Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Τα καλύτερα εξώφυλλα έβερ: παρτ θρι!

Ο Little David Wilkins επαξίως φέρει τον τίτλο "King of All the Taverns" -είναι αυτό που λέμε "μαζί τα έφαγε".


Παθιασμένες στιγμές μεταξύ φίλων. Όταν συναντιόνται οι κοιλιές, ο Σάκης, ο Τάκης, ο Λάκης και ο Πάκης από ορκωτοί λογιστές γίνονται ορκωτοί εραστές.


Ο Ρούλης που λατρεύει τη μουσική και το χορό, είναι πολύ χαρούμενος γιατί του είπαν ότι αποκτήσαμε καινούργιο Μνημόνιο. Προφανώς νόμιζε "αρμόνιο". 

Μετά το αποτυχημένο ντουέτο της Geraldine και του Ricky με τον ευφάνταστο τίτλο "Και τα δέντρα μιλάνε!" (που απευθυνόταν βασικά σε μουσικόφιλους γεωπόνους, ροκαμπίλικες μουχρίτσες, δάκους και λοιπά ζωύφια), ο Ricky απεφάσισε να κάμει σόλο καριέρα. Πρώτον, διότι βαρέθηκε να νιώθει μαριονέτα στα χέρια της υπερφιλόδοξης Geraldine με το ψεύτικο χαμόγελο και δεύτερον, γιατί σκέφθηκε να αξιοποιήσει τη φυσική ομοιότητα του με τον εκλιπόντα Michael Jackson.

Εικοσιεννέα κατασκευαστές πλυντηρίου συνιστούν σκιπ. Οι ABBA σε μία από τις γνωστές τους θεμάτικ αμφιέσεις (τύπου "ντύσου ντισκομπάλα", "ντύσου χιονάνθρωπος", "ντύσου λαμπατέρ"), έχουν βάλει τις φόρμες εργασίας τους και αποτίουν φόρο τιμής στο λουλάκι. Gracias por la μπουγάδα!

Η κρυστάλλινη σφαίρα αποκαλύπτει στη γνωστή μας δυσκοίλια Millie (Βανίλι) Jackson ότι στο μέλλον θα γίνει πολύ μεγάλη τσουλάρα.

Η οικογένεια McKeithen's φημίζεται για τα μαλλιά της. Ο Κένι για τη φράντζα του, ο Κέρι για τη χωρίστρα του, η Κόνα για το τιμοτέι φιζίκ της και η Κοκόνα γιατί διατηρεί πέρσοναλ μποστάνι στο κεφάλι της. Οι κακές γλώσσες πάντως λένε ότι τα μαλλιά της Κοκόνας δεν είναι αληθινά, αλλά ότι πρόκειται για άλιεν που ήρθε και της έκατσε -απ'τ'ολότελα και πάλι χαρούμενη είναι!

Ο Wayne περνιόταν για πολύ μεγάλη μούρη, κι ας ήταν σαν τη μαμά τ'ουρακοτάγκου. Όταν πήγε για φωτογράφιση, έβαλε το καλό του το κουστούμι με τ'ακριβά του τα μανικετόκουμπα, φόρεσε το δαχτυλίδι του, έστρωσε το μαλλί του με μπριγιαντίνι, πόζαρε και από το καλό του το μάγουλο και πολύ φχαριστήθηκε όταν ο φωτογράφος τού είπε ότι θέλει να κεντράρει καλά τη φάτσα του στην πόζα για το εξώφυλλο. 

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Best gift ever!


Αν είσαι κάτω από τριάντα ετών, μπορεί και να το βρεις συμπαθητικό. Αν είσαι πάνω από τριάντα ετών, τότε θα θέλεις να φωνάξεις, να κραυγάσεις, να ουρλιάξεις: "ΠΑ-ΤΙ-ΣΤΑΣ!"


Η λατρεμένη Google που την έχουμε κορώνα στο κεφάλι μας, εόρτασε προχθές τον Άγιο Βαλεντίνο με ένα μικρό βιντεάκι που σου έπαιζε αν πατούσες το λογότυπό της. Πέραν που είναι ζούπερ καλοφτιαγμένο, καταφέρνει να σε συγκινήσει χωρίς πολλές πολλές φανφάρες. Τρελό ρισπέκτ! Εντωμεταξύ ο Τόνι Μπένετ -που μας τραγουδάει εδώ- όχι μόνο ζει και έβγαλε δίσκο, αλλά πήρε προχθές και Grammy για το ντούετο του με την Amy Winehouse. Αν εκτός από τον Μπένετ, έπαιρνε και η Μαντόνα βραβείο, τότε δεν θα τα λέγαμε Grammy, αλλά Grunny.


Ο Johnny Walker καλεί την Ελλάδα να συνεχίσει να περπατά. Εύστοχο, επίκαιρο, συναισθηματικό, το πάει το γράμμα. Κι ακόμα κι αν δυσκολεύεσαι να αισιοδοξήσεις, ένα ουισκάκι το χρειάζεσαι να πάνε κάτω τα φαρμάκια.


Και τέλος, αν δεν σου φτιάξει κι αυτό τη διάθεση, δεν ξεύρω τι να σε κάμω πια! Απλώς δεν υπάρχει η αντίδραση του τύπου, λέμε! Κάπως έτσι πάντως αντέδρασα κι εγώ όταν μου είπαν ότι θα έχω σύντομα αύξηση -μετά από πολύ ώρα κατάλαβα ότι εννοούσαν αύξηση των ωρών εργασίας. Χιουμορίστες.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Ο τζάμπας πέθανε!


Στην προηγούμενη δουλειά μου, κάθε Φλεβάρη-Μάρτη, έβλεπα τους συναδέλφους να εξαφανίζονται για κάποιες ώρες από τα γραφεία τους.
-Που πάτε ω-ρε κλεφτόπουλα; Που πάτε ω-ρε παιδιά;
-Πάμε να πάρουμε δωρεάν διακοπές από την Εργατική Εστία, ω-ρε (συν)αδέλφι!

