Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Δύο Ολυμπιάδες μετά!



Ήτανε θυμάμαι Παρασκευή και 13, αλλά τη γρουσουζιά δεν την πίστευε κανείς τότες. Πάνε σχεδόν οχτώ χρόνια -είδες πώς περνάει ο καιρός; Αύγουστος του 2004. Το λες και μοιάζει με ανέκδοτο πια. Ή με όνειρο. Σα να μην το έζησε πραγματικά αυτή η χώρα, αλλά απλώς να το φαντάστηκε. Βγαίνεις σήμερα στους δρόμους της Αθήνας και μήτε που πάει το μυαλό σου ότι πριν οκτώ χρόνια έγινε εκείνη η τεράστια φιέστα εδώ. Το μόνο που σου απέμεινε είναι αυτό το ατελείωτο, βασανιστικό χανγκόβερ. Που γυρίζει το κεφάλι σου από τον ντοβρουτζά που σε βρήκε και παραπατάς από τα απανωτά χαστούκια που σου κάμουν οι Τροϊκανοί για να συνέλθεις.


 Άλλος άνθρωπας ήμουν κι εγώ τότες. Εκείνο το καλοκαίρι μου, ήταν το πιο δύσκολο. Με νέα δουλειά, τα οικονομικά μου σε πλήρη κατάρρευση, τα προσωπικά κατά διαόλου και ένα αδυσώπητο μπες-βγες στα νοσοκομεία. Φρίκη σου λέω, άστα να μην τα σκέφτομαι! Αλλά ήρθε εκείνον τον Αύγουστο η χαρουμενιά των αγώνων και με συνεπήρε. Άδειασε για λίγο το μυαλό μου από τα προβλήματα κι αφέθηκα στην αισιοδοξία.



Θυμάμαι την πρώτη μέρα των αγώνων. Είχαμε μαζευτεί σε σπίτι αγαπημένης φίλης να δούμε την τελετή έναρξης. Αρχαιοελληνικά αγάλματα, φτερωτοί έρωτες, Χατζιδάκις, γαλάζιο κι άσπρο παντού. Η Αθήνα ήταν αγνώριστη, τύπου την περπατούσες και νόμιζες ότι ήσουν σε τίποτις εξωτερικά. Τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ σε αφθονία στους δρόμους, το μετρό μύριζε καινουργίλα, οι δρόμοι ήταν καθαροί και γυαλισμένοι, οι άνθρωποι ήσαν χαρούμενοι και γελαστοί, το μόνο σου δίλημμα ήταν ανάμεσα στο τριαλαρί και στο τριαλαρό! 



Τα θυμήθηκα ένεκα των Ολυμπιακών του Λονδίνου και μελαγχόλησα πάλι. Και πως να μην με πιάσει η ψυχή μου; Να προχθές, σε έναν από τους μεγάλους μου περιπάτους, απεφάσισα να βολτάρω προς το Μαρούσι και την Καλογρέζα. Εκείνη η ώρα η αγαπημένη του δειλινού, με βρήκε στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Περπάτησα περιμετρικά από την πλευρά του Ηρακλείου και μπήκα από τη μεγάλη είσοδο της Λεωφόρου Κύμης.


Βρέθηκα στο μεγάλο γλυπτό διάδρομο του Καλιατράβα, χάζεψα τους τεράστιους έρημους χώρους, τις σιωπηλές δεξαμενές, τα βουβά κτήρια. Οι μόνοι που ήσαν εκεί ήταν μερικοί πιτσιρικάδες που επιδίδονταν σε φιγούρες με τα skates, κάποιοι ποδηλάτες και κάναδυό πολύ αποφασισμένοι τύποι που έκαμαν τζόκινγκ αδιαφορώντας για τη ζέστη.


Κοίταξα τους αντικατοπτρισμούς μέσα στο νερό και φαντάστηκα μία Ελλάδα που θα επιφύλασσε στον εαυτό της ένα καλύτερο μέλλον. Σκέφθηκα πόσο ζωντανοί θα μπορούσαν να ήταν αυτοί εδώ οι χώροι, πόσο γελαστοί θα μπορούσαμε να είμαστε στα συναπαντήματά μας, πόσο ξένοιαστα θα μπορούσαμε να ζούμε τις ζωές μας. Για μία στιγμή και μόνο έκλεισα τα μάτια και μεταφέρθηκα νοερά στο 2004. Άκουγα τριγύρω μου τις φωνές, τα χαχανητά, τους εθελοντές με τις ντουντούκες, τις μουσικές, τα σφυρίγματα και τις ιαχές μέσα από τα στάδια.


Άνοιξα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει η ώρα. Ο μουντός ουρανός έβαφε με ερεβώδη χρώματα το τριγύρω μου. Νύχτωσε γαμώτο. Κι έπεσε μία μοναξιά στη χώρα.

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Ο Τζέιμς Μπόντ έσωσε τη βασίλισσα, αλλά όχι την τελετή!


Δώσε φιέστα και γκράντε διοργάνωση στο πτηνό και πάρε του την ψυχή! Εξού και την Παρασκευή το βράδυ, κούρνιασε γουργουρίζοντας στον καναπέ, με σκοπό να απολαύσει την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου! Επειδής μάλιστα ως γνωστόν, πτηνό λαβς Λάντον και τυγχάνει να εκτιμά πολλά από τα χαρακτηριστικά της βρετανικής κουλτούρας, τα εξπεκτέισονς ήταν βέρι βέρι χάι.


Η έναρξη με το γρασίδι και τις κοτούλες μπορεί να μην μου έγινε απόλυτα κατανοητή, αλλά τουλάχιστον μου δημιούργησε καναδυό ευχάριστους συνειρμούς, φέρνοντας στη σκέψη μου αφενός το ίνγκλις κάντρισάιντ που τόσο υπέροχες στιγμές μού έχει χαρίσει και αφετέρου τα χωριά των χόμπιτς -που χελόου, δεν υπάρχει άνθρωπας που να μην του αρέσουν τα χωριά των χόμπιτς.


Πριν καλά-καλά προλάβω όμως να χαρώ την εικόνα, άρχισαν να μαζεύουν το χλοοτάπητα, να διώχνουν τις κοτούλες και να ξεριζώνουν το γκαζόν. Στάσου μύδγαλα, όλη αυτή η πρασινάδα ήταν στημένη απλώς για να τη μαζέψουν; Είπα από μέσα μου "δεν πειράζει, προφανώς αλλού θα είναι αυτό το αναθεματισμένο πόιντ, αλλά που θα μου πάει, θα το συλλάβω". (τύπου "πόιντ, γιου αρ αρέστεντ"!)


Και μετατρέπεται η αρένα του σταδίου σε βιομηχανικό τοπίο, με καμινάδες, τροχούς, αλυσίδες και εργάτες -η χαρά της Μάργκαρετ Θάτσερ δηλαδής, να πήξουν οι ανθρακωρύχοι! Που το καταλαβαίνω ότι το ιντάστριαλ ρεβολούσιον είναι επίτευγμα της χώρας και ήθελαν να το προβάλουν, δεν με ξετρέλανε, αλλά άντε ας πούμε ότι το αποδέχομαι ως ιδέα και πάμε παρακάτω.


Εκεί όμως στο παρακάτω είναι που χάνεται οριστικά η μπάλα. Ξεκινάει μία αναφορά στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (σα να λέμε "τσίκα-τσίκα μπουμ ολέ-ολέ, ζήτω το ΕΣΥ ολέ-ολέ!") που πέραν που ήταν κακά εκτελεσμένη και ανέμπνευστη, ήταν και εξαιρετικά εκτός θέματος. Σα να λέμε, σου δίνω έκθεση με θέμα την Ολυμπιάδα και εσύ μου γράφεις πώς τα πέρασες στις διακοπές σου. Φίλε, δεν μας νοιάζει που πήγες για κάμπινγκ και σε τσίμπησε η μέλισσα εκεί που ξαλάφρωνες πίσω από τη φτέρη, συγκεντρώσου λιγουλάκι.





Κι ύστερα μου σερβίρουν ποπ μουσική, την Ελίζαμπεθ να πέφτει από το ελικόπτερο, τους Beetles, το Τζέιμς Μποντ, το Μπέκαμ με το ταχύπλοο, τους Queens και τους Sex Pistols, τo Mister Bean και τη Mary Poppins, όλα σε έναν αχταρμά δίχως πλοκή και δίχως νόημα. Και πραγματικά στο λέω να με πιστέψεις: όλα τα παραπάνω από μόνα τους εμένα μού αρέσουν και τους πατάω λάικ στο φέιζμπουκ.



Και να δεχτώ ότι θα μπορούσαν να έχουν θέση ακόμη και σε μία τελετή Ολυμπιάδας, για να μην με πεις τίποτις στενόμυαλο και συντηρητικούρα. Αλλά φίλε, εδώ ήταν ατάκτως ερριμμένα και έμοιαζαν με ξεκούρδιστες αναφορές που ουχί μόνο δεν είχαν σχέση με το θέμα, αλλά ήσαν και εξαιρετικά μικρές σε σχέση με αυτό.



Που πα να πει, τζίφος. Μούφα η τελετή, κρίμα τα λεφτά (που θα μπορούσαν να έχουν πάει και στο σύστημα υγείας που τόσο το γλεντήσανε, αλλά στην πραγματικότητα καταρρέει)! Και δεν δέχομαι ότι "αυτά είχαν οι άνθρωποι, αυτά έδειξαν", διότι εντάξει το Ίνγκλαντ δεν είναι και η πιο πανάρχαια χώρα που ξεύρεις (αυτή η ξιπασιά σου!), αλλά από ιστορία διαθέτει μακρά και ενδιαφέρουσα. Ακόμα και το σύγχρονο πρόσωπό της να ήθελε να προβάλει η χώρα, σεβαστό και θεμιτό θα ήτανε: αλλά εντός ενός πιο συνεπούς και εμπνευσμένου κόνσεπτ που να είχε αρχή-μέση-τέλος και γαμώτο, κάποια συναισθηματική κορύφωση. Διότι καλή η σούπα για ορεκτικό, αλλά θέλεις και ένα κυρίως πιάτο για να χορτάσεις.


Ζούπερ προτιμότερο λοιπόν το Πεκίνο που κέρδιζε σε εντυπωσιασμό και υπερθέαμα, ζούπερ προτιμότερη η Βαρκελώνη που την έχουμε ως πρότυπο και την εκαμαρώνουμε και βεβαίως ζούπερ-ντούπερ ανώτερη η Αθήνα που -χωρίς ίχνος πατριωτικού- κέρδιζε από κάθε άποψη (αισθητική, συναισθηματική, ουσίας) τις μπαλαφάρες του Λονδίνου, της Ατλάντας και του Σίδνεϋ. Sorry London, τίποτα δεν κατάλαβες απολύτως.

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Αυτό το καλοκαίρι!

Τη δεκαετία του '70, ο Δάκης αυτό το καλοκαίρι το περίμενε γαλάζιο σαν τα μάτια σου, καυτό σαν το φιλί σου. Τότες είναι που ο μπαμπάς σου γνώρισε τη μαμά σου, ίσως σε κάποιο πάρτι, ίσως σε κάποια εκδρομή στο Σούνιο με πούλμαν, ίσως μία βραδιά κάτω από τ'αστέρια και το Δάκη στο τρανζίστορ.


Τη δεκαετία του '80, η Μαντώ αυτό το καλοκαίρι ήθελε να γλεντήσει, τίποτα να μη σκεφτεί, αυτό το καλοκαίρι ήθελε να γνωρίσει αυτόν που θα ερωτευτεί. Τότες είναι που εσύ έπαιζες με τη λοιπή πιτσιρικαρία και ξημεροβραδιαζόσουν με τη μπάλα και το κυνηγητό και τα μήλα. Και μετρούσες το καλοκαίρι σου σε μπάνια και σε παγωτά λάκι-κάπ. Στη διαδρομή με τ'αυτοκίνητο, καθόσουν νωχελικά στο πίσω κάθισμα, διάβαζες το Μίκυ Μάους και άκουγες τη Μαντώ στο γουόκμαν. 


Τη δεκαετία του '00, η Έλλη Κοκκίνου αυτό το καλοκαίρι υποσχόταν να 'ναι ένα απ'τα πιο ωραία για μας μωρό μου, με χρώμα θαλασσί να ζωγραφίζουμε τον έρωτα παρέα, σαν τ'όνειρό μου. Τότες είναι που πίστεψες ότι μπορείς να κοιτάξεις τη ζωή κατάματα και να σου χαμογελάσει αισιόδοξα. Έμπαινες στ'αμάξι, έβαζες την Έλλη Κοκκίνου στο σιντί, κατέβαινες την παραλιακή και όλα ήταν εφικτά.


Τη δεκαετία του '10, ο Σαμπάνης και οι Professional Sinnerz αυτό το καλοκαίρι ήλπιζαν πως επιτέλους θα τους φέρει όσα δεν μπορούσες να τους δώσεις εσύ. Άλλαξε όμως πάλι ο κόσμος, άλλαξαν και οι δικές σου εποχές. Αλλιώς τα περίμενες κι αλλιώς σου ήρθαν! Και να που στέκεσαι φέτος λιγάκι παραζαλισμένος και ίσως πιο φοβισμένος, προσπαθώντας να διασκεδάσεις όσο μπορείς το παρόν σου και να πιστέψεις ότι θα έρθουν και καλύτερα καλοκαίρια στο μέλλον. Βάζεις το Σαμπάνη που κατέβασες από το ίντερνετ στο εμ-πι-θρι και αναρωτιέσαι πώς διάολο έγιναν όλα τόσο δύσκολα, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.


Όμως αγαπημένε αναγνώστα τα καλοκαίρια συνεχίζουν να σου σιάχνουν αναμνήσεις, είτε ακούς το Δάκη στο τρανζίστορ, είτε τη Μαντώ στο γουόκμαν, είτε την Κοκκίνου στο σιντί, είτε το Σαμπάνη στο εμ-πι-θρι. Είτε ζεις μέσα στις βεβαιότητες, είτε αντιμετωπίζεις ένα σκασμό αβεβαιότητες. Και ξεύρεις πολύ καλά πως εκείνο που μπορεί ακόμα να χρωματίσει με νόημα τα καλοκαίρια σου, είναι το να τα μοιράζεσαι. 

Διότι όπως λέει και ο Σαμπάνης "συνεχώς καλά περνάω, μες τα μάτια σου όταν κοιτάω". Κι αυτό το καλοκαίρι.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Ζήτω ο Δικτάτορας!


Πήγα και είδα που λες, τον Κοέν. Όχι τον Λέοναρντ, τον άλλον! Τον Sacha Baron Cohen. Που θα τον εθυμάσαι από εκείνη την ανεκδιήγητη ταινία που λεγόταν Borat. Που σου είχε κάμει εντύπωση τότες. Είτε γιατί δάκρυσες από τα γέλια και τον μνημονεύεις έκτοτε με χαρά, είτε γιατί τον βλαστημάς ακόμα για τη χοντροκομμένη εκείνη σάτιρα που ξέρασε αναίσχυντα πάνω σου. Ακόμα και με τις ενστάσεις που τυχόν έχεις, επέτρεψέ μου να σου πω ότι ο κύριος Κοέν (όχι ο Λέοναρντ λέμε) είναι μία από τις πιο αξιόλογες περιπτώσεις κωμικού-περφόρμερ, που μας έχει προκύψει τα τελευταία (πολλά) χρόνια.


Το πλέον πρόσφατο δημιούργημά του είναι η ταινία "Δικτάτορας" όπου υποδείεται τον απερίγραπτα ηλίθιο ηγέτη Αλάντιν που διοικεί με αυταρχικό τρόπο μία φανταστική χώρα στη Βόρεια Αφρική -και ναι, η ομοιότητα με τον Καντάφι δεν είναι τυχαία. Ο Αλάντιν δεν διστάζει να στείλει προς εκτέλεση τον οποιονδήποτε δεν γουστάρει, απολαμβάνει της ερωτικής παρέας πολλών αστέρων του Χόλιγουντ (όπως της Μέγκαν Φοξ και του Άρνι μη-χειρότερα) έναντι αμοιβής και επιμένει πως οι πυρηνικές βόμβες που ετοιμάζει πρέπει να είναι μυτερές γιατί αλλιώς δεν έχουν νόημα. Επειδής η ταινία είναι γκροτέσκα -όπως όλες του Κοέν (όχι του Λέοναρντ, πόσες φορές θα σου το πω;)- ξεύρω πολύ καλά ότι το πολύ ιντελεκτουέλ κοινό θα αρχίσει να κλωτσάει στην εξαιρετικά θετική κριτική που επιφυλάσσω από κάτω, αλλά εγώ θα την κάμω ένιγουέι.


