Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Παράνομη ελληνοποίηση κορεάτη


Χαβαλέ με style! Όχι που δεν θα γινόταν κι αυτό.

Και για όποιους έχουν μπουχτήσει με τους λογής λογής Gangnam και τα πουλάκια Τσίου, υπάρχει το παλιό, καλό καψουροτράγουδο. Ναι, ο Αντύπας γύρισε νέο βίντεοκλίπ και όχι, σε κάποια σημεία δεν μπορείς να πεις μετά βεβαιότητας αν τραγουδάει ή κλαίει. Δώσε έμφαση στην κίνηση των χεριών (σα να έχει πάθει η Μαρινέλλα βραχυκύκλωμα ένα πράμα), στην τραπεζαρία με το σεμεδάκι και το ασημικό και στο ύφος του καλλιτέχνη που βαλαντώνει ουχί από τα χαράτσια της εφορίας (που τελοσπάντων θα το αποδεχόσουν), αλλά από το ντέρτι και την καψούρα μη-χειρότερα (χελόου, δεν υπάρχει αυτό πια!). 


Για να μην υπάρχουν τίποτις απορίες, τη μουσική έγραψε ο Φοίβος και το επίθετο είναι Μασλουμίδης. Του Αντύπα, ντε!

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Афины


Σήμερα θα σε πάω ταξίδι μακρινό. Στην Αρμενία και τη Γεωργία. Στο Ουζμπεκιστάν και το Νταγκανιστάν. Ίσαμε τη Λαχώρη μπορεί και να σε φθάσω, στις όχθες του ποταμού Ράβι κι ακόμα πιο πέρα στις κινέζικες επαρχίες της εσωτερικής Μογγολίας! Και το καλύτερο; Δεν χρειαζόμαστε μήτε πολύωρες πτήσεις, μήτε τον υπερσιβηρικό για να φθάσουμε. 


Το ταξίδι αρχίζει από την πλατεία Ομονοίας. Ήδη οι πινακίδες, οι αφίσες και τα διαφημιστικά αρχίζουν να σου μιλάνε σε άγνωστες διαλέκτους. Κι όλα σου μοιάζουνε κινέζικα. 


Κατηφορίζοντας τη Ζήνωνος, βρίσκεσαι σε έναν αλλιώτικο κόσμο. Που μιλάει ρώσικα κι αρμένικα. Τα πεζοδρόμια σφύζουν από ζωή και μία νέα τοπική οικονομία κινείται σε φρενήρεις ρυθμούς: πακιστανοί μεταφέρουν την πραμάτεια τους, ινδοί κουρείς κάμουν περμανάντ σε ρωσίδες πελάτισσες, κινέζοι πουλούν πολύχρωμα ρούχα, βρακιά και σεντόνια, ρώσικα εστιατόρια σερβίρουν πιροσκί και μπορς, γελαστές παρέες από υπερκαυκάσιες κυρίες με φθηνές τσάντες και πασέ ντύσιμο σουλατσάρουν ανάμεσα στα μαγαζιά, ινδικές μυρουδιές από μπαχάρια και μπασμάτι σού πλημμυρίζουνε τη μύτη. Ειλικρινά, αν δεν το δεις, δεν το πιστεύεις!


Τις Κυριακές, πουθενά αλλού στην πόλη δεν θα βρεις τόσον κόσμο μαζεμένο, να γελάει, να συναντιέται και να ψωνίζει. Οι κλειστές κοινότητες των μεταναστών που χτίστηκαν σιωπηλά μέσα στην παραβατικότητα και την ανομία, αλλά και στον κάματο και την απελπισία, θαρρείς πως αναπνέουν εδώ έναν αέρα μουλτιέθνικ ελευθερίας.


Ενεχυροδανειστήρια, καφενεία, μαγαζιά για αποστολή δεμάτων ή χρημάτων, πορνεία και κάμποσα μικρομάγαζα με τοπικά προϊόντα από τις εσχατιές της Ασίας απευθύνονται αποκλειστικά σε αλλοδαπή πελατεία και πολλές φορές στις πινακίδες τους, μήτε λέξη δεν θα βρεις στα ελληνικά.


Ενδιαφέρον έχουν και οι αφίσες. Όχι ότι καταλαβαίνεις, απλώς υποψιάζεσαι. Κάλεσμα σε θρησκευτική λατρεία; Πρόσκληση για ρώσικη μουσική βραδιά; Πάρτι με τραγουδιστές από την Αρμενία; Και να ήθελες να πας, μήτε που μπορείς να καταλάβεις λέξη για τα που και τα πότε.