Και στηνόντουσαν όλοι στις ουρές στα κατά τόπους γραφεία της Εργατικής Εστίας, για να εξασφαλίσουν τα πολυπόθητα οκταήμερα στην Κρήτη, Κέρκυρα και Νιο, μορφονιά με μορφονιό, σκίζει η θάλασσα τον ουρανό! Θα μου πεις, τι σε έπιασε πτηνό και γκρινιάζεις πάλι; Γιατί να μην πάνε οι άνθρωποι διακοπές, να ρίξουνε τις απλωτές τους σε καμιά παραλία, να ησυχάσει κι εσένα το κεφάλι σου; Θα σου πω ότι γκρινιάζω διότι ο μέσος μισθός όλων αυτών ήταν γύρω στα χίλια πεντακόσια με δύο χιλιάδες ευρώ και ουδέποτε κατάλαβα πώς γινόταν να είναι δικαιούχοι δωρεάν διακοπών από τις ιδικές μου τις κρατήσεις μη-χειρότερα.

Σου έχω και άλλο εξάμπλ, για να με νιώσεις. "Περισσότερες θεατρικές σκηνές η Αθήνα, παρά το Λονδίνο", λέγαμε και καυχιόμασταν για την πολιτιστική ευμάρεια του τόπου! Ένα μεγάλο ποσοστό όμως λειτουργούσαν αποκλειστικά με έξοδα της Εργατικής Εστίας! Και τι θέατρα ήταν αυτά; Μήτε πχιότητα, μήτε ουσία! Τουναντίον, αισθητική του "η Κίτσου η μάνα κάθονταν"! Με τους ατάλαντους να σαχλαμαρίζουν και να βρίζονται επί σκηνής αποσπώντας εύκολα χάχανα. Και γιομίζανε οι αίθουσες, ουχί γιατί κάποιος επέλεγε να δει την παράσταση ή επειδής τον ενδιέφερε το έργο, αλλά αποκλειστικά διότι έπαιρνε δωρεάν εισιτήρια. Έτσι γίνεται και ο φούφουτος θιασάρχης και ανεβάζει τον Καραγκιόζη φούρναρη.

Ναι, θα μου πεις ότι η κοινωνική πολιτική της Εργατικής Εστίας δεν περιοριζόταν σε αυτά, αλλά περιελάμβανε και άλλες παροχές όπως την επιδότηση ενοικίου ή τις κατασκηνώσεις. Αλλά θα μου επιτρέψεις να παραμείνω εξαιρετικά επιφυλακτικός για τον τρόπο άσκησης των ενγένει κοινωνικών πολιτικών της και του τρόπου που διαχειριζόταν τις δικές μου τις κρατήσεις.

Να που κλείνει τώρα η Εργατική Εστία και θα μείνουν άνεργοι ένα σωρό υπάλληλοι. Λυπάμαι πολύ για τον οποιονδήποτε χάνει τη δουλειά του, ειδικά αυτή την αναθεματισμένη περίοδο. Αλλά δεν μπορώ να μη θυμηθώ τις τεράστιες ουρές, το σκοτωμό που γινόταν στα γραφεία τους για τα περιβόητα εισιτήρια και την αδυναμία/απροθυμία της υπηρεσίας αυτής (και άρα των υπαλλήλων της) να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που στοιβαζόταν όξω από την πόρτα από τ'αξημέρωτα για να προλάβει να πάρει προτεραιότητα. Και τελοσπάντων ουδέποτε κατάλαβα πώς μπορείς να πας να στηθείς καθημερινή πρωί σε μία τέτοια ουρά για δωρεάν διακοπές, τη στιγμή που υποτίθεται ότι είσαι εργαζόμενος και βρίσκεσαι στη δουλειά σου εκείνη την ώρα.

Με ετούτα και με κείνα, το πτηνό έρχεται και κατανοεί τους όσους διαπιστώνουν ότι η Ελλάδα ζούσε σε μία παραληρηματική πραγματικότητα και είναι η ίδια υπαίτια για τα όσα περνάει. Κατάλαβες, κύριε τζάμπα;

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Σιωπή, η Αθήνα πεθαίνει!


Σάββατο πρωί, κατά τις 11, στο κέντρο της Αθήνας. Μία ημέρα πριν τα επεισόδια, τα σημεία προμηνύουν τα τέρατα που θα ξεσπάσουν. Στη Σανταρόζα, το άγαλμα μπουρδουκλωμένο και τυφλό, δεν ξεύρει ούτε κατά που δείχνει!


Η αριστερά κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα συνθήματά της. 


"Απεργίες διαρκείας μέχρι τη νίκη." Ήθελα πραγματικά να σταθώ και να ρωτήσω τη νεαρά, πώς ορίζει την έννοια της νίκης. Αλλά είπα να μη διαταράξω το ιδεολογικό της παραλήρημα. Στα ρολά ξοπίσω της, ένα μήνυμα για τη σημερινή ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.


Στη Σωκράτους, μία μίνιμαλ κρεβατοκάμαρα σε ροζ και γαλάζιο.


Στον πεζόδρομο της Αιόλου, έτερη όπεν-σπέις κρεβατοκάμαρα στο μουσταρδί. 


Στην Ερμού, ένα Συνδικάτο απίθανης εξειδίκευσης, κυνηγάει τους κεφαλαιοκράτες. Ο επισιτισμός που υπηρετούν πάντως είναι πολύ επίκαιρος. Ο τουρισμός και τα ξενοδοχεία, καθόλου.


Στη Σταδίου, δίπλα από τον πολύπαθο Ιανό, τα γκράφιτι δείχνουν εξίσου μπερδεμένα με τους ανθρώπους. Κοιτιούνται έτοιμα να βγάλει το ένα το μάτι του άλλου. Ένας φλογερός αριστερός έσπευσε να επισημάνει ότι το θέμα είναι ταξικό.


