Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Νέα Θρησκεία

Νεκροκεφαλές, χαπάκια, ενέσεις και σταυροί. Λίγο η ντάλα ζέστη, λίγο τα όσα συμβαίνουν τελευταία, με τα δίκια σου σκιάζεσαι! Αλλά μην μου ανησυχείς λιγόψυχε αναγνώστα: το αγαπημένο σου πτηνό δεν τα τίναξε τα πούπουλα, μήτε το γύρισε στο γκόθικ μη-χειρότερα. Απλώς βρέθηκε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης και επισκέφθηκε την έκθεση του Damien Hirst με τίτλο New Religion. Εντάξει, είχε φάει πριν μία μπουγάτσα. Εντάξει, έφαγε και άλλη μία, μετά.

Ερώτημα πρώτο: ποιος στα κομμάτια είναι ο Damien Hirst; Που κανονικά δεν έπρεπε να σου το απαντήσω, γιατί ο αναγνώστας ο δικός μου είναι ενημερωμένος και δεν του πρέπουν τέτοιες απορίες. Αλλά τέλοσπάντων για να φρεσκάρω (γκούχου γκούχου) τη μνήμη σου ή να σε σώσω από περιττό γκουγκλάρισμα, να σου πω ότι ο Hirst είναι ένα από τα πιο χοτ ονόματα στο χώρο της τέχνης σήμερα, τύπου σελέμπριτι που ζητάμε αυτόγραφο, το κορνιζάρουμε, το πουλάμε στο ebay και αγοράζουμε δυάρι στο Γαλάτσι.

Ερώτημα δεύτερο: και τι ζωγραφίζει του λόγου του και καμώνεται τον σπουδαίο; Τοπία με βοσκοπούλες και προβατάκια μην περιμένεις! Σήμερις για να γίνεις κάποιος, πρέπει να σοκάρεις. Να σε βλέπουν και να λένε μπλιαχ! Να πάρεις ας πούμε τη βοσκοπούλα, να την κάμεις κιμά και να τη δώσεις στο πρόβατο να τη φάει. Έχοντας πλήρη συνείδηση του πώς βγαίνουν τα μπικικίνια σήμερα, ο Hirst εντυπωσίασε για πρώτη φορά το 1990 τοποθετώντας σε μία γυάλινη προθήκη ένα κομμένο κεφάλι αγελάδας να καλύπτεται από μύγες και σκουλήκια. Λίγο αργότερα, έχωσε έναν καρχαρία μέσα σε μία βιτρίνα γιομάτη φορμαλδεϋδη, ενώ προσφάτως εξέπληξε και πάλι, παρουσιάζοντας το 2008 ένα ανθρώπινο κρανίο καλυμμένο με διαμάντια -έργο που τιτλοφόρησε "For the Love of God", αν και το πτηνό προτείνει τον πολύ πιο αλέγκρο τίτλο "Diamonds are a scull's best friend".

Ερώτημα τρίτο: γιατί η παρούσα έκθεση τιτλοφορείται New Religion και τι εννοεί ο ποιητής; Επειδής κι εγώ τη σύγχυση την ένιωσα, άσε με να σου κάμω κουότ τον ίδιο το δημιουργό και το κρίμα δικό του: "Υπάρχουν τέσσερα σημαντικά πράγματα στη ζωή: η θρησκεία, ο έρωτας, η τέχνη και η επιστήμη. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, λειτουργούν ως εργαλεία που σε βοηθούν να βρεις ένα μονοπάτι μέσα στο σκοτάδι. Κανένα από αυτά δεν λειτουργεί τόσο καλά, αλλά βοηθούν. Από αυτά, η επιστήμη φαίνεται να είναι το σωστό. Όπως η θρησκεία, παρέχει μια μικρή ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά στο τέλος".

Μέσα σε ένα περιβάλλον κλινικό και ψυχρό, ο Hirst χρησιμοποιεί θρησκευτικά σύμβολα και ένα σκασμό φαρμακευτικές λύσεις (χαπάκια, βελόνες, υπόθετα) που θα ενθουσιάσουν τον τζάνκι φιλότεχνο, αλλά θα αποδειχθούν δυσνόητα για εσένα που θα θες να τα αποκωδικοποιήσεις. Τι ακριβώς θέλει να μας πει ο καλλιτέχνης; Είναι η χημεία η νέα μας θρησκεία; Είναι ο άνθρωπας έρμαιο των φαρμακευτικών ουσιών; Πρέπει να απελευθερωθεί το επάγγελμα του φαρμακοποιού; Δεν έχω απαντήσεις! Περιεργάστηκα με ενδιαφέρον τα έργα και μάλιστα επί ώρα. Η διάθεσή μου να κατανοήσω το μήνυμα ήταν ειλικρινής. Παρότι όμως αναγνωρίζω στοιχεία πρωτοτυπίας στον Hirst (σε όλα του τα εγχειρήματα), έχω δύο ενστάσεις: η πρώτη είναι ότι το νιώθω έντονο το συνεχές άγχος του να προκαλεί. Και η δεύτερη, ότι πέραν της πρωτοτυπίας, στην τέχνη συνεχίζω να αναζητώ και ένα αισθητικό αποτέλεσμα που να τέρπνει το μάτι. Και εδώ, δεν.

Τώρα καταλαβαίνεις πώς δικαιολογείται η δεύτερη μπουγάτσα μετά την έκθεση.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Η θητεία του καλοκαιριού

Ω κόρη κορυφαίου θυμού

Γυμνή αναδυομένη

Άνοιξε τις λαμπρές πύλες του ανθρώπου

Να ευωδιάσει ο τόπος από την υγεία

Σε χιλιάδες χρώματα ν'αναβλαστήσει το αίσθημα

Φτεροκοπώντας ανοιχτά

Και να φυσήξει παντού ελευθερία.

Άστραψε μες στο κήρυγμα του ανέμου

Την καινούργια και παντοτινή ομορφιά

Όταν ο ήλιος των τριών ωρών υψώνεται

Πάνγλαυκος παίζοντας το αρμόνιο της Δημιουργίας.

*Απόσπασμα από την "Ωδή στη Σαντορίνη" του Οδυσσέα Ελύτη. Απόσπασμα από ιδικές μου φωτογραφικές θύμησες.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Ο αγαπημένος μου εν ζωή καλλιτέχνης

Όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Λονδίνο ήμουν στα δεκάξι. Βλάκας και ανίδεος, ένα παιδαρέλι. Καλά καλά δεν είχα θέσει τα γιατί μου. Και για απαντήσεις, ούτε λόγος. Σα χάνος κοιτούσα τριγύρω και όλα μού κάνανε εντύπωση: τα πάρκα, οι πλατείες, οι δρόμοι, οι άνθρωποι.

Βρέθηκα στην Tate Gallery. Από μοντέρνα τέχνη, να σκαμπάζω ελάχιστα. Τον κονστρουκτιβισμό και την αφαίρεση, το ντανταϊσμό και το σουρεαλισμό, ζήτημα αν τα'χα ματακούσει. Κι ένας καινούργιος κόσμος ξανοίχτηκε μπροστά μου. Με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου, τριγυρνούσα εκστασιασμένος στις αίθουσες και περιεργαζόμουν τους πίνακες και τα γλυπτά.

Κοντοστάθηκα μπροστά της. Την προσπέρασα. Ύστερα από λίγο ξαναγύρισα. Ήταν μία γυναίκα με έναν άσπρο σκύλο.

Φορούσε μία πράσινη ρόμπα και καθόταν στον καναπέ. Το δεξί της στήθος ήταν γυμνό -λες και ήθελε να στο επιδείξει. Ακόμα πιο αποκαλυπτικό ήταν το βλέμμα της. Σχεδόν ψυχαναλυτικό. Το ένα πόδι της απλωμένο και ο σκύλος ακουμπισμένος πάνω του. Μία οικειότητα που σου επιβαλλόταν.

Κοίταξα το όνομα του ζωγράφου. Τον έλεγαν Φρόιντ. Λούσιαν Φρόιντ.

Τα επόμενα χρόνια τον αναζήτησα ξανά. Τον εξερεύνησα περισσότερο. Έμαθα ότι δεν είναι απλή συνωνυμία -είναι ο εγγονός. Και ότι ζούσε στο Λονδίνο. Και ότι ήταν γυναικάς και πολύ συστηματικός στην τέχνη του. Αγόρασα βιβλία του, τον γκούγκλαρα στο ίντερνετ.

Και ανακάλυψα τα γυμνά του. Εκείνα τα σώματα που αφήνονται στην καθημερινότητά τους με τρόπο εντελώς γήινο. Που παρότι προτάσσουν το σαρκικό στοιχείο, παραμένουν βαθιά στοχαστικά. Κι είναι τα σώματα αυτά ένας ύμνος στον υπαρξισμό που τόσο πολύ με συγκινεί και με εκφράζει.

Σε περισπούδαστες συζητήσεις περί τέχνης -σε αυτές που αγωνιάς να επιδείξεις την όποια σου καλλιέργεια και να αναδείξεις τη σημαντικότητά σου- όταν έφθανε το θέμα στους αγαπημένους μου εν ζωή καλλιτέχνες η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: εμένα μού αρέσει ο Φρόιντ. Ποιος; Ο Λούσιαν Φρόιντ.

Το 2008 έμαθα με μεγάλη μου χαρά ότι ένας πίνακάς του (εκείνος με την υπέροχη τετράπαχη κυρία ξαπλωμένη πάνω στον καναπέ) πωλήθηκε στην αστρονομική τιμή των 33,6 εκατ. δολαρίων -τιμή που παραμένει μέχρι σήμερα αξεπέραστο ρεκόρ. Με μεγάλη μου λύπη συνειδητοποίησα ότι αγοραστής ήταν ο Αμπράμοβιτς. Ας είναι.

Την προηγούμενη Τετάρτη ο Λούσιαν Φρόιντ πέθανε στα ογδόντα οκτώ του. Η καλλιτεχνική κοινότητα έχασε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της. Τα κάμποσα εξώγαμά του χάσανε τον πατέρα τους. Και εγώ έχασα τον αγαπημένο μου εν ζωή καλλιτέχνη.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Rehab

Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο. Τσαντίζομαι πολύ όταν με πιάνει κόκκινο σε αυτή τη συγκεκριμένη διασταύρωση. Στουρνάρα και Πατησίων γωνία. Ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και τα καρβουνιασμένα κομπιουτεράδικα. Ανάμεσα στον καστανά και τον ανθοπώλη του απέναντι πεζοδρομίου. Το βλέπω προχθές από μακριά να γίνεται πορτοκαλί και ύστερα κόκκινο και σιχτηρίζω. Κοντοζυγώνω με χαμηλή ταχύτητα μπας και ανάψει και περάσω. Αργεί το πράσινο όμως. Και αναγκαστικά, ακινητοποιούμαι. Φυσικά με πλησιάζει. Με το βήμα το εδώ πατώ και αλλού βρίσκομαι. Με το βλέμμα που σε κοιτάζει αλλά δεν σε βλέπει. "Φίλε έχεις ψιλά να πάρω κάτι να φάω;"

Τ'ομολογώ, είναι από τα πράγματα που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω. Με υπερβαίνει, πώς να στο πω; Να τον θεωρήσω άρρωστο; Είναι ασθενής ο τύπος; -πες μου! Ή μήπως ένα χαμένο κορμί; Ένα ρεμάλι της κοινωνίας; Ένας αλητάκος του περιθωρίου. Αλλά καλά ρε φίλε κι εσύ, νιονιό δεν έχεις καθόλου: πώς πας και πέφτεις στην πρέζα, χαζός είσαι στα σίγουρα! Αλλά αυτό το απλανές πάνω σου. Χρειάζεσαι στα σίγουρα βοήθεια γαμώτο! Αλλά τι είδους βοήθεια; Να σου δώσω κάτι ή να μην σου δώσω; Όλοι οι συνειρμοί μου καταλήγουν στη δόση σου. Και όλες οι επιλογές είναι ζονγκ. Τσαντίζομαι.

Που δεν ξεύρω πώς να αντιμετωπίσω αυτές τις μικρές αμήχανες στιγμές μέσα στην καθημερινότητά μου. Στη γωνία της Στουρνάρα όταν περνώ με το αυτοκίνητο (και ανεβάζω το τζάμι, τάχα μου ότι ψάχνω κάτι στο τσεπάκι της πόρτας), στη στάση στην Τοσίτσα όταν περιμένω το τρόλεϊ (και καμώνομαι ότι διαβάζω τις εφημερίδες στο περίπτερο), στο παρκάκι απέναντι από τον Ευαγγελισμό όταν το διασχίζω για να κατέβω στο μετρό (και προσπερνάω με ταχύτερο βήμα τάχα πως δεν τους βλέπω). Εκεί που βρίσκονται χυμένοι οι εγκαταλελειμμένοι των ουσιών.

Ναι, χάσαμε προχθές την Amy. Τη Winehouse, τα έμαθες. Όχι ότι δεν το περίμενες. Την είχες δει να βολοδέρνει πάνω στη σκηνή στο Βελιγράδι. Και όλο και είχε πέσει το μάτι σου στους μυριάδες εξευτελισμούς που γνώρισε σε δημόσιες εμφανίσεις ως τζάνκι σελέμπριτι τα τελευταία χρόνια. Ωραία φωνή θα πεις. Θεσπέσια! Τρελό ρισπέκτ στο ταλέντο: σου έδωσε πίσω τη μουσική soul, σου άνοιξε διάπλατα μία νέα πόρτα στο R&B, σε ξάφνιασε που μπορούσε να σου τραγουδήσει κάτι παλιακό και να σε ξεσηκώσει.

Την περιμέναμε. Σαν το θείο Αριστείδη που τον είχαμε διασωληνωμένο δύο μήνες στο Τζάνειο. Η διαφορά ήταν ότι η Amy ήταν εικοσιεπτά και καρά-φέιμους καλλιτέχνιδα, ενώ ο θείος Αριστείδης κοντά στα ενενήντα και καρά-φλούλης συνταξιούχος. Ναι είναι τραγικό ότι την περιμέναμε στα εικοσιεπτά της.

Το παραδέχομαι: έχω μιξντ φίλινγκς για τον αυτοκαταστροφικό άνθρωπο. Για εκείνον που αφήνεται. Που αστοχεί και δεν πετυχαίνει τη ζωή.

Θα είμαι κυνικός. Λυπάμαι πολύ Amy Winehouse. Ήσουν πραγματικά σπουδαία για όσο κράτησες.

Και λυπάμαι πολύ φίλε στη Στουρνάρα και Πατησίων γωνία. Σε περιμένουμε κι εσένα.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Γιατί πρέπει να δεις το The Killing

Έφηβη εντοπίζεται νεκρή στο πορτ μπαγκάζ αυτοκινήτου στον πάτο μίας λίμνης έξω από το Σιάτλ. Δύο ντετέκτιβς προσπαθούν να εξιχνιάσουν το έγκλημα αλλά το γαϊτανάκι των υπόπτων οδηγεί από τη μια στην οικογένεια και τον κοινωνικό της κύκλο και από την άλλη στα υψηλά πολιτικά κλιμάκια και στον υποψήφιο δήμαρχο της πόλης. To "The Killing", μία από τις αρτιότερες σειρές της αμερικανικής τηλεόρασης (βασισμένη σε αντίστοιχη δανέζικη σειρά) ολοκλήρωσε πριν μερικές εβδομάδες τον πρώτο του κύκλο και έχει ήδη αποκτήσει φανατικούς φίλους και ορκισμένους εχθρούς. Το πτηνό την ελάτρεψε και στις επόμενες αράδες θα σου εξηγήσει τους λόγους.

Η πρωταγωνίστρια είναι ένας λόγος από μόνη της. Τη λένε Mireille Enos και νομίζω ότι για την ερμηνεία της αυτή, της αξίζουν πέντε Έμμυς τουλάχιστον. Και δύο Όσκαρς. Και μία Χρυσή Άρκτος. Παίζει με τις κινήσεις της, με τα βλέμματά της, με τις σιωπές της, την αγαπάω λέμε! Ο χαρακτήρας που υποδύεται είναι μία αστυνομικός ζούπερ αφοσιωμένη στο καθήκον, που μιλάει μετρημένα και στροφάρει ασταμάτητα, αλλά όσο αποφασιστική είναι στη δουλειά της, άλλο τόσο μπουρδουκλωμένη είναι στα προσωπικά της.

Ο δεύτερος λόγος είναι όλο το υπόλοιπο καστ: οι γονείς της άτυχης κορασίδος, η θεία της, ο έτερος ντετέκτιβ, ο υποψήφιος δήμαρχος και οι παρατρεχάμενοί του. Ο καθένας τρέχει μία παράλληλη ιστορία που κάπως συνδέεται και σου προσφέρει τη δυνατότητα να δεις την ίδια ιστορία από πολλαπλές εκδοχές της. Κάτι σαν το 24 δηλαδή, πριν το βαρεθούν και οι πέτρες.

Η σειρά διαδραματίζεται στο Σιάτλ. Που είναι τρελό απωθημένο του πτηνού να πάει, γιατί έχει δει τόσες ταινίες και έχει διαβάσει τόσα βιβλία με σίνερι το Σιάτλ, που το νιώθει σπίτι του. Η βρόχα που έχεις να φας όταν δεις το σήριαλ είναι κάτι το απερίγραπτο: καρέκλες κατεβάζει ο ουρανός στις περισσότερες σκηνές, προσθέτοντας μία εσάνς ατμοσφαιρικού νουάρ που εμένα με καθηλώνει. Καλού κακού, έχε την ομπρέλα πρόχειρη.

Το στόρι έχει πολλές ανατροπές, αλλά δεν βιάζεται να σου αποκαλύψει τίποτα. Αυτό είναι και το βασικό σημείο κριτικής των όσων κατηγορούν το σήριαλ για εξαιρετικά αργόσυρτη εξέλιξη. Εγώ πάλι αργό δεν θα το χαρακτήριζα σε καμία περίπτωση, αλλά τελοσπάντων αν είσαι των καταιγιστικών ρυθμών και θέλεις άμεσα απαντήσεις, δις ιζ νατ φορ γιου. Αν πάλι γουστάρεις να δίνεις χρόνο σε κάτι, το The Killing θα σε αποζημιώσει με ένα καλοδουλεμένο "βρες-το-δολοφόνο" κουίζ που θα σε οδηγεί από το ένα ενδεχόμενο στο άλλο.

Ντάξει, το στόρι δολοφονημένη κορασίδα μπορεί να το έχουμε ξαναδεί, φερστ-κλας ερμηνείες μπορεί να τις έχουμε ξανα-απολαύσει, τη βρόχα του Σιάτλ μπορεί να την έχουμε ξαναφάει! Εύλογα λοιπόν θα έρθεις και θα με ρωτήσεις γιατί στο προτείνω με τέτοια ζέση και που είναι η υπέρβαση; Ε η υπέρβαση είναι στη σκηνοθεσία. Που σου πλέκει τις εικόνες, δαντέλα. Και στη φωτογραφία. Που έρχεται και μετατρέπει κάθε σκηνή σε εικαστικό αριστούργημα.

Αλήθεια, εσύ τι έκαμες το βράδυ που φονεύθηκε η Rosie Larsen;

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Σινεμά ο παράδεισος

Δεν ξεύρω για τις νύχτες με φεγγάρι που έχει περάσει ο Κελαηδόνης στα θερινά τα σινεμά, αλλά εγώ το επιβεβαίωσα ξανά προσφάτως: κινηματογραφική ταινία σε κάμπριο αίθουσα, δεν την απολαμβάνω, πάει και τελείωσε! Και πριν μου αρχίσεις τα περί νοσταλγίας για την Ελλάδα που χάνουμε, για τις θερινές οάσεις με αγιόκλημα και γιασεμιά, άσε με να σου μιλήσω για πρόσφατη εμπειρία μου σε κεντρικό θερινό σινεμά.

Επειδής είμαι λάτρης των παλαιών ασπρόμαυρων ταινιών, βρίσκω εξαιρετικά θελκτική την ιδέα των επανεκδόσεων –όταν βεβαίως αφορούν νέες φροντισμένες κόπιες και όχι το παλιό αναμασημένο σελιλόιντ που πηδάει σκηνές και τρεμοπαίζει τον ήχο. Παρότι λοιπόν έφθασα γιομάτος χαρά στο σινεμά για να απολαύσω το εργάκι, η επίσκεψή μου εκεί, μού επιφύλαξε μία σειρά από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, όπως ότι (α) οι καρέκλες με τα λαστιχένια πλέγματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως βασανιστήριο για δύστροπους πωπούς, (β) η κιουρία που κάθισε δίπλα μου δεν κρατούσε τυχαία δύο πακέτα τσιγάρα –έβαλε στοίχημα με τον εαυτό της να τα καπνίσει κιόλας (πάνω μου!), (γ) η πανίδα του κέντρου της Αθήνας μπορεί πλέον να μην περιλαμβάνει αθηναίους, αλλά διαθέτει μουλωχτές σκνίπες, κουνούπια του Αμαζονίου, αφρικανικές νυχτερίδες ενώ θα ορκιζόμουν ότι είδα και έναν ιπποπόταμο –έπρεπε να γίνει διάλειμμα για να καταλάβω ότι επρόκειτο απλώς για χοντρή κυρία που ρουθούνιζε τη σπράιτ της.

Η ουρά στο ταμείο ήταν απλώς τεράστια, αλλά μήπως τρέφεις την ψευδαίσθηση ότι όταν καλύφθηκαν όλες οι θέσεις, ο ιδιοκτήτης -και δεινός μάνατζερ- θα σταματούσε να κόβει εισιτήρια; Νόουπ! Έφερε απλώς κι άλλες καρέκλες προσθέτοντας τρεις-τέσσερις σειρές μπροστά για μία πραγματικά κοντινή κινηματογραφική εμπειρία -που αν ας πούμε, μύριζε η ανάσα της πρωταγωνίστριας, το ένιωθες. Η ταινία ξεκίνησε πριν νυχτώσει, επομένως για τα πρώτα δέκα λεπτά και με δεδομένο ότι εικόνα δεν έβλεπες, οι περισσότεροι χαζολογάγανε, λέγανε τα νέα τους, μιλούσαν στο κινητό και μασούλαγαν επιδεικτικά τα πατατάκια τους (που αν τα έχεις πληρώσει πέντε ευρώ, τα επιδεικνύεις!).

Κάτι το ελαφρύ βραδινό αεράκι, κάτι που ο ήχος της ταινίας ήταν σε χαμηλωμένη ένταση για να μην ενοχλείται η παρακείμενη πολυκατοικία, ο κύριος από πίσω αποκοιμήθηκε. Και κανονικά δεν θα τον είχα πάρει πρέφα, που να έπεφτε και σε κόμμα! Αλλά βλέπεις άρχισε και να ροχαλίζει. Και δεν σου μιλώ για το απλό, το πνιχτό, το καθημερινό ροχαλητό, αλλά για το άλλο, το μπάσο, το βασιλικό. Στην αρχή γελάς. Μετά, όταν συνειδητοποιείς ότι ο κύριος έχει έρθει μόνος του σινεμά και δεν τολμά κανείς να τον σκουντήξει μην μας μείνει και στον τόπο, αρχίζεις να προβληματίζεσαι.

Αλλά ακόμα κι όταν ο κύριος άλλαξε πλευρό και προς στιγμήν ησύχασε, αποδείχθηκε ότι τα ντιστράξιονς που αποσπούσαν την προσοχή σου από την ταινία είναι αναρίθμητα: μία γάτα-κασκαντέρ βάλθηκε να κατέβει τον κισσό δίπλα στην οθόνη και επί δεκαλέπτου κρεμιόταν ανάποδα από ένα κλωνάρι σαν τον Τομ Κρουζ στις επικίνδυνες αποστολές, μία περίοικος με μπικουτί απεφάσισε να ποτίσει τις γλάστρες της και να τις ψεκάσει να φύγει η μουχρίτσα και ο δάκος, ένα αεροπλάνο περνούσε αργά και βασανιστικά επί ώρα πάνω από την οθόνη -που ως και ο πρωταγωνιστής έναν εκνευρισμό τον ένιωσε.

Πες με γκρινιάρη, πες με στραβόξυλο, πες με παλιάνθρωπα. Αλλά για να την απολαύσω την ταινία, θέλω σκοτεινή αίθουσα, θέλω αναπαυτικό κάθισμα, θέλω σταθερή θερμοκρασία, θέλω μεγάλη οθόνη και καλό ήχο. Πάει και τελείωσε με τις κουλτούρες, τις νοσταλγίες και του Κελαηδόνηδες, δηλώνω φανατικός του μούλτιπλεξ και κάτσε εσύ να βλέπεις τη γάτα να κάμει ταρζανιές υπό τη μουσική υπόκρουση του ροχαλητού.