Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Μην κλαις για τον Ρίκι τον Μάρτιν!



Επειδής είμαι σνομπ πτηνό, από τη συνομοταξία "δύστροπους κακότροπους", όταν βλέπω ποπ άνθρωπα να το ρίχνει στην πχιότητα, είμαι το λιγότερο επιφυλακτικός. Αρχή που επιβεβαιώθηκε όταν ας πούμε η Αλέξια έκαμε δίσκο με το Θεοδωράκη και η Ανίτα Πάνια έβγαλε ποιητική συλλογή.


Πηγαίνοντας προς το Marquis Theater του Broadway, δεν ήμουν βέβαιος αν θα παρακολουθούσα θεατρική παράσταση ή σόου για δωδεκάχρονες αναγνώστριες της Σούπερ Κατερίνας. Διότι η Εβίτα που επρόκειτο να δω, δεν απασχόλησε τις στήλες της κριτικής μήτε για τη σκηνοθετική άποψη, μήτε για την ερμηνεία της πρωταγωνίστριας. Βλέπεις, τα πάντα επισκιάζονταν από το θεατρικό Τσε που τον ερμήνευε ο Ρίκι. Ο Ρίκι Μάρτιν ντε! Ο λίβινγκ-λα-βίτα-λόκα!



Αρχίζει η παράσταση, βγαίνει ο Ρίκι, ουρλιάζει το κοινό, χτυπιέται μία παρέα από χοντρές μουλάρες στην από πίσω ουρά, αναστενάζω φοβούμενος ότι επιβεβαιώνονται οι φόβοι μου. Αλλά λίγο το λατινοαμερικάνικο ταπεραμέντο, λίγο η απίθανη άνεσή του στο σανίδι (με κάτι θεαματικά σάλτα σε σκαλωσιές και ανεβοκατεβάσματα σε μπαλκόνια), ο Ρίκι καταφέρνει να το βγάλει το εισαγωγικό με εντυπωσιακή βιρτουοζιτέ.



Και βγαίνει η πρωταγωνίστρια Elena Roger και η παράσταση τρώει τρελή απογείωση. Μήτε που την ήξευρα, μήτε που την είχα ξανακούσει. Μικροσκοπική, κοκκαλιάρα, με μία ιδιότυπη  νευρική φωνή, το παίρνει όλο πάνω της και το αναβαθμίζει σε αριστούργημα. Διότι ναι, την έχω ξαναδεί την Εβίτα σε διάφορες εκδοχές της, αλλά εδώ σα να την ανακάλυπτα εκ νέου. Του έδωκε του ρόλου η σιχαμένη, σάρκα και οστά. Σου έσιαξε χαρακτήρα με μίγμα μεγαλομανίας, κατινιάς και ματαιοδοξίας.



Για να μη σου μιλήσω για τα χορευτικά και τη σκηνοθεσία. Για να μην σου πω για τους φωτισμούς και την ηχητική απόδοση. Όλα στο ζουπερτέλειο, βγήκε το πτηνό καταφχαριστημένο και έχοντας επιφυλάξει το θερμότερο χειροκρότημά του και για την Ελενίτσα τη Ρότζερ και για τον Ρίκι το Μάρτιν.

Σου'χω και κλιπάκι να μη με λες υπερβολικό και υπερενθουσιώδη.

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας


Η ευρωπαϊκή οικονομία κλυδωνίζεται, στη Συρία σφάζονται, το μισό Κολοράντο έχει καεί από τις φωτιές και ποια είναι η είδηση που κυριαρχεί την τελευταία εβδομάδα στις αμερικανικές ειδήσεις; Η Karen Klein. Που δεν υπάρχει μέρα που να μην έχω πέσει πάνω της στο ζάπινγκ από το CBS στο ABC και στο CNN.

Όχι η γλυκιά Κάρεν δεν είναι τριτοξαδέλφη του Κάλβιν, μήτε μπι-εφ-εφ των Καρντάσιανς. Είναι μία ευτραφής κιουρία που μπήκε στο λεωφορείο και δέχθηκε λεκτική επίθεση από κάτι εφήβους. Οι οποίοι έφηβοι ουχί μόνον την είπανε φώκια και φαλκονέρα, αλλά την ετραβήξανε και με το κινητό τους να την ανεβάσουνε στο youtube. Η Κάρεν υπέστη τρομερό σοκ από την ταπείνωση και φυσικά πήρε σβάρνα τα κανάλια να το μοιραστεί με τον αμερικανό τηλεθεατή που πολύ λιγώνεται με κάτι τέτοιες κατινιές.

Ένας φοιτητής που παρακολούθησε από την αρχή το θέμα, συγκινήθηκε τόσο που ξεκίνησε εκστρατεία για να συγκεντρωθούν donations να στείλουμε την Κάρεν διακοπές σε κάνα σπα, σε κάνα λασπόλουτρο ή καμιά σοκολατοθεραπεία, να συνέλθει από την περιπέτειά της (είτε πασαλειβόμενη με σοκολάτα, είτε χλαπακιάζοντας τη σοκολάτα). Μέσα σε ελάχιστες ημέρες, το ποσό που συγκεντρώθηκε ξεπέρασε τα 600.000 δολάρια. Που σημαίνει ότι η Κάρεν μπορεί να πάει μόνιμες διακοπές.

Πριν σαλπάρει πάντως για τα Μπαρμπέιντος, ελπίζω να θυμηθεί να υπογράψει μία γενναιόδωρη επιταγή προς τα παιδάκια εκείνα που τη βρίσανε και την κάμανε πλουσία. Κι ύστερα να κάμει και καμία δίαιτα.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Ξυπόλητος στο πάρκο


Η ζέστη γίνεται αφόρητη μέσα στην πόλη όταν η θερμοκρασία ξεπεράσει τους 100 βαθμούς (χελόου, μιλάμε για φαρενάιτ - αν ήταν κελσίου θα με κυκλοφορούσες σε έκδοση φλαμπέ). Εξού και το πτηνό απεφάσισε να αφήσει τους πολύβουους δρόμους του Μανχάταν και να αναζητήσει λίγη δροσιά στο Σέντραλ Παρκ. 


Η ανατολική πλευρά του πάρκου είναι η αγαπημένη μου. Αφενός διότι διαθέτει τις περισσότερες παιδικές χαρές, το ζου και τη λιμνούλα με την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων -ατράξιονς που πάντοτε ενθουσιάζουν το πτηνό. Αφετέρου διότι απ' εκεί χαζεύω τα διαμερίσματα των ονείρων μου στα μνημειώδη κτήρια της Upper East Side, όπου θα μετακομίσω όταν μου πέσει το τρίδυμο λαϊκό.

 

Επειδής οι αμερικάνοι είναι των άκρων, γενικά συναντάς δύο κατηγορίες ανθρώπων: τους θεόχοντρους (κυρίως γυναίκες, κυρίως αφροαμερικανίδες και κυρίως αμόρφωτες) και τους φιτ-φρικς που ολημερίς γυμνάζονται στα Equinox (τρέντι αλυσίδα γυμναστηρίων), μετράνε τις θερμίδες τους στα iPhones και ψωνίζουν πρωτεϊνες στα αμέτρητα καταστήματα με συμπληρώματα διατροφής. Αυτοί οι τελευταίοι είναι μανιώδεις με το τζόκινγκ και καθημερινώς ξεχύνονται στο Σέντραλ Παρκ ή στο Μπάτερι Παρκ του Lower Manhattan και γράφουν χιλιόμετρα. Και δεν σου μιλώ για το Μάκη, το Σάκη και το Λάκη που αγοράζουν το Men's Health, αλλά για χιλιάδες κόσμου κάθε ηλικίας και κάθε φυλής. Η μανία με το τζόκινγκ και την ποδηλασία φθάνει σε επίπεδα υστερίας. Λιπόσαρκες γιαγιάδες με κολάν, μπαμπάδες που τσουλάνε καρότσια με μωρά, νεαροί και νεαρές που τρέχουν μαζί με τα σκυλιά τους, φοιτητές, γιάπηδες, φορτωμένες μαύρες με τα στήθη τους να κλυδωνίζονται σε κάθε δρασκελιά και κάτι μισότρελοι γέροι που κυκλοφορούν σέρτλες, συνθέτουν ένα πολυπληθές μωσαϊκό που γυρνοβολάει ολημερίς τα πάρκα.


