Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Θέλω ψάθινο καπέλο



Το πτηνό καλωσορίζει το καλοκαιράκι που σύμφωνα με το καλαντάρι μπαίνει επισήμως αύριο, με τραγούδι, μπριο, τσαχπινιά από παλιό ελληνικό κινηματογράφο!



"Το χειμώνα δεν τον θέλω, θέλω ψάθινο καπέλο, θέλω θάλασσα γαλάζια κι αμμουδιά. Να ξαπλώνουμ'όλοι χάμω, πάνω στη ζεστή την άμμο και να παίζουμε όλη μέρα σαν παιδιά." Όλα τα παιδάκια πιανόμαστε από τα χέρια (μαζί με την κόρη Μαυρογιαλούρου) και χορεύουμε γιάνκα, ακολουθώντας τη συγκεκριμένη ζούπερ αλέγκρα χορογραφία! Να δεις μετά πόσο αστεία θα σου φαίνονται όλα όσα σε απασχολούν. (Επίσης, μην ανησυχείς: "θα πούμε ότι το γιαούρτι δεν το έριξες, αλλά σου'πεσε!")



Μμμμμμμμμ, ά-λα! Ααααααααααχ!
Κόψε το λοιπό τραγούδι, κράτα τα επιφωνήματα και έχεις αυθεντικό γκρικ ερότικα από το χίλια εννιακόσια εξήντα έξι. Τότες που τα κορίτσια φορούσαν ζουμερά ροζ μπικίνι και λουλούδια στα μαλλιά. Τότες που τ'αγόρια χορεύανε συρτάκι στις ακρογιαλιές. Εντάξει, λέμε τώρα! Πτηνό σε νοστάλτζικ σάμερ μουντ.



Μπορεί το "τραλαλαλαλά" και οι κιθάρες ν'ακούγονται βέρι βέρι ρετρό σε σχέση με τις σημερινές ξέφρενες διασκεδάσεις των μπιτς μπαρς της Μυκόνου και του Σταρ, αλλά επέτρεψέ μου να σου χαρίσω αυτόν το στίχο: "Έλα πάρε μ' απ' το χέρι, μη σε νοιάζει η συννεφιά, έλα πάρε μ' απ' το χέρι. Κάπου υπάρχει καλοκαίρι, θα το βρούμε συντροφιά." Δώσε μου το χέρι σου και πάμε!



Η Τζένη Καρέζη σε ένα από τα πιο αισιόδοξα σουλάτσα του ελληνικού κινηματογράφου. Με το ποδήλατο, στην υπέροχη Κω. Με παρέα της τον Φέρτη, τη χαρούμενη συντροφιά που την ακολουθεί και βεβαίως, την αθωότητα μίας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια. Τότες που ο μαίανδρος ήταν κεντημένος στην ολόλευκη καλοκαιρινή πουκαμίσα και όχι ζωγραφισμένος ως τατουάζ στο μπράτσο κοντοκουρεμένου μαυροφόρου. Πάρε μπόλικο λευκό και έλα να σβήσουμε το μαύρο.



"Τσιν τσιν. Γλυκό κρασί. Τσιν τσιν. Με κερνάς εσύ. Η ζάλη που με βρίσκει, πιο μεγάλη απ'το ουι-σκί." Μπόνους: η Αλίκη με σετάκι καπέλο / τσάντα να κάμει τα τσαλιμάκια της. Αφιερωμένο σε όλες και όλους σας. Τσιν τσιν! 

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Εσύ πόσους σερς ξεύρεις;



Σερ Λόρενς Ολίβιε. Κλάσικ.


Σερ Έλτον Τζον. Εξαντρίκ.


Σερ Μπιθί.


Η Σερ.


Από τα Σέρρ'. 


Σ.Ε.Ρ. Λάρισας.


Σερ-τάμπ Ερενέρ.


Σέρ-λοκ Χολμς.


Κα-σερ' Καρδίτσας.


Γιες σερ ("οι Γερμανοί είναι φίλοι μας", "θέλω να ευχαριστήσω την αμερικανική κυβέρνηση", "ό,τι σου πει ο πατέρας σου", "μάλιστα, κύριε διευθυντά", "να πάρω και δέκα πουσάπς;")

Και μην ξεγελιέσαι με τον καλό καιρό: σερ -νονται και ιώσεις.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Είμε σέβων τας κοπέλεις, θα σε πάω όπου θέλεις



Εγώ τον Μποστ δεν τον πολυεκτιμούσα. Θες που η εμμονή μου με την ορθογραφία προσέκρουε στη δική του τσαχπινιά με την ανορθογραφία; Θες που είχα δει (πολύ μικρότερος, πριν καμιά δωδεκαριά χρόνια) μία έκθεση με σκίτσα του σε ένα από εκείνα τα φεστιβάλς κόμικς της Βαβέλ στο Γκάζι και δεν μου πολυάρεσε; Θες που το πολιτικό γελοιογραφικό σχόλιο είναι δέσμιο του επίκαιρου χαρακτήρα του και μπαγιατεύει με τον καιρό; Όλα μαζί! Εξού κι έφθασα με απροθυμία προημερών στο Μουσείο Μπενάκη για να επισκεφθώ μία νέα αναδρομική έκθεση αφιερωμένη σε εκείνον.



Το πρώτο μειδίαμα ήρθε με τον τίτλο της έκθεσης: "Cherchez να φαμ'!" Κάτω από τον τίτλο, σε υποδεχόταν η χαρακτηριστική φιγούρα της μαμάς Ελλάδας με τον Πειναλέων και την Ανεργίτσα. Άχου ποιος να το λεγε ότι μετά από τόσες δεκαετίες, ήρθαμε και ξαναγυρίσαμε στα ίδια!



Αρχισα να διαβάζω τα πρώτα του γελοιογραφικά σκίτσα. Και έπιασα τον εαυτό μου να γελάει. Δυνατά και αβίαστα. Και συνειδητοποίησα πως και οι γύρω μου γελούσαν. Σου μιλάω για παραλήρημα. Κοιταζόμασταν με κάτι κυρίες και γελούσαμε ο ένας στον άλλον. Τέτοια συλλογική χαρουμενιά, είχα καιρό να ζήσω.



Τα σκίτσα του και το χιούμορ του έχουν μία αλαφράδα αξιοζήλευτη. Και αποδείχθηκε πως καθόλου μπαγιάτικα δεν ήταν. Τουναντίον, μοντέρνα, μου φάνηκαν και πολύ σκερτσόζα.



Κάτω από κάθε γελοιογραφικό σκίτσο, η έκθεση σού εκότσαρε τη σχετική ειδησεογραφία της εποχής για να μπορέσεις να το συνδυάσεις στο μυαλό σου και να καταλάβεις καλύτερα το χιούμορ. Να ας πούμε σε αυτήν εδώ απάνου, ο Μποστ παίρνει αφορμή το συμβάν με την επίθεση ενός σάτηρου σε νεαρά κορασίδα στο Λιόπεση και τοποθετεί στη θέση του επιτιθέντος, τον Καραμανλή. "Είμε σέβων τας κοπέλεις, θα σε πάω όπου θέλεις". Αλλά επειδής η νεαρά (εξουσία) δεν μασάει, του απαντά: "Δε μιάζης δια σοφέρ καλός κε άνθροπον τιμίων κε θα με διακορέφσης ασφαλώς, βιάζων εις αφάνταστον σημίον. Μια φίλη σημαθίτρια, που μπήκε εις τ'αμάξη, μου είπε κλέων κε πονών, την είχατε ταράξη."



Σε έτερη γελοιογραφία -που θα μπορούσες να την επείς και τρομερά επίκαιρη- η Κύπρος σουβλίζεται και ξερογλείφονται οι δυτικοί σύμμαχοι και ο Τούρκος. Σου κάμω κουόουτ την πρώτη φράση του Γρίβα "Συνφόνως των οδηγιών των μάγηρων της Δήσεως, γίνετε κε η έψησις κι ο τρόπος οβελίσεως".



Να και η άφιξις της Ανεργίτσας ("πεδί μου!" / "μυτέρα") που σφιχταγκαλιάζεται με την μανούλα που εφόρεσε ρούχο ευρωπαϊκό. Τριάντα χρόνια μετά και η Ανεργίτσα ακόμα μεγαλώνει και αψηλώνει.



Και το πολύπαθο Σύνταγμα των Ελλήνων που δοκιμάζεται και σήμερα πολλαπλώς.  


Από τα τότες, μας έρχεται και ο Χομεϊνί που καταφθάνει με αεροσκάφος της ER-FRANΣ ("θέλο πλήσιμο"). Ανάμεσα στα οπαδικά συνθήματα τού πλήθους, ξεχωρίζω το "Πούσαι Σάχη να μας δης!" και το "Όχι στον εμπεγμό των εκπτόσεον".


Ορίστε και τα προσεχώς!


Η έκθεση ήταν καλοστημμένη και δεδομένου ότι είχες να διαβάσεις κατεβατά ολόκληρα, σου έπαιρνε κάμποση ώρα για να τη γυρίσεις. Μάθαινες ή ξαναθυμόσουν και συμβάντα από το παρελθόν της χώρας και κουνούσες το κεφάλι σου με τα χάλια μας. Και τα τότες και τα τώρα.


Σε ένα μικρό διακριτό χώρο, το Μουσείο είχε οργανώσει μίνι διαδραστικό διάλογο με τους λιλιπούτειους επισκέπτες, καλώντας τους να γράψουν σε ένα χαρτί λόγους για τους οποίους τυχόν διαμαρτύρονται. Εκεί διάβαζες διάφορα χαριτωμένα από την πιτσιρικαρία.



Ένα νήπιο εξεδήλωσε την ανησυχία του για το αν θα σπουδάσει.


Εντύπωση μου έκαμε ετούτο, που διαμαρτυρήθηκε για το θάνατο της γιαγιάς. Δίπλα, ένα άλλο μας φτύνει -ουχί μην μας βασκάνει, αλλά γιατί προφανώς μας σιχάθηκε η ψυχή του.


Κάποιο διαμαρτύρεται γενικώς. Επιδεικνύοντας τα νεοελληνικά αντανακλαστικά του.



Τέλος, υπήρχε και ένα σέξιον όπου εκτίθονταν γελοιογραφίες άλλων, σύγχρονων δημιουργών που προσπαθούσαν να συνομιλήσουν με τον Μποστ μέσα από τα σκίτσα τους. Ξεχώρισα αυτό το πικρό σχόλιο του Δερμεντζόγλου, με την Ελλάδα να ζητιανεύει στο σταυροδρόμι.


Τελοσπάντων το πόιντ είναι ξεκάθαρο: θέλει χιούμορ το πράμα. Και αυτοσαρκασμό. Τα πιο σοβαρά θέματα θα πρέπει να μπορούν να γίνουν και αστεία. Διότι ξεύρεις κάτι; Κοιτάζω τριγύρω μου και βλέπω ότι πολύ στα σοβαρά έχουνε πάρει κάποιοι τους εαυτούς τους. 
Ας γελάσω.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Μένω σε κάποια γειτονιά


Μήτε βορείων προαστίων, μήτε νοτίων. Άνθρωπος του κέντρου ήμουν, άνθρωπος του κέντρου παραμένω. Θυμάμαι τον εαυτό μου στο Μινιόν, Χριστούγεννα του ογδοντατόσο, να με κρατάει από το χεράκι η μαμά μου και να χαζεύω στον τελευταίο όροφο τα παιχνίδια. Θυμάμαι τις διαδρομές με το τρόλεϊ προς την Πλατεία Κάνιγγος για να πάω στο φροντιστήριο, όταν ήμουν δεκαεπτά. Θυμάμαι τις ώρες που πέρασα ως φοιτητής στα αμφιθέατρα στη Σόλωνος και στην Πατησίων, στις βιβλιοθήκες της Ιπποκράτους. Τις τόσες και τόσες φορές που συναντήθηκα με το παρεάκι στην Ακαδημίας και τη Σταδίου. Θυμάμαι την πρώτη μου σοβαρή δουλειά στην Καραγεώργη Σερβίας, δυο βήματα από την Πλατεία Συντάγματος. Τις τυρόπιτες στο Άριστον.