Κατ'αρχήν, ο Δικτάτορας είναι ζούπερ αστεία ταινία και υπήρχαν σκηνές που δεν μπορούσα να κρατηθώ στην καρέκλα από τα γέλια -που τελοσπάντων είναι φανταμένταλ, αν θες να κάμεις κωμωδία και πολύ ευπρόσδεκτο την παρούσα περίοδο που το γέλιο το έχεις στερηθεί! Εκείνο όμως που κάμει το Δικτάτορα μία πολύ καλή ταινία (πτηνό κάμει στέιτμεντ) δεν είναι τα γκανγκς και η απερίγραπτη περσόνα που σου έχει σιάξει ο Κοέν (δεν στο ξαναλέω ποιος Κοέν), αλλά η πολιτική και κοινωνική κριτική που ασκεί. Διότι αν βγεις από το σινεμά και πεις "ντάξει, άλλη μία χοντροκομμένη φάρσα" (όπως λένε οι περισσότεροι κριτικοί), σόρι μεγάλε αλλά νιώθω ότι δεν έχεις καταλάβει ούτε τα μισά από όσα λέει η ταινία.


Μέσα σε μιάμιση ώρα, ο Δικτάτορας πυροβολεί με καυστικά σχόλια προς όλες τις κατευθύνσεις: την ανελεύθερη και υποκριτική Αμερική, τους διεφθαρμένους κρυφο-καπιταλιστές Κινέζους, τις αιμοδιψείς πολυεθνικές, τον υστερικό ακτιβισμό και την αλλού-γι-αλλού Αριστερά (κάπου σα να πήρε το μάτι μου και το Σύριζα; λολ), το παραδόπιστο Χόλιγουντ, τους διαπλεκόμενους Εβραίους, τους σκοταδιστές φανατικούς του Ισλάμ, τους χρεοκοπημένους πολιτικούς και τόσους άλλους (η λίστα είναι τεράστια)! Κάθε ατάκα είναι κοφτερή κριτική που οδηγεί σε έναν πολιτικό συνειρμό, κάθε σκηνή είναι γιομάτη από αιχμές που -νομίζω πως- δεν μπορεί παρά να βρουν σύμφωνο κάθε σκεπτόμενο άνθρωπα! Εντέλει το αποτέλεσμα είναι ίσο με δέκα ταινίες του Μάικλ Μουρ. Και σε μία εποχή που η υποκρισία της πολιτικής ορθότητας επιβάλει τη φαιδρή της ορθοδοξία, η ταινία αυτή είναι επίτευγμα. Στο είδος της, εξαιρετική! 

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Jesus Christ Ζuperstar


Πόσες φορές έχεις δει τον Ιησού του Τζεφιρέλι; Άπειρες, θα πεις! Διότι και να μην ήθελες, δεν τολμάς ν'ανοίξεις μεγαλοβδομαδιάτικα την τηλεόραση και πέφτεις πάνω του! Εντούτοις, ενώ γενικά το genre "θρησκευτικός κινηματογράφος" έχει κάθε Πάσχα την τιμητική του και ανεβαίνεις το Γολγοθά άλλοτε ιλουστρέ με την "Ωραιότερη Ιστορία του Κόσμου" και άλλοτε ταλαιπορημένος με τα σπλάτερ "Πάθη του Ιησού" του Μελ Γκίμπσον, υπάρχει ένα φιλμ που για κάποιο μυστήριο λόγο, η ελληνική τηλεόραση το σνομπάρει επιδεικτικά. Και αναφέρομαι στο Jesus Christ Superstar, ντε!


Το οποίο μόνο μία φορά το έχει πάρει το μάτι μου σε κρατικό κανάλι, πριν καμία επταετία και παιγμένο σχετικά αργά -μην τυχόν και σκανδαλιστεί ο θρησκευάμενος τηλεθεατής βλέποντας τον Ιησού σε μιούζικαλ. Που το καταλαβαίνω ότι είναι κοντροβέρσιαλ ιδέα να τον δείχνεις να τραγουδάει, αλλά μιλάμε για "πρόκληση" που χρονολογείται από τα 70s, ξεπέρασέ-το μεγάλε!


Πέραν της αναμφισβήτητης πρωτοτυπίας του, το Jesus Christ Superstar διαθέτει γουάου τραγουδάκια και πολύ δυνατή μουσική, γεγονός που το τοποθετεί ανάμεσα στα κορυφαία δημιουργήματα του Άντριου Λόιντ Βέμπερ και στην τοπ φάιβ λίστα του πτηνού για μιούζικαλς. Και επειδής η φετινή θεατρική εκδοχή του στο Μπρόντγουέι έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές, απεφάσισα να μην χάσω την ευκαιρία και να πάω!