Περίπου στα μέσα του πάρκου υπάρχει ένα μεγάλο άνοιγμα (το λέμε Great Lawn), όπου τα γουικέντς θα βρεις συγκεντρωμένο τον περισσότερο κόσμο. Άλλοι κάμουν ηλιοθεραπεία, άλλοι παίζουν παιχνίδια (από μπάσκετ, σκάκι και κροκέ μέχρι τις κουμπάρες), άλλοι μασουλάνε σάντουιτς, άλλοι διαβάζουν βιβλία, άλλοι -κυρίως ισπανόφωνοι- απολαμβάνουν το φάμιλι εντερτέινμεντ κόμπο (με παιδιά, σκυλιά, πεθερικά και το ζαβό εξάδελφο Χοσέ που κυνηγάει τους σκίουρους του πάρκου). 


Αφού χάζεψα για κάποια ώρα τον κόσμο που απολάμβανε το ζεστό ήλιο πάνω στο γρασίδι και κάπως ζαλισμένος από τις φωνές και τα γέλια κάτι παιδιών που παίζανε βόλεϊ και μίας κοινότητας εβραίων που είχε επιλέξει να εορτάσει το σαββατιάτικο ριγιούνιον με το ραβίνο στο πάρκο, απεφάσισα να προχωρήσω προς το πιο γαλήνιο σημείο του Σέντραλ Πάρκ.


Η "δεξαμενή" (Reservoir) είναι μία τεράστια λίμνη εν τω μέσω της πόλης. Ενώ οι υπόλοιπες λίμνες του πάρκου είναι παραδομένες στα πλήθη για βαρκάδες και λογής λογής διασκεδάσεις, η δεξαμενή παραμένει σε αποκλειστική χρήση της πανίδας της πόλης. Περιφραγμένη με ωραιότατο καγκελάκι, αποτελεί χάρμα οφθαλμών για τον επισκέπτη και όαση ξεκούρασης για τα πουλιά που τελοσπάντων δικαιούνται ένα μέρος να ξαποστάσουν ύστερα από το ζιγκ ζαγκ στους ουρανοξύστες. Παρότι το Μανχάταν ξεπροβάλει παντού στους ορίζοντές της λίμνης, η ησυχία του μέρους είναι σχεδόν λυτρωτική.  


Κατέληξα σε ένα λόφο του πάρκου κοντά στο Στρόμπερι Φίλντς (εκεί κοντά είχε δολοφονηθεί ο Τζον Λένον) και την άραξα κάτω από ένα μεγάλο δέντρο για να μασουλήσω ένα χοτ ντογκ που αγόρασα από μία καντίνα. Μέσα στη σαββατιάτικη ραστώνη μου, ο νους μου γύρισε στην Ελλάδα. Σκέφθηκα πόσο κακή σχέση έχουμε εμείς με τα πάρκα μας. Πόσο αφιλόξενα και ξένα, παραμένουν στην κοινωνική μας οργάνωση. Το Σέντραλ Παρκ δεν είναι απλώς ένα τεράστιο πάρκο. Είναι ένα ζωντανό πάρκο! Με αναγνώσεις παραμυθιών για τα παιδιά, με κουκλοθέατρο και μαριονέτες, με υπαίθριες θεατρικές παραστάσεις και εκδηλώσεις, με πολλαπλές δυνατότητες άθλησης και παιχνιδιού. Όλα όσα κανένα ελληνικό πάρκο δεν φιλοτιμήθηκε ποτές να κάμει για να προσελκύσει τον πολίτη και να του προσφέρει κουόλιτι τάιμ.

Η ζέστη δεν ευνοούσε όμως τόσο βαθυστόχαστες σκέψεις. Ένας σκίουρος με πλησίασε με τη μόνιμη λαιμαργία στο βλέμμα. Του έριξα μερικά ψίχουλα και γίναμε φίλοι. Του χαμογέλασα, μου κούνησε τα μουστάκια του. Και όλα έλαβαν και πάλι τις αληθινές τους διαστάσεις.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Έσφιξαν και οι ζέστες!



Μες στου γλεντιού την τρέλα τη μεγάλη 
Μες στο μεθύσι και μέσα στη ζάλη 
Κάποια χανούμ απάνω στο σεβντά της 
με πόθο λέει στο Μουσταφά της

Αχ Μουσταφά, αχ Μουσταφά
εσύ μου άναψες φωτιά
Αχ Μουσταφά, αχ Μουσταφά
μου έχεις κάψει την καρδιά

Πάμε στον οντά μου τούτη τη βραδιά
αχ, βρε Μουσταφά μου, να μου γιάνεις την καρδιά
Να ξαπλώσεις στα χαλιά μου,
να χορτάσεις τα φιλιά μου

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Κάνα γλυκάκι, υπάρχει;


Γιος τσαγκάρη, ο Leopold Hawelka άνοιξε ένα μικρό καφέ στη Βιέννη λίγο πριν τον πόλεμο. Και μέχρι τα βαθιά του γεράματα (πέθανε πέρσι σε ηλικία 100 ετών) μέσα σε αυτό το -κάπως σκοτεινό και ντεμοντέ- χώρο, σέρβιρε τέσσερις γενεές αυστριακών. Αλλά και πρίγκιπες και ποιητάδες και συγγραφείς. Διότι το καφέ του Hawelka έγινε τσίλικο στέκι για πολλούς διανοούμενους και φιλοξένησε στα λιγοστά του τραπέζια, μεγάλες προσωπικότητες. Ως και ο Andy Warhol όταν βρέθηκε στη Βιέννη, πέρασε από εκεί για να ρουφήξει το καφεδάκι του.


Η παράσταση τελείωσε αργά το βράδυ, αλλά δεν είχα όρεξη να πάω απευθείας για ύπνο. Περπάτησα λίγο την Karntner Strasse, χαζεύοντας τις βιτρίνες και τους τελευταίους εναπομείναντες μαγαζάτορες που κατέβαζαν τα στόρια των καταστημάτων τους. Οι υπάλληλοι του δήμου μάζευαν τα σκουπίδια, έριχναν με μάνικες νερό και σκούπιζαν τα πεζοδρόμια. Μου ήρθε μία ξαφνική λιγούρα για γλυκό. Το μόνο που βρήκα ανοιχτό ήταν ένα μικρό καφέ σε ένα στενάκι πολύ κοντά στην εκκησία του Αγίου Στεφάνου. Δεν φαινόταν σπουδαίο. Ούτε ήμουν σίγουρος ότι σέρβιρε γλυκά. Ξεπέρασα τους αρχικούς δισταγμούς και απεφάσισα να μπω.


Ο χώρος έμοιαζε να έχει παγώσει κάπου ανάμεσα στη δεκαετία του 60 και του 70. Μποέμικη διάθεση, ημίφως, άβολες ξύλινες καρέκλες, ξεφτισμένοι καναπέδες, μαρμάρινα τραπεζάκια και παντού στους τοίχους αφίσες, φωτογραφίες και καδράκια. "Είχα δεν είχα, το πέτυχα το Εξάρχειο!" σκέφθηκα κάπως τρομοκρατημένος στην ιδέα ότι το μαγαζί δεν διέθετε γλυκά.

Ένας μεσήλικας σερβιτόρος με μπριγιαντίνη στο μαλλί, παπιγιόν και πολυκαιρισμένο φράκο στάθηκε βαριεστημένα πάνω από το τραπέζι μου. Παρήγγειλα ένα τσάι και ρώτησα αν υπάρχουν γλυκά. Μου είπε χαμηλόφωνα "σε δέκα λεπτά" και έφυγε. Ειλικρινώς δεν πολυκατάλαβα. Θα μου έφερνε ο Φον Μπριγιάντ, κατάλογο; Διαθέτει εντέλει γλυκά το κατάστημα; Μην έπεσα σε γιάφκα ο κακομοίρης; Μην ήταν το "θέλω γλυκό" τίποτις συνθηματικό και μου κουβαληθεί καμιά χοντρή κονσοματρίς να μου τραγουδήσει το Λιλί Μαρλέν στα γόνατα; Το πήρα απόφαση πως θα έπινα το τσαγάκι μου ξεροσφύρι.


Ήρθε το τσαγάκι. Του έβαλα μία κουταλιά ζάχαρη, το ανακάτεψα και το ρούφηξα γουλιά γουλιά. Πέρναγε η ώρα, αλλά γλυκό δεν φαινόταν πουθενά. Η παρέα στο διπλανό τραπέζι συζήταγε θορυβωδώς. Λίγο πιο πέρα, ένα ζευγάρι αντέλλασε φλογερές ματιές -εκείνη του χάιδευε με τρυφερότητα το χέρι κι εκείνος της χαμογελούσε. Ένας ηλικιωμένος κύριος ξεφύλλιζε πάνω στο τραπέζι του μία από τις χιλιοτσαλακωμένες εφημερίδες που διέθετε το κατάστημα σε κοινή χρήση.

Ξαφνικά εμφανίζεται ο Φον Μπριγιάντ με ένα δίσκο γιομάτο πιάτα και αρχίζει να τα μοιράζει στα τραπέζια. Όλα με το ίδιο περιεχόμενο: αφράτα κεκάκια πασπαλισμένα σε άχνη ζάχαρη!


Κι αρχίζει όλος ο κόσμος να δαγκώνει με ηδονή τα φρεσκοφουρνιστά κεκάκια, να κάμει αστείους μορφασμούς λόγω της καυτής μαρμελάδας που είχαν για γέμιση, να τα καρφώνει με τα πιρουνάκια και να τα φυσάει να κρυώσουνε. Σταμάτησαν οι διπλανοί μου τους διαξιφισμούς, τράβηξε η νεαρά το χέρι της από το νεαρό και βάλθηκε να καταβροχθίσει το καυτό έδεσμα, παράτησε ο κύριος την εφημερίδα και βουτούσε με μανία τις πηρουνιές του στην άχνη ζάχαρη!

Συνειδητοποίησα ότι άπαντες είχαν έρθει βραδιάτικα για αυτό το γλυκό διότι φουρνίζεται σε συγκεκριμένες ώρες -πόσο γουάου απόφαση ήταν να βρεθώ τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος, εντελώς τυχαία; Η αίσθηση της ζεστής γέμισης και της αφράτης ζύμης πλημμύρισε με ευτυχία τον ουρανίσκο μου! Έζησα μερικές στιγμές κορυφαίας απόλαυσης -και μεγάλη χάρη σου έκαμα που άφησα για λίγο το πιρούνι για να σου απαθανατίσω τις στιγμές.


Με την ικανοποίηση και την πληρότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, κάλεσα τον Φον Μπριγιάντ για να πληρώσω. Τον ερώτησα τι είδους γλυκό ήταν αυτό που με οδήγησε στον παράδεισο της απόλαυσης και μου απάντησε σχεδόν συνωμοτικά πως επρόκειτο για ένα Buchteln. Το σημείωσα για να το γκουγκλάρω.

Αποδείχθηκε πως αποτελεί παραδοσιακό γλυκό της Βοημίας και συνηθίζεται σε πολλές περιοχές της κεντρικής Ευρώπης. Το καλύτερο όμως Buchteln το βρίσκει κανείς σε αυτό ακριβώς το μαγαζί: στο καφέ του Leopold Hawelka. Το φουρνίζουν εδώ και δεκαετίες βάσει μίας παλιάς οικογενειακής συνταγής που άφησε παρακαταθήκη η σύζυγός του, στα παιδιά και τα εγγόνια του.

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Στο Λαύριο γίνεται χορός


Τώρα που πλησιάζουνε οι εκλογές, με κατατρώγουν πάλι οι προβληματισμοί μου για το τι να ψηφίσω. Το θέλω το Μνημόνιο; Με τρώει το Ευρώ στην τσέπη μου; Προτιμώ τον κλέφτη ή τον ψεύτη για πρωθυπουργό; Υπάρχει ζωή στον Άρη; Επειδής όπως καταλαβαίνεις το θέμα είναι τρε κομπλικέ, απεφάσισα να κάμω μία βόλτα περισυλλογής (ένα walkabout, όπως λέμε κι εμείς οι Αβορίγινες), να καθαρίσει βρε παιδί μου, το μυαλό μου. Κάπως έτσι, βρέθηκα να περιπατώ στο Λαύριο.


Και θα μου πεις, τυχαία στο Λαύριο; Καθόλου και θα σου εξηγηθώ. Το Λαύριο αποτελεί το ιδανικό σκηνικό για το δράμα που ζει η χώρα. Διότι αν το καλοσκεφθείς τα δύο-τρία ζητήματα που σου έχουν κάμει τα νεύρα κρόσσια, είναι η οικονομική κρίση, η ανεργία, το μεταναστευτικό και το που οδεύομεν κύριοι. Αν προσθέσεις στο μπλέντερ μία κουταλιά απόγνωση και τρία δάχτυλα αγανάκτηση, έχεις το απόλυτο κοκτέηλ για το φετινό καλοκαίρι.


Άπαντα τα ως άνω ζητήματα, βρίσκονται αραδιασμένα στους δρόμους του Λαυρίου. Εκεί η φτώχεια σού χάσκει μέσα από τα ξεχαρβαλιασμένα παράθυρα, εκεί η ανεργία κάθεται στωικά στο καφενείο. Εκεί βρίσκεις τις φαιδρές αντιμνημονιακές κορώνες της Αριστεράς, εκεί συναντάς τον επονείδιστο λαϊκισμό της Δεξιάς, εκεί σκοντάφτεις πάνω στην παταγώδη αποτυχία των επονομαζόμενων κομμάτων εξουσίας. Και η αποτυχία αυτή είναι ορατή και βιωματική. Πλέον ουχί μόνο στο Λαύριο, αλλά και στη δική σου γειτονιά αναγνώστα. Μέσα στο δικό σου σπίτι και μέσα στο δικό μου.


Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της πόλης, επιβεβαίωνα πως η Ελλάδα δεν είναι η χώρα που ήξευρα και ήξευρες, φίλε. Δεν είναι η χώρα που θυμάμαι. Δεν είναι ο ήλιος, η θάλασσα και ο φραπές. Δεν είναι το ταβλάκι, η ρετσίνα και το τηγανητό καλαμαράκι. Δεν είναι το φιλότιμο, το χαμόγελο και η καλημέρα. Δεν είναι τ'αγέρι του βοριά, μήτε η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου.

Μία έρημη χώρα είναι, φίλε. Πνιγμένη μέσα στην εθνική της θλίψη. Έχοντας απωλέσει ακόμα και το αίσθημα αυτοσυντήρησής της.


Εκλογές έχουμε, εκλογές είχαμε. Και τιμωρήθηκε ο δικομματισμός. Και έβγαλε κι ο ψηφοφόρος το άχτι του. Αλλά να που έχει και η δημοκρατία αδιέξοδα, όταν της φράττουν τους ορίζοντες τα τσιμεντένια μυαλά. Την επομένη των εκλογών, ό,τι και να είχες ψηφίσει μουτζωνόσουνα.


Ψήφισες Νέα Δημοκρατία ή ΠΑΣΟΚ; Πάσχεις από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης και σου γράφω παραπεμπτικό για τον ψυχολόγο σου. Ψήφισες Καμμένο ή Κουβέλη; Είσαι σε φάση denial και βαθιά μέσα σου γουστάρεις Σαμαρά και Βενιζέλο, αλλά δεν θέλεις να το παραδεχτείς στον εαυτό σου. Ψήφισες Σύριζα; Είσαι καταπλητικά αφελής ή δεν έχεις διαβάσει το πρόγραμμά του -και στις δύο περιπτώσεις, σε ζηλεύω (διότι την αφέλειά μου την έχω απωλέσει και ναι, το πρόγραμμά του το διάβασα). Ψήφισες Τζίμερο; Είσαι πολύ τρέντι τύπος, παρασύρθηκες από το ιλουστρέ βιντεοκλίπ, αλλά το σιντί του μιλάμε δεν ακούγεται. Μήπως εντέλει ψήφισες Στάλιν ή Χίτλερ; Πραγματικά δεν την παλεύεις, ε; Αν κατέβαινε υποψήφια η Μάγια η Μέλισσα, ικανό σε έχω να την εσταύρωνες κι αυτήν.

Σε νιώθω αναγνώστα στην απόγνωσή σου. Κι εγώ ένα από τα παραπάνω ψήφισα και σε ακόμη πιο βαθιά απόγνωση βρίσκομαι.


Στην κεντρική πλατεία του Λαυρίου, το ΚΚΕ ζητούσε δια της γνωστής κακόγουστης αφισορύπανσης, κάτι που αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ήθελε. Λαϊκή εξουσία. Του προσφέρθηκε τροποντινά, την αρνήθηκε. Και επιπλέον, συνεχίζει να τη ζητά.


"Έξω από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία και μονομερή διαγραφή του χρέους." Μεταφράζω: πίσω στην Κομεκόν, στα εργατικά μας μπλοκ και στο καρβέλι με δελτίο. Αυτό είναι που λέμε σοβαρή και υπεύθυνη πολιτική γραμμή. Μετά πέφτουν και μερικά χαστούκια και επιχαίρουν θύτες και θύματα μέσα στην φαιδρότητα των εμμονών τους. Όλοι τους δικαιωμένοι. Όλοι τους υπέρμαχοι της δημοκρατίας, επί της οποίας ασχημονούν συστηματικά.


Σε μία στροφή, λίγο πιο πέρα από την κεντρική πλατεία, είδα ένα αμάξι χωρίς ρόδες. Σκέφθηκα πως μοιάζει με την Ελλάδα. Που της κλέψανε τα λάστιχα. Οι Άκηδες, οι Σάκηδες, οι Μάκηδες. Οι Καραμανλήδες, οι Παπανδρέου. Οι Βενιζέλοι και οι Σαμαράδες. Οι Αλέξηδες και οι Αλέκες. Κι είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι μέσα στο αμάξι και απορούμε γιατί δεν τσουλάει. Πατάμε την κόρνα, βριζόμαστε μεταξύ μας, ιδρώνουμε και σπρωχνόμαστε. Αλλά επειδής άκρη δεν βρίσκουμε, κάποιος πρότεινε να βγούμε και να πάμε με τα πόδια. Μαλακία είπε. Θα τα φτύσουμε στην πρώτη ανηφόρα, αν δεν μας ρυμουλκήσει κάνα τριαξονικό με ευρωπαϊκές πινακίδες προς το κοντινότερο συνεργείο.


Σε έναν τοίχο, κάποιος έχει γράψει "Με τους μετανάστες είμαστε μαζί!" Λίγα μέτρα πιο πέρα υπάρχει ένα οικοδομικό τετράγωνο που έχουνε καταλάβει (ή έστω στο οποίο "φιλοξενούνται") μετανάστες. Οι εικόνες θυμίζουν Ισλαμαμπάντ. Μία σημαία του Κουρδιστάν κυμματίζει πάνω από τη στέγη. Όποιος αρνείται να δει το πρόβλημα (και τις πολιτικές προεκτάσεις του, πέραν των κοινωνικών), ζει στην καρακοσμάρα του ή καπνίζει τίποτα περίεργο. Επίσης να έρθει να τον φιλοξενήσω στη γειτονιά μου, να δει τι σημαίνει καταβαράρθωση της ποιότητας ζωής μου, για να μην μου θεωρητικολογεί από τις Γλυφάδες και τις Κηφισιές, από τα Μαρούσια και τις Βάρκιζες.


Κοίταξα με θλίψη τους συνωστισμένους στα παραπήγματα και στα τσιμεντένια μπαλκόνια. Τη βρώμα και την ξυπολισιά. Ναι, λυπάμαι κι αυτούς. Λυπάμαι όμως κι εμένα. Που ζούσα σε μία χώρα με αστικές συνήθειες, με κατοχυρωμένα τα βασικά (την υγεία, την παιδεία, την καθαριότητα) και ήρθα τώρα να αμφιβάλω και γι'αυτά. Να τρέμω πια για τη ζωή μου.


Ποια χώρα είναι αυτή γαμώτο; Γιατί σίγουρα δεν είναι η δικιά μου.


Ποιανού πατρίδα είναι ετούτη γαμώτο; Γιατί σίγουρα δεν γεννήθηκα εδώ.


Τι αύριο μού ανήκει εμένα γαμώτο; Γιατί νιώθω ότι μου ξόδεψαν το δικό μου αύριο κι μου απόμεινε το εχτές.


Ψυχή στο βράχο καρφωμένη
με εφτά καρφιά
Μπόρα πικρή σε περιμένει
Και μια συννεφιά
Εφτά καρφιά, εφτά παιδιά
Μου'χουν ματώσει την καρδιά

Ποιος είναι απόψε ο τυχερός;
Στο Λαύριο γίνεται χορός.


Τελείωσα τη βόλτα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο και πάτησα το γκάζι. Έβαλα το Χατζιδάκι στο σιντί και απεφάσισα για πρώτη φορά στη ζωή μου να κάνω κάτι που πάντοτε μισούσα και πάντοτε κορόιδευα. Να μην συμμετάσχω. Ακόμη κι αν τη Δευτέρα μετά τις εκλογές, χάσω τα πάντα, θα έχω διατηρήσει τουλάχιστον την αξιοπρέπειά μου.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Les Miserables


Δεν στο κρύβω πως όταν έφθασα στο Queen's Theater, ήμουν κάπως επιφυλακτικός με αυτό που επρόκειτο να δω. Διότι βρε παιδί μου, το βιβλίο του Βίκτωρος Ουγκό δεν είναι ένα απλό μυθιστόρημα -είναι κοινωνική βίβλος. Και τελείως μεταξύ μας, τα κλασικά έργα στο σανίδι, μου φαίνονται πλέον, απερίγραπτα μπόρινγκ. Άσε που εδώ δεν πρόκειται για πρόζα, αλλά για  μιούζικαλ. Είδες που στράβωσες κι εσύ τη μούρη σου;