Θυμάμαι τις ταινίες που είδα στο Αττικόν και στον Απόλλωνα, στο Άστυ και στο Ιντεάλ. Θυμάμαι τις φορές που βόλταρα στα Εξάρχεια και στο Κολωνάκι, στη Στουρνάρη για να χαζέψω τους υπολογιστές, στην Πρωτοπορία και την Πολιτεία για να αγοράσω βιβλία. Θυμάμαι τις μικροαστικές οικογένειες στη γειτονιά μου, στα Πατήσια. Τα μαγαζιά, τα θέατρα και τους κινηματογράφους κατά μήκος της Πατησίων. Την κίνηση στα πεζοδρόμια. Θυμάμαι τα σουλάτσα στην Φωκίωνος Νέγρη. Με τις παλιές Αθηναίες της Πλατείας Αγάμων (νυν Πλατείας Αμερικής), να απολαμβάνουν τον καφέ τους στα ζαχαροπλαστεία του δροσερού πεζόδρομου. Θυμάμαι το σταθμό του τρένου στο τέρμα της Πατησίων.

Όχι δεν ήταν ποτές ιδιαίτερα όμορφες αυτές οι γειτονιές. Αλλά ήσαν ζωντανές. Κόσμος με αστικά χαρακτηριστικά, οικογενειάρχες άνθρωποι. Δεν πέταγε κανείς τα σκουπίδια του όπου να'ναι, δεν έβαζε στη διαπασών τη μουσική τις ώρες κοινής ησυχίας, είχε ανοιχτή την πόρτα του στο γείτονα, καλημεριζόταν με τον φούρναρη και τον μπακάλη, έπαιρνε τηλέφωνο την κυρία στον από κάτω όροφο να της πει να κατεβάσει την τέντα διότι θέλει ν'απλώσει τα ρούχα -μην την γιομίσει νερά. Και όλα αυτά δεν τα λέω έτσι δοκιμιακά. Τα θυμάμαι και τα λέγω.

Πριν μερικές εβδομάδες άναψε ένας έντονος διάλογος με αφορμή τις δηλώσεις της Κικής Δημουλά. Ως άνθρωπος που έχω ζήσει ολάκερη τη ζωή μου στο κέντρο της Αθήνας, επέτρεψέ μου να προσθέσω εδώ τη μικρή, ελάχιστη φωνή μου στα όσα ειπώθησαν.



Η καθημερινότητά μου τα τελευταία χρόνια έχει χειροτερέψει δραματικά. Το επίπεδο διαβίωσής μου έχει υποστεί μία τεράστια καθίζηση. Και δεν σου μιλάω μόνο για τον καιρό της κρίσης, αλλά και για τα πιο πριν. Εδώ και κάποια χρόνια, φοβάμαι όταν επιστρέφω τα βράδια σπίτι μου. Έβαλα πόρτα ασφαλείας. Κλειδώνω και την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Είναι πολλά τα κρούσματα. Προχθές μόνο, ανοίξανε δύο διαμερίσματα εδώ παραδίπλα. Μιλάγανε σπαστά ελληνικά και ζητάγανε λεφτά. Θα σου το πω ευθαρσώς: οι μετανάστες είναι μεγάλο κομμάτι του προβλήματος.

Πριν πέσεις πάνω μου να με κατηγορήσεις για ρατσισμούς και ξενοφοβίες, για επικίνδυνες γενικεύσεις, για φοβικές και μίζερες απόψεις, άκουσέ με μόνο για λίγο. Η Δροσοπούλου -ένας φιλήσυχος δρόμος που άλλοτε διέθετε μαγαζιά και θερινά σινεμά- έχει μετατραπεί σε ένα ατελείωτο γκέτο. Περνώ δίπλα από ημι-υπόγεια που μοιάζουν με τρώγλες και από τις μισάνοιχτες πόρτες βλέπω δεκάδες στρωσίδια από αφγανούς που ζουν μαζί -δέκα και είκοσι ψυχές σε ένα δυάρι. Τις νύχτες η Πατησίων -ο δρόμος που κάποτες έσφυζε από ζωή και ωραία καταστήματα- μετατρέπεται σε τόπο εργασίας για εκδιδόμενες Νιγηριανές. Κάθε είκοσι-τριάντα μέτρα, στέκεται και μία. Από πίσω τους στο σκοτάδι, παραμονεύουν οι νταβατζήδες. Οι δρόμοι ζέχνουν. Και όλες τις ώρες της ημέρας, μετανάστες με καροτσάκια σούπερμάρκετ ψάχνουν τα σκουπίδια. Στο γηπεδάκι που πάω για να κάμω τζόκινγκ, έχω δει αρκετές φορές συμμορίες να παίζουν ξύλο ή να κάμουνε μαγκιές. Αλβανοί εναντίον αφρικανών. Είναι παιδιά. Κι έχουν περάσει το bulling σε άλλη πίστα.

Ένας νεαρός πακιστανός έχει μετατρέψει τη γκαρσονιέρα απέναντί μου σε αποθήκη για τα χαρτιά που μαζεύει από τους κάδους. Σου μιλάω για βουνά από χαρτί. Μία φωτιά να πάρουμε, θα πάμε άκλαυτοι όλοι. Και δεν ξεύρω για τα δικά σου τα "αυτοδιαχειριζόμενα", αλλά στα δικά μας γίνεται απροκάλυπτη χρήση ναρκωτικών. Οι σύριγγες είναι πεταμένες στο πεζοδρόμιο -έλα να σου τις δείξω. Στο "αυτοδιαχειριζόμενο" παρκάκι επί της Κύπρου -που ήθελε ο πρώην δήμαρχος να μετατρέψει σε υπόγειο γκαράζ, αλλά τον πρόλαβαν οι κάτοικοι που το κατέλαβαν- έχω δει κάμποσες φορές να γίνεται εμπόριο. Ε ναι, δεν κάθονται όλοι αυτοί οι μαντραχαλέοι εκεί από την Ασία, την Αφρική και την Ανατολική Ευρώπη για να ζήσουν το πολυπολιτισμικό αντάμωμά τους. Σόρι αν είσαι τόσο αφελής.



Θα μου πεις δεν φταίνε οι μετανάστες, αλλά το κράτος. Σωστά το λες. Με αυτό τα έχω πρωτίστως. Που επέτρεψε να συμβεί όλο αυτό. Που δεν φρόντισε ούτε στο ελάχιστο. Που με παράτησε -και εμένα και αυτούς- σε μία πραγματικότητα απαξίωσης. Αρχικά, φώναζα κι εγώ για την έλλειψη ανθρωπισμού έναντι αυτών των ανθρώπων. Ύστερα, φώναζα για την έλλειψη ανθρωπισμού έναντι εμού. Τώρα, έχω πάψει πλέον να φωνάζω. Απλώς παρατηρώ.

Είναι δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες οι άνθρωποι αυτοί. Που ήλθαν από την Ανατολική Ευρώπη. Και ύστερα από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Και από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Και συνεχίζουν να έρχονται (περιμένω τώρα τους Σύρους, φαντάζομαι). Άνθρωποι τελείως διαφορετικοί από εμένα, με καθόλου αστικά βιώματα, που αδυνατούν να ενταχθούν και να προσαρμοστούν στοιχειωδώς στο περιβάλλον που βρήκαν εδώ. Και λόγω του τεράστιου αριθμού τους, επιβάλουν τη δική τους αισθητική: κυκλοφορούν με τσόκαρα στα πεζοδρόμια, κάθονται στις εισόδους των πολυκατοικιών και μεθάνε (ειλικρινά το βράδυ αν είσαι κοπέλα, είναι πολύ φοβιστικό να πρέπει να διασχίσεις μία μεθυσμένη παρέα από έξι-εφτά τύπους για να μπεις στην είσοδο του σπιτιού σου), πετάνε τις σακούλες με τα σκουπίδια από το μπαλκόνι (καλά, δεν μπορείς να διανοηθείς!), αφήνουν τα παπούτσια τους έξω από τα διαμερίσματα, βάζουν στο τέρμα τη μουσική. Είναι όλοι έτσι; Όχι βέβαια. Αλλά είναι οι περισσότεροι έτσι.

Και τα έχω και με τις δύο πλευρές του ιδεολογικού φάσματος. Άκουσέ με κι ας πονέσει αυτό που θα πω: ούτε η δεξιά (καλά για την άκρα δεξιά δεν το συζητώ), ούτε η αριστερά (καλά για την άκρα αριστερά επίσης δεν το συζητώ) δεν μπορεί μήτε να λύσει, μήτε να απαλύνει το πρόβλημα που ζω. Η μεν δεξιά, θα ήθελε να το εξαφανίσει. Η δε αριστερά, κάμει ότι δεν το βλέπει. Αλλά ω ναι, είναι εδώ. Όσο και να θέλει να καμώνεται τον υπεράνω διεθνιστή και τον τάχα-μου ανθρωπιστή ιδεολόγο, ο αριστερός απλώς αρνείται να δει την πραγματικότητα. Τα "είμαστε όλοι μετανάστες" εγώ τα ακούω βερεσέ. Διότι είτε προέρχονται από καλοβολεμένους του Αμαρουσίου και της Νέας Σμύρνης, του Γέρακα και της Ηλιούπολης, του Χαλανδρίου και της Γλυφάδας, που εξετάζουν το θέμα ακαδημαϊκώς και εξ αποστάσεως, είτε προέρχονται από μερικούς -άσε με να το πω, θα σκάσω- θεόζαβους αριστερούς που μένουν στο κέντρο και έχουν σοβαρό πρόβλημα στραβισμού λόγω ιδεολογικών παρωπίδων.

Την Κική Δημουλά δεν την κρίνω ούτε ως ποιήτρια, ούτε ως πνευματικό άνθρωπο. Αλλά τα λεγόμενά της αποτυπώνουν και τη δική μου κραυγή αγωνίας. Τη συναισθάνομαι, γιατί κι εγώ ζω την ίδια πραγματικότητα με εκείνη. Και απαιτώ από αυτό το κράτος, κάτι με το οποίο δεν συμφωνεί ούτε η ακροδεξιά βεβαίως, ούτε (φοβούμαι) και η αριστερά: την επιβολή της νομιμότητας, τον έλεγχο, την επιβολή κανόνων. Δεν μπορεί να αλλάζουν όλα ανεξέλεγκτα γύρω μου εδώ και τόσα χρόνια και ο μόνος που ελέγχομαι, που υποτάσσομαι, που φορολογούμαι να είμαι εγώ. Ας γίνει επιτέλους κατανοητό: δεν είναι τα αντιρατσιστικά νομοσχέδια που θα φρενάρουν την άνοδο της Χρυσής Αυγής. Είναι η σοβαρή διαχείριση και επίλυση του μεταναστευτικού και της εγκληματικότητας. Διότι ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Τα δύο ζητήματα, συνδέονται. Ναι, υπάρχουν και έλληνες κακοποιοί. Αλλά οι μετανάστες στη συντριπτική τους πλειονότητα δεν έχουν δουλειές, δεν μπορούν να ζήσουν, είναι πιο επιρρεπείς επομένως στην παραβατικότητα.

Όπως η Κική Δημουλά, έτσι κι εγώ, θα παραμείνω εδώ. Σε αυτή τη γειτονιά του κέντρου που θυμάμαι. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει πια, θα συνεχίσω εγώ να τη ζωντανεύω μέσα στη μνήμη μου. Θα συνεχίσω να κυκλοφορώ ανάμεσα στα ωραία μαγαζιά που είναι πια κλειστά, στα σινεμά της Πατησίων που έχουν κατεβάσει ρολά, στα σπίτια που κάποτες μύριζαν σπιτικό φαγητό και τώρα μυρίζουν βρωμισιά και ανέχεια. Θα συνεχίσω να ελπίζω ότι κάποτες θα μας θυμηθεί κι εμάς κάποιος, κυρία Δημουλά. Και θα ασχοληθεί με το να μας αποκαταστήσει έστω λίγη από την ποιότητα ζωής που μας αποστέρησε. Ως τότε, θα συνεχίσω να δίνω τρόφιμα στο συσσίτιο για όσους (Έλληνες ή αλλοδαπούς -εξυπακούεται!) δεν έχουν να φάνε, θα αφήνω τα παλιά ρούχα μου διπλωμένα και καθαρά δίπλα στον κάδο σε ξεχωριστή σακούλα για όποιον τυχόν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει και θα δίνω πάντα ένα κάτι σε εκείνον τον Ιρανό που παρά την αναπηρία του και την ολοήμερη έκθεσή του στον ήλιο, βρίσκει το κουράγιο να μου χαμογελάει στο φανάρι που στρίβω στη στάση Λυσσιατρείο.

Και δεν θα επιτρέψω σε κανέναν -από όπου κι αν προέρχεται- να αμφισβητήσει αυτόν τουλάχιστον τον ανθρωπισμό μου και τη στοιχειώδη αξιοπρέπειά μου. Μόνον αυτό άλλωστε μου έχει μείνει σ'αυτήν εδώ τη γειτονιά.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Θα σας βγάλουμε τας γραβάτας!


Αρκεί να μην μας πάρετε και τα σώβρακα.


Εσύ δεν είσαι που έλεγες πως η ελληνική επιχειρηματικότητα πρέπει να αναπτύξει συγκριτικά πλεονεκτήματα και καινοτομίες;


Από αυτοδιαχειριζόμενο στέκι γατιών.


Λυσσάρες!


Άμα τον πιάσει, γράψε μου.


Αν κρίνω από το σβησμένο τηλέφωνο, μάλλον ενικιάστηκε.


Γάτα ο αρχηγός.


Παγκοσμιοποίηση είναι το να πηγαίνεις σε νυχτερινό μαγαζί που λέγεται Κλεοπάτρα, βρίσκεται στην Εθνική Οδό Καβάλας, έξω από τη Θεσσαλονίκη και να ακους ρώσους καλλιτέχνες, τρώγοντας μουσακά.


Μόλις σε είδα, είπα φέρτε σεισμογράφο,
κεραυνοβόλα σ'αγαπώ, το υπογράφω.


Και πως σου πάνε οι ανταύγες!


Δευτέρα είναι σήμερα, είπαμε;

*Όλες οι φωτό είναι από τη Θεσσαλονίκη (Κέντρο / Άνω Πόλη / Λαδάδικα). Ειδικά για τις ανταύγες, πας στην Τούμπα.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Έμεινα Άφυτος!


Στα κανονικά μου εγώ δεν μπαίνω στη θάλασσα αν δεν πάει Ιούνης. Μη σου πω και Ιούλης. Κατά τα μέσα του καλοκαιριού δηλαδής. Όταν οι υποδέλοιποι έχουν περάσει δυο χέρια χρώμα στο κορμί τους, τότες είναι που σκάω μύτη, στο λευκό που ξεχωρίζει. Και επειδής δεν μένω και πολύ στον ήλιο, προς το τέλος του καλοκαιριού, να'χω πάρει ένα ροδοκόκκινο και ζήτημα είναι. Για μαύρισμα, ούτε κουβέντα! Βλέπεις, είμαι αρκετά ανοιχτός -και δεν το εννοώ μόνο με την έννοια του όπεν μάιντεντ.



Μεγάλη υπέρβαση θα το πεις λοιπόν που εφέτος, ξεκίνησα τα μπάνια από τις αρχές. Όχι Ιούνη, αλλά Μαϊου μη-χειρότερα. Αντίς να πλέξω το μαγιάτικο στεφάνι, πήρα τα μπρατσάκια μου και τα κουβαδάκια μου και ξεχύθηκα στας παραλίας της Χαλκιδικής. Στην Κρυοπηγή, αν έχεις ακουστά. Πρώτο πόδι. Που παρότι προσπάθησε να με φοβερίσει με τ'όνομά της, δεν ήταν και τόσο κρύα εντέλει αυτή η πηγή -καλά, δεν ήταν και ζεστή γιατί θα τη λέγαμε Θερμοπηγή, χελόου! Έτσι κάπως βρέθηκα φέτος, ανήμερα Πάσχα, αντίς να σουβλίζω τον οβελία (ζαμέ τέτοιες μπρουταλιτέ εγώ στο φαγί μου), να πλατσουρίζω χαρούμενος στο απέραντο γαλάζιο.



Τσου, οι φωτογραφίες δεν είναι από την εν λόγω παραλία -διότι είχα ξεχάσει τη φωτογραφική στο πορτ μπαγκάζ και οι δέκα ρώσοι τουρίστες που ήταν εκεί με τις κοιλούμπες, τις καδένες, τους χρυσούς σταυρούς και τις Σβετλάνες συζύγους, δεν είναι πλέζαντ θέαμα έτσι κι αλλιώς. Οι φωτό που σου μοστράρω είναι από την Άφυτο. Όπου κατέλυσα μετά το μπάνιο, για να θαυμάσω τη θέα στον Τορωναίο Κόλπο, να φάγω το μπιφτεκάκι μου και να πιω έναν καφέ βρε παιδί μου, να πάνε κάτου τα φαρμάκια -διότι μπάνια, βόλτες, μάσες, ξάπλες, πόσα ν'αντέξει κανείς;


Μετά από το ωραιότατο γεύμα μου στην πλατεία του χωριού, είπα να κάμω και μία βόλτα. Να εξερευνήσω το μέρος, να γνωριστώ με τους κατοίκους, να μοιράσω αυτόγραφα, τα γνωστά.


Η Άφυτος λοιπόν μου άρεσε πάρα πολύ. Πρώτον, διότι ως μέρος ανυψούται, είναι ευάερη, ευήλια και διαθέτει ορίζοντες. 



Δεύτερον, διότι έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό το παραδοσιακό της χρώμα. Πέτρινα σπίτια, καλντερίμια, καμινάδες και κεραμοσκεπές.


Και τρίτον, διότι στα όποια ιντεράξιονς είχα με τους κατοίκους, ήσαν όλοι ευγενέστατοι και φιλικοί και καλοί επαγγελματίες με τον τουρίστα (μουά).


Το μέρος διαθέτει και ωραιότατο -καθ'όπως έμαθα- λαογραφικό μουσείο.


Το οποίο στεγάζεται σε ένα εντυπωσιακό διώροφο της οικογένειας Αλευρά.


Δυστυχώς η ώρα ήταν περασμένη και το μουσείο κλειστό, επομένως δεν μπορώ να σου δείξω μήτε τις φορεσιές, μήτε την παραδοσιακή οικοσυσκευή, μήτε τα γεωργικά εργαλεία που εκτίθενται εδώ.


Μπορώ όμως να σου δείξω το λουλακί μπαλκόνι του που στέκεται χαριτωμένα απάνου στα δοκάρια. Όπως θα παρατήρησες και από την επιγραφή, το κτήριο είναι του 1889! Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για να μην ξεχνιόμαστε.


Η ιστορία του μέρους είναι θεόπαλια και φθάνει στο 3.000 π.Χ. παρακαλώ! Επειδής δεν είσαι μόνο εσύ που εξετίμησες τις παραλίες και τις θέες, ήρθε εδώ ο αρχαίος και έσιαξε πόλη διόλου ευκαταφρόνητη. Κατά τους Περσικούς Πολέμους, συνεισέφερε μάλιστα με τα δικά της πλεούμενα, ενώ αργότερα έκαμνε αίτηση και εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία.


Σήμερα η Άφυτος είναι ίσως ένας από τους ομορφότερους οικισμούς της Χαλκιδικής, καθώς σε αντίθεση με άλλα χωριά και παραθαλάσσια θέρετρα, δεν έχει παραδοθεί εντελώς στην κακογουστιά της προκάτ μεζονέτας και του θεσσαλονικιώτικου νεοπλουτισμού. Περπατώντας τα καλντερίμια, συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό για την αισθητική της είναι το πλακόστρωτο στους δρόμους -καμία σχέση με την ακαλαίσθητη και καυτή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, άσφαλτο. Μακάρι να συνέχιζαν και εδώ την πλακόστρωση λίγο πιο πέρα από το κέντρο του οικισμού.


Τελευταία στάση μου, η εκκλησία. Παραδοσιακή κι αυτή, με λιτές γραμμές. Όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι οι εκκλησιές.


Μπήκα στον προθάλαμο και άναψα ένα κεράκι. Έτσι για να μη λες ότι είμαι τελείως γρουσούζης με τις θρησκείες και τα κυρελέησον. 


Και κάπως έτσι έφυγα χαρούμενος από ετούτο δω το μέρος. Και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως κάποτες θα ξαναγυρίσω. Με πολυήμερη άδεια, έναν πάκο βιβλία και διάθεση να αφεθώ στους ήσυχους και ξεκούραστους ρυθμούς του. Στα υπόψην λοιπόν! Άσχετο, εσύ ξεκίνησες μπάνια;