Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Ήτανε κάποτες δέκα παρθένες



Στα πλαίσια του εγκυκλοπαιδικού μου ενδιαφέροντος επί παντός του επιστητού, εδιάβαζα εψές διάφορες παραβολές της μεγαλοβδομάδας, για να μην νομίζεις ότι αγνοώ και σνομπάρω τας λαϊκάς και θρησκευτικάς παραδόσεις. Ναι, ακολουθεί σίζοναλ ανάρτηση -αλλά μην περιμένεις και τ'Αρχονταρίκι.


Σήμερα λοιπόν που 'ναι μεγαλοτρίτη, η εκκλησία μνημονεύει την παραβολή των δέκα παρθένων. Που αν δεν τη θυμάσαι, θα σου την επώ εγώ που την έχω και πρόχειρη. Κάποτες ήταν δέκα παρθένες (είναι φίξιοναλ προφανώς το στόρι, δεν τις περάσαμε και από τεστ) ντυμένες στα λευκά που περιμέναν το νυμφίο. Προσοχή: όχι το νυμφίδιο, αλλά το νυμφίο. Δηλαδής το γαμπρό. Κρατώντας τα καντηλάκια τους ανέμεναν που-λες μέσα στη νύχτα, αλλά άργησε εκείνος και τις έστισε (είχε μποτιλιάρισμα στην Αττική Οδό)! Είδαν κι απόειδαν οι παρθένες, δεν είχε και τίποτις η τηλεόραση, πέσαν να κοιμηθούνε.



Εντούτοις (και αυτή είναι η σημαντική λεπτομέρεια στο στόρι), οι μισές που ήταν σχολαστικές (παρθένες και στο ζώδιο), φρόντισαν να ανανεώσουν τα καντηλάκια τους με έξτρα λάδι (από εδώ προέρχεται και η φράση "έξτρα παρθένο λάδι"), ενώ οι άλλες μισές που ήταν ακαμάτρες και τεμπέλες, την άραξαν χωρίς να νοιαστούν που τους σώθηκε το δικό τους λαδάκι. "Σάμπως θα βάλουμε τηγάνι, βραδιάτικα;" σκέφτηκαν οι μωρές και εξάπλωσαν.



Εκεί που κοιμόντουσαν όλες μαζί οι παρθένες, εξάφνου ακούνε από μακριά μεγάλο νταβαντούρι. "Πάλι πάρτι θα'χουν απέναντι τα δέκα νυμφίδια" είπε η μία, αλλά εντέλει ακούσθηκε απ'έξω κάποιος να φωνάζει "Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός" και πετάχθηκαν όλες όρθιες να τον προϋπαντήσουν.



Όπως καλά μαντεύεις (διότι το στόρι δεν έχει σπουδαίες ανατροπές), οι πέντε που είχαν καβαντζώσει λάδι, βγήκαν κιουρίες στο δρόμο, είδαν τον νυμφίο και πήγανε στο γάμο. Οι άλλες πέντε, πήγαν για πουρνάρια. Τώρα θα έρθεις εσύ ν'αναρωτηθείς και δικαίως: ποιο το ηθικό συμπέρασμα της παραβολής;



Βγάλε το τετραδιάκι και σημείωνε:

(α) Των φρονήμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. Κοινώς έχε μία νταμιτζάνα Άλτις στην αποθήκη, γιατί ποτέ δεν ξεύρεις πότε θα σου'ρθει η λιγούρα για τηγανητό.

(β) Μη στηρίζεσαι στις φιλενάδες σου. Τη δύσκολη την ώρα, η καθεμιά κοιτάζει την πάρτι της και θα πρέπει να έχεις προκάμει για να μην την πατήσεις. 

(γ) Η αποταμίευση είναι μέγιστο αγαθό. Εκτός κι αν έχεις το λάδι σου σε κυπριακή τράπεζα, οπότε μπορεί να έρθει η γερμανίδα παρθένος και να στο πάρει ωραιότατα. Και να πάρει και της ρωσίδας παρθένου που σου το είχε εμπιστευθεί για να κάμεις κάνα λαδερό, ντομάτες γεμιστές, ένα μπριάμ, να ρίξεις βρε παιδί μου ένα πατατοκολόκυθο στην κατσαρόλα -νηστική σε βλέπω να μένεις.

(δ) Μείνε παρθένα. Σύμφωνα με μία διαδεδομένη ερμηνεία της παραβολής, η νύχτα συμβολίζει το θάνατο και ο νυμφίος την ελπίδα για μετά θάνατο ζωή. Η παρθένα που έχει ζήσει συνετά το βίο της και έχει φροντίσει να συγκεντρώσει λαδάκι, είναι έτοιμη για τη βασιλεία των ουρανών. Η παρθένα που δεν εφρόντισε έγκαιρα, μένει μπουκάλα. Για τη μη-παρθένα, η παραβολή δεν δίνει πληροφορίες, αλλά θαρρώ ότι είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι θα καεί μέσα στα καζάνια της κολάσεως μαζί με τις αδελφές Καρντάσιαν και την Πάρις Χίλτον. 

Κι αν όχι στα καζάνια, σίγουρα στην Ψαρού και στο Σούπερ Πάραντάις.



Σημείωση: οι πίνακες είναι από μία ενδιαφέρουσα έκθεση του Dino Valls που επισκέφθηκα το 2011 στο Μουσείο Φρυσίρα. Η παραβολή των δέκα παρθένων λέγεται στον Όρθρο της Μεγάλης Τρίτης.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

April is the cruelest month


Είναι που δεν ζούσε στην Ελλάδα. Είναι που δεν κατέβηκε προχθές μαζί μου στο Καβούρι. Είναι που η δική του χώρα ήταν έρημη και πάσχιζε με κόπο ν'ανθίσει. Αλλιώς θα είχε και ο T.S.Eliot σε μεγαλύτερη υπόληψη τον Απρίλη. Δεν εξηγείται αλλιώς τόσο μένος με το συγκεκριμένο μήνα.


Κάτι τέτοιες κουλτούρες σκεφτόμουν, καθώς βολτάριζα δίπλα στη θάλασσα. Κι απολάμβανα το μεσογειακό φως και τη ζέστη. Το τριγύρω μου σε μία παραληρηματική χαρά: χαιρετιόντουσαν οι ακτές, αγκαλιαζόντουσαν οι πέτρες, ξανανταμώνανε τα χρώματα στις θάλασσες. Στο βάθος έβλεπες και την Αίγινα να σου χαμογελάει. Πάει άνοιξε ο καιρός, άρχισε το εξτέντεντ γκρικ σάμερ -τη βγάλαμε και φέτος!


Κι αν άλλες χρονιές, με άκουγες να σου γκρινιάζω για τις πρώιμες ζέστες και να σιχτηρίζω που πρέπει να κατεβάσω τα καλοκαιρινά από τόσο νωρίς, εφέτος ως και χαρούμενος είμαι γι'αυτήν την αλλαγή σκηνικού.



Κι αυτό γιατί βλέπω τις τελευταίες μέρες με ικανοποίηση, να ξεχύνεται παντού ο κόσμος: σε πλατείες, σε εμπορικούς δρόμους, σε ακρογιάλια, σε ραχούλες. Ακόμα και στα μπαλκόνια βλέπω κάμποσους. Ξετρυπώνουν μέσα από τα διαμερίσματά τους μπουχτισμένοι. Για μία ανάσα, βρε παιδί μου. Κάτω από το λαμπερό ήλιο.


Έφερε αυτό το αναπάντεχο θέρος, μία κάποια παρηγοριά μέσα στην τόση μιζέρια που μας κατατρώγει και μας τυραννά.


Όχι πως θα λύσει κανένα από τα προβλήματά μας ο καιρός. Όχι πως θα αλλάξει κάτι επί της ουσίας και θα γίνουμε λαός πιο χαρούμενος και -φευ- πιο προκομμένος. Ίσα ίσα που για πολλούς, αφορμή είναι το καλοκαίρι για να μεταφέρουν την αφασία τους στην ξαπλώστρα και να αφεθούν στη φωτοσύνθεση.


Αλλά όσο κι αν δεν θέλω κατά καιρούς να το παραδεχθώ, της πάει αυτής της χώρας το καλοκαίρι. Της ταιριάζουν τα λαμπερά γαλάζια και τα λευκά. Της ανοίγουν τους ορίζοντές της.


Μετά από ένα σχεδόν αδιάκοπο σερί αρκετών μηνών, την προηγούμενη εβδομάδα δεν σου έγραψα ούτε μισή λέξη. Δεν είναι ότι δεν είχα να σου πω -με ξεύρεις πόσο την τρώγω τη γλιστρίδα. Αλλά να, είχα κι εγώ την ανάγκη να ξεσκάσω. Να βολτάρω, να δω φίλους, να πάω για τρέξιμο, να περπατήσω σε εξοχές, ν'ασχοληθώ με μένα. Και να ξανασιάξω την καθημερινότητά μου.


Ήρθε κι η αλλαγή του καιρού απάνου στην ώρα. Για να προγραμματίσω πράματα, να ξανασκεφτώ τα θέλω και τα μπορώ μου. Εντάξει μην τρομάζεις, δεν με βάρεσε ο ήλιος στο κεφάλι: απλώς αναθερμάνθηκε η όρεξή μου για ξεκινήματα. Και για νέες διαδρομές. (αναγνώστης: "Παναγιά-μου, που θα μας τρέχει πάλι!")



Με τούτα και με κείνα, μου έφτιαξε η διάθεση. Καλοκαίριασε και μέσα μου. Με όσους διασταυρώθηκα στον περίπατό μου, ανταλλάξαμε χαμόγελα. Με κάποιους, καλημεριστήκαμε κιόλας. Ρε μπας και έπαθαν οι συμπολίτες μου ομαδική παράκρουση; Σε τέτοιες ευγένειες, δεν με είχαν συνηθισμένο!


Πουλάκια τιτίβιζαν στα πεύκα, κάποιοι τσαλαβουτούσαν τα πόδια τους στη θάλασσα και θ'ορκιζόμουν πως άκουσα και τα πρώτα μου τζιτζίκια για φέτος! Δηλαδής πιο καλοκαιρινός Απρίλης, δεν υπάρχει.


Γιατί στις γράφω όλες αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες, αναγνώστα; Μα για να σε γιομίσω κι εσένα αισιοδοξία. Να σου πω πως έχει ο καιρός γυρίσματα. Πως κι αν ακόμα περνάς δύσκολα ή δεν είναι τα πράματα όπως τα θες, προσπάθησε να καλοκαιριάσεις γιατί η ζωή είναι μικρή και είναι κρίμα να την περνάς σε έρημες χώρες με σκληρούς Απρίληδες. Στα λέω εγώ, στα λέει και ο καιρός.


Άνοιξε τα παράθυρά σου λοιπόν και επέτρεψε σε αυτό το εξαγνιστικό φως να σε παρηγορήσει. Τυλίξου μέσα στο γαλάζιο, άσε το λευκό να βάψει τους τοίχους σου. 


Κι αν δεν μπορεί αυτή η πατρίδα να μας δώκει τα όσα μας έταξε και όσα μας αξίζουν, τουλάχιστον ας τραγουδήσουμε τις λιακάδες της. Σεργιανίζοντας στο Καβούρι, σκέφτηκα πως μόνο τραγουδιστική μπορεί να είναι και η απάντηση που μπορεί να δοθεί προς το στίχο του T.S.Eliot: "Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πως αντέ, καρδιά μου πως αντέ-χεις, μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές!"

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Αυτό το μάμπο!


Επειδής σήμερις είναι Παρασκευή, είπα να το ρίξω στο μουσικοχορευτικό με μάμπο από τον παλιό κλασικό κινηματογράφο. Κι αν όλα πάνε στραβά, κι αν όλοι σ'εκνευρίζουνε στο σπίτι και στη δουλειά, κι αν μελαγχόλησες που'ναι ο καιρός αναποφάσιστος, κι αν έχεις τις μαύρες σου που σου τελειώσαν τα λεφτά, μία λύση έχω να σου προτείνω: άσε τους μακάκες και πιάσε τις μαράκες!


H Ρόζμαρι Κλούνεϊ -με τον Τζορτζ, καμία σχέση (βασικά διότι η Ρόζμαρι δεν τον έπινε τον νεσπρέσο)- τραγουδά το Μάμπο Ιταλιάνο. Εκείνη ασπρόμαυρη, το τραγούδι έγχρωμο. Δεν θέλω ταραντέλα, μήτε μοτσαρέλα, μόνο μάμπο ιταλιάνο.


Από εκεί παίρνει πάσα και η Σοφία Λόρεν που έρχεται να σε κοροϊδέψει που της το παίζεις αμερικανάκι! Επειδής δεν τα σηκώνει αυτά, σου κάμει σκέρτζα και με τα κρόσσια της. Σε μία σκηνή που ξεχειλίζει μεσογειακή θηλυκότητα. Κάρα Σοφία, τι αντόρο! Μα κε μπέλα, κε μεραβιλιόζα!


Στο πιο ελληνικό της, η Σπεράντζα Βρανά κουνάει τις μαράκες της, ρυθμό να δίνουνε. Τ'άστρα, να τρεμοσβήνουνε. Και όλα, χορός να γίνουνε θα λες. Αυτό το μάμπο το μπραζιλέρο, της δίνει κέφι, της δίνει στυλ. Ζούπερ λέμε!


Είναι τόσο μεγάλη η εξοικείωση με το Sway και τον Dean Martin, που σπάνια πλέον ακούγεται η αυθεντική ισπανική εκδοχή του Quien sera. Εδώ με τον γουάου Pedro Infante, που πιο οθέντικ δεν υπάρχει. Οι κυρίες στο κλιπ λιώνουν. Pedro, όπως λέμε Σάκης.


Αλλαγή σκηνικού, αλλά ουχί μουσικού μοτίβου. Κρατάς τις μαράκες, αλλά προσθέτεις το μπουζούκι. Η εξαιρετική Μαίρη Λίντα και ο ανυπέρβλητος Μανώλης Χιώτης κεντάνε το μάμπο στην πενιά. Περασμένες μου αγάπες, του καιρού χαλάσματα, όσο μακριά κι αν πάτε, στη ζωή μου τριγυρνάτε, σαν χλωμά φαντάσματα! Και Χιώτη Μάμπο!


Για το τέλος, σου έχω και πάλι το Σοφάκι, στο ίδιο τραγούδι με το οποίο ξεκινήσαμε. Εδώ το Σοφάκι κάμει τα τσαλιμάκια του και τις κορδελίτσες του και δίνει ρεσιτάλ με το μπούστο! Για να σκάσουνε από τη ζήλια τους μερικοί-μερικοί. Δώσε ένταση και πάμε μάμπο!

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Το κάστρο πάνω από το Δούναβη


Σήμερα το πρόγραμμα έχει ανάβαση, θα σκαρφαλώσουμε στο λόφο του κάστρου της Μπρατισλάβας να χαζέψουμε τη θέα. Μην το βλέπεις έτσι κοντά και το γελάς -έχει περπάτημα το πράμα.


Ο ανήφορος ξεκινά από την παλαιά πόλη. Πολλά από τα σπίτια στους πρόποδες του λόφου έχουν ανακαινισθεί, αλλά το γκράφιτι δεν το έχουνε γλιτώσει εντελώς. Πάντως οι ιδιοκτήτες και το κράτος κάμουνε ό,τι καλύτερο μπορούν και αγόγγυστα προσπαθούν να αποκαταστήσουν όσο πιο άμεσα γίνεται την εικόνα των κτηρίων, σβήνοντας τις κακοήθειες του κάφρου μπρατισλάβου.  


Ένα από τα χαρακτηριστικά της πόλης είναι τα χρώματα. Όλα τα μπίλντινγκς είναι βαμμένα σε τολμηρές αποχρώσεις: μενεξεδί, μπορντώ, κροκέ, οινοπνευματί και λαχανί. Μακάρι να χύναμε κι εμείς τέτοια χρώματα στην καθημερινότητά μας.


Φέτος το χειμώνα, έβρεξε πολύ κι εδώ. Χιόνισε κιόλας. Και τώρα που κάπως έσιαξε ο καιρός, έχουν πρασινίσει οι λόφοι κι έχουν μπουμπουκιάσει τα δέντρα.


Στους κήπους γύρω από το κάστρο, συναντάς ετούτη την κιουρία με τα πτηνά. Είναι μάγισσα, με την πολυπλησιάζεις!


Παρόμοια ευφάνταστα αγάλματα θα βρεις διάσπαρτα σε όλη την πόλη. Ό,τι μπορούν κάμουν οι άνθρωποι για να σιάξουν ατράξιονς, να έρχεται ο τουρίστας να φωτογραφίζεται και να φχαριστιέται.


Το κάστρο καταλαμβάνει μία αρκετά μεγάλη έκταση και πέραν του κυρίως κτηρίου, θα βρεις εδώ, μπίλντινγκς από διάφορες περιόδους.


Επειδής μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το μέρος είχε γίνει λαμπόγυαλο, ώσπου ν'αποφασίσουν τι θέλουν να το κάμουν, οι Σλοβάκοι χρησιμοποίησαν τα κτήρια που περιλαμβάνει για να στεγάσουν δημόσιες υπηρεσίες, πανεπιστημιακές σχολές και διάφορες εκθέσεις. Στο τσακίρ κέφι, το κάμανε και θέατρο, ν'ανεβαίνει (κυριολεκτικά! έχει ανήφορο λέμε!) καμία επιθεώρηση να πηγαίνει η σλοβάκα να χαχανίζει.


Και να που φθάσαμε στην πύλη του κυρίως κτηρίου. Αν σου φαίνεται έπικ, είναι γιατί αυτός ήτο ο σκοπός! Βλέπεις, η πύλη είναι καινούργια (όπως και πολλά από τα όσα θα ιδείς στις επόμενες φωτό)!


Το κάστρο ήταν εδώ και περίπου δύο αιώνες αφημένο και ρημαγμένο. Εντούτοις οι Σλοβάκοι απεφάσισαν το 1956 να το ανακατασκευάσουν με ό,τι υλικό τους είχε απομείνει και βεβαίως, ξοδεύοντας χιουτζ αμάντουτς οφ μάνεϊ.


Και βουαλά το αποτέλεσμα! 


Το κτήριο είναι ορθογώνιο με τέσσερις πύργους στις γωνίες. Από μακριά μοιάζει με αναποδογυρισμένο τραπέζι. Και όταν έχει λιακάδα -όπως σήμερα- αστράφτει στο φως του ήλιου.


Στα μέσα του 16ου αιώνα, η Μπρατισλάβα έγινε η πόλη στέψης των Ούγγρων βασιλιάδων και για δύο αιώνες στο κάστρο αυτό φυλάσσονταν τα κοσμήματα και οι θησαυροί τους.


Αρχικά το είχαμε στο αναγεννησιακό στυλ του. Μετά ήρθε η Μαρία Θηρεσία, τσαντίστηκε που δεν πήγαινε με τα μαλλιά της και το έκαμε μπαρόκ. Του έριξε και μερικές επεκτάσεις, για να χωράει τα δεκαέξι παιδιά της -αν ήθελαν βρε παιδί μου να πάνε ένα γουικέντ εκεί- αλλά και για να τη χωράει και την ίδια (ως γνωστόν, τα'χε τα κιλάκια του το Μαράκι).


Οι εργασίες αποκατάστασης συνεχίζονται ακόμα και σήμερα. Για να καταλάβεις, αυτό το άγαλμα με τον έφιππο βασιλέα Σβατοπλάκ τον Πρώτο, το σιάξανε μόλις το 2010 και το στήσανε με μεγάλη τελετή αποκαλυπτηρίων σε λάιβ μετάδοση από την τιβί. 


Τώρα εύλογα εσύ θα με ρωτήξεις, τι έχει μέσα κοτζαμάν κτήριο. Και θα σου πω, το τίποτα.


Δυοτρείς σκοτεινές αίθουσες με κάτι άτεχνα μπιχλιμπίδια που κανονικά ντρέπεσαι να τα βγάλεις αν είσαι μουσείο της προκοπής. Άσε που απαγορεύονται οι φωτό και ήμουν έτοιμος να τσουρομαδήσω τον μπρατισλάβο-φύλακα που με κοίταξε με αυστηρότητα όταν τον ερώτησα σχετικώς! Διότι με συγχωρείς, και σιγά τα εκθέματα! "Και να μου το επιτρέψεις να τα φωτογραφήσω ρε, δεν θέλω!"



Τέλοσπάντων, δεν ήρθα εδώ πάνω για να συγχυστώ. Για να θαυμάσω τη θέα ήρθα. Διότι σε παρακαλώ πολύ, είναι καλύτερη η Μαρία Θηρεσία που καθόταν στο μπαλκόνι κι αγνάντευε την αυτοκρατορία της; Έχομεν κι εμείς κυρά μου, δικαίωμα στ'αγνάντι.



Λοιπόν, αυτός είναι ο Δούναβης. Κι είμαστε σε ένα από τα πιο προνομιούχα σημεία του. Εδώ υπήρχε πέρασμα από τα προϊστορικά χρόνια και σουλατσάρανε οι νεάντερνταλ από την Αυστρία στη Σλοβακία και τούμπαλιν. Αφού σου λέει, ο λόφος του κάστρου εκατοικείτο από την αρχαιότητα. Ναι, όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες.


Αυτή η γέφυρα που βλέπεις είναι τοπόσημο της Μπρατισλάβας, την ελέμε ούφο και απάνω έχει γκλαμουράτο ρέστοραν που πάει η σλοβάκα και τρώει μπακαλιάρο. Ξοπίσω φαίνονται διάφορα αψηλά κτήρια. Κάποια είναι εργατικές πολυκατοικίες από τις σοβιέτ εποχές, κάποια είναι νέες μοντερνιές, καθότι η πόλη καταβάλει μία μεγάλη προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί και να αλλάξει.


Στο πλαίσιο αυτής της αναμόρφωσης, η κυβέρνηση ανέθεσε στην Zaha Hadid (αγαπημένη αρχιτέκτονας του πτηνού, όπως θα θυμάται ο πιστός αναγνώστης και από εδώ) την κατασκευή ενός νέου οικονομικού και πολιτιστικού πολυκέντρου.


Η κατασκευή των κτηρίων έχει προγραμματισθεί, ενώ μεγάλες επιχειρήσεις από το εξωτερικό, έχουν ήδη εκφράσει το ενδιαφέρον τους για το πρότζεκτ.


Ναι, έτσι αλλάζουν οι χώρες. Με τολμηρές ιδέες, με πρόγραμμα και με φαντασία.


Αν υλοποιηθεί η ιδέα της Hadid, η Μπρατισλάβα θα αποκτήσει ένα από τα πιο σύγχρονα αστικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης.


Το βλέμμα μου χάθηκε προς τα δάση της αντίπερα όχθη. Εκεί κάπου στα βουνά, ξεκινάει η Αυστρία! Άλλωστε, η Μπρατισλάβα και η Βιέννη είναι οι δύο κοντινότερες πρωτεύουσες στον πλανήτη -είδες τι μαθαίνει κανείς;


Απάνου σε ένα περβάζι του τείχους, δύο νεαροί την είχανε πέσει στην ξάπλα και φωτοσυνθέτανε. Κοίταξα πίσω μου το κάστρο, ύστερα το Δούναβη και τα παιδιά.


Ετούτη η μικρή χώρα στην καρδιά της Ευρώπης, έχει αποκτήσει εδώ και είκοσι περίπου χρόνια, την ανεξαρτησία της. Κι αν ακόμα μυρίζει ο αέρας, ανατολικοευρωπαϊκή μούχλα, κι αν η Σλοβακία δεν έχει να επιδείξει σπουδαίες οικονομικές και κοινωνικές περγαμηνές, βλέπεις ότι το παλεύει με κάθε τρόπο. Προσπαθεί να αναπτύξει μία διακριτή ταυτότητα, να σιάξει ατραξιόνς για να προσελκύσει τους τουρίστες, να βρει τρόπους να κεντρίσει το ενδιαφέρον των επενδυτών και των επιχειρήσεων, να καλλιεργήσει συγκριτικά πλεονεκτήματα από το τίποτε, να χτίσει παρελθόν και συνάμα να χτίσει μέλλον.


Το ρετρό, κόκκινο λεωφορειάκι που ανεβοκατεβάζει τους τουρίστες στο κάστρο, κόρναρε ρυθμικά και ξεκίνησε να κατεβαίνει γοργά προς την πόλη. Το χάσαμε το λεωφορείο, πατριώτη.