Τρεις ώρες αργότερα είχα βγει από το θέατρο, συγκλονισμένος. Μη σου πω ότι είχα δακρύσει κιόλας. Που τελοσπάντων, να ξεύρεις το τέλος και να καταφέρνουν να σου το κάμουν εκ νέου συναρπαστικό, είναι τεράστια μαγκιά και ρίχνεις πολλά ρισπέκτ. Η πρώτη μου σκέψη ήταν: "μεγάλε, μόλις είδες την ωραιότερη παράσταση της ζωής σου!", αλλά επειδής σκέφθηκα πως ίσως ήταν ο ενθουσιασμός της στιγμής, απεφάσισα να το αφήσω να ωριμάσει μέσα μου (sic!) και να αποφανθώ μετά από κάποιον καιρό.

Τώρα λοιπόν, μπορώ να στο πω πλέον με βεβαιότητα. Φίλε, το Les Miserables είναι η καλυτερότερη παράσταση που έχω δει ποτές. Απόλυτο δεκαράκι. Μακράν. Φανταστικός ρυθμός, υπέροχες εικόνες, καταπληκτική σκηνοθεσία, άρτιες ερμηνείες, υπέροχα τραγούδια που δένουν με την πλοκή και αναδεικνύουν το στόρι. Και πάνω απ'όλα το κείμενο του Ουγκό που δεν χάνει στο παραμικρό, τη δύναμη και την ανυπέρβλητη αλήθεια του.


Για να πάρεις μία ιδέα, σου έχω και το θεάτρικαλ τρέιλερ. Να απολαύσεις τα εξαίσια τραγούδια (το έχω λιώσει το cd), να πάρεις γεύση από την υψηλή αισθητική των εικόνων, να νιώσεις κάτι από το φίλινγκ της παράστασης.


Θα σε πάρω από τα θεατρικά Λονδίνα και θα σε προσγειώσω στην Αθήνα της κρίσης. Κλοσάρ αραδιασμένοι στους δρόμους, καρκινοπαθείς να ικετεύουν για τα φάρμακά τους, συνταξιούχοι να κακοποιούνται από ληστές μέσα στα σπίτια τους, μετανάστες με καρότσια να μαζεύουν παλιοσίδερα, άλλοι να ψάχνουνε στα σκουπίδια να βρουν κάτι να φάνε. Το κοινωνικό δράμα δεν είναι μήτε μυθιστόρημα, μήτε παράσταση. Είναι το τριγύρω μου.  Θα μου πεις λοιπόν, γιατί να ανατρέχει κανείς στον Ουγκό, τη στιγμή που μπορεί ωραιότατα να δει τους Άθλιους με μία απλή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας; Χμ.


Ίσως γιατί οι Άθλιοι του Ουγκό προσφέρουν αυτήν την ελπίδα που έχω τόσο ανάγκη. Την ελπίδα ότι ακόμα και μέσα στο κοινωνικό κολαστήριο των ψυχών, υπάρχει χώρος για ανθρωπισμό και αξιοπρέπεια. Ακόμα και μεσά στο βούρκο της ελληνικής πραγματικότητας, υπάρχουν Αγιάνηδες που συνεχίζουν να πορεύονται τον ηθικό τους δρόμο, ακόμα κι αν ο φασισμός του συστήματος δεν χάνει ευκαιρία να τους γρονθοκοπεί. 

Κι αυτή η ελπίδα είναι που συνεχίζει να με συγκινεί και να με συντροφεύει.

Υστερόγραφο: Μετά τη θεαματική επιτυχία του στις μεγάλες θεατρικές σκηνές του Γουεστ Έντ και του Μπρόντγουεϊ, το κορυφαίο μιούζικαλ ετοιμάζεται για την κινηματογραφική του πρεμιέρα. Με Χιου Τζάκμαν, Ράσελ Κρόου και Αν Χάθαγουεϊ. Που σημαίνει υπερπαραγωγή. Που σημαίνει, βροχή από Όσκαρς. Και επιτέλους φίλε, μία ταινία που περιμένω με ανυπομονησία.