Κι είναι αυτό εικόνα σύγχρονης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, θα με ρωτήξεις; Με την καμία, θα σου απαντήσω! Η αισθητική παραπέμπει στην Τασκένδη. Στο Ντουσαμπέ και το Μπισκέκ. Τη δε παραβατικότητα, δεν την υποψιάζεσαι απλώς: τη βλέπεις να πηγαίνει αγκαζέ με την ανέχεια και να κουβαλάει σε μία τσάντα τα κιλίμια της. Ή τα λαθραία τσιγάρα της. Ή τα κλεμμένα κινητά της. Αν τυχόν κάποια στιγμή δεις μερικές δεκάδες ανθρώπους να τρέχουν με καροτσάκια ή με τα μπογαλάκια τους στον ώμο, είναι γιατί έχει πέσει σύρμα πως στρίβει τη γωνία κάποια περιπολία της αστυνομίας. Σουρεάλ σκηνικά, με αστυνομικούς να τραβάνε καροτσάκια από σφαδάζουσες τσιγγάνες και πακιστανούς να χιλιοπαρακαλούνε γονυπετείς για να μην τους ρίξουνε την πραμάτεια τους στο σκουπιδιάρικο του δήμου που τα πάντα γυρίζει, τα πάντα αλέθει.


Προς την πλευρά του Μεταξουργείου, θα βρεις περισσότερους κινέζους. Είναι πιο συστηματικοί αυτοί. Δουλεύουν πιο οργανωμένα. Έχουνε δίκτυα αντιπροσώπων, εμπορεύονται την πραμάτεια τους πιο επαγγελματικά. Ως και διαφημίσεις τοιχοκολλούνε στα ελληνικά και στα κινέζικα, με αισθητική πιο σοβαρή και μετρημένη.


Στις πολυκατοικίες της περιοχής, θα δεις απλωμένες μπουγάδες κι αν καλοπροσέξεις θα παρατηρήσεις τρύπιες κάλτσες και πολυφορεμένα παντελόνια. Επίσης θα διαπιστώσεις πως κάποια διαμερίσματα φιλοξενούν κόσμο και κοσμάκη, που μπαινοβγαίνει στα μπαλκόνια για να καπνίσει κάνα τσιγάρο ή να χαζέψει -κατά το προσφιλές- στο δρόμο από κάτου.


Νομίζω πως το 'χεις καταλάβει πια! Η Αθήνα δεν είναι πλέον μία πόλη, αλλά πολλές. Και θέλει μεγάλη προσπάθεια για να μην παρασυρθείς στη μιζέρια τους. Για να μάθεις τους ρυθμούς τους. Για να συντονιστείς στη συχνότητά τους.


Ήρθε και η κρίση και όλα αφέθηκαν στην ανεξέλεγκτη πορεία τους. Οι άνθρωποι, τα κτήρια, οι δρόμοι. Αυτό το συναπάντημα ανθρώπων με διαφορετικές ταυτότητες που αλλού ίσως και να ήταν ενδιαφέρον, χαριτωμένο ή εποικοδομητικό, εδώ είναι μέρος του προβλήματος. Όσο και να καμώνεται κάποιος το διεθνιστή και τον υπεράνω, η αναπόδραστη αλήθεια της παρακμής, δεν επιτρέπει τέτοιες δηθενιές. Όπως ουδέποτε μπορέσαμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας, έτσι δεν μπορέσαμε να οργανώσουμε και τους μετανάστες μας. Κι έχουν αναπτύξει κι αυτοί, τις επιβιωτικές τακτικές τους. Έχουν χτίσει έναν παράλληλο λαθραίο κόσμο για να ζήσουν την δική τους καθημερινότητα, χωρίς εμάς.


Όχι Αθήνα λοιπόν, αλλά Афины. Είναι περίεργο ν'αισθάνεσαι ξενιτεμένος στην πόλη που έχεις ζήσει ολάκερη τη ζωή σου. Όσο και να σου το επιβεβαιώνουν οι σημαίες και τα γνώριμά σου κτήρια, κανείς δεν μπορεί να σε πείσει ότι ετούτη εδώ είναι η πόλη που ήξευρες. Και όχι τόσο επειδή ήλθαν και την κατοίκησαν οι ξένοι. Αλλά πιότερο, γιατί την εγκατέλειψαν οι γηγενείς της.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο


Επίσης, προερχόμαστε όλοι από εξωγήινους οι οποίοι προσγειώθηκαν στο Περού, η Ατλαντίδα είχε αναπτύξει ενεργειακή τεχνολογία υπέρτερη της σύγχρονης κβαντομηχανικής, την Αμερική δεν την ανακάλυψε ο Κολόμβος αλλά ο Madoc το 1170, το Ολοκαύτωμα δεν έγινε ποτές (οι Εβραίοι είχανε πάει απλώς εκδρομή), ο Άρμστρονγκ δεν πάτησε ποτέ στο φεγγάρι (και δεν αναφέρομαι στο Λούι που στα σίγουρα δεν πάτησε, αλλά στον Νιλ) και η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει γιατί έχει προστάτιδά της την Παναγιά.

Η ψευδοεπιστήμη, η ψευδοϊστορία και ο αναθεωριτισμός μπορεί να έχουν και την πλάκα τους -όταν ας πούμε βλέπεις τον Ιντιάνα Τζόουνς να αναζητά το ιερό δισκοπότηρο ή αφήνεις τον Νταν Μπράουν να σου εξιστορήσει τα περί γραμμής αίματος με τον Ιησού- αλλά έχει και το χαζολόγημα τα όριά του.

Αύριο θυμόμαστε το Πολυτεχνείο.

