Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Νταχάου (η κόλαση μέσα μας)

Περιδιαβαίνοντας την έκθεση της Συλλογής Οικονόμου στη Δημοτική Πινακοθήκη, το μάτι μου έπεσε σε ένα ειδυλλιακό πίνακα ευρωπαϊκού νατουραλισμού του Antonio Montemezzo. Μία ευχάριστη παρέα από νήπια απολαμβάνει τη σκιά ενός δέντρου παρέα με τη γιαγιά. Κάτι χήνες αρμενίζουν αδιάφορα ενώ στο βάθος διακρίνεται ένας ταύρος. Ο τίτλος του πίνακα είναι «Χωριάτισσα με παιδιά και χήνες στο δάσος του Νταχάου». Κοντοστάθηκα.

Πριν από περίπου πέντε μήνες, ένα πρωινό Τρίτης, βρέθηκα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Νταχάου. Αφού έλαβα οδηγίες από ευγενέστατο ζευγάρι γερμανών για το κατά που πέφτει το στρατόπεδο, επιβιβάστηκα στο τοπικό λεωφορείο. Το χιόνι ήταν πολύ, το κρύο τσουχτερό και ο ήλιος, μία απλή υποψία φωτός στον ουρανό, πίσω από μουντό γκρίζο παραπέτασμα. Το λεωφορείο διέσχισε την ήσυχη πόλη με τα φροντισμένα σπίτια, τα χιονισμένα παρτέρια και τους ήσυχους ανθρώπους που πήγαιναν στη δουλειά τους κουκουλωμένοι με τα κασκόλ και τα σκουφιά τους. Είκοσι λεπτά από το κέντρο του Μονάχου, το Νταχάου δεν έχει να επιδείξει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από μία στερεοτυπική γερμανική κωμόπολη όπου όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Στις παρυφές της πόλης, το δάσος παρεισφρύει ανάμεσα στα σπίτια και ένα ποταμάκι τριγυρνάει ανάμεσα σε ψηλά μουντά δέντρα που αγκαλιάζουνε τους δρόμους.

Μετά από πέντε ή έξι στάσεις, η πόλη έδειχνε να έχει κιόλας τελειώσει και το λεωφορείο μάς άφησε μπροστά από το στρατόπεδο. Μία οικογένεια αμερικανών με δύο παιδάκια, ένα γκρουπ από πεντέξι πολωνούς κι εμείς. Δεν είχα ξαναπάει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Η βαριά και άσχημη σιδερένια πόρτα, σου υποσχόταν ήδη το χειρότερο. Ένα τσούρμο βαριεστημένα παιδάκια είχαν στηθεί ακριβώς από πίσω και ακούγαν το γερμανό δάσκαλο να τους εξηγεί πώς μετέφεραν τους κρατούμενους εδώ και ποιες ήταν οι διαδικασίες εισαγωγής στο στρατόπεδο.

Περνώντας την πόρτα, ξανοίχθηκε μπροστά μου μία τεράστια χιονισμένη απλωσιά. Στα δεξιά μου, ένα θλιβερό κτήριο φιλοξενούσε πριν επτά περίπου δεκαετίες το διοικητήριο. Οι νεοαφιχθέντες εισέρχονταν εκεί για να καταγραφούν, να παραδώσουν τα προσωπικά τους αντικείμενα, να καθαρισθούν στα ομαδικά ντουζ και να λάβουν τις στολές τους. Οι αίθουσες ψυχρές και σχεδόν άδειες, με τους τοίχους σκασμένους και υγρούς. Τα λιγοστά ξύλινα έπιπλα και τα σώματα των καλοριφέρ έχουν απομείνει σιωπηλοί μάρτυρες του εγκλήματος που διαπράχθηκε εκεί.

Ένα πλάκωμα σε πιάνει όταν περιδιαβαίνεις τις αίθουσες και διαβάζεις τις λεζάντες και τα όσα περιγράφουν. Για τους εβραίους τα ξεύρεις, δεν σου τα επαναλαμβάνω. Εκείνα που ίσως δεν πολυγνωρίζεις είναι για τους λοιπούς που κατέληγαν εκεί: κομμουνιστές, αθίγγανοι, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, ψυχικά διαταραγμένοι, ομοφυλόφιλοι, ισπανοί που μάχονταν τον Φράνκο και ιερείς.

Ανάμεσα στα εκθέματα, το βλέμμα μου έπεσε σε ένα κομμάτι ξύλου. Ανήκε σε έναν ιερέα κρατούμενο. Το είχε σκαλίσει μέσα στο στρατόπεδο, προσπαθώντας να του δώσει τη μορφή του εσταυρωμένου. Συγκινήθηκα, γαμώτο. Ακόμη κι αυτή την ύστατη στιγμή που θα έλεγες ότι ο Θεός του τον έχει ξεχασμένο, ο ιερέας αρνείται να τον ξεχάσει. Και είναι αυτή μία ένδειξη ανθρώπινου μεγαλείου. Διαβάζω σε μία λεζάντα, ότι οι κρατούμενοι ακόμα και στις πιο άγριες περιόδους του στρατοπέδου, όταν οι εκτελέσεις ελάμβαναν μαζικό χαρακτήρα και τα κρεματόρια δεν σταματούσαν να καπνίζουν ανθρώπινα αποκαϊδια, έβρισκαν μικρούς τρόπους να συμπαρίστανται ο ένας στον άλλο: να εξευμενίζουν την κτηνωδία που ζούσαν, με ψήγματα ανθρωπιάς.

Μεταξύ των ονομάτων, μία μεγάλη λεζάντα για το Νίκο Ζαχαριάδη.

Στη μέση της κεντρικής αίθουσας στεκόταν ένοχη, μία ξύλινη κατασκευή. Πάνω της αφημένος, ένας βούρδουλας.

Στο επόμενο δωμάτιο μία σειρά από φωτογραφίες με πειράματα. Κρατούμενοι, γυμνοί μέσα σε πάγο, με βύσματα πάνω στο αποστεωμένο σώμα τους, με τρύπες στο κρανίο τους, να ουρλιάζουν μέσα στο κεφάλι σου. Δίπλα, μία φωτογραφία ενός δόκτορος κάτι. Στρογγυλά γυαλάκια, λευκή ιατρική στολή, λιπόσαρκα χείλη. Το βλέμμα τρελό.

Βγήκα από το κτήριο ντυμένος με τη θλίψη και διέσχισα το μεγάλο άνοιγμα προς την κατεύθυνση των κοιτώνων. Οι γερμανοί έχουν αφήσει μόνο δύο αλλά μπορείς να φανταστείς ολόκληρη τη σειρά από τους κοιτώνες που υπήρχαν από πίσω.

Οι λοιποί έχουν κατεδαφιστεί (προφανώς σκόπιμα, για να εξωραΐσουν κάπως την τραγικότητα της εικόνας) και ένα παχύ στρώμα από χιόνι κάλυπτε τον τεράστιο άδειο χώρο. Παρότι φορούσα άρβυλα, βάδισα μετά κόπου μέσα στο χιόνι. Στην απέναντι άκρη, καμιά εξακοσαριά μέτρα από το διοικητήριο και τους κοιτώνες υψώνονταν μία χριστιανική εκκλησία και ένα εβραϊκό μνημείο.

Η τελευταία πράξη του δράματος διαδραματιζόταν στη νοτιοανατολική άκρη του στρατοπέδου. Περνώντας μία τάφρο και συρματοπλέγματα, μπήκα μέσα σε μία μικρότερη αυλή. Το κρεματόριο στεκότανε βουβό.

Στη μία του πλευρά είχε τουαλέτες, κατόπιν ένα σκοτεινό δωμάτιο με μία βαριά σιδερένια πόρτα και την ταμπέλα «ντουζ» (brausbad), η οποία ήταν παραπλανητική και είχε ως στόχο να πείσει τους μελλοθάνατους να εισέλθουν χωρίς να τους αποκαλύψει τι τους περιμένει: επρόκειτο για το θάλαμο αερίων. Στο πάτωμα βλέπεις τους σωλήνες από τους οποίους διοχετεύονταν τα αέρια. Μπορούσες να φανταστείς τους έγκλειστους κρατουμένους να κοπανιούνται στις πόρτες και να ικετεύουν για οίκτο. Και μετά τη σιωπή.

Η επόμενη αίθουσα φιλοξενούσε τους κλιβάνους. Ένα μεγάλο φουγάρο υψωνόταν πάνω από τη στέγη.

Το πάλευκο χιόνι μπορεί να καλύψει τα πάντα. Δεν μπορεί να προσφέρει συγχώρεση. Μία γενιά πίσω, η ιστορία διδάσκει αναπόδραστα μαθήματα. Όταν τελείωσε η κατοχή, οι όσοι επέζησαν του δράματος των στρατοπέδων εξιστορούσαν τα όσα βίωσαν και δεν τους πίστευε κανείς. Ο κόσμος πάγωσε όταν εντέλει αποκαλύφθηκε η φρίκη του Ολοκαυτώματος. Όπως πάγωσε και ο χρόνος σε εκείνο το στρατόπεδο. Όπως πάγωσα κι εγώ όταν έκλεινα πίσω μου τη βαριά σιδερένια πόρτα.

Όχι δεν ήταν το κρύο.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Aaargh!

Από την εξτραβαγκάντσα του σετ "τρίπατη περούκα / ελιά στο μάγουλο / πεντάπαχο φουρό" της Μαρίας Αντουανέτας μέχρι τον κωνικό στηθόδεσμο της Μαντάνας και τις σπλάτερ μπριζόλες που φόρεσε η Lady Gaga για να παραλάβει το εμ-τι-βι αγουόρντ της, η μόδα σού έχει προσφέρει ουκ ολίγες ακρότητες.

Προχθές ας πούμε στα Εξάρχεια, είδα κορασίδα στο μέγεθος ενήλικου ιπποπόταμου, με κολλητό ροζ μπλουζάκι, κοιλούμπα τύπου έχω φάει πραγματικά πολύ στη ζωή μου, καρό κόκκινο παντελόνι που φώναζε βοήθεια και μαλλί στο χρώμα της βιολέτας, τσιγκολελέτας, τσιγκολελέτας. Τις προάλλες πάλι που είχα πάει σε μία συναυλία, είδα ένα νεαρό ντυμένο μια-χαρά σινιέ (πουκαμισάκι / υφασμάτινο παντελόνι) ο οποίος έκαμε τη διαφορά φορώντας ένα ζευγάρι κατακόκκινα φωσφοριζέ παπούτσια, που εκτός ότι έστειλαν τρεις γριές στο Οφθαλμιατρείο για επέμβαση καταρράκτη, υπήρχαν και μαρτυρίες από ρώσους κοσμοναύτες ότι εθεάθησαν εκείνη τη νύχτα και από το διαστημικό σταθμό Μιρ. Αλλά η μόδα είναι τέχνη και έχεις μάθει να συγχωρείς.

Μην άρχισε το πτηνό να παραληρεί και στο φέρνει λάου-λάου; Μην ετοιμάζεται να σου ανακοινώσει πως στο εξής θα σουλατσάρει στην Πανεπιστημίου με κοθόρνους; Μην έβαψε το ράμφος του τουρκουάζ; Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη: απλώς επισκέφθηκε προσφάτως μία έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη με θέμα τις ακρότητες στη μόδα και τα τερατόμορφα ρούχα! Που πόσο γουάου ιδέα είναι αυτή; Κι ενώ το πτηνό μπορεί ενδυματολογικά να το χαρακτηρίσεις συντηρητικό, το σίγουρο είναι ότι τις φρέσκες ιδέες τις γουστάρει. Απλώς δεν τις φοράει.

Η έκθεση υπό τον εύγλωττο τίτλο “Aaargh!” έχει ένα ζίλιον αμφιέσεις που θα σου κάμουν εντύπωση, θα σε αφήσουν ενεό (ήθελα πολύ καιρό να χρησιμοποιήσω τη λέξη «ενεός», νιώθω συγκινημένος γαμώτο!), ενώ κάποιες μπορεί να σου κάμουν και μπου! Αν είσαι η θεία Ποτούλα, θα φρίξεις. Αν είσαι η Lady Gaga θα ζητήσεις τα πατρόν.

Η σουπεργουάου ιδέα ανήκει στην ομάδα Atopos που μερικά χρόνια πριν, είχε σκεφθεί την καταπληκτική έκθεση «Πτυχώσεις» (πάλι μουσείο Μπενάκη) που είχε τότες διακόψει τα παρατεταμένα χασμουρητά της αθηναϊκής πολιτιστικής καθημερινότητας.

Η μόνη μου ένσταση στο όλο εγχείρημα είναι ότι θα ήθελα κι άλλο: το θέμα «τέρατα στη μόδα» είναι πολύ αβανταδόρικο για να το αφήσεις μόνο σε ένα πρώτο επίπεδο αναφοράς. Πέραν από τις ενδυματολογικές προτάσεις των σύγχρονων δημιουργών που παρουσιάζονται στην έκθεση, θα μπορούσε να υπάρχει μία ενότητα για τη διαχρονική εξέλιξη της ακρότητας στη μόδα που να ξεκινάει από τους κοθόρνους ή τα έθνικ μπιχλιμπίδια που περνάνε στη μύτη τους οι αφρικάνες και να μοστράρει βικτωριανά περουκίνια ή ρούχα του Alexander McQueen. Επίσης θα μπορούσε να προστεθεί μία ενότητα για τα σελέμπριτις που έχουν κατά καιρούς επενδύσει στην τερατομορφική ή υπερακραία μόδα, από την Grace Jones και το Ντέϊβιντ Μπάουϊ ως τη Lady Gaga και τα μικρά της τερατάκια.

Αλλά ας είναι. Ακόμα και σε αυτήν της τη μορφή, η έκθεση “Aaargh” σού υπενθυμίζει ότι το μουσείο δεν είναι χώρος που φιλοξενεί μόνο αμφορείς, σανδαλοφόρους τουρίστες και γηραιές κυρίες. Έχει χώρο και για σένα, γλυκία μου νεαρά χίππο των Εξαρχείων.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Πάμε πλατείες;

Βαθιά νυχτωμένε! Που βλέπεις τριάντα τουρίστες και δύο πούλμαν παρκαρισμένα όξω από το Αρχαιολογικό στην Πατησίων και καμώνεσαι ότι η Ελλάδα είναι τουριστική χώρα! Το πτηνό πέρασε προσφάτως μερικές ημέρες στη Ρώμη και έχει να σου αραδιάσει ωραιότατες ταξιδιωτικές εμπειρίες και ένα σκασμό φωτογραφίες, τύπου κοίτα-τι-ωραία-που-πέρασα-ζήλια-ψώρα! Μπου-χα-χα στα μούτρα του αναγνώ-στα!

Στη Ρώμη είχα ξαναπάει όταν ήμουν δώδεκα, διάβαζα Τιραμόλα και άκουγα τα Παπάκια. Έκτοτε, πολλά έχουν αλλάξει: και εννοώ στη Ρώμη, διότι εγώ ακόμη διαβάζω Τιραμόλα και ακούω τα Παπάκια! Η αλήθεια είναι πως όταν επιστρέφεις μετά από καιρό σε έναν τόπο, όλα σου φαίνονται διαφορετικά. Όταν ήμουν δώδεκα, οι μοναδικές μου σκοτούρες ήταν ο βαθμός μου στη Γεωγραφία και το αν το σιχαμερό κογιότ θα πιάσει το καημένο το μπιπ μπιπ. Σήμερα στα τριαντατόσα μου, ακόμα δεν μπορώ να εντοπίσω τα Γρεβενά στο χάρτη και όσο για το κογιότ, ειλικρινώς εύχομαι να το πιάσει το χαζοπούλι και να το κάμει στιφάδο.

Ως παιδί είχα πολύ εντυπωσιαστεί από τη Φοντάνα ντι Τρέβι όπου υποτίθεται ότι αν ρίξεις ένα κέρμα πίσω από την πλάτη σου, η μοίρα θα σε φέρει ξανά στη Ρώμη. Εκτός κι αν είσαι πραγματικά άστοχος και πετύχεις στο μάτι την τουρίστρια, οπότε αντίς για την Αιώνια Πόλη θα δεις τσαντιά στο δοξαπατρί ή σανδαλιά στα απαυτά σου. Το δικό μου πάντως το εικοσάρικο με τον Κολοκοτρώνη (σνιφ, τι μου θύμησες τώρα με τις δραχμές) τον είχε βρει το στόχο του και παρότι δεν πιστεύω σε λαϊκές δοξασίες, urban legends και τον Άγιο Βασίλη, βαθιά μέσα μου είχα πάντοτε τη βεβαιότητα ότι θα επιστρέψω.

Και επέστρεψα. Το χοτέλ μου παραδίπλα στη Φοντάνα. Την οποία και στην έχω φωτογραφίσει ένα ζίλιον φορές και σε διάφορες ώρες τις ημέρας: το πρωί με την τουρίστρια να πίνει το μιλκ σέικ της, το μεσημεράκι με την τουρίστρια να λιάζεται στο κεφαλόσκαλο και το βράδυ με την τουρίστρια να ξερνάει τα ξίδια που ήπιε ολημερίς μη-χειρότερα. Πάντως η Φοντάνα είναι πολύ ζούπερ αξιοθέατο: πρώτον, διότι βρίσκεται εντοιχισμένη σε μπαρόκ κτήριο να-πέσει-να-σε-πλακώσει, δεύτερον, διότι έχει Ωκεανούς, Τρίτωνες και αλογάκια μπορντούρα και τρίτον, διότι εκεί τσαλαβούτησε η Ανίτα στη Ντόλτσε Βίτα, εκεί ξεκουράστηκε η Όντρεϊ στις Ρόμαν Χόλιντειζ κι εκεί έβγαλε τα γοβάκια της η Αλίκη στη Μοντέρνα Σταχτοπούτα. Που αν είσαι σιντριβάνι, οι μετοχές σου ανεβαίνουν θεαματικά με κάτι τέτοια σελέμπριτις. Η Φοντάνα αποτελεί ένα ζωντανό σημείο συνάντησης, όπου θα συναντήσεις τη Σάρα και τη Μάρα να γλείφουν τα τζελάτι τους και να απολαμβάνουν τον παφλασμό των υδάτων.

Λοιπόν, ξεύρεις τι μου αρέσει στη Ρώμη; Που έχει όλο το πακέτο: ένα σκασμό αξιοθέατα να μην προλαβαίνεις να πάρεις ανάσα, εντυπωσιακό σίνερι με πανέμορφα κτήρια και ειδυλλιακό ποτάμι, όμορφα μαγαζιά με καλόγουστες βιτρίνες να κάμεις το σόπινγκ σου, καταπράσινους λόφους και μεγάλα πάρκα να φχαριστηθείς βλάστηση, ζουπερτέλειες πιάτσες με σιντριβάνια, αγάλματα και οβελίσκους να χορτάσει η φωτογραφική σου με πόζες. Και ναι, φαγητό: αχνιστά ζυμαρικά, λαχταριστές πίτσες και υπέροχο κρασί. Που δεν πα να ίδρωσα για να περπατήσω όλη τη Ρώμη πέντε φορές πάνω κάτω, γύρισα με δύο κιλά έξτρα. Ντούε!

Η πόλη σφύζει από ζωή. Υπήρχαν μέρες που τα αυτοκίνητα μετά δυσκολίας διασχίζανε τους δρόμους, καθώς μία κεφάτη λαοθάλασσα από τουρίστες και ρωμαίους καταλάμβαναν ουχί μόνο τα πεζοδρόμια, αλλά και τα οδοστρώματα! Τόσον κόσμο μαζεμένο και σε τόση μεγάλη έκταση, δεν έχω ματαξαναδεί. Στην Πιάτσα ντι Σπάνια, μετά βίας μπορούσες να ανέβεις τα σκαλοπάτια για να ανηφορίσεις προς την Τρινιτά ντέι Μόντι. Στο Βατικανό, έπρεπε να περιμένεις για ώρες προκειμένου να διαβείς το περιστύλιο του Αγίου Πέτρου και να περάσεις τις πύλες του. Το ίδιο στα Μουσεία του Καπιτωλίου και στο Κολοσσαίο. Αλλά και παρά την ταλαιπωρία με τα πλήθη και τις ουρές, η Ρώμη σε αποζημιώνει πάντα και με το παραπάνω.

Περιδιαβαίνοντας το κέντρο, συνειδητοποίησα ότι η πόλη είναι σχεδιασμένη να είναι υπαίθρια. Από τη Φοντάνα ντι Τρέβι και την ομώνυμη συνοικία, πήρα το δρόμο ανατολικά και έφθασα στην Πιάτσα ντελά Κολόνα όπου εθαύμασα τα κτήρια και φωτογράφισα την εντυπωσιακή κολώνα του Μάρκου Αυρήλιου που δεσπόζει στο κέντρο και η οποία περιγράφει σε μία σπειροειδή ανάγλυφη απεικόνιση, τη θριαμβευτική του προέλαση στις πέραν του Δούναβη εσχατιές του αρχαίου κόσμου. Τα κεφάλια των εικονιζόμενων λεγεωνάριων είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με τα σώματά τους και παρότι αυτό έγινε σκόπιμα για να ξεχωρίζεις και καλά τις εκφράσεις τους, εσύ μπορείς να τους πεις χοντροκέφαλους και να γελάσεις μαζί τους!

Ακολούθως κατευθύνθηκα προς την Πιάτσα ντελά Ροτόντα. Όπου αν είσαι αρχαιολάτρης, σε περιμένει η υπερπαραγωγή: το μεγαλύτερο, καλύτερα σωζόμενο μπίλντινγκ της αρχαιότητας που ακούει στο όνομα Πάνθεον, σε περιμένει να σε συντρίψει με τα μνημειώδη του μεγέθη. Το κτήριο είναι κυκλικό (ναι, θα έπρεπε να σε υποψιάσει το «ροτόντα» που λέγαμε πρίν), διαθέτει εντυπωσιακή πρόσοψη με οκτώ γρανιτένιες κολώνες κορινθιακού ρυθμού (και δύο ζεύγη από τετράδες ακριβώς από πίσω) και κυκλοφορεί σε χρώμα πετρώδες σταχτί. Το πιο σουπεργάου όμως σε περιμένει όταν διαβείς την τεράστια πύλη της εισόδου: το κτήριο έχει ένα και μοναδικό άνοιγμα στο κέντρο του θόλου του, από όπου τρυπώνει το φυσικό φως και σχηματίζει έναν ολοστρόγγυλο φωτεινό δίσκο που σέρνεται στο πάτωμα ή σκαρφαλώνει τους τοίχους, ανάλογα με τη θέση του ήλιου.

Μερικά τετράγωνα παραπέρα και αφού μου τρύπησαν τη μύτη οι τρατορίες και μου έτρεξαν τα σάλια με τα μαγαζάκια που πουλάγανε πίτσα με το κομμάτι, έφθασα στην Πιάτσα Ναβόνα. Που αν δεν την εξεύρεις, είναι μία μακρόστενη πλατεία με τρία εντυπωσιακά σιντριβάνια όπου πέραν όλων των άλλων, γυρίστηκαν σκηνές με τον Τομ Χανκς να προσπαθεί να ξεφύγει από τους Ιλουμινάτι μη-χειρότερα. Διαβάζοντας τον οδηγό μου έμαθα ότι το σχήμα της πλατείας οφείλεται στο ότι φτιάχτηκε πάνω στο χώρο αρχαίου σταδίου. Στο κέντρο σε περιμένει η περίφημη Φοντάνα ντέι Κουάτρο Φιούμι (για εσένα που δεν πήγες φροντιστήριο Καπάτου να μάθεις ιταλικά, αυτό σημαίνει Σιντριβάνι των Τεσσάρων Ποταμών) όπου εικονίζεται ο Νήλος να εκπροσωπεί την Αφρική, ο Δούναβης την Ευρώπη, ο Γάγγης την Ασία και ο Πλάτε (Ρίο ντε λα Πλάτε –όλε μουτσάτσος, πέτα το σομπρέρο) την Αμερική. Και επειδής οι ποταμοί, τα άλογά τους και ο λοιπός μπαροκοδιάκοσμος μπορεί και να σου φανεί λίγος, η Φοντάνα σού κοτσάρει στη μέση και αιγυπτιακό οβελίσκο για να την ολοκληρώσει την υπερβολή. Γουάου!

Κάνα χιλιόμετρο πιο πέρα με περίμενε η Πιάτσα ντελ Πόπολο. Τεράστια, με τις φοντάνες της και με δύο δίδυμες εκκλησιές (που δεν είναι τελείως πανομοιότυπες γιατί το ένα οικοπεδάκι ήταν πιο στραβό, αλλά ο μάγκας ο αρχιτέκτονας σού δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι διδυμάκια), όπου στριτ άρτιστς είχανε στήσει χορό με συμμετοχή των διερχόμενων, κάτι χιπχοπάδες χορεύανε στο μπιτ τους και ένας τενόρος με στεντόρεια φωνή τραγουδούσε άριες με τον κόσμο να στροβιλίζεται από το ένα θέαμα στο άλλο.

Η βόλτα μου στις κεντρικές πλατείες ολοκληρώθηκε στην Πιάτσα ντι Σπάνια. Ναι, εκείνη τη σκάλα με το λουλουδικό και τους άπειρους τουρίστες που φωτογραφίζονται λες και δεν έχουν ματαδεί σκαλοπατάκι. Όταν την έβλεπα στις φωτογραφίες, μεγάλη εντύπωση δεν μου έκαμε. Διότι εγώ για να εντυπωσιαστώ θέλω το αρχαίο μου το μπίλντινγκ, το σιντριβάνι το μπιχλιμπιδάτο, το ντουόμο με το σκαλιστό το καμπαναριό. Βάλε με το μυαλό σου λοιπόν τι υπέροχη σορπρέσα ένιωσα, που έφθασα εκεί, αναμίχθηκα στο πολύχρωμο πλήθος, εθαύμασα τα υπέροχα ολάνθιστα παρτέρια που αγκαλιάζονται από τις σκάλες και συναισθάνθηκα μέρος ενός καταγέλαστου ιμπρεσιονιστικού συνόλου, κάτω από το λαμπερό μεσογειακό ήλιο.

Επειδή το πτηνό γουστάρει να σου βγάζει και συμπεράσματα, εκείνο που κατάλαβα είναι πως υπάρχουν πόλεις που σε προσκαλούν να τις περπατήσεις και να τις ζήσεις μέσα από τους δημόσιους χώρους τους.

Και υπάρχουν άλλες (ξεύρεις εσύ) που σε φυλακίζουν μέσα στο διαμέρισμά σου, γαμώτο.

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Απαγορευμένη Πόλη

Εμένα όλοι οι κινέζοι μού φαίνονται ίδιοι. Βέβαια έχω ακούσει ότι και στους κινέζους, όλοι εμείς, ίδιοι τους φαινόμαστε. Με αυτές τις σκέψεις και με την παντελή αδυναμία μου να προφέρω σωστά το όνομα Jiang Guofang έφθασα στο Ίδρυμα Θεοχαράκη στο Σύνταγμα. Ναι, το συνδύασα και με άλλες δουλίτσες στο κέντρο, γιατί δεν ήμουν σίγουρος ότι θα λέει κάτι η έκθεση ενός κινέζου ζωγράφου που δεν μπορώ να προφέρω, αφιερωμένη σε ένα μέρος που δεν έχω πάει και που είναι ένα ζίλιον χιλιόμετρα μακριά από τις κάλτσουραλ αναφορές μου.

Εικοσιεπτά πίνακες –οι περισσότεροι μεγάλων διαστάσεων- αφιερωμένοι στην Απαγορευμένη Πόλη του Πεκίνου. Εκεί που μπουσούλαγε ο τελευταίος αυτοκράτορας. Με σχεδόν φωτογραφικό ρεαλισμό που υπό κανονικάς συνθήκας, το αρρωσταίνει το πτηνό. Αλλά θέλεις η τσάινίζ θεματολογία, θέλεις η βιρτουοζιτέ του καλλιτέχνη, θέλεις η απόσταση από τα συνήθη ευρωπαϊκά αισθητικά μοτίβα, οι πίνακες μού φάνηκαν πως είχαν μία μεγάλη εσωτερική δύναμη.

Ωραιότατες κινεζούλες να κυλιούνται στα γρασίδια και να ποζάρουν θλιμμένες στο κεφαλόσκαλο της πόρτας, στρατιώτες με στολές και σπάθες να φρουρούν τις εντυπωσιακές πύλες και ένας μόρτης πιτσιρικάς να σκαρφαλώνει στο θρόνο, θυμίζοντάς σου τον μικρό Που Γι της τελευταίας δυναστείας των Τσινγκ, στις σκηνές που φιλοτέχνησε ο Μπερτολούτσι.

Το πτηνό καταφχαριστήθηκε την έκθεση και παρότι το Πεκίνο του πέφτει μακριά, όταν εντέλει επέστρεψε το βράδυ σπίτι του, μπήκε στο νετ, διάβασε ένα κάρο πράματα για την Απαγορευμένη Πόλη, παρήγγειλε κινέζικο και έμαθε ότι στο εκείθε ωροσκόπιο είναι Δράκος μη-χειρότερα. Ναι, εκείνο το ιπτάμενο πλάσμα με τη μούρη του αλόγου, το σώμα του φιδιού και τα γαμψά νύχια του αετού. Χάου κουλ ιζ δατ;

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Στην Αριστοτέλους που γυρνάς


Ο Μπουτάρης αρνείται στο Μίκη την άδεια να συναθροιστεί στην Αριστοτέλους με το αιτιολογικό πως ο Δήμος δεν δίνει πλέον την εν λόγω πλατεία για δημόσιες συγκεντρώσεις (δεν το κρίνω: δήμαρχος είναι, έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τέτοια ζητήματα νομίζω). Ο Μίκης απειθαρχεί, σηκώνει το λάβαρο της επανάστασης και θα πάει να συναθροιστεί εκεί ένιγουέι.

Γιατί είναι ο Μίκης και η επανάσταση ξεκίνησε με πρώτο οχτρό μας τον Μπουτάρη.

Κάτσε να το καταλάβω: οι αγανακτισμένοι δεν υποτίθεται πως στρέφονται εναντίον των κρατούντων που θεωρούν εαυτούς υπερκείμενους του Νόμου και κάμουν ό,τι γουστάρουν με το έτσι θέλω; Περί δικαίου δεν είναι η συζήτηση; Περί τήρησης των Νόμων και τιμωρίας των όσων παραβάτησαν; Χμ. Μπερδεύτηκα πάλι.

Αξιότιμε Μίκη, το ατόπημα της συστράτευσής σου με την κυβέρνηση Μητσοτάκη ας πούμε ότι παραγράφηκε. Μην αφήνεις το θυμικό σου να στρεβλώνει την ευθυκρισία σου. Άλλα παραδείγματα ζητάει ο λαός από εσένα.

Σε αυτή τη χώρα, η απείθεια απέναντι στους Νόμους δεν είναι επανάσταση. Η πειθαρχία απέναντι στους Νόμους, είναι.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Ο Κορνήλιος, οι Αγανακτισμένοι κι εγώ

-Ιζ δις γιορ φέρστ τάιμ ίν Αθενς;
-Νο. Μάι σέκοντ.

Πριν ένα χρόνο ο Κορνήλιος είχε ξανάρθει εδώ, αλλά έμεινε μόνο μερικές ώρες. Και στην πραγματικότητα, Άθενς δεν είδε! Διότι ούτε που ξεμύτησε από το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Είχε έρθει για μήνα του μέλιτος με την καλή του και πήρανε απευθείας το επόμενο αεροπλάνο για Κρήτη. "Κρέτα ιζ γκρέιτ!" μου είπε χαμογελώντας και συμφώνησα.
Ήμασταν για ώρα σταματημένοι στο μποτιλιάρισμα της Κηφισίας και έκανα νευρικό ζάπινγκ στο ραδιόφωνο. Η πρώτη μεγάλη ζέστη του Ιουνίου, μου είχε ήδη φέρει την απόγνωση (θε-μου πώς θα το βγάλουμε κι ετούτο το καλοκαίρι;) αλλά ο γερμανός έδειχνε να το απολαμβάνει. Στο Αμβούργο όπου γεννήθηκε, τα θερμόμετρα σταματούν στους εικοσιπέντε βαθμούς κελσίου. Το παραπάνω δεν υπάρχει. "Νάις γουέδερ!" είπε.

Η Κηφισίας το μεσημέρι, θέλει την υπομονή της.

Με ένα ξαφνικό ελιγμό και χωρίς φλας, ένας νεάντερνταλ άουντι μπήκε μπροστά μας και φρέναρα απότομα. Τον κόρναρα με μένος. Μου έδειξε το δάχτυλο. Θυμήθηκα μερικούς μήνες πριν, όταν οδηγούσα στους δρόμους της Βαυαρίας, πόσο εντυπωσιασμένος ήμουν από το φιλικό τρόπο με τον οποίο οδηγούν οι γερμανοί και το ανέφερα στον Κορνήλιο. Εκεί όλοι σου δίνουν προτεραιότητα. Κανείς δεν οδηγεί γρήγορα ή νευρικά μέσα στις πόλεις, κανείς δεν καβαλάει πεζοδρόμια για να παρκάρει, σέβονται ο ένας τον άλλο και κυριότερο όλων, δείχνουν τρελό ρισπέκτ στους πεζούς. Χαίρεσαι να οδηγείς βρε αδελφέ! Εδώ, πέντε λεπτά στο τιμόνι και τα νεύρα σου κρόσσια. "Απλώς τηρούμε τους κανόνες" μου είπε με νόημα. Άουτς, μπηχτή!

Νάμαστε λοιπόν στους Αμπελόκηπους με βήμα σημειωτόν. Ο μνημονιακός Έλληνας του Παπανδρέου και ο ευκατάστατος Γερμανός της Μέρκελ. "Φοβάμαι ότι θα κάνουμε αρκετή ώρα και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα καταφέρουμε να φθάσουμε στο κέντρο της πόλης." είπα προειδοποιώντας τον. "Είναι κλειστό λόγω συγκέντρωσης" εξήγησα. Προσπάθησα να σκεφτώ τη λέξη "αγανακτισμένοι" στα αγγλικά. Άνγκρι; Φιούριους;

Ρίλι άνγκρι γκρικ.

"Και γιατί είστε αγανακτισμένοι;" ρώτησε. "Με πολλά πράγματα: με το Μνημόνιο, με τους πολιτικούς μας, με τη μαύρη μας τη μοίρα." είπα χαμογελώντας μάλλον αδέξια. "Μα δεν καταλαβάινω: το Μνημόνιο είναι η μόνη λύση για να μην χρεοκοπήσετε και πεινάσετε, τους πολιτικούς τους ψηφίζετε και τη μοίρα σας τη φτιάχνετε εν πολλοίς οι ίδιοι. Έτσι δεν είναι;"

Δεν του το παραδέχτηκα. Αλλά έτσι είναι.

Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθώ τα όσα συμβαίνουν στο Σύνταγμα με ανάμικτα αισθήματα. Ναι, είναι καλό που καταφέραμε να υπερβούμε τις ανόητες κομματικές περιχαρακώσεις του καφενείου και να ομονοήσουμε σε μία παλλαϊκή διαμαρτυρία χωρίς βία και τραμπουκισμούς. Ναι, είναι καλό που κατέβηκε στο δρόμο και η άλλη Ελλάδα. Εκείνη που δεν φοράει κουκούλα, δεν ετοιμάζει μολότοφ από χόμπι και δεν προσκυνάει το δογματισμό της Αλέκας. Μία Ελλάδα, μακριά από τους συνδικαλιστές που έχουν εθιστεί στη λούφα των κεκτημένων και από τους λογής λογής Πάμε που διατηρούν στον ψυγειοκαταψύκτη της κουζίνας τους το μουχλιασμένο Μπάρμπα Στάλιν.

Υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι να σε βγάλουν στο πεζοδρόμιο. Αλλά επέτρεψέ μου να επισημάνω πως η αγανάκτηση αυτή, άργησε μία μέρα.

Είτε παίδες Ελλήνων, να κάψουμε το Σύστημα!

Θα σου το πω απερίφραστα, πτηνό προς αναγνώστα: όλα αυτά εμένα μου μοιάζουν γραφικότητες. Πρώτον, γιατί διαμαρτυρία με σουβλάκια, χορούς και χαρλεάδες (πόσο είπαμε ότι έχει μία χάρλεϊ;), πολύ πειστική δεν θα την επείς. Δεύτερον, γιατί η εθνομαγκιά ότι μας προκάλεσαν οι ισπανοί και τους απαντήσαμε και μας είπαν μπράβο και μετά θα τους κάνουμε λάικ στο φέιζμπουκ, είναι τουλάχιστον παιδαριώδης. Και τρίτον και σημαντικότερο, γιατί πρώτη φορά βλέπω "επαναστάτες" που δεν έχουν συγκεκριμένη διεκδίκηση: άλλος ζητάει να φύγει ο Παπανδρέου, άλλος ζητάει να μπουν φυλακή τα λαμόγια, άλλος ζητάει να γίνει δημοψήφισμα για να διώξουμε την Τρόικα, άλλος ζητάει να μην απολυθούν οι συμβασιούχοι, άλλος ζητάει να απολυθούν οι χαραμοφάηδες του δημοσίου, άλλος να μην γίνουν μειώσεις στους μισθούς, άλλος να γίνουν μειώσεις στους μισθούς των άλλων (π.χ. των υπαλλήλων της Βουλής), άλλος για Χίο τράβηξε πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη. Πολλά εξ αυτών θα μου πεις, παράλογα δεν είναι. Όλοι δίκιο έχουν με τον τρόπο τους, σωστά; Πολιτική πλατφόρμα δεν έχουν, θα σου πω. Ούτε υποδεικνύουν τρόπους εξόδου από την κρίση. Απλώς μηρυκάζουν την εθνική μας γκρίνια. Που όσο δικαιολογημένη κι αν είναι, παραμένει απαξιωτική, αντιπαραγωγική και ισοπεδωτική. Είναι η ίδια γκρίνια που μας οδηγεί συνεχώς σε αδιέξοδα.

Η Μέρκελ.

Δεν σου αρέσει το Μνημόνιο; Κανένα πρόβλημα. Ούτε εμένα μου αρέσει. Πες μου τη δική σου λύση (όχι τις παρωχημένες κορώνες τις αριστεράς, ούτε τις υπεραπλουστεύσεις λαϊκής κατανάλωσης με τα Ζάπεια και τις θεωρητικολογίες: λύση σου ζητάω!), αιτιολόγησέ την, ενέταξέ την σε μία πολιτική πλατφόρμα και είμαι πρόθυμος να κατέβω στο πεζοδρόμιο μαζί σου. Απλώς μην μου τη στείλεις μέσω φέιζμπουκ και ανάμεσα στο τεστ με τα ζώδια που μου ταιριάζουν και το λάικ που έκαμες στο τελευταίο τραγούδι της Lady Gaga. Μα ειλικρινά όμως; Έτσι βλέπεις εσύ το μέλλον των μεγάλων ρήξεων;

Κι εγώ αγανακτισμένος είμαι. Ένας αγανακτισμένος που συνεχίζει να δουλεύει έντεκα με δώδεκα ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο. Που πληρώνει τους φόρους του κανονικά. Που ουδέποτε παρενέβη τους κανόνες -κι ας μην μου άρεσαν, κι ας έβλεπα τόσους άλλους να τους χλευάζουν και να τους καταργούν στην πράξη. Ένας αγανακτισμένος που πάντοτε πήγαινα να ψηφίσω, αναλογιζόμενος τη δική μου ευθύνη έναντι των θεσμών και του πολιτεύματος. Ένας αγανακτισμένος που υπέστη αγόγγυστα τις αστοχίες του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, τις αναμονές των αναποτελεσματικών δημόσιων υπηρεσιών και νοσοκομείων, τη σπατάλη προσωπικού μου χρόνου για να φυλάω άδειες αποθήκες στα ελληνικά στρατά. Ω ναι, έχω πολλούς λόγους να είμαι αγανακτισμένος.

Και ω ναι, δεν πιστεύω σε νεοφιλελεύθερες λύσεις σαν αύτες που προτείνει το Μνημόνιο. Ουδέποτε τις πίστεψα. Αλλά ξεύρεις κάτι; Στην παρούσα συγκυρία, ή που θα μου πεις την αντιπρότασή σου ή που θα ήθελα να κάτσεις ήσυχος, να αναλογιστείς και τη δική σου ευθύνη και να αρχίσεις να δουλεύεις γι'αυτή τη χώρα της οποίας τη σημαία κουνάς με περισσό πατριωτισμό στις πλατείες. Μου θυμίζεις τον ονειροπαρμένο Δονκιχώτη που μάχεται τους φαντασιακούς του γίγαντες.

Ή ταν ή επί τας.

Μία σειρά από κλούβες είχαν κλείσει τη Βασιλίσσης Σοφίας. "Θα σε αφήσω εδώ" είπα στον Κορνήλιο. Εξυπηρέτηση του έκαμα έτσι κι αλλιώς, γιατί από την Κηφισιά που τον επήρα, δεν θα μπορούσε να κατέβει στο κέντρο με τον ηλεκτρικό (χελόου, γίνονται έργα στις γραμμές, εδώ και ζίλιον γίαρς) και το ταξί θα του έπαιρνε μία περιουσία με το μποτιλιάρισμα. "Θα πάρεις το μετρό και το Μουσείο της Ακρόπολης είναι η επόμενη στάση. Α, μισό λεπτό, περίμενε: δεν λειτουργεί το μετρό γιατί έχει στάση εργασίας. Χμ και τώρα που το σκέφτομαι, τρόλεϊ ή λεωφορείο δεν μπορείς να πάρεις γιατί δεν περνάνε από το κέντρο λόγω των αγανακτισμένων. Το ταξί δεν στο προτείνω γιατί μου είπες ότι σε έκλεψε προχθές ο ταξιτζής που ερχόσουν από το αεροδρόμιο -τι να σε κάμω που φωνάζεις από μακριά ότι είσαι ξανθομπούρμπουλος γερμαναράς; Εύκολος στόχος είσαι για τους επιτήδειους! Αγαπητέ Κορνήλιε, τελείωσε και πάρτο απόφαση: θα περπατήσεις. Θα διασχίσεις τα σουβλάκια, θα περάσεις τις σημαίες, θα βαδίσεις μέσα από την αγανάκτηση, θα φας και καμία μούντζα (προσοχή, μην σου ξεφύγει πουθενά ότι είσαι Γερμανός!) και σου εύχομαι ειλικρινά για τις υπόλοιπες δύο μέρες που θα περάσεις εδώ, να βρεις τρόπους να ζήσεις το μύθο σου στην Ελλάδα."

Γιατί εγώ τριαντατόσα χρόνια, δεν τα έχω καταφέρει.

Έκθεση Οικονόμου στη Δημοτική Πινακοθήκη

Επειδής όταν αναφέρεσαι πλέον στην εξουσία τη μούντζα εύκολα την εκτοξεύεις, αλλά τον καλό το λόγο δύσκολα τον ε-λές, απεφάσισα να σου ποστάρω έτσι για αλλαγή, μία ευχάριστη έκπληξη για την οποία υπεύθυνος είναι ο Δήμος. Ουχί ο Δήμος Μούτσης, αλλά ο Δήμος Αθηναίων. Που έπιασε και αναπαλαίωσε ωραιότατο μπίλντινγκ στο Μεταξουργείο (δημιούργημα του δανού αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν, αδελφού του Θεόφιλου Χάνσεν που σχεδίασε την αθηναϊκή Τριλογία -πολλά ρισπέκτ στο Χανσενέικο) και εστάγασε εκεί τη Δημοτική Πινακοθήκη, η οποία εδώ και χρόνια ήταν στα αζήτητα, κοιμόταν στα παγκάκια και έψαχνε τα σκουπίδια.

Georg Tappert, Κυρία στο θεωρείο θεάτρου, 1923
Η πχιότητα πάει ασορτί με το καπέλο και το σκουλαρίκι.


Josef Scharl, Άνδρας με γαλάζια ζακέτα, 1949
Και κόκκινο αυτί.


Moise Kisling, Μπροστά από το παράθυρο, 1925.
Από την Κρακοβία και της φαίνεται.

Κι ας είναι χωμένη μέσα στο ντεκαντάνς της γύρω περιοχής, η Νέα Δημοτική Πινακοθήκη μυρίζει φρεσκαδούρα μέσα-έξω, έχει ευγενικούς υπαλλήλους, συνοδεύεται με παρκάκι και για να σου κάμει κούκου και να την προσέξεις, σου οργανώνει αυτήν την περίοδο, έκθεση με τη συλλογή του εφοπλιστή Γιώργου Οικονόμου. Η οποία συλλογή μπορεί εκ πρώτης όψεως να μη σου πολυγεμίζει το μάτι και να σου δημιουργεί ερωτηματικά (ποιος είναι ο Γιώργος Οικονόμου και γιατί θέλει να μου δείξει τη συλλογή του;) αλλά αρκεί να σου πω ότι περιλαμβάνει από Ντελακρουά μέχρι Πικάσο και από Ματίς εώς Γκογκέν και Ντεγκά. Μιλάμε για ένα σκασμό έργα σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αναδρομές στα σημαντικότερα κινήματα της τέχνης! Που αν σου έκαμε τέτοια έκθεση η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα στην Εθνική Πινακοθήκη, θα ήσουν τώρα στην ουρά μαζί με άλλους δεκάδες για να μπεις.


Nikolas Tarkhoff, Μητρότητα, 1871
Μαμά, με τρώει το κεφάλι μου.


Nadja Khodassievitch Leger, Πορτρέτο του συνθέτη Shostakovitch
Ψυχεδέλεια στο φόντο.

Επειδής η συλλογή Οικονόμου είναι ζουπερτεράστια, η έκθεση γίνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο ήταν αφιερωμένο στην περίοδο από το 15ο αιώνα μέχρι τη Νέα Αντικειμενικότητα (τς τς τς), αλλά τελείωσε και το έχασες. Το δεύτερο που έχει περισσότερες μοντερνιές και φθάνει έως τη δεκαετία του '80, αν τρέξεις, το προλαβαίνεις. Το πτηνό σού έβγαλε φωτό και από τα δύο μέρη και σου τις αραδιάζει να χορτάσεις κι εσύ χρώματα.


Louis-Mathieu Verdilhan, Το λιμάνι της Μασσαλίας, 1875
Από εκεί που βγάζουν και τα ομώνυμα σαπούνια.


Robert Weise, Καλοκαιρινή Μέρα, 1914
Η Ποτούλα έβαλε το κοπερτάν και κατέβηκε στο Φάληρο με το μπλε της παρασόλ.


Herman Ebers, Γυμνό με μαύρες κάλτσες, περίπου 1920
Δεν σου έβγαλα τις μαύρες κάλτσες για να μην σε σκανδαλίσω.


Vera Rockline, Γυμνό, Δεκαετία του '20
Κλείσε τα μάτια σου και αφήσου.