Η σκηνοθεσία μινιμαλιστική αλλά υπερμοντέρνα, με τεράστιες μεταλλικές σκάλες, γιγαντοοθόνες, ηλεκτρικ-μπλου φωτορυθμικά και ντισκοκλάμπ αισθητική. Καταπληκτικές φωνές, κουρδισμένες χορογραφίες και ταλαντούχες ερμηνείες! Κορυφαίος της παράστασης ο Josh Young στο ρόλο του Ιούδα, που σε καθήλωνε με τη συγκλονιστική του παρουσία επί σκηνής και τις φωνητικές του δυνατότητες. Για να πάρεις μία ιδέα, σου έχω την εμφάνισή του στα φετινά Tony Awards όπου έκλεψε τις εντυπώσεις και συζητήθηκε πολύ!


Εντυπωσιακός και ο Bruce Dow σε μία φαντεζί εκδοχή του Ηρώδη, που τραγουδάει γύρω από το πιάνο το σουίνγκ κομμάτι του και με το παρεάκι των χορευτικών να τα δίνει όλα πάνω στη σκηνή.


Τέλος, σου έχω και το αγαπημένο "I Don't Know How To Love Him" τραγουδισμένο από την αισθαντική Chilina Kennedy, για να σε αφήσω με τη γλυκιά αίσθηση που μου άφησε κι εμένα η παράσταση. Τζίσους Κράιστ Ζούπερ(ντούπερ)σταρ!

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Μπεστ χορευτικό έβερ!


Καθόλου τυχαία στο θυμίζω τώρα που φεύγεις για τα νησιά, για να το ξεπατικώσεις και να το χορέψεις κι εσύ αγαπημένη αναγνώστρια και αγαπημένε αναγνώστα στη Σίφνο, στη Σέριφο, στην Αμοργό και στην Αστυπάλαια. Ειδικά τα βήματα του Λάκη Κομνηνού βέβαια, θέλουν 2-3 πρόβες παραπάνω, αλλά δεν σε φοβάμαι. 

Άσε μας ρε Κάρι με τα cupcakes σου!


Μπροστά στο γαλακτομπούρεκο και το καταϊφι, τι να σου πει και το cupcake; Και θα σου το πω ευθαρσώς γιατί έχουμε κι αυτή τη σχέση ειλικρίνιας μεταξύ μας, αγαπημένε αναγνώστα: σε καμία υπόληψη δεν το έχω και διόλου δεν με ενδιαφέρει που είναι της μοδός και που σε όποιο καταστηματάκι πουλάει από δαύτα στη Νέα Υόρκη, μου στήνονται όλοι σε τεράστιες ουρές για ένα ζήτημα μισής μπουκιάς -που σφήριξα κι έληξε δηλαδή!


Ας όψεται όμως η λιγούρα μου προχθές το πρωί, που ήθελα σώνει και καλά γλυκό και έπεσα στην ανάγκη του. Επειδής λοιπόν στο Μπιγκ Άπλ το θέμα "ζαχαροπλαστείο" είναι μία πονεμένη υπόθεση και σπανίζει, απεφάσισα να ρίξω τα μούτρα μου και να μπω σε μία τέτοια ουρά. Αλλά επειδής το πτηνό ακόμη και στη δύσκολη την ώρα της υπογλυκαιμίας, τα κρατάει τα στάνταρντς του ψηλά, δεν καταδέχτηκα το τυχάρπαστο μαγαζάκι της γωνίας, αλλά περπάτησα πεντέξι τετράγωνα παραπάνω για να πάω στο Magnolia's Bakery με τ'όνομα!


Σε περίπτωση που δεν το ξεύρεις, το Magnolia's δεν είναι ένα τυχαίο καπκεϊκάδικο. Είναι το κατάστημα από το οποίο ψώνιζε τα κεκάκια της η Κάρι στο Sex & the City και το οποίο οφείλει να ανάψει στη μεγαλόχαρη μία λαμπάδα ίσαμε το μπόι της Σάρα Τζέσικα Πάρκερ (με τις γόβες). Διότι ουχί μόνον το έκαμε διάσημο ανά την υφήλιο, αλλά του επέτρεψε να ανεβάσει ψηλά τον αμανέ και τις τιμές. Που πάει να πει ότι το κεκάκι μου με την τριμμένη καρύδα από πάνω, ήταν μικρό στο μάτι, αλλά τα έκαμε τα έξι δολαριάκια του. Γλυκό στο στόμα, αλμυρό στην τσέπη. 


Ε και όπως καταλαβαίνεις, ένα ίσον κανένα, εξού και πήρα δύο! Η κοπέλα στο ταμείο, τα τοποθέτησε με τρόπο σε πολυτελές, σνομπίστικο κουτάκι και αφού έκλαψα τα δώδεκα δολαριάκια μου, έκατσα σε παρακείμενο παγκάκι να τα καταβροχθίσω. Με ένα σλούρπ κατέβασα το πρώτο. Με ένα δεύτερ σλούρπ κατέβασα και το δεύτερο. Και σε πληροφορώ ότι μήτε που πολυκατάλαβα τι έφαγα: ζάχαρη, αφρός, σαντιγί και μία αίσθηση πλεονασμού θερμίδων. 


Το υπόλοιπον της ημέρας το πέρασα μακαρίζοντας το γαλακτομπούρεκο του Γαλιφιανάκη, το κρέμα καταϊφι του Κοσμικού, το μιλφέιγ της Δέσποινας, τα σιροπιαστά του Γκιουλόγλου, τις καριόκες της Ξάνθης και τα τρίγωνα Πανοράματος. Επίσης το ίδιο βράδυ, με επισκέφθηκε στον ύπνο μου μία μπουγάτσα και με τύλιξε στοργικά στο φύλλο της. Μην είναι το κάπκέικ το πιο υπερτιμημένο γλυκό έβερ;

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Η Αράχνη χτυπάει πάντα δύο φορές (και τρεις και τέσσερις...)


