Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Κάνα γλυκάκι, υπάρχει;


Γιος τσαγκάρη, ο Leopold Hawelka άνοιξε ένα μικρό καφέ στη Βιέννη λίγο πριν τον πόλεμο. Και μέχρι τα βαθιά του γεράματα (πέθανε πέρσι σε ηλικία 100 ετών) μέσα σε αυτό το -κάπως σκοτεινό και ντεμοντέ- χώρο, σέρβιρε τέσσερις γενεές αυστριακών. Αλλά και πρίγκιπες και ποιητάδες και συγγραφείς. Διότι το καφέ του Hawelka έγινε τσίλικο στέκι για πολλούς διανοούμενους και φιλοξένησε στα λιγοστά του τραπέζια, μεγάλες προσωπικότητες. Ως και ο Andy Warhol όταν βρέθηκε στη Βιέννη, πέρασε από εκεί για να ρουφήξει το καφεδάκι του.


Η παράσταση τελείωσε αργά το βράδυ, αλλά δεν είχα όρεξη να πάω απευθείας για ύπνο. Περπάτησα λίγο την Karntner Strasse, χαζεύοντας τις βιτρίνες και τους τελευταίους εναπομείναντες μαγαζάτορες που κατέβαζαν τα στόρια των καταστημάτων τους. Οι υπάλληλοι του δήμου μάζευαν τα σκουπίδια, έριχναν με μάνικες νερό και σκούπιζαν τα πεζοδρόμια. Μου ήρθε μία ξαφνική λιγούρα για γλυκό. Το μόνο που βρήκα ανοιχτό ήταν ένα μικρό καφέ σε ένα στενάκι πολύ κοντά στην εκκησία του Αγίου Στεφάνου. Δεν φαινόταν σπουδαίο. Ούτε ήμουν σίγουρος ότι σέρβιρε γλυκά. Ξεπέρασα τους αρχικούς δισταγμούς και απεφάσισα να μπω.


Ο χώρος έμοιαζε να έχει παγώσει κάπου ανάμεσα στη δεκαετία του 60 και του 70. Μποέμικη διάθεση, ημίφως, άβολες ξύλινες καρέκλες, ξεφτισμένοι καναπέδες, μαρμάρινα τραπεζάκια και παντού στους τοίχους αφίσες, φωτογραφίες και καδράκια. "Είχα δεν είχα, το πέτυχα το Εξάρχειο!" σκέφθηκα κάπως τρομοκρατημένος στην ιδέα ότι το μαγαζί δεν διέθετε γλυκά.

Ένας μεσήλικας σερβιτόρος με μπριγιαντίνη στο μαλλί, παπιγιόν και πολυκαιρισμένο φράκο στάθηκε βαριεστημένα πάνω από το τραπέζι μου. Παρήγγειλα ένα τσάι και ρώτησα αν υπάρχουν γλυκά. Μου είπε χαμηλόφωνα "σε δέκα λεπτά" και έφυγε. Ειλικρινώς δεν πολυκατάλαβα. Θα μου έφερνε ο Φον Μπριγιάντ, κατάλογο; Διαθέτει εντέλει γλυκά το κατάστημα; Μην έπεσα σε γιάφκα ο κακομοίρης; Μην ήταν το "θέλω γλυκό" τίποτις συνθηματικό και μου κουβαληθεί καμιά χοντρή κονσοματρίς να μου τραγουδήσει το Λιλί Μαρλέν στα γόνατα; Το πήρα απόφαση πως θα έπινα το τσαγάκι μου ξεροσφύρι.


Ήρθε το τσαγάκι. Του έβαλα μία κουταλιά ζάχαρη, το ανακάτεψα και το ρούφηξα γουλιά γουλιά. Πέρναγε η ώρα, αλλά γλυκό δεν φαινόταν πουθενά. Η παρέα στο διπλανό τραπέζι συζήταγε θορυβωδώς. Λίγο πιο πέρα, ένα ζευγάρι αντέλλασε φλογερές ματιές -εκείνη του χάιδευε με τρυφερότητα το χέρι κι εκείνος της χαμογελούσε. Ένας ηλικιωμένος κύριος ξεφύλλιζε πάνω στο τραπέζι του μία από τις χιλιοτσαλακωμένες εφημερίδες που διέθετε το κατάστημα σε κοινή χρήση.

Ξαφνικά εμφανίζεται ο Φον Μπριγιάντ με ένα δίσκο γιομάτο πιάτα και αρχίζει να τα μοιράζει στα τραπέζια. Όλα με το ίδιο περιεχόμενο: αφράτα κεκάκια πασπαλισμένα σε άχνη ζάχαρη!


Κι αρχίζει όλος ο κόσμος να δαγκώνει με ηδονή τα φρεσκοφουρνιστά κεκάκια, να κάμει αστείους μορφασμούς λόγω της καυτής μαρμελάδας που είχαν για γέμιση, να τα καρφώνει με τα πιρουνάκια και να τα φυσάει να κρυώσουνε. Σταμάτησαν οι διπλανοί μου τους διαξιφισμούς, τράβηξε η νεαρά το χέρι της από το νεαρό και βάλθηκε να καταβροχθίσει το καυτό έδεσμα, παράτησε ο κύριος την εφημερίδα και βουτούσε με μανία τις πηρουνιές του στην άχνη ζάχαρη!

Συνειδητοποίησα ότι άπαντες είχαν έρθει βραδιάτικα για αυτό το γλυκό διότι φουρνίζεται σε συγκεκριμένες ώρες -πόσο γουάου απόφαση ήταν να βρεθώ τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος, εντελώς τυχαία; Η αίσθηση της ζεστής γέμισης και της αφράτης ζύμης πλημμύρισε με ευτυχία τον ουρανίσκο μου! Έζησα μερικές στιγμές κορυφαίας απόλαυσης -και μεγάλη χάρη σου έκαμα που άφησα για λίγο το πιρούνι για να σου απαθανατίσω τις στιγμές.


Με την ικανοποίηση και την πληρότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, κάλεσα τον Φον Μπριγιάντ για να πληρώσω. Τον ερώτησα τι είδους γλυκό ήταν αυτό που με οδήγησε στον παράδεισο της απόλαυσης και μου απάντησε σχεδόν συνωμοτικά πως επρόκειτο για ένα Buchteln. Το σημείωσα για να το γκουγκλάρω.

Αποδείχθηκε πως αποτελεί παραδοσιακό γλυκό της Βοημίας και συνηθίζεται σε πολλές περιοχές της κεντρικής Ευρώπης. Το καλύτερο όμως Buchteln το βρίσκει κανείς σε αυτό ακριβώς το μαγαζί: στο καφέ του Leopold Hawelka. Το φουρνίζουν εδώ και δεκαετίες βάσει μίας παλιάς οικογενειακής συνταγής που άφησε παρακαταθήκη η σύζυγός του, στα παιδιά και τα εγγόνια του.

6 σχόλια :

  1. Ένιωσα σα να την έζησα την απόλαυση μαζί σου! :) καλό βράδυ εύχομαι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τελικά το είπες και τό έκανες. Δεν θα ψηφίσεις.
    Μάλλον καλά κάνεις πιγκουινάκο μου. Έγώ που γύρισα μήπως ξέρω τι θα ψηφίσω.
    καλά να περνάς

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @Leviathan, έπρεπε να σου κρατήσω καναδυό μπουκίτσες! Θεσπέσια γεύση!

    @maria, σου στέλνω τα χαιρετίσματά μου πασπαλισμένα σε άχνη ζάχαρη! Και καλά κουράγια με τις εκλογές! Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Και με όλα αυτά με ανάγκεσες να κόψω τη δίαιτα και να κλέψω ξένο γλυκό! (Εξάλλου, το ξένο είναι πιο γλυκό!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλαμιά στον Κάμπο12 Ιουν 2012, 6:56:00 μ.μ.

    Μικρά τσουρεκάκια γεμιστά με κρέμα ή γεμιστά (τα αυθεντικά) με μαρμελάδα δαμάσκηνο.
    Μόλις σε διάβασα και αφού κατάφερα να ελέγξω την σιελόρροια έψαξα τις συνταγές μου και και βρήκα την καλύτερη.Με την πρώτη ευκαιρία τα φτιάχνω και σε προσκαλώ στη δοξασμένη ελληνική επαρχία (εκτός αν μετά τις εκλογές προτιμήσεις να παραμείνεις εκεί).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @tremens, ελπίζω να τις άξιζε τις θερμίδες του, το γλυκό σου!

    @Καλαμιά στον Κάμπο, τα τρελά μου ρισπέκτ για τις τρίβια ικανότητές σου! Τα συγκεκριμένα ήταν με μαρμελάδα δαμάσκηνο και ήταν θεσπέσια! Μιαμ μιαμ! Εννοείται πως άμα τα φτιάξεις, έρχομαι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts