Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Τι δεν έμαθα στο σχολείο!


Έχω πατήσει ντιλίτ κι έχω αδειάσει και τον κάδο ανακύκλωσης. Διότι κι αν έχω ακόμα να θυμηθώ μερικές συμπαθητικές στιγμές και δυοτρείς ευσυνείδητους δασκάλους, όταν κάμω τη σούμα είναι τόσες οι ασχήμιες, τ'ατοπήματα και οι παραλείψεις, που μπορώ να σου χτίσω κέις που θα ρίξει το ελληνικό σχολείο σε ισόβια κάθειρξη, να κάμει παρέα στο Βλαστό, τον Παπαγεωργόπουλο και τον Κακλαμανάκη που'χει ντούγκλας στο μουστάκι.

Θα σου το πω όπως το αισθάνομαι: εφιάλτης ήταν το σχολείο και καταναγκασμός -κι αν ακόμα ήμουν ανέμελος πιτσιρικάς τότες και δεν είχα να πονοκεφαλιάζω με τον βιοπορισμό μου και τα προβλήματα του κόσμου των ενηλίκων, μήτε να διανοηθείς να μου προτείνεις να γυρίσω με τη χρονομηχανή και να ξανα-υποστώ αυτή την άθλια περίοδο. Ζαμέ!

Τι να σου πρωτοθυμηθώ; Την παπαγαλία για να περάσω στις πανελλήνιες; Τα φροντιστήρια που με είχανε φάει οι δρόμοι να πηγαίνω με το λεωφορείο πέρα-δώθε δώδεκα στάσεις μέχρι τη Στουρνάρα και την πλατεία Κάνιγκος (ναι, ξεύρω: πλατεία Κάνιγκ είναι, αλλά ούτε αυτό μού το έμαθε το σχολείο); Τα ξενύχτια του διαβάσματος για τις άπειρες εξετάσεις και τα διαγωνίσματα (μην ξανακούσω να μου πεις τη φράση "βγάλτε-μια-κόλλα-χαρτί", γιατί θα σε αρχίσω στις ραμφιές!) -που αν έχεις το Θεό σου, τελείωνα κατά τις 11 με 12 το βράδυ και έβαζα το ξυπνητήρι στις 5 και μισή τα ξημερώματα, για να συνεχίσω! Τις ώρες που έχω θυσιάσει από τη ζωή μου για να αποστηθίσω στα θρησκευτικά, σελίδες επί σελίδων αερολογίας για τη βασιλεία των ουρανών; Τα εντελώς θεωρητικά μαθηματικά με τις παραγώγους και τα ολοκληρώματα, που ακόμα περιμένω να δω πού ακριβώς θα χρησιμοποιήσω στη ζωή μου; Τη φιλόλογο που βαριόταν σαν έμπαινε η άνοιξη, μας έβαζε να διαβάζουμε μόνοι μας και καθόταν στο έδρανο με τα γυαλιά ηλίου; Τον παπά που έσκιζε τα τετράδιά μας γιατί δεν του άρεσε ο γραφικός χαρακτήρας του Γιαννάκη και της Τασούλας; Τον φυσικό που έβγαζε το μπλοκάκι με τα ονόματα και κούναγε απειλητικά το στυλό του για το ποιον θα σηκώσει για να ξευτιλίσει στον πίνακα; Τη γυμνάστρια πενηνταπέντε ετών με την κοιλούμπα που περιοριζόταν σε δύο κινήσεις: (α) σας δίνω τις μπάλες στην αρχή της ώρας, (β) σφυρίζω σαν τον Ποπάι για να μου τις φέρετε πίσω στο τέλος της ώρας. Δεν συνεχίζω, γιατί είμαι βέβαιος ότι έχεις κι εσύ να αραδιάσεις κάμποσες μαύρες μέρες που πέρασες στα θρανία. 

Θα μου πεις, όλα μαύρα; Όχι. Υπήρχε προφανώς και η αλέγκρα η διάθεση, τ'αστείο και η σαχλαμάρα, το "χόρευε τουίστ, χόρευε τρελά, χόρευε τουίστ κι όλα θα παν καλά"! Υπήρχαν οι -δυστυχώς μετρημένοι στο ένα χέρι- καλοί δάσκαλοι (και οι εξαιρετικά καλοί δάσκαλοι), υπήρχαν οι εκδρομές, υπήρχαν οι παρέες. Αλλά το σχολείο καθ'αυτό -και επέτρεψέ μου εδώ να γενικεύσω κι ας αδικήσω τους άξιους ανθρώπους που κάμουν με μεράκι τη δουλειά τους- είναι στην Ελλάδα μία παταγώδης αποτυχία: μία μεγάλη μπαλαφάρα! 



Ναι, θα σου εξηγηθώ. Διότι είκοσι σχεδόν χρόνια μετά, δικαιούμαι νομίζω να κάμω κάποιες διαπιστώσεις. Για τα όσα δεν μου έμαθε το σχολείο. Ενώ θα όφειλε.

Πρώτον, ξένες γλώσσες. Σ'αγαπώ ελληνικά, ίο τε αμο ιταλικά, ζε βουζ εμ φραντσέζικα, άι λαβ γιου εγγλέζικα. Κι αν σήμερα ομιλώ και καταλαβαίνω πεντέξι γλώσσες, ούτε μυρουδιά δεν πήρα ποτέ στο σχολείο. Έμπαινε η γαλλικού στην τάξη και ρώταγε με ύφος και αξάν από τα Δρυμίγκλαβα, "κι βε αλέ ο ταμπλό;" και όλοι κοιταζόντουσαν ωσάν να είδαν το άλιεν! Όπως καταλαβαίνεις, το μάθημα γινόταν με τους δυοτρείς που ξεύραμε το παρλεβού φρανσέ από το φροντιστήριο και οι υπόλοιποι διαβάζανε άλλα επιμορφωτικά αναγνώσματα (το Κλικ, το 01, τη Σούπερ Κατερίνα).

Δεύτερον, αγωγή. Και δεν εννοώ φυσική αγωγή, προτάσεις, ανατάσεις, επικύψεις, πέστε κάτω για πουσάπς. Αλλά σου ομιλώ για καλή αγωγή. Τρόπους, πώς το λένε; Θα μου πεις, αυτό είναι μέλημα της οικογένειας, στο σχολείο πάμε για να μάθουμε βου και α, βα. Αλλά θα διαφωνήσω μαζί σου κάθετα: το σχολείο είναι -ή θα έπρεπε να είναι- εξίσου υπεύθυνο για τη διαπαιδαγώγηση της πιτσιρικαρίας. Ζαμπούνης; Ναι, Ζαμπούνης! Να μάθει κανείς πότε πρέπει να μιλάει, πώς πρέπει να απευθύνεται στους άλλους, γιατί σεβόμαστε τους κανόνες και γιατί δεν γράφουμε στον τοίχο, δεν καίμε το βιβλίο, δεν βρίζουμε, δεν ασχημονούμε, δεν κάμουμε κατάληψη, δεν τραβάμε την κοτσίδα της μικρής Αννούλας. 

Τρίτον, μέθοδος. Μόλις στο τέλος του Πανεπιστημίου, άρχισα να αντιλαμβάνομαι τη σημασία της. Είναι η γνωστή κλισέ ρήση που λέει πως δώσε μου ψάρια και θα χορτάσω σήμερα το βράδυ, μάθε με να ψαρεύω και θα είμαι χορτασμένος μια ζωή. Ε λοιπόν, η μασημένη, στεγνή και αγέλαστη πληροφορία, δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε γνώση που να χτυπιούνται κάτω δεκαεφτά μαθηματικοί και δώδεκα φιλόλογοι. Πρέπει να μου δείξεις πώς αναζητώ τις πληροφορίες, πώς τις οργανώνω και πώς τις χρησιμοποιώ πρακτικά για να βελτιώσω τη ζωή μου και τον εαυτό μου. Έλεος δηλαδής με την αποστήθιση και την εμμονή με το βιβλίο ("σήμερα έχετε από τη σελίδα 45 ως τη σελίδα 47" -κι εσένα γιατί σε έχουμε κυρά-μου, για σελιδοδείκτη;).

Τέταρτον, λετς χαβ φαν. Η γνώση είναι μία από τις δυοτρεις μεγαλύτερες απολαύσεις στη ζωή. Και ξεύρεις κάτι; Είναι διασκέδαση, δημιουργικότητα, φαντασία, ενθουσιασμός, περιέργεια. Είναι παιχνίδι, γαμώτο! Αλλά το ελληνικό σχολείο δεν έχει μέσα του τίποτε από όλα αυτά. Δεν έχει καθόλου χαρά. Δεν έχει καθόλου γέλιο. Δεν έχει φαντασία, μήτε δημιουργικότητα. Και κάπως έτσι διαμορφώνει τους ζοχαδιασμένους, ημιμαθείς πολίτες του αύριο -που μονάχα η προσωπική τους έφεση ή η έγνοια των γονιών τους και κάποιων δασκάλων που με προσωπική προσπάθεια έχουν τυχόν φυτέψει ένα σπόρο περιέργειας μέσα στα μυαλουδάκια τους, μπορεί και να τους οδηγήσει αύριο-μεθαύριο στο να επιστρέψουν στη γνώση. Και να την ανακαλύψουν επιτέλους. Οι υπόλοιποι, καταδικασμένοι. Στο να μην πάρουν ποτέ πρέφα. Τη χαρά του να μαθαίνεις, να επισκέπτεσαι ένα μουσείο, να παρακολουθείς μία παράσταση, να διαβάζεις ποίηση, να ψάχνεις πηγές σε μία βιβλιοθήκη, να κάμεις μία έρευνα και να σου αποδίδει ένα αποτέλεσμα.


Εψές το βράδυ, περπατώντας στην Πάτρα, διάβασα ετούτο το σύνθημα. "Το σχολείο παραμένει φυλακή, ακόμα και με γκράφιτι". Και παρότι θα'θελα πολύ να κάτσω με αυτόν τον πιτσιρικά και να του εξηγήσω ότι χελόου, δεν γράφουμε στον τοίχο λέμε, συνειδητοποίησα ότι δεν έχω σχεδόν κανένα επιχείρημα για να τον πείσω ότι η ουσία της δήλωσής του είναι λάθος.

Κατηγορώ το σχολείο. Για όλα όσα δεν μου έμαθε. Για τις πόρτες που δεν μου άνοιξε. Για το χάσιμο της ευκαιρίας. Το κατηγορώ. Για την αποτυχία του στο να δείξει σε ένα μικρό παιδί, πόσο υπέροχο είναι το ταξίδι της ζωής.

Δώσε τραγούδι.



Σημείωση: Το κείμενο αυτό το αφιερώνω στη Νάσια. Πρώτον, γιατί ανήκει σε εκείνη την εξαιρετική κατηγορία δασκάλων που διασκεδάζουν αυτό που κάμουν και φροντίζουν να του προσθέσουν χαρά και κέφι. Δεύτερον, γιατί με προκάλεσε να της μιλήσω για τα σχολικά μου χρόνια (βασικά τιμωρία μου έχει βάλει, αλλά ξεγλύστρισα ωσάν πτηνό παμπόνηρο και μόρτικο που είμαι κι έκαμα πιο γενικό σχόλιο!). Και τρίτον, γιατί ξυπνάει από τ'αξημέρωτα και με διαβάζει, πριν καλά-καλά πιει τον καφέ της και μασουλήσει το κουλουράκι της. Και εκτιμώ την κάθε της καλημέρα. Μπονζούρ, Νάσια! 

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Πάμε για βαρκάδα ίσαμε την πελάδα!


Ένα από τα πρώτα πράματα που μαθαίνει κανείς στο γραμμικό σχέδιο, είναι το σημείο φυγής -η νοητή εκείνη κουκίδα στον ορίζοντα, όπου συναντώνται όλες οι γραμμές. Οι πραγματικές και οι νοητές. Σαν άσκηση προοπτικής είναι ετούτος ο δρόμος. 


Στ'αριστερά μου η λιμνοθάλασσα της Κλείσοβας. Φαίνεται στο βάθος η επιβλητική Βαράσοβα, ο ασβεστολιθικός όγκος που κάποτες λεγόταν και Άγιο Όρος της Ρούμελης γιατί είχανε σιάξει εκεί τα κονάκια τους πολλοί μοναχοί. Για να καταλάβεις, πέρα από την άλλη πλευρά της είναι το Αντίρριο. Και η γέφυρα. Και η Ναύπακτος.


Ξοπίσω μου, το Μεσολόγγι. Το τελευταίο που σε αποχαιρετά σαν μπαίνεις στο δρόμο, είναι το ξενοδοχείο Θεοξένια. Άντε και κάνα κοπάδι βαλτόπαπιων, καμία τσίχλα ή κανένα αργυροβροχοπούλι -ξαδέλφια μου όλα, αγαπημένα. 


Και μπροστά μου ο δρόμος μέσα στη λιμνοθάλασσα. Που εκτείνεται περί τα πέντε χιλιόμετρα και είναι απόφαση το να τον επερπατήσεις. Αν αναρωτιέσαι πώς βρέθηκε εδώ δρόμος, θα σου τη λύσω εγώ την απορία: έπεσαν επιχωματώσεις, με υλικά που προέκυψαν από την εκσκαφή του λιμανιού του Μεσολογγίου. Όχι επί Σημίτη, μήτε επί Καραμανλή. Το 1885, δεν είχες γεννηθεί λέμε.


Δεξιά κι αριστερά σου θάλασσα. Ρηχή αλλά πλούσια σε αλιεύματα. Ετούτος ο τόπος ζει αιώνες από τα κοπάδια των ψαριών που τριγυρνάνε στα ζεστά νερά του κόλπου. Το ίδιο και τα πουλιά. Αμέτρητα πουλιά που μασουλάνε φρέσκο ψαράκι και φχαριστιέται το ράμφος τους.



Να και μια πελάδα! Έτσι λέμε εδώ τα σπιτάκια πάνω στους πασάλους. Που χτίζανε οι ψαράδες για να έχουν ένα κατάλυμα όταν έπιανε το μπουρίνι ή όταν χτικιάζανε από τη ζέστη μέσα στο λάλαρο. Να δέσουν τη βάρκα τους και να ξαποστάσουν.


Κι αν σου φέρνει στο νου, τα σπιτάκια στο νεολιθικό οικισμό του Δισπηλιού στην Καστοριά, είναι γιατί μοιάζει. Σωστός ο συνειρμός σου! Οι ψαράδες εδώ έσιαχναν πελάδες έως πριν λίγες δεκαετίες. Ιμπρέσιβ δεν είναι; Από τη νεολιθική εποχή μέχρι σχεδόν στα σήμερα, ελάχιστα άλλαξαν στην παραλίμνια ανθρώπινη παρουσία.


Με αυτές τις σκέψεις, στάθηκα και χάζεψα τους διάφορους τρόπους αλιείας. Είδα κι έναν ψαρά πέρα μακριά, να περπατάει με το νερό ίσαμε τους μηρούς του. Πατώνεις; Πατώνω.



Στα μισά της διαδρομής, υπάρχει και παραλία. Με σήμα τον αργυροπελεκάνο. Όχι σκουπίδια, όχι χαρτικά, σε θάλασσες και ακτές.


Μία αμμώδης γλώσσα ξεκινάει από το δρόμο και το παίζει τουρίστικ πλαζ. Εντάξει δεν είναι Σαν Τροπέ (αν και μεταξύ μας, ούτε το Σαν Τροπέ είναι πολύ σπουδαίο), αλλά τα καλοκαίρια υπάρχει εδώ κάμποσος κόσμος που κάμει τα μπάνια του.


Τώρα βέβαια, Φλεβάρη μήνα, δεν το λες και χαρά Θεού.


Σταμάτα να χαζεύεις τριγύρω, φθάνουμε στον τελικό μας προορισμό. Εκεί που σταματά κι ο δρόμος. Ένα μικρό ψαροχώρι που κάποτες ήταν νησί. Το λέμε Τουρλίδα κι είναι τελοσπάντων, ιδιαίτερο. Εδώ ήθελα να σε φέρω.


Είναι ένας οικισμός από πελάδες. Νερό παντού και σπίτια απάνου σε πασάλους, ζωσμένα με καλαμιές και φοινικόδεντρα.  


Κάποιες εξ αυτών είναι σχετικά παλιές και κακοδιατηρημένες. Έχουν σαπίσει τα ξύλα τους, έχει ξεφτίσει το χρώμα τους και στέκουν λιγάκι άχαρες και ξεπεσμένες. 


Άλλες πάλι είναι καινούργιες. Κάποιες μάλιστα, καλοφροντισμένες και φρεσκοβαμμένες.


Μη γελιέσαι, δεν είναι αληθινές πελάδες. Είναι τύπου. Δήθεν, πώς το λένε; Στην πραγματικότητα, πρόκειται για εξοχικές βιλίτσες Μεσολογγιτών και περιβάλλονται από φράχτες κι έχουν και υποτυπώδεις κήπους. 


Παρότι ο κάνναβος της βάσης στέκεται απάνου σε πασσάλους (δεν γίνεται κι αλλιώς, πλατσουρίζει στα νερά ολάκερος ο τόπος), το λοιπό οίκημα είναι λυόμενο με στέγη ελενίτ ή κεραμοσκεπή. Ακόμη και σε αυτό το μέρος, το τέρμα Θεού και λιμνοθάλασσας, έσπευσε η νεοελληνική κακογουστιά να αυθαιρετήσει και να επιβάλει την βαρβαρότητά της.


Μακριά μέσα στο νερό, ένα κοπάδι φλαμίνγκο. Χαιρετούν με τους λεπτόλιγνους λαιμούς τους τα σύννεφα και επιδίδονται στον ερωτικό τους χορό. Έρχεται η Άνοιξη.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Αιτωλικό στοπ



Έλα, σε παίρνω από το νησί! Σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο είμαι, λιγάκι σούρεαλ το μέρος, θα σου τα πω. Όχι με πλοίο ντε, με το αμάξι ήρθα -ένώνεται με γέφυρες. 


Αν είναι ωραίο; Δεν ξεύρω πώς να σου το απαντήσω αυτό σου το ερώτημα. Ωραίο δεν είναι ακριβώς, όχι ωραίο δεν είναι. Αλλά έχει ενδιαφέρον. Να, ας πούμε διαθέτει πολλά παλιά σπίτια. Αλλά τα περισσότερα είναι φτωχά και τελείως αφημένα. 


Μην ξεγελιέσαι με το νικνέιμ "Μικρή Βενετία". Κάποτες μπορεί και να ίσχυε ο χαρακτηρισμός, καθώς τα νερά της λιμνοθάλασσας εισχωρούσαν ανάμεσα στα σπίτια και σχημάτιζαν όρμους και δαντελωτά κανάλια. Αλλά σήμερα μήτε κανάλια θα δεις, μήτε όρμους. Το μπάζωσε όλα ο Παπαδόπουλος. Όχι αυτός με τα μπισκότα μη-χειρότερα, ο άλλος ο χούντας. Ναι, τρομερά υψηλής αισθητικής ήταν ο μακαρίτης, δεν το συζητώ!



Ε, τι να σου κάμει και το νησί; Μετά από τόσες επιχωματώσεις, έλαβε οικοπεδική έκταση. Ήρθε και μεγάλωσε, άλλαξε το ποιόν του.


Παραμένει όμως από τα πιο πυκνοκατοικημένα νησιά της Ελλάδας. Κι ας μην το θυμάσαι εσύ, όταν μνημονεύεις τα νησιά της χώρας. Πέντε χιλιάδες κάτοικοι, παρακαλώ!


Έβρεξε κιόλας πριν λίγο, γιόμισε η πλατεία του νερά. Μας έχει μουλιάσει ο βρωμόκαιρος αυτές τις μέρες! Τι; Όχι δεν έχει κόσμο! Οι μόνιμοι κάτοικοι τριγυρνάνε μονάχα τέτοια εποχή -άντε και τίποτις τουρίστες για μπέρντ γουότσινγκ. Που βλέπουν τα πουλιά ντε! Το παπάκια στη σειρά που χορεύουνε τρελά, μες της λίμνης τα νερά κουακ κουακ κουακ κουακ κουακ!


Το έχεις στο μυαλό σου για μικρό και υποτιμάς το ρόλο που έχει διαδραματίσει στην ιστορία -ρόλο δυσανάλογο του μεγέθους του. Στην Επανάσταση του 21, αποτέλεσε το σκηνικό βέρι βέρι σιγκνίφικαντ εξελίξεων. Αλλά έχει κυρίως ταυτισθεί με εκείνη τη δίκη-παρωδία. Με την οποία ο Μαυροκορδάτος κατηγόρησε και καταδίκασε τον Καραϊσκάκη για εσχάτη προδοσία. Ναι, εδώ έγιναν εκείνα τα αίσχη!


Το μέρος έχει γεννήσει και σπουδαίους ανθρώπους. Την εξαίσια χαράκτρια Βάσω Κατράκη (να μην ξεχάσεις να επισκεφθείς το μουσείο με τα έργα της), τον Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, τον ηθοποιό Γιάννη Βογιατζή, το δημοσιογράφο και συγγραφέα Γεώργιο Σώκο (τον πατέρα της Ροζίτας ντε!).


Αλλά τη θλίψη της λιμνοθάλασσας δύσκολα την παλεύει κανείς. Θα σου το πω και η μισή ντροπή δική σου: έχει το μέρος κάτι το κλειστοφοβικό. Ίντρεστινγκ για μια βόλτα, αλλά αβάσταχτο το παραπάνω. Να διοριστείς εδώ και το'χεις ρίξει στ'αντικαταθλιπτικά.


Είναι κι αυτή η έλλειψη αισθητικής. Η εγκατάλειψη του ο,τιδήποτε παλιού και όμορφου από τη μια. Η αυθαιρεσία και η κακογουστιά του ο,τιδήποτε καινούργιου από την άλλη. Τέριμπολ συνδυασμός.


Κι ύστερα, μοιάζει σε πολλά σημεία του το μέρος να έχει κολλήσει στη δεκαετία του '50. Το βλέπεις στο καφενείο, στις βιτρίνες των καταστημάτων, στα πρόσωπα των ανθρώπων. 


Έχει βεβαίως και τις μοντέρνες πινελιές του, αμ πως; Που δηλαδής έλεος: στάκα κλαμπ; Ρίλι;


Και γκλάμουρ αξέσορις;


Δεν έχω άλλο χρόνο, τελειώνει η τηλεκάρτα. Και περιμένει κι ένας αλλοδαπός όξω από το θάλαμο, μου κάμει νοήματα. Άλλη Ελλάδα, συνάντησα εδώ στο Αιτωλικό. Άλλη χώρα, λέμε! Μία Ελλάδα που τείνω να ξεχνώ ότι υπάρχει.


Όταν έρθεις, να κάμεις κι εσύ τη βόλτα σου. Να δεις προσεκτικά το τριγύρω -δέκα δρόμοι είναι όλοι κι όλοι. Μπορεί να μην το'χεις στο μυαλό σου γι'απαραίτητο, αλλά εγώ απαραίτητο το βρίσκω: μαθήματα πατριδογνωσίας θα σου δώσει το μέρος. Άντε, σε αφήνω και τις καλημέρες μου σε όλους. Θα σε ξαναπάρω όποτε μπορέσω. Πολλά φιλιά, γεια!

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Γάλλοι, φονιάδες των λαών!

Μετά την πρόσφατη επίσκεψη Ολάν, το πτηνό για να τιμήσει το μεγάλο ηγέτη, απεφάσισε να κάμει ένα μίνι αφιέρωμα στην πχιοτική γαλλική μουσική της δεκαετίας του εβδομήντα, τότες που ο Φρανσουά ήταν γραμμένος στην ΚΝΕ και άκουγε Φαραντούρη.


Το πρώτο τραγούδι λέγεται "Βρήκα μία εφημερίδα στο χολ του αεροδρομίου" (J'ai trouve un journal dans le hall de l'aeroport -όχι για να μη λες ότι έχω κορνιζάρει τα Σορμπόν και τα Σουπεριέρ τζάμπα στους τοίχους -pas du tout!) και προφανώς είναι βαθιά αυτοβιογραφικό. Πάντως μην σε ξεγελάει το φιζίκ Τραμπάκουλα, ο καλλιτέχνης είναι ρομαντίκ και ευαισθητίκ, εξού και πρόκειται για καψουροτράγουδο! Και για να μη μείνεις με την απορία, άκου-με εμένα να στα πω που τα ξεύρω: ο μεσιέ Τραμπακουλά έμεινε αμανάτος στο αεροδρόμιο διότι η προβατίνα του ουδέποτε ήρθε από το Περπινιάν (κλέφτηκε με έναν τράγο). Στράφι και το λελουδικό -που της το'χε πάρει με τόση αγάπη, να'χει η γλυκιά μας κάτι να μασουλάει, μετά την προσγείωση. Άννα, δεν ήμουνα εγώ γι'αεροπλάνα!



Και εδώ ο σέξι καλλιτέχνης σε πόζα που θα ζήλευε ο κάθε Σάκης και ο κάθε Μαρτάκης!   


H Μπριζίτ Φοντέν ντεμπουτάρει στη δισκογραφία με το σουξέ "L'homme objet". Και για να γίνει πιο πειστική, λικνίζεται με τη χάρη κολεόπτερου γύρω από έναν δύστυχο γουόναμπι μποντιμπιλντερά, ο οποίος (α) προφανώς γράφτηκε προχθές στο γυμναστήριο, γιατί με αυτόν το δικέφαλο γελάμε και οι αγύμναστοι και (β) υποστηρίζει ατυχώς το περτικαλί σε μαγιό, ενώ όλοι ξεύρουμε ότι το συγκεκριμένο χρώμα ταιριάζει μόνο στην Πάμελα, ασορτί με περτικαλί σωσίβιο και πλατινέ μαλλί. Άσε που η Πάμελα έχει και καλύτερους δικέφαλους.



Και για σένα που δεν τρως το φαγί σου, η Μπριζίτ Φοντέν σήμερα. Μην μπερδεύεσαι, δεν απολογείται που στούκαρε κάνα αεροπλάνο, συνέντευξη δίνει για την καριέρα της!


Ο πάντα χοροπηδηχτός κι αλέγκρος Κλοντ Φρανσουά, παρακαλάει να δώσουμε μία ευκαιρία στην αγάπη μας. Και για να δώσει έμφαση, χτυπιέται σε ένα αερόμπικ που θα σκότωνε πολλές χοντρές στα γυμναστήρια. Πάντως το ξανθό μαλλί-κάσκα, δεν φεύγει ποτέ από τη θέση του. Ούτε καν στη χορευτική κίνηση "τρομπάρισμα", στην οποία επιδίδεται με μεγάλη δεινότητα ο καλλιτέχνης. Σιγά μη σου σπάσει κάνα τακούνι!


Τα θεμέλια της ελληνογαλλικής φιλίας χτίστηκαν τις εποχές που η Νάνα Μούσχουρη τραγούδαγε το Σπίτι μου Σπιτάκι μου και Φτωχοκαλυβάκι μου στα Παρίσια, η Βίκυ Λέανδρος τα έβαφε Μπλε, Μπλε, Λ'αμούρ ε Μπλε και ο Ντέμης Ρούσος τους έλεγε με νόημα "ντρίγκι ντρίγκι ντρίγκι μάνα μου". Με τόσο γκραν-σουξέ που είχανε οι αρτίστ γκρέκ, τι να σου κάμει και η έρμη η Νταλιντά, το έριξε στο μπουζούκι. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ο τίτλος του άσματος θα μπορούσε να είναι και η απάντησή μας στις συστάσεις του Ολάν, που μας προέτρεψε να συνεχίσουμε απαρέγκλιτα την προσπάθειά μας στην κατεύθυνση του Μνημονίου. Ζουέ μπουζούκι, ζουέ μπουζούκι. Και αλοζανφάν ντελαπατρί!

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Το Στοιχειωμένο Ορφανοτροφείο


Περιπλανώμενος στα βασιλικά κτήματα του Τατοϊου (βλέπε προηγούμενο ποστ), μελαγχόλησα από την εγκατάλειψη και την απερίγραπτη καταστροφή που έχει υποστεί το -μεγάλης ιστορικής αλλά και αρχιτεκτονικής αξίας- ανάκτορο. Δεν είναι όμως το μόνο. Δεκάδες άλλα μικρότερα κτήρια, έχουν εξίσου ή και περισσότερο, αφεθεί στο έλεος του καιρού και της φύσης. Αν προσθέσεις διάφορες διηγήσεις για νυχτερινές συναντήσεις των οπαδών του εξαποδώ αλλά και σπούκι εικόνες από θρίλερ που σου'ρχονται στο μυαλό, γίνεσαι υπερευαίσθητος στο κάθε κρακ που ακούγεται μέσα από τα κουφάρια των κτηρίων αυτών.


Περίπου 300 μέτρα πιο πέρα από τα ανάκτορα, πνιγμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση, συνάντησα ένα κτήριο-φάντασμα. Δίχως στέγη και με τους τοίχους του να έχουν ποτίσει υγρασία, βρίσκεται θαρρείς σε τελική φάση κατάρρευσης. Τολμηρή η απόφασή μου να μπω, δεδομένου ότι έσταζε και έμπαζε από παντού. Αισθανόμουν σα να έπαιζα σε ταινία γκραν γκινιόλ, από εκείνες που ο πρωταγωνιστής για ένα δυσεξήγητο λόγο κατεβαίνει μόνος του στο σκοτεινό υπόγειο, ανοίγει ανέμελος την καταπακτή ή ανεβαίνει ανυποψίαστος στη σοφίτα! Και του πετάγεται από μέσα ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το ηλεκτρικό πριόνι!



Αλλά επειδής η περιέργειά μου είναι παροιμιώδης, ανασκουμπώθηκα και μπήκα. Κοίταξα γύρω μου διερευνητικά. Πρόκειται για ένα μακρόστενο, διώροφο, λιτό κτήριο που χτίστηκε -καθώς έμαθα αργότερα- το 1914 και χρησίμευε ως κατοικία του βοηθητικού προσωπικού των ανακτόρων. Σε κάθε του όροφο, είχε δώδεκα δωμάτια, στοιχισμένα γύρω από ένα μακρύ διάδρομο. Στο μυαλό μου έπαιζε η ανατριχιαστική μουσική από το Ψυχώ.



Κοίταξα προς τα πάνω. Οι τοίχοι είναι εντελώς φαγωμένοι από τη βροχή και την υγρασία. Σε κάποια σημεία τους, έχουν φυτρώσει κιόλας.


Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα με αργά και αβέβαια βήματα και με την ελπίδα να μην βρεθώ στο κενό.



Την περίοδο της Α' Αβασίλευτης Δημοκρατίας, το μέρος είχε μετατραπεί σε Ορφανοτροφείο. Εθνικό Αγροτικό Ορφανοτροφείο της Δεκέλειας. Τώρα εκτός από τη μουσική του Ψυχώ, άρχισα να ακούω και φωνές παιδιών. Αλλά επειδής είμαι πτηνό θαραλλέο, συνέχισα την ανάβασή μου.



Είναι περίεργο να διασχίζεις ένα διάδρομο οικήματος και για οροφή σου να έχεις τον ουρανό. Τα μόνα που έχουν μείνει από τη στέγη είναι μερικά δοκάρια. Αλλά κι αυτά σπασμένα είναι και σάπια.



Και μπορεί οι τοίχοι και τα κουφώματα να έχουν ανεπανόρθωτα φθαρεί, αλλά το μωσαϊκό είναι σε ανέλπιστα καλή κατάσταση. Και ξεύρεις, πολύ μου αρέσουν αυτά τα ασπρόμαυρα πλακάκια που μοιάζουν με σκακιέρα!


Άρχισα να μπαινοβγαίνω στα δωμάτια. Καθένα τους είχε ένα παράθυρο και από κάτου, ένα σώμα καλοριφέρ. Όλα σκουριασμένα. Η κεντρική θέρμανση προστέθηκε την τελευταία φορά που εκσυγχρονίσθηκε το κτήριο, πριν περίπου 70-80 χρόνια.


Πέραν του φωτογραφικού ενδιαφέροντος και της ιστορικής αξίας, με απασχόλησε εξάφνου και η καθαρά ανθρώπινη πλευρά του θέματος. Αναρωτήθηκα πώς ήταν οι ζωές αυτών που κατοικούσαν σε αυτά τα μικρά και απέριττα δωμάτια, εν τω μέσω του δάσους. Πώς ήταν η καθημερινότητα των υπηρετών που είχε στη δούλεψή της η ρόιαλ φάμιλι. Κι αργότερα, των ορφανών εκείνων παιδιών που στεγάζονταν εδώ.



Στα σίγουρα κανείς τους δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως κάμποσες δεκαετίες αργότερα, ετούτο το κτήριο θα έχασκε ερειπωμένο κι άδειο.



Και πως οι τοίχοι που είχαν περικλείσει τις ζωές τους, τα δωμάτια στα οποία κοιμούνταν, έτρωγαν και ονειρεύονταν, θα αποτελούσαν ένα ζοφερό σκηνικό από ταινία τρόμου. Κι αντικείμενο ενός φωτογραφικού οδοιπορικού σε ένα μπλογκ σαν ετούτο.


Ξαφνικά βρέθηκα σε ένα μπάνιο. Λασπωμένο κι ημικατεστραμένο και αυτό. Μέσα στη μπανιέρα τα νερά της βροχής είχαν σχηματίσει μία λίμνη. Και μέσα στη λίμνη, νούφαρα. Στάθηκα μπροστά στη σουρεαλιστική εικόνα, σιωπηλός. Έμοιαζε να την έχει σκηνοθετήσει ο Τιμ Μπάρτον. Ένας έντονος κρότος, διέκοψε τις σκέψεις μου και δεν σου κρύβω ότι τα χρειάστηκα, μέχρις να επιβεβαιώσω πως δεν με είχε πάρει στο κατόπι ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, ο Φρέντι Κρούγκερ ή ο Τσακ η κούκλα του Σατανά. 


Εντόπισα την πηγή του κακού: ήταν απλώς ένα παραθυρόφυλλο που πηγαινοερχόταν από τον αέρα! Έκλεισα το παντζούρι και σφάλισα το σκουριασμένο μάνταλο όσο καλύτερα μπορούσα. Κι ας μην είχε το δωμάτιο οροφή, σκέφθηκα ότι το φάντασμα που κατοικεί εδώ, ίσως και να κρύωνε τα βράδια.