Το φετινό καλοκαιρινό σινεμά θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται από το άσμα "Νυχτερίδες και Αράχνες, γλυκιά μου". Το λέω αφενός μεταφορικά και υπό την έννοια ότι δεν έχει τίποτις της προκοπής να δεις και οι αίθουσες ζουν την ερήμωση. Αλλά και αφετέρου κυριολεκτικά, διότι αν εντέλει αποφασίσεις να πας να δροσιστείς με κάνα μπλοκμπάστερ για να ξεχάσεις βρε αδελφέ τις πίκρες/τους καημούς, οι επιλογές σου είναι είτε ο Άνθρωπος Αράχνη (που βγήκε ήδη), είτε ο Άνθρωπος Νυχτερίδα (που θα βγει οσονούπω).


Επειδής το πτηνό είναι μεγάλο φαν του Σπάιντερμαν, κατάπιε τη μέτρια κριτική και απεφάσισε να αγνοήσει την εσωτερική φωνή του που έλεγε "έλεος, πόσες φορές θα πληρώσεις να δεις την ίδια ταινία με το ίδιο στόρι;" και να πάει να το δει. Διότι αγαπητέ αναγνώστα, όπως ίσως ξεύρεις, ετούτος ο Σπάιντερμαν είναι ριμπούτ (=ορολογία, όχι αστεία). Και θα σου εξηγηθώ. Πριν μερικά χρόνια είχαμε -όπως θα θυμάσαι- κινηματογραφική τριλογία με τον ίδιο ήρωα, με ωραιότατη περιγραφή του στόρι, δράση σε χορταστικές δόσεις, εντυπωσιακά εφέ, ιστούς να εκτοξεύονται, πλοκάμια να πετάγονται, βόμβες να πέφτουνε! Και όταν τελείωσε ο σαματάς μείναμε όλοι φχαριστημένοι: εμείς που είδαμε τον αγαπημένο σουπερ-χίροου, οι αίθουσες που κόψανε ένα σκασμό εισιτήρια, οι παραγωγοί που χέστηκαν στο τάλιρο.


Αλλά ακριβώς επειδής το φραντζάιζ απεδείχθηκε χρυσωρυχείο και σε βρήκανε το κοροϊδάκι της δεσποινίδος, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις (!), η Σόνι και η Μάρβελ (εταιρίες που το διαχειρίζονται) απεφάσισαν να σου το επαναλανσάρουν για να σου τα πάρουν εκ νέου χοντρά. Διότι ως γνωστόν, δερίζ νο μπίζνες, λάικ σόου μπίζνες.


Η νέα ταινία ξεκινάει πάλι με το όριτζιν (ήτοι την καταγωγή του ήρωα) που σημαίνει ότι πάλι θα τον δεις να βολοδέρνει ως ντροπαλός και κομπλεξικός έφηβος, πάλι θα τον δαγκώσει η ραδιενεργός αράχνη, πάλι θα τον έχεις να ανακαλύπτει τις υπερφυσικές του δυνάμεις και να αντιλαμβάνεται το γνωστό τσιτάτο του ότι "with great power comes great responsibility" (ελπίζω να σημειώνεις στο τετραδιάκι τα ηθικά διδάγματα).


Τα μόνα που άλλαξαν είναι ο ηθοποιός που κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο (πάει ο καημένος ο Τόμπι που τόσο είχε ταιριάξει), η καλή του (ξεχνάμε τη Μέρι-Τζέην και πάμε πολύ πιο πίσω στο αδικοχαμένο πρώτο αμόρε με την ξανθομαλλούσα Γκουέν) και ο "κακός" που εν προκειμένω είναι ο Σαύρας (γουστόζικος, πράσινος, τερατώδης και τεράστιος)!


Επειδής είναι πολύ της μοδός τα sci-fi νεανικά ρομάντζα -τύπου κορτσούδι ερωτεύεται βρυκόλακα, κορτσούδι ερωτεύεται λυκάνθρωπα, κορτσούδι ερωτεύεται τον μπιγκφουτ- εδώ αφιερώνουμε μεγάλο μέρος της ταινίας στο κόνσεπτ "κορτσούδι ερωτεύεται αραχνάνθρωπο". Όπου η γλυκιά Γκουέν θα μπορούσε να τραγουδά το γνωστό άσμα του Παναγιώτη Ραφαηλίδη, "Η παρέα μου με ψάχνει, ο αέρας με τρυπά, της αγάπης η αράχνη, στον ιστό της με κρατά!".


Αν περιμένεις λοιπόν μία πιο σκοτεινή ταινία ή μία πιο ουσιαστική προσθήκη στο κινηματογραφικό σάγκα του ήρωος, ίσως και να μην πρέπει να πας να το δεις. Διότι είναι σαφές ότι το τάργκετ γκρουπ μας είναι το εφηβικό κοινό και δεν πειραματιζόμαστε με το παραπέρα. Που είναι κρίμα διότι το στόρι επιμένω να λέω πως είναι ενδιαφέρον και θα μπορούσε να αποτελέσει τον καμβά για λιγότερο ανάλαφρες ταινίες. Ας είναι. Ακόμα κι έτσι, περνάς δύο ευχάριστες ώρες κι αν αφεθείς στη μαγεία του θρι-ντι, απολαμβάνεις μία ωραιότατη, θεαματική βόλτα ανάμεσα στους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, κρεμασμένος από τους ιστούς της Αράχνης.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Κάντο όπως η Tori Spelling!


