγλωττες σιωπές; Μην είμαι εγώ βλαμμένος και δεν το πιάνω το
υπονοούμενο; Νόουπ! Απλώς οι δημιουργοί υποτάσσονται στην παρωχημένη λογική που ταυτίζει την πχιότητα με τη βαριεστημάρα, τη σοβαρότητα με την (τάχα-μου βαθυστόχαστη) αφασία και την κινηματογραφική αντίληψη με την αυτάρεσκη παράθεση εικαστικών εικόνων. Σου θύμισα τη γενιά των ελλήνων σκηνοθετών του ’70 και του ’80 και σου μύρισε ναφθαλίνη; Δικαίως! Γιατί το σύνδρομο Αγγελόπουλος -που αποθεώθηκε από κριτικούς και έδιωξε το κοινό από τις αίθουσες- φαίνεται πως συνεχίζει να κατατρέχει τη νεώτερη γενιά δημιουργών, την ίδια στιγμή που απλά μαθήματα τηλεόρασης διδάσκονται καθημερινώς (και δωρεάν για να μην ξοδεύεσαι) από τα αμερικάνικα σήριαλς (τα Λοστ και τα Ντέσπερεϊτ και τα Σοπράνος): εκεί που οι διάλογοι είναι συνεχείς , η δράση σού δημιουργεί συναίσθημα, υπάρχει σεναριακή κορύφωση και μπορείς να ταυτιστείς με χαρακτήρες διότι ρε φίλε, σου γίνονται οικείοι μέσα από αυτά που συζητούν και πράττουν. Δεν περιφέρονται απλώς σε ακρογιαλιές. Δεν κοιτάζουν τους ορίζοντες. Δεν στέκονται στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού τους να αγναντέψουν. Δεν διασχίζουν επί δύο λεπτά το χωριό. Δεν αναστενάζουν, για να εικάσεις εσύ ότι μάλλον κάτι δεν τους πάει καλά (Τους λείπει το παιδί τους; Αισθάνονται μόνοι; Τους κάηκε το παστίτσιο; Ποιος ξεύρει; Μίλα μας κι ας μην μας αγαπάς!).

Το Νησί νομίζω λοιπόν πως πάσχει.

Σκηνοθετικά και σεναριακά. Η Παπαοικονόμου δεν καταφέρνει να εξυφάνει διαλόγους που να σου γνωρίσουν τους χαρακτήρες. Όταν η Λέχου αναχωρεί για τη Σπιναλόγκα διασχίζει το χωριό και την κοιτάζουν βουβές μορφές. Αυτό δεν είναι μυθοπλασία, είναι προχειρότητα. Γνώρισέ μου κάποιες σχέσεις της με αυτούς τους ανθρώπους, βάλτην πρώτα να έχει ανταλλάξει κάποιες κουβέντες με τη συμπονετική γειτόνισσά της που μεγαλώσανε σαν αδελφές, με το μανάβη που την καλοκοίταζε αλλά έτρωγε πάντα την απόρριψή της, με την εξαδέλφη της που τη ζήλευε γιατί ήταν κρυφοερωτευμένη με το Μάινα, με τον παπά που την κακολογούσε πίσω από την πλάτη της πως ήτανε τάχα άπιστη και δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία. Μα -θα μου πεις- δεν τα λέει όλα ετούτα το βιβλίο! Το βιβλίο είναι
βιβλίο και το σενάριο είναι κάτι διαφορετικό: πιο σύνθετο και πιο λεπτομερές (ειδικά όταν αποδίδεται σε μία σειρά πολλών επεισοδίων)! Και αν έχεις τόσο τηλεοπτικό χρόνο και δεν μπαίνεις καν στη διαδικασία να μου γνωρίσεις τους χαρακτήρες, τότε σόρι, τζάμπα λεφτά σε πληρώνουμε!

Οπότε μένει και ο σκηνοθέτης ξέμπαρκος. Και αρχίζει τα σουρταφέρτα της κάμερας. Και να σου τα τοπία! Και πάρε-να-χεις βλέμματα! Και λούσου τις σιωπές και τα τίποτα! Σαρανταπέντε λεπτά το επεισόδιο και δύο σπιθαμές εξέλιξη.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που με απασχολεί.

Μέσα σε αυτή τη μαύρη θλίψη στην οποία έχουμε περιπέσει πανεθνικώς, έρχεται η Σπιναλόγκα να μας αποτελειώσει. Ο εγκλεισμός στο σανατόριο εμφανίζεται ως ταιριαστή ψυχοθεραπεία για την καταθλιπτική μας κοινωνία. Μία κοινωνία που ξάφνου ανακαλύπτει τον ιδρυματισμό που την κατατρέχει (και πλημμυρίζουν οι εκπομπές με εικόνες λεπρών σε μία όψιμη προσπάθεια (;) ιστορικής αυτοκριτικής), που τρέφεται με εύκολους μελοδραματισμούς και προσχηματικές πχιότητες (γιατί είναι πολύ trendy να είσαι πχιοτικός διζ ντέιζ), που ανάμεσα στο ραπανάκι και τη μπουγιαμπέσα των λογής-λογής τηλεσέφ, μηρυκάζει τη θλίψη και τη μοναξιά των αδιεξόδων της.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Με χάνεις



Κλικάρεις πάνω, απολαμβάνεις το τραγούδι που έχω ακούσει ένα ζίλιον φορές την τελευταία βδομάδα και ρίχνεις μερικά ρισπέκτ στο Χριστινάκι!

Ακολούθως κλικάρεις κάτω, απολαμβάνεις το ίδιο τραγούδι από την Κάσια Ποπόφσκα και αναφωνείς πως ναι, Πολωνία Έχεις Ταλέντο!

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Ο εξπρεσιονισμός της γειτονιάς

Το πτηνό, αφού ήρθε και μπούκωσε με όλο ετούτο το μαγειρευτό που του σερβίρουν νυχθημερόν τα τηλεοπτικά κανάλια, απεφάσισε να απαρνηθεί τα γκουρμέ θαλασσινά του Λαζάρου και τα καραμελωμένα μύγδαλα του Παρλιάρου και να βουτήξει το ράμφος του στην τέχνη. Σκώθηκε λοιπόν και πήγε στη Δάφνη. Ουχί τη Σημίτη, μηδέ τη Μπόκοτα (παρότι και οι δύο, είναι γνωστές πρέσβειρες του πολιτισμού και δεν σε αδικώ που μπερδεύτηκες), αλλά στη γνωστή συνοικεία. Που μπορεί μέχρι πρότινος ουδόλως να σε παρέπεμπε σε οτιδήποτε το καλλιτεχνικό, αλλά πλέον απέκτησε ένα μουσειάκι από εκείνα που σου κλείνουν το μάτι μόρτικα και σου κάνουν "τσα!" εκεί που δεν το περιμένεις!

Και σου ομιλώ για το ταπεινό σπίτι του σημαντικού και ζουπερτέλειου ζωγράφου Γιώργου Μπουζιάνη που με ένα χόκους πόκους και ένα άμπρα κατάμπρα μετατράπηκε σε υπερμοντέρνο μουσείο που ξεπροβάλει ωσάν αστραφτερό διαμαντάκι ανάμεσα στα βαριεστημένα δρομάκια της Δάφνης. Γκουντ νιούζ: ο κόσμος ήταν πολύς, οι χώροι μυρίζουν καινουργίλα, η υπάλληλος στην είσοδο είναι ευγενέστατη και χαμογελαστή, το παλιό σπίτι συναντιέται με το νέο κτήριο σε μία όμορφη εσωτερική αυλή.

Μορ γκουντ νιουζ: η είσοδος είναι δωρεάν, στην έξοδο σού χαρίζεται ωραιότατο μπουκλετάκι με τα βασικά εκθέματα (το οποίο σε άλλες περιπτώσεις θα σου κόστιζε τουλάχιστον ένα δεκαρικάκι), οι εξωτερικές επιφάνειες είναι καλαίσθητες και δεν σου βγάζουν το μάτι. Η έκθεση δεν είναι πολύ μεγάλη, αλλά τα σκίτσα του Μπουζιάνη με τις σγουρές μολυβιές, οι πίνακες με τις μορφές να αγκαλιάζονται με τα φόντα τους (ελλείψει σαφούς περιγράμματος), οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες και οι νοσταλγικές επιστολές, συνθέτουν ένα ευχάριστο σύνολο, ικανό να σου φτιάξει τη διάθεση.

Και μη μου πεις ότι δεν χρειάζεσαι αφορμές για να βελτιώσεις τη διάθεσή σου!