Στην Κοραή, το γυάλινο αίθριο πάνω από το σταθμό του μετρό, έχει αποδεχθεί τη μοίρα του και έχει φασκιωθεί προχείρως με μουσαμάδες και κολλητικές ταινίες. Το ξεύρει ότι σε λίγες ώρες είναι γραφτό του να ξανασπάσει.


Λίγα βήματα πιο πέρα, ο Παπασωτηρίου δεν έχει τολμήσει από το πρωί να ανοίξει όλα τα ρολά του καθώς προετοιμάζεται για τη νύχτα των κρυστάλλων. Εντός του καταστήματος, τα βιβλία έχουν χάσει τα λόγια τους.  


Η Πανεπιστημίου άδεια από αυτοκίνητα, μοιάζει σχεδόν φοβιστική έτσι ήσυχη που είναι. Οι γραμμές στο δρόμο, τρέχουν κι αυτές να φύγουν να γλιτώσουν.


Τα βελάκια σε στέλνουν μακριά. Φύγε ρε φίλε, αυτή η πόλη δεν θέλει πια κατοίκους! Σάββατο πρωί και μοιάζει η πόλη πιο άδεια και από δεκαπενταύγουστο.


Μαύρος βαρύς κι ο ουρανός, απάνω από τη Βιβλιοθήκη. Τα περιστέρια -που έχουν γίνει τα νεύρα τους κρόσσια με τις μολότοφ και τις πορείες- σκέφτονται πολύ σοβαρά να το γυρίσουν στο αποδημητικό. Το ίδιο και πολλοί Έλληνες.


Ο καθένας το χαβά του και η Νίνα το cha cha cha της! Στη στάση του λεωφορείου, η γλυκιά μας ερμηνεύτρια διαφημίζει το σόου της, ενώ καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα...


...ένας άνθρωπος χωρίς ταυτότητα, πεινάει. Εδώ κολλάει το cha cha cha.


Πάντως υπάρχει και κάποιος που χαμογελά και συνεχίζει δυνατά!

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Τι χώρα ξημέρωσε σήμερα;


Δηλαδής εσύ τι θα ψήφιζες; Πες ότι ήσουν εψές το βράδυ βουλευτής και είχες το δίλημμα μεταξύ μίας επαχθούς μνημονιακής επιλογής από τη μία και της αιφνίδιας χρεοκοπίας από την άλλη. Το πρώτο συνεπάγεται απώλεια της όποιας εθνικής αξιοπρέπειας σού έχει απομείνει και το δεύτερο την άμεση διάλυση του ήδη επιβαρυμένου κοινωνικού ιστού της χώρας. Και πες μου ειλικρινά τι θα έκαμες αν έπρεπε να πάρεις μία τέτοια απόφαση.

Δεν λέω ότι είναι εύκολη η επιλογή. Κατανοώ απόλυτα το "όχι" στο Μνημόνιο, το μένος έναντι των (εγκληματικά ανίκανων) πολιτικών μας, την οργή από ανθρώπους που δεν έφταιξαν σε τίποτα για όλα αυτά που συμβαίνουν αλλά καλούνται να σηκώσουν δυσβάσταχτο φορτίο ετούτη τη δύσκολη ώρα. Ένας από αυτούς είμαι κι εγώ γαμώτο. Καθόλου δεν έφταιξα σε τίποτα -δεν θα πάψω να το λέω. Και έχει παραδοθεί η καθημερινότητά μου στο χάος και στη διαρκή υποβάθμιση.

Αλλά την ύστατη αυτή ώρα, ύψιστη ευθύνη όλων μας είναι η επιβίωση. Πρέπει να το κρατήσουμε ζωντανό αυτό το κράτος για να έχουμε τη δυνατότητα να το αλλάξουμε. Ο κίνδυνος της γενικευμένης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής εκτροπής είναι προ των πυλών. Το είδαμε εψές ξανά με την Αθήνα να φλέγεται. Λαμπόγυαλο ξανά η πόλη μου, λαμπόγυαλο και η ζωή μου.

Δεν ξεύρω αν εσύ μπορείς να πάρεις την ευθύνη να μας βυθίσεις στο χάος ψηφίζοντας όχι στο Μνημόνιο, αλλά εγώ -παρότι εξίσου λαβωμένος και οργισμένος- δεν μπορώ να επιδοκιμάσω την παράδοση ολόκληρων ομάδων του πληθυσμού στην απόλυτη ανέχεια. Δεν μπορώ να αποστερήσω από τον ηλικιωμένο πατέρα μου τη θεραπεία που κάμει σε δημόσιο νοσοκομείο κάθε μήνα για να μπορεί να περπατάει. Δεν μπορώ να επιλέξω τα κλειστά σχολεία και τα άδεια σουπερμάρκετ. Δεν βρίσκω καμία μαγκιά στον δονκιχωτισμό απέναντι στις όποιες Μέρκελ και στους όποιους Σαρκοζίδες. Να ξεύρεις ότι χάρη θα τους κάμεις να αυτοχειριαστείς σπίτι σου αντίς να ματώνεις μέσα στα ευρωπαϊκά σαλόνια τους.

Ναι η συνταγή είναι εντελώς λάθος, αλλά δεν έχεις αυτή τη στιγμή καμία άλλη διαθέσιμη συνταγή! Αποδέξου το να δούμε τι μπορούμε να κάμουμε από εδώ και στο εξής.

Κι ύστερα υπάρχει το επιχείρημα ότι έτσι κι αλλιώς στο τέλος θα χρεοκοπήσουμε (ή ότι τελοσπάντων έχουμε ήδη χρεοκοπήσει), επομένως γιατί να μην το κάμουμε μόνοι μας να τελειώνουμε; Η χώρα όμως δεν είναι ζώο να του κάμεις ευθανασία γιατί δεν αντέχεις τον αργό του θάνατο. Είναι εκατομμύρια ζωές που κρεμιούνται από τις κλωστές αυτές που θες να κόψεις με το ψαλίδι σου. Και πολύ φοβούμαι ότι αν εντέλει χρεοκοπήσουμε, εκείνοι που θα πληγούν θα είναι πάλι αυτοί που δεν φταίξανε. Πάλι εσύ κι εγώ.

Δεν λέω ότι είναι εύκολο. Τέτοιες ώρες, όλα δύσκολα είναι έτσι κι αλλιώς. Όμως ετούτη η χώρα έχει μία ιστορική προδιάθεση στην αυτοκτονία. Ας μην επιβεβαιώσουμε το ντι-εν-έι μας και ας μην κρεμαστούμε οι ίδιοι στην πλατεία Συντάγματος απλώς οδηγούμενοι από το θυμικό μας.   

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Α ρε Γουίτνεϊ, γαμώτο!


Κάθε πρωί σηκώνομαι πλέον με το άγχος ότι χρεοκόπησε η χώρα, με το φόβο ότι καίγεται η Αθήνα και έχει καταρρεύσει οριστικώς η καθημερινότητά μου. Ανοίγω το ίντερνετ και διαβάζω με τρόμο τα ειδησεογραφικά sites και τα μπλογκς, ξεψαχνίζω την αρθρογραφία και μετράω τις εκδοχές, τις απόψεις και τις εκτιμήσεις.

Σήμερα το πρωί όμως και εν μέσω (ακόμα ενός) τραγικού σαββατοκύριακου, εκείνο που με κατακεραύνωσε δεν είναι η δήλωση του Παπαδήμου, οι παραιτήσεις υπουργών, ο πόλεμος εντυπώσεων του Σαμαρά ή οι μικροπολιτικοί ελιγμοί του Καρατζαφέρη. Γιατί την προσοχή μου απέσπασε ξαφνικά η είδηση του θανάτου της Γουίτνεϊ Χιούστον.

Με την οποία μεγάλωσα. Και την οποία θυμάμαι να τραγουδά ως παιδούλα το "I wanna dance with somebody", να σαρώνει τα βραβεία με το "One Moment in Time", να σπάει ταμεία με το "I will always love you" του Bodyguard. Θα πεις ότι και εδώ -όπως στην Amy- το περιμέναμε. Αλλά και πάλι, κρίμα ρε γαμώτο. Όλα τα είχε. Ομορφιά, ταλέντο, χρήματα, επιτυχία, αναγνώριση. Και επιπλέον, είχε και μία ανθρωπιά η φωνή της. Ένα συναισθηματισμό που λείπει από άλλες, υψηλών φωνητικών ικανοτήτων καλλιτέχνιδες.

Δεν ξεύρω γιατί με επηρέασε τόσο αυτή η είδηση. Αλλά στεναχωρήθηκα. Ίσως γιατί συνδεόταν η Γουίτνεϊ με χρόνια μεγαλύτερης ανεμελιάς. Όταν ήμουν παιδί. Τότες που η μουσική είχε μία μελωδική αφέλεια. Που ο κόσμος διατηρούσε ακόμα στοιχεία αθωότητας και συγκινείτο με όμορφες φωνές και τρυφερούς στίχους. Ίσως ήμουν εγώ πιτσιρίκος και τα 'βλεπα όλα αλλιώς.

Κι έρχεται η πεζή πραγματικότητα να τα καταρρίψει όλα. Στα σκληρά το έριξε η Γουίτνεϊ, στα σκληρά έχει προσγειωθεί και η δική μου καθημερινότητα. Σήμερα το πρωί στεναχωρήθηκα για τη Γουίτνεϊ που έφυγε. Και μελαγχόλησα που συνειδητοποίησα ότι μαζί της φεύγει κι ακόμα ένα κομμάτι της αθωότητάς μου. 

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Εσένα σου αρέσει το παντζάρι;


Τους λένε beetroot (=παντζάρι ντε, νύχτα στο δώκανε το λόουερ;) κι επειδής το πτηνό πολύ τα εκτιμάει τα ζαρζαβατικά, μόλις έμαθε ότι οργανώθηκε έκθεση με εικαστικές τους δημιουργίες, έτρεξε να την επισκεφθεί. Οι beetroot είναι μία δημιουργική ομάδα από τη Θεσσαλονίκη που πολύ προσφάτως βραβεύθηκαν με ιντερνάσιοναλ αγουόρντ στο Βερολίνο, καταφέρνοντας να ταράξουν τα νερά του (ελαφρώς βαλτώδους) γκρικ ντιζάιν.  



Οι beetroot έχουν χρησιμοποιηθεί ως ένεση αισιοδοξίας και ως κορυφαίο παράδειγμα της think positive άποψης "η Ελλάδα μπορεί"! Και δικαίως, διότι τα παιδιά έχουν ταλέντο, ιδέες και μεράκι. Σε μία χώρα που έχει εθιστεί στη μετριότητα, τη σαχλαμάρα και το αραλίκι. 


Ιδιαίτερη εντύπωση στην έκθεση (που φιλοξενείται στη γκαλερί Antonopoulou στου Ψυρρή, αν θέλεις προλαβαίνεις να πας), μου έκαμε μία "πειραγμένη" σβάστικα (αλήθεια, την είδαν οι Γερμανοί που βράβευσαν τα παιδιά; -ελπίζω ναι!),  ένα ασπρόμαυρο ζευγαράκι σε τρυφερότητες και ένας πίνακας γιομάτος μάτια (στον οποίο η δημιουργική ομάδα, σου κλείνει και ένα από αυτά! Το συγκεκριμένο έργο μάλιστα είναι να το πάρεις, να το κάμεις ταπετσαρία σε ψυχεδελικό δωμάτιο και να μπαίνεις να ματιάζεσαι, τόσο ζούπερ που είσαι!).



Πέραν πάντως της έκθεσης, μπορείς να θαυμάσεις τη δημιουργικότητα των beetroot και σε ωραιότατο μπουκ υπό τον τίτλο "Τα παρεξηγημένα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας" όπου το γραφιστικό τους πενάκι μεταμορφώνει τους μινώταυρους και τους κύκλωπες σε χαριτωμένες ντιζαϊνιές.


 

Τα τέρατα μάλιστα είχανε τέτοιο σουξέ που έμαθα πως έγιναν και έκθεση στη Γερμανία -που το πτηνό ελπίζει να επαναληφθεί και στην Ελλάδα να πάει να τη δει, να τη φχαριστηθεί! Διότι όπως κατάλαβες, το ηθικό δίδαγμα του ποστ είναι "μόνο μ' έμπνευση και δουλειά, θα πάει ο τόπος μας μπροστά". Βγάζουμε το τετραδιάκι και το γράφουμε δέκα φορές να το θυμόμαστε.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Μία πατρίδα θέλω που να μην μ' εξαθλιώνει!

Leigh on a Green Sofa του Lucian Freud

Ναι, έχω ακόμα μία δουλειά. Ναι, μπορώ ακόμα να καλύπτω τις βασικές μου ανάγκες. Αλλά η καθημερινότητά μου βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά μέσα σε ένα βούρκο απαξίωσης. Ζω την αγωνία της κρίσης και γύρω μου όλα καταρρέουν. Θυμάμαι πριν μία δεκαετία που έβγαινα το βράδυ από το σπίτι μου και δεν κοίταζα ξωπίσω μου μήπως με ακολουθεί ο Φρέντι Κρούγκερ. Θυμάμαι πως στη γειτονιά μου έμεναν άνθρωποι ευγενικοί με αστικές συνήθειες. Οικογένειες με παιδιά και γιαγιάδες που τα έβγαζαν βόλτα. Είχαν τότες τα μπαλκόνια γλάστρες με λουλούδια και ανεβοκατέβαζαν οι νοικοκυραίοι τις τέντες τους να μην τους κάψει το λιοπύρι. 

Τώρα η γειτονιά μου είναι βομβαρδισμένη. 

Με άστεγους που κοιμούνται στα παγκάκια, με αλλοδαπές που εκδίδονται, με φάτσες που με τρομάζουν, με αλισβερίσια του υποκόσμου, με ασχήμια παντού -στα κτήρια, στα βλέμματα. Οι τέντες τώρα χάσκουνε σκισμένες -το ξεύρω ότι ίσως δεν σου είναι σημαντικό, αλλά εμένα μου έγινε σημαντικό. Γιατί τις κοιτάζω να κουνιούνται με τον αέρα και να με κοροϊδεύουνε κι αυτές. 

Εγκαταλελειμμένος είμαι. Όπως οι σεισμοπαθείς και οι πλημμυροπαθείς, έτσι κι εγώ περιμένω εδώ και χρόνια να 'ρθει κάποια βοήθεια. Να μου σταθεί αυτό το κράτος που πληρώνω αγόγγυστα με φόρους, που υπηρέτησα κάποτες σε κάτι στρατόπεδα, που υποστήριξα με το είναι μου ως συνειδητός πολίτης και ως άνθρωπας σωστός. Να δείξει ότι δε νοιάζεται ν'αποπληρώσει μόνο τα χρέη του στις τράπεζες και τους ξένους δανειστές. Έχει κι απέναντι σε μένα ένα χρέος γαμώτο. Στη δικιά μου την καθημερινότητα.

Κανείς δεν έρχεται για μένα, όμως. Κανείς.

Κι αν έρθει πλέον κάποιος, μόνο για να μου ρίξει κι άλλες κατραπακιές θα είναι. Το ξεύρω. Να μου πάρει κι άλλα και να μη μου δώκει τίποτα. Να με ξεφτιλίσει κι άλλο, θα'ρθει.

Δεν έχει λεφτά πια η κοινωνία για φτιασιδώματα κι αρώματα. Δεν μπορεί να καλύψει πλέον τη δυσωδία της. Μας έχει αφήσει να βουλιάζουμε και κρατιόμαστε (όσοι κρατιόμαστε) ο ένας από τον άλλον στην άκρη του γκρεμού.

Φοβούμαι όμως ότι κι αυτό θα'ρθει η ώρα που θα τελειώσει. Φοβούμαι ότι κοντοζυγώνει το κύμα της ασυγκράτητης βίας. Της ανελέητης βαρβαρότητας. Που αντίς να κρατιόμαστε (όσοι κρατιόμαστε), θα σπρώχνει ο ένας τον άλλον στο κενό. Και με στοιχειώνει εκείνο το σενάριο.

Το σενάριο που βγαίνει ο πρωθυπουργός και ανακοινώνει τη χρεοκοπία. Και τρέχουν όλοι στους Βερόπουλους. Που πασχίζουν οι μανάδες ν' αρπάξουν τα γάλατα και οι γέροι τις κονσέρβες. Που κατεβάζουνε ρολά οι τράπεζες και ξεχαρβαλώνει ο κόσμος τα ATM. Που αφού χτυπήσουν οι λογής λογής κουκουλοφόροι τις βιτρίνες, μετά χτυπάνε εσένα για να σου αρπάξουν το ό,τι κρατάς. Το πορτοφόλι σου, το ρολόι σου, το παλτό σου. Την αξιοπρέπειά σου ακόμα, αν την κρατάς ως τότε και αυτήν.

Δεν θέλω να τη ζήσω αυτήν την εικόνα. Ειλικρινά, δεν θέλω να τη ζήσω. Δεν με νοιάζει για το πορτοφόλι μου, το ρολόι μου και το παλτό μου. Δεν θέλω να ζήσω τη στιγμή που θα μου πάρουνε την αξιοπρέπειά μου.

Κι αν ακόμα από ετούτο εδώ το μπλογκ, σου κάμω πολλές φορές τον καμπόσο ή τον παλιάτσο, μην ξεγελιέσαι. Θλιμμένος είμαι. Σε απόγνωση. Στέκομαι κι εγώ -όπως εσύ- και βλέπω τα μαύρα σύννεφα να μαζεύονται πάνω από το κεφάλι μου. Τι να σου κάμει η ομπρέλα στη θεομηνία που θα ξεσπάσει;

Έρχονται στιγμές που θέλω να βγω στο μπαλκόνι ρε γαμώτο και να φωνάξω να μ'ακούσει όλος ο κόσμος πως δεν την αντέχω πια ετούτη την πατρίδα που δεν με θέλει και μου στερεί τις προοπτικές μου! Μία άλλη πατρίδα δώστε μου γαμώτο, που να με αγαπάει έστω και λίγο και να μην με τυραννά. Μία άλλη πατρίδα που να μην με εξαθλιώνει!

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Τουριστική Αθήνα


Στέκεσαι να θαυμάσεις το χώρο του Κεραμεικού από το παρατηρητήριο που βρίσκεται στο πεζοδρομημένο κομμάτι της Ερμού. Από τα πιο μαγικά μέρη στην Αθήνα. Μία όαση ησυχίας, ένα σημείο συνάντησης του παρελθόντος με το παρόν της πόλης, ένας αρχαιολογικός τόπος τεράστιας σημασίας, μία υπενθύμιση του πως θα ήταν η αττική γη αν δεν ασχημονούσαν όλοι πάνω της! Με τα νερά της και τη μεσογειακή της βλάστηση. Χμ, τι να'ναι όλα ετούτα τα ταφικά μνημεία που βλέπεις εδώ; 


Επειδής είναι εύλογη η απορία σου, έχουνε προνοήσει για σένα και τοποθέτησαν ένα κατατοπιστικό σχεδιάγραμμα πάνω σε μία (τελείως αταίριαστη και άτεχνη αλλά τέλοσπάντων μην το κάμουμε θέμα) τσιμεντένια βάση. Πάνω σε αυτό επέλεξε ο κρετίνος να γράψει τη σαχλαμάρα του. "No Borders. Destroy Division." Είσαι πολύ σπουδαίος κρετίνε! Νιώθεις καλύτερα που απέδειξες ότι είσαι νεάντερνταλ;


Κι ύστερα λες να κάτσεις μία στιγμή στα έρημα πεζουλάκια που αν ήσουν σε άλλη πόλη της Ευρώπης (στη Ρώμη, στη Βαρκελώνη, στο Βερολίνο) θα ήταν γιομάτα κόσμο και τουρίστες και ζωή. Αλλά όχι, κανείς δεν είναι ποτέ εδώ. Ο μόνος που φαίνεται πως πέρασε είναι ο επονομαζόμενος "Ιωνικός". Που σκέφτηκε να μας το γράψει κιόλας, ν'αποτυπώσει την παρουσία του στο τσιμέντο, γιατί υπέθεσε ότι θα μας ενδιαφέρει σίγουρα, τέτοιος κρετίνος που είναι και του λόγου του. Ήσουν κι εσύ λοιπόν εδώ, Ιωνικέ! Κρίμα που δεν κατάλαβες απολύτως τίποτα. Στούρνος ήρθες, στούρνος έφυγες. 


Για μια στιγμή: τι είναι αυτό δίπλα στην τσιμεντένια βάση του επεξηγηματικού σχεδιαγράμματος; Μην είναι πεταμένο τσιγαράκι; Ας κάμουμε λίγο ζουμ.


Α μάλιστα: είναι μία σύριγγα! Είδες που γκρίνιαζα βρε ότι δεν έρχεται ποτέ κανείς εδώ; Λάθος έκαμα: έρχεται ο πρεζόνης να χτυπήσει ενέσεις. Λες να χαζεύει καθόλου τον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού; Λες να βρίσκει τη γαλήνη του συνομιλώντας με τις αρχαίες ψυχές; Να θαυμάζει τις αρχαίες πέτρες και τα ταφικά μνημεία; Να αφουγκράζεται το κελάρισμα του Ηριδανού; Μπα, θολωμένος θα είναι ο έρμος με τα δικά του. Χαμένος στον κόσμο του κι αυτός. Βρε λες να είναι ο Ιωνικός που χτυπάει ενέσεις; Ή μήπως εκείνος ο κρετίνος με τις ασύνορες ανησυχίες; Έχει στ' αλήθεια καμία σημασία;

Καμία απολύτως σημασία.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Το μυστικό της νεότητας


Δεν ξεύρω αν το πήρες πρέφα αυτό το σουκού, αλλά επέστρεψε η Μαντόνα. Θα μου πεις, εδώ ο κόσμος καίγεται και η γριά χτενίζεται. Αλλά πάλι μέσα θα'χεις πέσει, διότι η Μαντόνα αχτένιστη ζαμέ! Και μπορεί πλέον να είναι μεγαλοκοπέλα, αλλά στο νέο βιντεοκλίπ της, την έχει δει συμμαθήτρια της Πάτι.

Το τραγούδι δεν είναι τίποτις βαθυστόχαστο, αλλά σου σερβίρει με μία χαριτωμενιά, μερικές τσιρλίντερς, την αισθητική του Glee και το φίλινγκ του High School Musical ταυτόχρονα. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι και να σου μοστράρει πλέον η Μαντόνα, εσύ θα ασχολείσαι με την εμφάνισή της και θα κάμεις συγκρίσεις με τη θεια σου τη Φωτούλα που την περνάει μόλις πέντε μήνες και εξήντα κιλά. Εμ βέβαια! Αν είχε και η Φωτούλα ένα σκασμό διαιτολόγους και πέρσοναλ τρέινερς ν'ασχολούνται με την πάρτι της, θα'τανε τώρα μεγάλη φρεσκαδούρα.

Αλλά εγώ αλλού θέλω να καταλήξω: ποιος το χρειάζεται το μπότοξ, όταν ζει στην Ελλάδα; Κάθισα εψές το βράδυ ν'ακούσω τις ειδήσεις, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Οι διαβουλεύσεις των πολιτικών αρχηγών, οι εκβιασμοί των τροϊκανών, οι συστάσεις των τραπεζιτών, οι προειδοποιήσεις των αναλυτών, ήρθε και τσίτωσε το πτηνό, σα να βγήκε από το ιατρείο του Φουστάνου ήταν. Μειώσεις μισθών, κύματα απολύσεων, μαύρη φτώχεια παντού, ούτε το σαγόνι μου δεν μπορούσα να κινήσω από το τσίτωμα.

Να δεις που και τη Μαντόνα, οι τροϊκανοί την κουράρουνε, δεν εξηγείται αλλιώς. 

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Κυρά-Λωξάντρα, θα με πας στο Μπαλουκλί;



Ξεκινήσαμε με τη Λωξάντρα για το Μπαλουκλί. Μου το'χε από καιρό τάξει πως θα με πήγαινε να μου δείξει τους τάφους της μάνας της και της γιαγιάς της -της καημένης της κυρα-Ζωίτσας ντε, που εκείνη έμαθε στη Λωξάντρα να μαγειρεύει έτσι όμορφα.



Είχα βάλει στο σακίδιό μου τη φωτογραφική μου μηχανή, ένα μπουκαλάκι νερό, ένα κουλούρι και τα κιτάπια μου -τους χάρτες μου, τους οδηγούς μου, τις σημειώσεις μου. Εκείνη πήρε μαζί της ένα μισογάλονο να το γεμίσει αγίασμα, πήρε κ'ένα καλαθάκι με κάτι τούτα-κείνα για να τσιμπήσουμε σαν πεινάσουμε.



Το Μπαλουκλί είναι στο Επταπύργιο, κοντά στην Πύλη της Σηλυβρίας, μέσα σε πυκνό δάσος από κυπαρίσσια. Εκεί που τελείωσαν τα σπίτια, αρχίνησαν τα περβόλια. Κι εκεί που τελείωσαν τα περβόλια, αρχίνησαν τα νεκροταφεία. Απέραντα νεκροταφεία, μουσουλμανικά. Τάφοι μέσα σε ραδίκια, σε ζοχούς, σε λάπατα και σε αγριομαργαρίτες. Κοντοστάθηκε η Λωξάντρα σε ένα περβάζι να πάρει δύο ανάσες, βρήκα την ευκαιρία να χαζέψω τις ζαλισμένες ταφόπλακες που μερικές γέρνουν στα δεξά, μερικές στα ζερβά.



Μετά από κάμποσο ποδαρόδρομο φθάσαμε επιτέλους στον προορισμό μας, στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Αναθάρρεψε η Λωξάντρα σαν μπήκε στον περίβολο της Μονής, λες κι έμπαινε στην αυλή του σπιτιού της. Γέλασε το μέσα της.





Εθαύμασα τα φροντισμένα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές, τις εύμορφες μαρμάρινες ζαρντινιέρες, τ'αγάλματα και τις σκιές της μεγάλης πλατανιάς. Εθαύμασα την ησυχία. Σε ένα τοιχίο, λίγα βήματα από την είσοδο, υπάρχει ένα ανάγλυφο με αληθινά λουλούδια που ρέει νεράκι απάνου τους και σαν βρέξεις το χέρι σου να ραντίσεις το μέτωπό σου, ευφραίνεται η ψυχούλα σου.


Το βλέμμα μου έπεσε σε μία κρήνη. Πάνω από τη βρυσούλα, είδα την καρκινική επιγραφή που λέγεται πως βρισκόταν στον περίβολο της Αγιά-Σοφιάς. Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν. Κι απ'την καλή να τη διαβάσεις κι από την ανάποδη, το νόημα ίδιο μένει.


Έβγαλα τις σημειώσεις μου κι άρχισα να ψάχνω σα μαθητούδι στους οδηγούς μου να διαβάσω για ετούτο εδώ το μέρος. Η Λωξάντρα που με είδε να φυλλομετρώ τις σελίδες, πήρε ύφος περισπούδαστο κι άρχισε να μου διηγείται για τον Ιουστινιανό. Που έπασχε από τα νεφρά του και ήρθε στο Μπαλουκλί να βρει τη γιατρεία του. Τότες είναι που έχτισε την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής με το υλικό που είχε περισσέψει σα χτίστηκε η Αγιά-Σοφιά. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της. Κι έσκυψε να μου εκμυστηρευθεί πως εκείνον το ναό τον καταστρέψανε οι Γενίτσαροι και τούτος που υπάρχει τώρα χτίστηκε πολύ αργότερα. Έκλεισα τα δικά μου τα βιβλία κι αφέθηκα στη δική της την ξενάγηση. Γι'αυτό δεν ήλθα άλλωστε; Για να ιδώ ετούτο τον τόπο με τα δικά της μάτια.

Στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου, έβλεπες λογής λογής επιγραφές. Και μερικά πεσμένα φύλλα να σου κρύβουνε τις λέξεις.



Πλησιάσαμε την είσοδο του Ναού. Ο φύλακας -ένας κοντός μελαψός άντρας με ένα παχύ μουστάκι- κλείδωνε εκείνη τη στιγμή την πόρτα. Ώχου, σκέφτηκα, τι γκαντεμιά είναι αυτή; Μα σαν είδε τη Λωξάντρα, έστριψε τα μεγάλα του κλειδιά αντίστροφα και μας έμπασε μέσα. Τεσεκιούρ εντερίμ, του είπε εκείνη και του χαμογέλασε.


Κι ήμασταν τώρα οι δυο μας μέσα στην εκκλησιά να ακούμε μόνο τα δικά μας βήματα. Η Λωξάντρα αρχίνησε να φιλάει τις εικόνες, σταυροκοπήθηκε κάμποσες φορές και ψέλλισε μερικές δεήσεις, φροντίζοντας να μνημονεύσει τις χάρες που ζητούσε από την Παναγιά. Με αγριοκοίταξε και μερικές φορές που έβγαζα φωτογραφίες και κοίταζα σα χάνος τα εικονίσματα και το τέμπλο του Ναού. Αλλά δεν μου είπε τίποτα, όχι γιατί με ντράπηκε, αλλά γιατί ήταν πολύ απασχολημένη με τα δικά της. Όταν εντέλει τελείωσε, μου έκαμε νόημα να φύγουμε. Κοίταξα μία τελευταία φορά πάνω από το τέμπλο, προς την πλευρά του ιερού. Το φως.



Ύστερα βγήκαμε στην πίσω αυλή. Και σεργιανήσαμε τους τάφους των Οικουμενικών Πατριαρχών. Εκείθε είναι θαμμένοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, σε μία σειρά ευθυγραμμισμένη. Διάβαζα από μέσα μου τ'ονόματά τους. Μερικούς μήτε τους είχα ξανακούσει. Αλλά δεν τόλμησα να της το πω, μην τυχόν την εκνευρίσω.


Πιο κει, υπάρχει μία άλλη πόρτα με κάτι σκαλιά που κατηφορίζουν κάτου από τη γη. Η Λωξάντρα ανασκουμπώθηκε και άρχισε να τα κατεβαίνει ένα-ένα, κρατώντας συνάμα το μεταλλικό χερούλι μην τυχόν και κουτρουβαλίσει. Ο κρότος από τα πασούμια της αντηχούσε στο διάδρομο. Την ακολούθησα με περιέργεια.


Βρεθήκαμε σε ένα υπόγειο δωμάτιο. Κάθε μας κίνηση συνοδευόταν από την ηχώ της. Ακουγόταν το στάξιμο νερού ωσάν να έβγαινε από τα έγκατα ενός τρίσβαθου σπηλαίου. Στη μέση του χώρου, υπήρχε μία κρήνη με τέσσερις βρύσες. Τα έμβολα ήταν στο σχήμα του σταυρού. Έβγαλε η Λωξάντρα από την τσάντα της, το μισογάλονο και άρχισε να το γιομίζει αγίασμα. Ζαλάδες, αρρώστιες, βασκανίες, το'χε αυτό τ' αγίασμα για πάσα χρήση.



Σαν σφράγισε το μπουκάλι της, μου είπε να σκύψω και να ιδώ πίσω από την κρήνη. Χαμηλά, κάτω, βρισκόταν μία δεξαμενή. Με κρυστάλλινο νερό. Και ψαράκια που κολυμπούσανε. Είναι, μου είπε, εκείνα τα ψαράκια που πήδησαν από το τηγάνι στο νερό, τότες που πήρανε οι Τούρκοι την Πόλη.


Θέλησα να ρίξω μερικά ψίχουλα από το κουλούρι μου, αλλά με μάλωσε. "Απαπαπά! Ντροπή! Τι θα πει ο κόσμος;" "Ποιος κόσμος, μόνοι μας είμαστε!" διαμαρτυρήθηκα εγώ. Κι εκείνη μου έδειξε τους Αγίους που ήσαν ζωγραφισμένοι στους τοίχους. "Μας κοιτάζουν" είπε.


Ανηφορίσαμε τη σκάλα και βρεθήκαμε και πάλι στην αυλή. Βγήκαμε στο δρόμο και στρίψαμε δεξιά. Καμιά τριανταριά βήματα πιο κει είναι το ρωμαίικο νεκροταφείο, ο τελικός μας προορισμός. Η Λωξάντρα έγνεψε σε έναν άλλο φύλακα και μας άνοιξε να μπούμε.


Οι τάφοι των γονιών της δεν ήταν πολύ μακριά από την πόρτα του νεκροταφείου και μοιάζανε πλέον περιβολάκι. Είναι τρεις πλάκες μαρμάρινες χαμένες μέσα στο χορτάρι. Ένα μεγάλο κυπαρίσσι είναι σε μία γωνιά και κάτω από το κυπαρίσσι, βολικό παγκάκι. Σε κείνο το παγκάκι πήγε κι εκάθησε η Λωξάντρα με μία σιγουριά και μία ασφάλεια.




"Όσο ζεις, ο τόπος σου είναι το σπίτι σου. Άμα πεθάνεις, ο τόπος σου είναι εδώ. Έτσι ήταν, είναι και θα είναι" μου είπε. Κι ύστερα χάθηκε σε κουβέντες με τους δικούς της ανθρώπους. Τη γιαγιά της, τη μάνα της, το Νικολό. Έρχεται εδώ και τους μιλάει. Περνάει ώρα μαζί τους και τους συμβουλεύεται. Την άφησα και περιπλανήθηκα ανάμεσα στους τάφους.


Ονόματα ρωμαίικα, φωτογραφίες ξεθωριασμένες από τη μνήμη των ζωντανών, θροΐσματα ψυχών. Σε ετούτη εδώ τη γη, αναπαύτηκαν άνθρωποι που ζήσανε την Πόλη μαζί με τη Λωξάντρα κι ύστερα από αυτήν. Στάθηκα μπροστά σε μία επιγραφή. Δεν έλεγε όνομα, μήτε είχε φωτογραφία. Μόνο μία λέξη έλεγε. Μαμά.



Και θυμήθηκα και τη δική μου τη μαμά. Στάθηκα λίγο και της μίλησα. Της είπα ότι έκαμα αρκετό δρόμο για να τη συναντήσω. Κι ας μην είχε έλθει εκείνη ποτέ εδώ, να που όμως εγώ εδώ τη βρήκα. Της είπα πόσο πολύ μου λείπει. Με ορμήνεψε να είμαι δυνατός και άνθρωπος καλός. Όπως μου έμαθε. Την άκουσα να μου γελάει κιόλας. 

Γύρισα προς το παγκάκι που είχα αφήσει τη Λωξάντρα. Δεν ήτανε πια εκεί. Ποτέ δεν ήτανε εκεί. Διέσχισα και πάλι το δρομάκι ανάμεσα στους τάφους και βγήκα από τη μεγάλη σιδερένια πόρτα. Έκαμα νόημα στο φύλακα να έλθει να κλειδώσει. Τον ευχαρίστησα και κατηφόρισα το δρομάκι με τα κυπαρίσσια.

Σημείωση: τα πλαγιαστά γράμματα είναι λόγια της Μαρίας Ιορδανίδου. Όλα τα υπόλοιπα, δικά μου. Σ'ευχαριστώ, Λωξάντρα.