Κατά τη διάρκεια του αχαλίνωτου ζάπινγκ ανάμεσα στα δεκάδες κανάλια της αμερικάνικης τηλεόρασης (τρου χάπινες για το πτηνό!), η προσοχή μου έπεσε σε μία εκπομπή που λέγεται "Craft Wars" και στην οποία τρεις παίκτες προσπαθούν να σιάξουν χειροτεχνίες, χρησιμοποιώντας κουμπιά, κλωστές, κόλλες, χάντρες, πρόκες, δοκάρια, πλαστελίνες και πολύ φαντασία. Αυτομάτως, έγινε το νέο αγαπημένο μου τιβί σόου, το παρακολουθώ ανελλιπώς και αν δούλευε το βίντεό μου (vintage!), θα το έγραφα κιόλας! Εύλογα θα με ρωτήξεις "και από πότε κόπτεσαι εσύ πτηνό-πράμα, για τη χειροτεχνία, το κοψοράψιμο και την κατασκευή μπιμπλό;". Εντάξει, τ'ομολογώ: ο πραγματικός λόγος που παρακολουθώ την εκπομπή είναι η παρουσιάστριά του, η ολ-τάιμ-λωλίτα Tori Spelling! Και βεβαίως το "λωλίτα" εν προκειμένω γράφεται με ωμέγα, διότι προέρχεται από το "λωλή".


Την Τόρι, αν είσαι θέρτι σάμθινγκ, τη γνωρίζεις από τον αλησμόνητο (κόντρα-)ρόλο τής αειπάρθενου Ντόνα στα Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χίλς. Όπου υποτίθεται ότι φορούσε μεν τα ζουπερτοσοδούλια μίνι, διάφανα και ροζ μπικίνι, αλλά το ροδακινάκι της το επιφύλασσε μονάχα για το όταν παντρευτεί, διότι το έπαιζε παλαιών αρχών γερμανός. Βεβαίως, εδώ ταιριάζει η γνωστή ρήση "ήθελε η Τόρι να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει". Διότι εκτός που ήταν ξεπεταγμένη, γυάλιζε και το μάτι της.


Άσε που ήτο και πλουσία από τα γενοφάσκια της! Διότι απλούστατα ο μπαμπάς ήταν ο μεγαλοπαραγωγός σπουδαίων (!) σήριαλς όπως οι Άγγελοι του Τσάρλι και τα περιβόητα Χτυποκάρδια που λέγαμε πριν. Ο μπαμπάς αποδήμησε το 2006 και έκτοτε θα περίμενες ότι η Τόρι ως γνήσια ξανθιά, σιλικονούχος κληρονόμος, θα μούλιαζε στην πισίνα με το μαρτίνι στο χέρι. Τουναντίον εκείνη δεν έβαλε τον τέτοιο της κάτω και έχει βαλθεί να σε πείσει ότι οφείλεις να ασχολείσαι μαζί της. Και ουχί μόνο τηλεοπτικώς.


Προημερών που είχα πάει στο αγαπημένο Barnes & Nobles (πώς λέμε "ζούπερ-ντούπερ βιβλιοπωλείο";) και χάζευα επί ώρα τις προθήκες αναζητώντας κάτι οικονομικά συγγράμματα, έπεσα πάνω στην πρώτη συγγραφική απόπειρα της γλυκιάς Τόρι. Η οποία υπό τον εύγλωττο τίτλο "sTori Telling" είχε ως θέμα την αυτοβιογραφία της. Όπου όπως καταλαβαίνεις, παρατάω κάτω όλα τα περισπούδαστα βιβλία, αρπάζω το μπουκ της Τόρι και καλοκάθομαι στους αναπαυτικούς καναπέδες του B&N για να διαβάσω μερικές αράδες.


Προφανώς δεν είναι Ντοστογιέφσκι, αλλά ο τρόπος που γράφει έχει μία ευθύτητα που ενίοτε σε εκπλήσσει. Ας πούμε στις πρώτες σελίδες θυμάται που όταν ως παιδίσκη ρώτηξε τη μαμά της "am I a pretty girl?", η μανούλα απήντησε ότι "you'll be, when you'll have your nose done". Και φυσικά στα δεκαέξι, έτρεχε στο Φουστάνο για τα δέοντα. Επίσης στάθηκα στις σπαρταριστές λεπτομέρειες για τα παρασκήνια του σήριαλ που την έκαμε διάσημη, με κορυφαίο το μπουνίδι που έπεσε ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες (Σάνον Ντόχερτι και Τζένι Γκαρθ), οι οποίες σιχτηρίζονταν ολημερίς.


Αφού ολοκλήρωσα τη διαγώνια ανάγνωση, πήγα να επιστρέψω το βιβλίο και ανακαλύπτω στο παραδίπλα ράφι, έτερο βιβλίο με τίτλο "CelebraTori" και θέμα πώς να διοργανώνεις ένα πάρτι. Και επειδής το πτηνό παίρνει πολύ σοβαρά τέτοια ζητήματα, βάλθηκα να βρω τι άλλο περιλαμβάνει η βιβλιογραφία της Τόρι, ανακαλύπτοντας πονήματά της για τη μητρότητα, παραμύθια και βιβλία συμβουλών.