Άσε με να το αναδιατυπώσω: αύριο θυμόμαστε το τανκ, τους συνταγματάρχες, το ιδεολογικό μπλέντερ της αρχαιο-χριστιανο-λατρείας που τάισε με κακής αισθητικής κουτόχορτο (και συνεχίζει να ταϊζει) λογής λογής απαίδευτους. Είναι οι ίδιοι που σήμερα μερακλώνουν με τον αητό που πεθαίνει στον αέρα, παίρνουν το Πρώτο Θέμα για τα κουτσομπολιά και τα κουπόνια για τα καρφούρ, θεωρούν πως η χώρα βρίσκεται στα δίχτυα μίας τεράστιας παγκόσμιας πλεκτάνης Εβραίων και μασόνων (που επιβουλεύονται τον ελληνισμό, τα μπιτς μπαρς μας και το Σούπερ Πάραντάις της Μυκόνου) και θεωρούν ως πιο αξιόπιστους θεσμούς το στρατό (προφανώς δεν έχουν κάμει θητεία ή υπηρέτησαν στο στρατό άλλης χώρας, δεν δικαιολογείται αλλιώς!) και την εκκλησία (επιβεβαιώνοντας επιτέλους την κυρία Λουκά που τα λέει χρόνια για την ορθοδοξία).

Τριανταεννέα έτη μετά το Πολυτεχνείο και έρχονται τα τανκς να ζητήσουν τα ρέστα. Σου λέει, αφού κι εσείς οι δημοκράτες βγήκατε μούφα και μας φθάσατε στα αδιέξοδα, ας επιστρέψουμε στον φοίνικα με το στρατιώτη. Φίλε, το νηπιαγωγείο το πέρασες με την πρώτη;



Ναι, η ιστορία της μεταπολίτευσης έχει πολλά μελανά σημεία και ναι, υπήρξαν επιλογές (πολιτικές επιλογές) που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή κατάντια. Που υποθήκευσαν το μέλλον και την προοπτική του τόπου για μικρο-πολιτικές σκοπιμότητες. Που ενέπλεξαν όλους μας σε ένα φαιδρό και επικίνδυνο παιχνίδι διεθνών σκοπιμοτήτων και εσωτερικής υποτίμησης (ουχί νομισματικής, αλλά κοινωνικής πρωτίστως και οικονομικής δευτερευόντως). Όλα αξιολογούνται και όλοι κρίνονται (ή θα έπρεπε τουλάχιστον). Αλλά για να έχει νόημα αυτή η αξιολόγηση, πρέπει το δια ταύτα της να μας πηγαίνει παραπέρα. Να μας προφυλάσσει από τα σφάλματα και τις αστοχίες του χθες και όχι να μας πηγαίνει στο αντιπροχθές. Είναι το τανκ η αντιπρότασή σου; Πραγματικά;

Ε λοιπόν το Πολυτεχνείο είχε αποδεδειγμένα νεκρούς (κοίτα που φθάσαμε να πρέπει να βάλω και παραπομπή) και η δημοκρατία παραμένει το καλύτερο και πιο λειτουργικό πολίτευμα που υπάρχει. Και μπορεί η ιστορική ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση να μη βαραίνει όλους το ίδιο, αλλά η ευθύνη για την ιστορική μνήμη μας βαραίνει όλους το ίδιο.

Την 1η Δεκεμβρίου του 1862, ο Αβραάμ Λίνκολν είπε ενώπιον του Κογκρέσου: "Fellow-citizens, we cannot escape history". Με αυτή τη φράση, θα ευχηθώ σε όλους μας και ένεκα της ημέρας, καλή ιστορική μνήμη. Διότι ναι, αγαπητοί συμπολίτες, όσο και να θέλουμε να τη διαστρεβλώσουμε, δεν μπορούμε να αποδράσουμε από την ιστορία.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Σα να με μύρισε τσουρέκι!


Στη Θεσσαλονίκη, μου αρέσει που βλέπεις ορίζοντα. Που έχει μία άκρη η πόλη και ένα όριο.


Μου αρέσει το κόκκινο χρώμα της κιανοστοιχίας στην Αριστοτέλους. Και τα διακοσμητικά της στοιχεία.


Μου αρέσει που βρίσκεις κατάλοιπα του πρόσφατου παρελθόντος. Δύο γούνες, 29.900 δραχμές. Μόνο!! (και είναι τεχνητές και υπερπολυτελείας...)


Ως και ετούτη η πολυκατοικία-υπερωκεάνιο μου αρέσει. Που σπάει τη συστοιχία των πολυκατοικιών της παραλιακής και σαλπάρει για έναν όψιμο μοντερνισμό.


Τα μπαλκονάκια; Κι αυτά, μου αρέσουν.


Και το απρόσμενο μου αρέσει. Το κακόγουστο και αταίριαστο. Που θα μπορούσες να το πεις και μεταμοντέρνο με έναν τρόπο. Εντάξει.


Α, ξεύρεις τι άλλο; Οι πολυκατοικίες της Ναυαρίνου μου αρέσουν! Που είναι παλιές και αψηλές, αλλά και πολύχρωμες και μποέμικες. Τόσες γενεές φοιτητών έχουνε σκιάσει από κάτου τους, τόσα ερωτευμένα ζευγαράκια έχουνε κάτσει στα πεζούλια αντικρυστά τους.


Μου αρέσουν επίσης τα μυστικά που κρύβονται στα σπλάχνα της. Η κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη που σε εκπλήσσει εν τω μέσω της πόλης.


Ακόμα και ο άκομψος τρόπος με τον οποίο έχει εντοιχιστεί η ιστορία, ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τη νεοελληνική μπρουταλιτέ. Κι αυτό μου αρέσει.


Και ο αυτοσαρκασμός, το χιούμορ, η αλέγκρα η διάθεση. Η αίσθηση του ευ ζειν (που στις ακραίες τιμές της, αγγίζει την αφασία), κι αυτή μου αρέσει.


Που μπορείς να μυρίσεις τσουρέκι. Και κεμπάπ από το πρωί. Και μπουγάτσα με κρέμα. Και με τυρί. Κι αυτό μου αρέσει. Που μπορείς να βρεις ακόμα κάποιον να ψαρεύει στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Είναι το Πάπιγκο το ομορφότερο χωριό της Ηπείρου; Περίπου.


Τα ωραία χωριά στην Ελλάδα σπανίζουν και το ξεύρεις. Λίγο η κακογουστιά του νεοέλληνα, λίγο το ταραχώδες παρελθόν της ελληνικής υπαίθρου και η χρόνια υπανάπτυξη της τοπικής οικονομίας, το αποτέλεσμα είναι αισθητικά ντιπρέσινγκ και κοινωνικά μπόρινγκ. Διότι κακά τα ψέματα, όσο καλή προδιάθεση κι αν έχεις, οι συζητήσεις με την κυρά-Τασούλα και τον μπαρμπα-Μήτσο εξαντλούνται στο πεντάλεπτο και οι κατσικούλες δεν είναι πολύ ομιλητικές. Μπεεεε.


Εντούτοις υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις χωριών, που το αισθητικό τουλάχιστον κομμάτι, το έχουν δουλεμένο. Ως προς αυτό, το Πάπιγκο είναι τυχερό! Κτισμένο στα ριζά της Αστράκας, ανάμεσα στις κορφές της Τύμφης και νοτιοδυτικά από το φαράγγι του Βίκου, το μέρος βρίσκεται μέσα σε μία από τις πιο όμορφες καρτ ποστάλ της ελληνικής υπαίθρου. Ειδικά όταν το φθινόπωρο μπογιατίζει το τοπίο με τα καστανοκίτρινα χρώματά του, το λες ως και μαγικό.


Ο φιδωτός δρόμος που ξεκινάει από την εθνική Ιωαννίνων-Κοζάνης κατηφορίζει μέχρι να συναντήσει το Βοϊδομάτη κι ύστερα παίρνει πάλι τον ανήφορο μέχρις να βρεις τα πρώτα σπίτια του χωριού σε υψόμετρο εννιακοσίων περίπου μέτρων. Αψηλά.


Τα σπίτια του χωριού παίρνουν το ζαγορίτικο αρχιτεκτονικό ιδίωμα και το αποθεώνουν. Λιθόκτιστα, στην απόχρωση των βράχων, με καμινάδες και λιτές γεωμετρικές γραμμές.



Οι δε εκκλησιές της περιοχής, διαθέτουν εξωτερικό υπόστεγο με καμάρες, για να μπορεί ο πιστός να προφυλαχθεί από τα έντονα καιρικά φαινόμενα -μην τον επάρει ο αέρας και τον μαζεύουμε από την απέναντι ραχούλα- αλλά και χαμηλές πόρτες για να εμποδίζεται η είσοδος ουχί στον ξυλοπόδαρο σαλτιμπάγκο ή στον μπασκετμπολίστα μη-χειρότερα, αλλά στον έφιππο κατακτητή.


Πολύ μου αρέσει να βολτάρω στα λιθόστρωτα καλντερίμια που αγκαλιάζουν τα σπίτια του χωριού και ν'αναπνέω το ψυχρό φθινοπωρινό αεράκι. Αν τα καλοπροσέξεις, όλα είναι φροντισμένα στη λεπτομέρειά τους -τοιχάκια, κήποι, γλάστρες και διακοσμητικά στοιχεία, όλα στην εντέλεια. Όμορφο μέρος, αρχοντικό. Μακάρι να'ταν όλα στην Ελλάδα, έτσι καλώς καμωμένα.


Εντούτοις επέτρεψέ μου και μία μικρή ένσταση. Περπατώντας το χωριό, διαπιστώνεις ότι δεν βρίσκεσαι σε ένα ζωντανό οικιστικό σύνολο, αλλά μάλλον σε ένα εξκλούσιβ τουριστικό προϊόν. Και θα σου εξηγηθώ. Τα περισσότερα από τα οικήματα που βλέπεις είναι ξενώνες και ξενοδοχειάκια. Τα περισσότερα από τα αυτοκίνητα που βλέπεις είναι καγιέν και μπεμβέ. Τα δυοτρία μαγαζάκια που βρίσκεις αναπαράγουν ουχί μόνο την αισθητική αλλά και το μενταλιτέ του Κολωνακίου και της Κηφισιάς. Και τις τιμές επίσης. Α και μην πολυπεριμένεις να σου δώκει κανένας απόδειξη αυτοβούλως, γιατί δεν.


Τώρα βέβαια θα μου πεις, δεν προτιμάς ρε πτηνό την καλαισθησία του Πάπιγκου από το βλαχομπαρόκ και την καφρίλα των δεκάδων άλλων χωριών (και πόλεων) της Ελλάδας; Ασφαλώς και την προτιμώ, ανυπερθέτως. Δεν θα ήταν όμως ακόμα προτιμότερο τέτοια χωριά να μπορούσαν να αναπτύξουν έναν πιο υγιή και παραγωγικό κοινωνικοοικονομικό ιστό και να αναπτύσσουν και άλλες δραστηριότητες πέραν του τουρισμού; Να βρίσκεις μερικά τοπικά αγροτικά προϊόντα, να μπορείς να αγοράσεις καμιά χειροτεχνία, να έχεις την επιλογή ενός μπακάλικου βρε αδελφέ ή κάνα μουσειάκι με την ιστορία ή την τοπική αρχιτεκτονική; Άλλα φαίνεται πως πάλι πολλά ζητάω και κανείς δεν συμμερίζεται τις δικές μου ανησυχίες. Μήτε το καγιέν, μήτε η μπεμβέ.


Ας είναι! Το Πάπιγκο και πέραν από το ως άνω (προσωπικό) παράπονο παραμένει στη λίστα μου με τα δέκα ομορφότερα χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας. Και μου υπενθυμίζει πόσο πολύ άσχημη είναι η δική μου καθημερινότητα, πεντακόσια τρία χιλιόμετρα νοτιότερα, μέσα στη μιζέρια και την κακογουστιά της πολύπαθης πρωτεύουσας.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Τα σύννεφα πάνω από τη Γλασκώβη


Όταν ξεκινάει να βρέχει στη Γλασκώβη, θαρρείς και ξεχνάει ο Θεός να κλείσει τη βρύση. Μουλιάζει ολάκερη η πόλη, ποτίζουν βαθιά οι πέτρες και η άσφαλτος, φθάνει να βρέχεται ακόμη και το μέσα σου. Νυχτώνει και νωρίς εκεί αψηλά στο σκωτσέζικο Βορρά, το μουντό σπανίως φεύγει από πάνω σου.


Την απολαμβάνω αυτή τη μελαγχολία. Ίσως γιατί είμαι χορτασμένος από λιακάδες. Ίσως γιατί δεν την έχω ζήσει πολύ και μου φαίνεται αλλιώτικη. Αλλά μ'αρέσει, πάντοτε μ΄άρεσε. Κόλλησα το πρόσωπό μου στο τζάμι, παρατηρώντας στοχαστικά τις σταγόνες να γαντζώνονται απάνου κι ύστερα να κυλούνε παραδομένες στη βαρύτητα. Κι από πίσω να καδράρονται οι πίνακες της πόλης. Υπέροχες αυτοσχέδιες υδατογραφίες.


Όταν κάπως κόπασε η καταιγίδα, κατέβηκα από το λεωφορείο και το πήρα ποδαράτο. Κάποιοι φορούσαν ελαφριά ρούχα κι εγώ πραγματικά τουρτούριζα μέσα από το διπλό πουλόβερ μου. Άσε που έσταζε συνέχεια ο ουρανός πάνω μου και μήτε μπορούσα ν'ανοίξω την ομπρέλα από τον αέρα που σε κάθε γωνία με γάζωνε με ψυχρές ριπές. Κοίταξα με απορία τον έφιππο. Του τ'αναγνωρίζεις το οριτζινάλιτι στην προσπάθεια να καλύψει το κεφάλι του.


Θα το πω ευθαρσώς κι ας με κακοχαρακτηρίσεις: παρότι εγώ τη βρίσκω γοητευτική, η Γλασκώβη δεν είναι αντικειμενικά χαρούμενη πόλη. Θες που τη βαραίνει το βιομηχανικό της παρελθόν; Θες που σε μια ώρα δρόμο, βρίσκεσαι στο Εδιμβούργο και κάθε σύγκριση μαζί του, σε πληγώνει; Αν δεν μένεις εδώ, δύσκολα θα σε βγάλει ο δρόμος. Κι αν εντέλει σε βγάλει, είτε που θα έχεις έρθει για σπουδές, είτε που θα έχεις έρθει για ψώνια.


Ναι, για ψώνια. Διότι η πόλη διαθέτει σε αφθονία δύο πράματα: φθηνές, μεθυσμένες αγγλίδες και γκλάμουρ εμπορικά κέντρα. Και μετά την απογευματινή χάπι άουαρ, τα δύο ως άνω πράματα συνδυάζονται. Διότι θέλει και η αγγλίδα μετά τα μπιρόνια της, να πάει να κοιτάξει καμιά βιτρίνα, μπας συνδυάσει κάνα ψηλοτάκουνο γοβάκι με το ζουπερμίνι που αποκαλύπτει τα άσχημα πόδια της και το στενό μπλουζάκι που δεν συγκρατεί την κοιλιά της.


Και παρότι οι υγροί δρόμοι φαίνονται έρημοι, παραδίπλα στενάζουν τα καταστήματα στα εμπορικά πολυόροφα μεγαθήρια. Στο Buchanan και το St Enoch. Έχει αναπτύξει η πόλη τις άμυνές της απέναντι στον καιρό. Λειτουργεί εσωτερικά σε έναν παράλληλο κόσμο.


Στα σύντομα διαλείμματα ανάμεσα στη βροχή, οι κεντρικοί πεζόδρομοι αποκτούν και πάλι κίνηση. Λίγο πριν νυχτώσει, παρέες φοιτητών, νεαρά ζευγάρια, εργαζόμενοι που μόλις σχόλασαν και ηλικιωμένοι με κόκκινα μάγουλα και ανοιχτά σκωτζέζικα χαρακτηριστικά, σουρταφέρνουν για να κάμουν τις δουλειές τους ή να χωθούν σε κάποια παμπ, πριν καταλήξουν στο σπίτι τους. Όλα τελειώνουν νωρίς σε ετούτη δω την πόλη.


Επέστρεψα κι εγώ νωρίς στο δωμάτιό μου. Άνοιξα το παράθυρο ν'αεριστεί ο χώρος, κοίταξα απέξω τις στέγες. Παρατήρησα ξανά τις γωνίες και τις κόχες. Τις καμινάδες και τα παράθυρα. Κάτω από τις πυραμιδωτές τζαμαρίες βρίσκεται ο πολύβουος κεντρικός σταθμός. Ευτυχώς δεν ακούγεται τίποτα ως εδώ πάνω. Μονάχα τα πουλιά. Και οι σταγόνες της βροχής που χτυπάνε πάνω στις μεταλλικές επιφάνειες.


Κι ύστερα εντελώς αναπάντεχα, ο γκρίζος ουρανός φωτίστηκε. Ένα τολμηρό ουράνιο τόξο στεφάνωσε τις στέγες και άλλαξε ολωσδιόλου τα χρώματα.


Τα μονίμως μουντά κτήρια απέναντι από το παράθυρό μου, βρέθηκαν να λαμπιρίζουν μέσα στο γκρι τους φόντο. Σα να ήθελαν κάτι ευχάριστο να μου πουν. Τους χαμογέλασα κι εγώ. Με όλη μου την ψυχή.


Έκλεισα το παράθυρο για να προφυλαχθώ απ' τ'αγιάζι, τράβηξα τις κουρτίνες και χάθηκα μέσα στα ζεστά μου παπλώματα.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Pinguvision 2012


Όπως ξεύρεις το πτηνό είναι επιρρεπές στις μεγάλες διοργανώσεις, τύπου Μουντιάλ, Γιουροβίζιον, Καλλιστεία Μις Πελοπόννησος. Εξού και απεφάσισε να διοργανώσει έναν καινούργιο ολόδικό του διαγωνισμό τραγουδιού, ανοιχτό ουχί μόνο σε ευρωπαϊκές χώρες (πασέ) αλλά σε όποιον γουστάρουμε -διότι και τι να τον εκάμεις ένα διαγωνισμό, αν δεν βάζεις τους δικούς σου όρους. Το μόνο που έχεις να κάμεις εσύ αγαπημένε αναγνώστα, είναι να ακούσεις προσεκτικά τα τραγούδια και να ψηφίσεις για να μας πεις που παν οι ντουζ πουά και που παν τα τέσσερα.

Εκουαδόρ



Η πρώτη διαγωνιζόμενη χώρα για εφέτος είναι το μακρινό Εκουαδόρ, που ως γνωστόν φημίζεται για τις μπανάνες και το υψηλό του υψόμετρο. Πράγμα που μπορείς να μαντέψεις και από το χορευτικό, το οποίο και αποδίδεται βασικά στην έλλειψη οξυγώνωσης του εγκεφάλου. Επειδής οι τέσσερις αρτίστες είναι και λίγο ντροπιάρες, φορούν διακριτικές μάσκες στα μάτια για να μην τις αναγνωρίσουν στο χωριό και τις βάλουν ν'αρμέγουν λάμα.

Γουατεμάλα


Αυτή δεν είναι γυναίκα, είναι κομπρεσέρ! Το άσμα επαναλαμβάνει ένα βάι-βάι (ενίοτε σαν γαργάρα), αλλά μεταξύ μας, δεν στέκεσαι στο στίχο, αλλά στη ζουμπουρλούδικη διάθεση. Στο τέλος του τραγουδιού, η αρτίστα παραδίδει μαθήματα του κώλου. Όχι αλήθεια δες και μόνος σου! Γουατεμάλα μου, εσύ!

Αυστρία



Για να της πάει καλά η μέρα, η Αντωνία κάθε πρωί αρμέγει την κατσίκα και βαράει ένα μπότοξ. Το άλογο που τρώει τάχα-μου αμέριμνο το σανό δίπλα στην τραγουδιάρα, δεν βρίσκεται καθόλου τυχαία στο κλιπ. Ακολουθεί γύρισμα ταινίας ερωτικού περιεχομένου με την Αντωνία και το άλογο να καλπάζουν στα λειβάδια. Ως και η Χάιντι θα χλιμίντριζε.

Γερμανία



Με ένα νοσηρό τρόπο, η συμμετοχή της Γερμανίας περιέχει αναφορές στην τιρολέζικη παράδοση, τους Village People και τη Lady Gaga ταυτόχρονα. Ο καλλιτέχνης τον ρουφάει τον αφρό (της μπύρας πάντα), το μασάει το μπρέτσελ, το ψήνει το λουκάνικο. Μπάντεν Μπάντεν και μπάντεν σκύλοι αλέστεν.

Ινδία


Εντάξει, είναι γνωστή η αδυναμία που έχω στο Μπόλιγουντ (που παίζει να είναι και η ανώτερη μορφή τέχνης, μαζί με το κολάζ από κοχύλια), αλλά εδώ πραγματικά ο Ινδός ξεπερνά τον εαυτό του. Αφενός, έχουμε το πιασάρικο ρεφρέν, αφετέρου την αισθαντική φωνή της αρτίστας (που ακούγεται σα να τρίζεις κιμωλία) και αφετρίτου, το ζουπεργουάου χορευτικό που απλώς τα σπάει. Μεγάλο φαβορί το άσμα, καθώς κινείται στα όρια της υπερπαραγωγής και του εξτρατερέστριαλ.

Λιβάνος



Εδώ έχουμε στόρι: νήπιο χτυπάει την πόρτα του υπνοδωματίου των γονιών γιατί θέλει να κοιμηθεί μαζί τους, αλλά η μαμά του (που κι εσύ θα ήθελες να κοιμηθείς μαζί της) δεν μασάει από τέτοιες μαλαγανιές και κρατάει χαρακτήρα. Η πρώτη σημαντική διαπίστωση είναι ότι η μαμά κοιμάται με φουλ μέικαπ και βραδυνή τουαλέτα. Που σε εκπλήσσει διότι ας πούμε, της Νίνας Λοτσάρη, της το είχες. Της μέσης αραβίδας με την καμία. Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι το νήπιο δεν είναι ένα τυχαίο παιδί, αλλά τίποτις κληρονόμος του εμίρη, διότι αυτό δεν είναι σπίτι αλλά τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Και τρίτον, ότι αν προσέξεις τα λόγια καταλαβαίνεις διάφορα πράγματα χωρίς να μιλάς γρι αραβικά. Όπως το "Mama, don't worry", το "χαλάς, χαλάς, χαλάς" και το "αϊ σιχτήρ βρωμόπαιδο, μας έφαγες τον ύπνο!"

Καναδάς



Στον Καναδά υπάρχει μεγάλη στέρηση. Εξού και o Λαλάκης απεφάσισε να κάμει τις δυόμιση σκέψεις του, τραγούδι. Που τελοσπάντων μπορεί αρχικώς να σου φανεί πρωτόλειο, αλλά αν το προσέξεις καλύτερα, πρόκειται για ένα αριστούργημα του μινιμαλισμού. Ο Λαλάκης με απλό και κατανοητό τρόπο, ξεδιπλώνει ένα πολύ σπουδαίο συλλογισμό για τις σχέσεις των δύο φύλων, πετυχαίνοντας να βγάλει από τα ρούχα τους πολλές φεμινίστριες -αλλά έτσι κι αλλιώς, αυτός ήταν ο στόχος του εντελώς κυριολεκτικά! Σόου μι γιουρ τζένιταλς, γιορ τζένιταλς. Yo!

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι


Θα σου το πω ευθαρσώς και πες με σνομπαρία! Εγώ τον Πειραιά καθόλου δεν τον εσυμπαθούσα. Θες που ήταν ένα σκασμό στάσεις μακριά μου; Θες που πάντοτε μπερδευόμουν στους δρόμους και δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τους κολπίσκους του; Θες που δεν είμαι Ολυμπιακός, αλλά σε καμία περίπτωση; Θες που δεν είμαι πτηνό του λιμανιού, αλλά του σκοινιού και του παλουκιού; Μία απ'όλα θα πάρω -και μην ξεχάσεις να βάλεις κρομμυδάκι και μουστάρδα!


Τελευταία όμως κάτι έχει αλλάξει στη σχέση πτηνού και λιμανιού. Έτυχε να την επερπατήσω περισσότερο την Πειραϊκή, να τους παρατηρήσω περσσότερο τους ανθρώπους της, να τη νιώσω πιο δικιά μου τη μελαγχολία του λιμανιού, να τρυπώσω με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στα στενά δρομάκια. Στου Προφήτη Ηλία τα σοκάκια, τα βραδάκια περπατούσαμε, μου γελούσες, πόσο μ'αγαπούσες. 


Κι έτσι απλά ανακάλυψα όλα εκείνα που δεν έβλεπα. Και θα σου τα πω, γιατί τ'αγάπησα και τα νοιάζομαι πια ωσάν ακριβή μου περιουσία.


Πρώτον, τα αρχοντικά. Θα μου πεις, σε τι χάπια έχεις πέσει ωρέ πτηνό και δεν βλέπεις τις συνωστισμένες πολυκατοικίες; Τις βλέπω. Αυτές έβλεπα μια ζωή και κακοχαρακτήριζα τον Πειραιά. Εκεί είναι ακόμα, σκονισμένες και κακογερασμένες και άσχημες, πολύ άσχημες. Αλλά ανάμεσά τους βρίσκονται κι εκείνα τα νεοκλασικά. Τα όσα απέμειναν από τις όποιες παρελθούσες δόξες της πόλης.



Άλλα φροντισμένα, άλλα ρημαγμένα, όλα τους γοητευτικά και καλαναθρεμένα. Στέκουμαι απέξω τους και τα κοιτώ, σχεδιάζω στο νου μου τις αρχιτεκτονικές τους φόρμες, τα διακοσμητικά τους στοιχεία, τα μπαλκονάκια με τα μαρμάρινα στηρίγματα, τα γκρίζα και πετρόλ παντζούρια τους.


Ύστερα, κάτι άλλο που έμαθα να συλλέγω στο μυαλό μου είναι οι πινακίδες. Οι ταμπέλες ντε! Κάποιες είναι ξεχασμένες από το θεόπαλια, με εκείνες τις vintage γραμματοσειρές, με τις δασείες και τις περισπωμένες τους.



Οι περισσότερες είναι απλές, με μεγάλους μπολντ χαρακτήρες και καθαρά χρώματα. "Τυριά!" Το διαβάζεις και σου'ρχεται η μυρουδιά από βαρελίσια φέτα. Από γραβιέρα Νάξου και κρητική μυζήθρα.



Αποθήκη ψιλικών-χαρτικών-καλλυντικών. Από πάνου το ρεμπέτικο ασκέρι. Κι ανάμεσα το μεταλλικό στέγαστρο που κάθεται στα καγκελωτά στηρίγματά του.



Και τα περίφημα Ναυτικά Χρονικά. Η ιστορική έκδοση που εδώ και δεκαετίες συνομιλεί με το λιμάνι, τους ναυτικούς και τους εφοπλιστάδες του. Γαλάζιοι και λευκοί τοίχοι, παλιακά τζάμια που βλέπεις μέσα τους την απέναντι πολυκατοικία.



Ο μοντερνισμός ήλθε και προσέθεσε ένα ακόμη παράταιρο στοιχείο στο αστικό τοπίο της πόλης. Τα γυάλινα κτήρια που θέλησαν κάποτες να μετατρέψουν τον Πειραιά σε Μανχάταν του Αργοσαρωνικού, ουδέποτε χωνεύτηκαν από την πραγματικότητα του λιμανιού. Και στέκονται σήμερα μάλλον ενοχικά για να καθρεπτίζουν την αντίκρυ παρακμή.



Κάπου εκεί συναντάς και το αναπάντεχο. Να ας πούμε, αυτήν εδώ από πάνω δεν την ελές πολυκατοικία, αλλά τελείωμα κρουαζιερόπλοιου. Παρακαλούμε να ελέγξετε τα σωσίβια κάτω από το κάθισμά σας και τις σωστικές λέμβους.


Υπάρχει και κάτι άλλο στον Πειραιά που όταν ήμουν μικρός δεν εκτιμούσα, αλλά τώρα ως και το αγαπώ: η θλίψη του. Η παρακμή και το άφημά του. Το γεγονός ότι η βρώμικη τέντα κρέμεται μισοσκισμένη, το ρολό έχει αλλάξει χρώμα από την πολυκαιρία, ο τοίχος έχει ξεφτίσει και φαίνεται ο σοβάς του. 


Μα τι ντεκαντάνς καταστάσεις είναι ετούτες, θα σπεύσεις να αναρωτηθείς! Έλα Χριστέ και Κύριε, που θα καθόμαστε να βλέπουμε την αποσύνθεση και να παραλυρούμε, λες κι είμαστε τίποτις κουλτουριάρηδες της συνομοταξίας ταγάρι, το γένος φούντα, μη-χειρότερα. 


Βεβαίως και θα προτιμούσα να ήσαν όλα φροντισμένα. Να έλουζε το φως ουχί παρατημένα κτήρια και εγκαταλελειμένα γιαπιά, αλλά όμορφες αυλές, φρεσκοβαμένα νεοκλασικά, καθαρά πεζοδρόμια και καλοφροντισμένα παρτέρια. Αλλά πες-με ρομαντικό, πες-με και αλαφρόμυαλο, ακόμη κι έτσι, βρίσκω μία σαγήνη σε ετούτο εδώ το μέρος, το αντικειμενικά άσχημο.


Πάνω απ'όλα όμως, ξεύρεις τι μ'αρέσει τόσο πολύ στον Πειραιά; Η ερωτική του σχέση με τη θάλασσα. Που τον γυροφέρνει και τον τραβολογά. Που παρεισφρέει μέσα του και όλο τον γητεύει. Ένα μέρος τόσο ευλογημένο από τη γεωγραφία, είναι πράγματι κρίμα να κακογερνάει από την ανθρώπινη αλητεία. 


Ακόμα κι έτσι όμως, ωσάν κοιτάς τη θάλασσα να σου μιμείται τους καιρούς, νιώθεις το νόστο τον πικρό, σαν κάθε σου λιμάνι. Πώς το λέει εκείνο το τραγούδι του Καζαντζίδη; "Γεια σου Πειραιά αθάνατε, απόψε κάνω γιούρια, στη Ζέα, στα Λιπάσματα και στα γνωστά Ταμπούρια". Έτσι.