Επειδής μάλιστα σε όλα τα βιβλία της, κάμει λογοπαίγνιο με το όνομά της, το πτηνό σκέφτηκε διάφορες κακεντρέχιες. Για παράδειγμα: Σε ποιά πόλη δεν θέλει να πατήσει το πόδι της η Τόρι; Στο Τορί-νο! Γιατί έχει εμμονή η Τόρι με την εμφάνισή της; Γιατί διάβασε μικρή τον ν-Τόρι-αν Γκρέϊ. Από πού ψωνίζει η Τόρι τις πανάκριβες γούνες της; Από την Κασ-Τορι-ά! κ.λπ. Συμπέρασμα: έχω πολύ ελεύθερο χρόνο αυτήν την περίοδο!

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Γεια σου ρε πάκμαν καλλιτέχνη!


Δεν μου φθάνανε τα τόσα κουσούρια μου, απέκτησα καινούργιο: εκσφενδονίζω σε συστηματική βάση πουλάκια στον αέρα και προσπαθώ να πετύχω γουρουνάκια. Που ως συνήθεια, είναι πολύ κόντρα με το περσονάλιτί μου, διότι πρώτον παλαιότερα εγώ υποτίθεται πως έπιανα πουλιά στον αέρα (μετά έπεσα θύμα ψεκασμού) και δεύτερον ως πτηνό θα έπρεπε να είμαι ιδεολογικά αντίθετος στην πτηνορηξία (όπως και στην ωορρηξία -μην πετάτε τα αυγά σας: σκοτώνονται αθώα πουλάκια!).


Για να σε διαφωτίσω -διότι βλέπω ότι με έχεις χάσει- η νέα μου συνήθεια αναφέρεται στο απελπιστικά εθιστικό Angry Birds που το παίζω ολημερίς σε μία κατάσταση υστερικού ψυχαναγκασμού που με γυρνάει πολλά χρόνια πίσω. Στο τότες που έπαιζα παιχνίδια στον υπολογιστή και σκότωνα εξωγήινους, πετύχαινα παπάκια με τη ρακέτα, κατέστρεφα διαστημόπλοια και αποκεφάλιζα νίντζα-γριές. Τώρα που τα αναπολώ, σκέφτομαι ότι ως νήπιο έχω κάμει απίθανες αγριότητες.


Εξού και όταν μεγάλωσα -και πέραν από μία διετία φανατικού παιξίματος adventure και role-playing games στα 20something μου- εγκατέλειψα το σπορ, κατατρεγμένος από τα ενοχικά μου σύνδρομα για όλα εκείνα τα εξωγήινα πλάσματα που έχω σκοτώσει με το τζόιστίκ μου. Και ήταν τέτοια η απώθηση που ένιωθα που ούτε να μπω στη διαδικασία να ανοίξω παιχνίδι δεν τολμούσα, από φόβο ότι θα κολλήσω και θα με ξεχάσει ο κόσμος.


Με κάποια συστολή λοιπόν επισκέφθηκα την έκθεση "The Art of Video Games" που διοργανώνει αυτήν την περίοδο το Smithsonian American Art Museum στην Ουάσινγκτον. Αλλά θέλεις που η έκθεση ήταν εξ αντικειμένου παιχνιδιάρικη, θέλεις που η ποπ χαριτωμενιά των λογής λογής πακμαν και σούπερ μάριο, σε αγκάλιαζε με την πολύχρωμη ελαφράδα της, σύντομα το αγαπημένο σου πτηνό ήταν χωμένο στα ιντεράκτιβ εκθέματα και σου κουνούσε το τζόιστικ νευρικά από δω κι από κει. Παλιά μου τέχνη κόσκινο.


Η έκθεση ήταν ζούπερ εντυπωσιακή, με τεράστια video walls που πρόβαλαν εικόνες από gameplay, διάφορες αρτίστικ εκδοχές γνωστών ηρώων από παιχνίδια, μία σειρά από παιχνιδομηχανές που σου έδειχναν την εξέλιξη από το Ατάρι στις σύγχρονες γκατζετιές και πολλά άλλα ενδιαφέροντα. Το πάντρεμα των video games με την τέχνη ήταν πολύ πρωτότυπο και επιβεβαίωνε το κυριολεκτικό νόημα της φράσης "το τερμάτισα, ο καλλιτέχνης!".


Βρίσκοντας ανάμεσα στα εκθέματα, παιχνίδια που έπαιζα όταν ήμανε δυο σπιθαμές πτηνό και συσκευές που έχω ακόμα φυλαγμένες στο πατάρι, με έπιασε και μία γλυκιά μελαγχολία για τις εποχές που αλλάζουν, τα χρόνια που περνάνε, το τι σου είναι ο άνθρωπος και άλλα τέτοια υπαρξιακά. Μετά έπαιξα λίγο τέτρις και ήρθα στα ίσα μου.


Το πραγματικά ιμπρέσιβ στοιχείο της όλης έκθεσης πάντως ήταν ότι πολύ σύγχρονες εκφάνσεις της ποπ κουλτούρας ουχί μόνον έχουν καταλάβει τη θέση τους πλέον στο μουσείο, αλλά σου μοιάζουν και ρετρό μπροστά στα τατσ-σκρινς και τις τελευταίες γκατζετιές της Apple. Και τελοσπάντων αφού τα video games θεωρούνται πλέον τέχνη και με τη βούλα, μπορώ να συνεχίσω να επιδίδομαι στη συστηματική ρίψη των angry birds μου, χωρίς ουδεμία ενοχή.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts