Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Επιχείρηση Καλάβρυτα



Ξεύρεις για το ναζισμό. Έχεις διαβάσει ιστορία, έχεις δει ντοκιμαντέρς, έχεις ακούσει διηγήσεις, υπάρχει τελοσπάντων και η γουικιπίντια. Αλλά επειδής είμαστε σε δύσκολες εποχές και ζούμε συγκεχυμένες πραγματικότητες, τίποτις πια δεν είναι δεδομένο. Γι'αυτό κι εγώ απεφάσισα να σε φέρω εδώ πάνω. Θα κάμουμε ένα ταξίδι στην ιστορία. Για να επαναλάβουμε ξανά όλα εκείνα που δεν δικαιούμαστε να μην ξέρουμε ή να κάμουμε πως δεν συνέβησαν.



Μπορεί το μέρος να είναι ειδυλλιακό, η βλάστηση υπέροχη και η γαλήνη του τοπίου καθησυχαστική, αλλά εδώ έχει γραφτεί μία από εκείνες τις ζοφερές στιγμές της πανανθρώπινης ιστορίας που θα έπρεπε να διδάσκεται ξανά και ξανά στα σχολεία. Ουχί της Ελλάδας, αλλά ολάκερης της γης.


Έτος 1943. Η ελληνική αντίσταση καταφέρνει μερικά σπουδαία χτυπήματα κατά των ναζιστικών στρατευμάτων και οι Γερμανοί αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα δραστικά. Έτσι, η Βέρμαχτ οργανώνει μία από τις πιο σκληρές επιχειρήσεις που έχουν γίνει σε ολόκληρη την Ευρώπη: την Επιχείρηση Καλάβρυτα.


Στις αρχές Δεκεμβρίου, ναζίστικα στρατεύματα από διάφορες κατευθύνσεις οδεύουν προς τα Καλάβρυτα, λεηλατώντας και καίγοντας τα χωριά που συναντούσαν στο διάβα τους.


Στις 8 Δεκεμβρίου μπαίνουν στους Ρογούς, ένα μικρό χωριό. Καλούν τον ιερέα παπά-Χρήστο Κανελλόπουλο να χτυπήσει την καμπάνα και να συγκεντρώσει όλους τους άντρες στην πλατεία, τάχα-μου για να τους αποζημιώσουν για τα ζωντανά που τους είχαν επιτάξει. Για να είναι βέβαιοι ότι δεν είχε ξεμείνει κανείς κρυμμένος, οι Γερμανοί ερεύνησαν τα σπίτια και δύο υπερήλικες που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τους άλλους στην πλατεία, εκτελέστηκαν επί τόπου. Στη συνέχεια τους έκλεισαν όλους μέσα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας με την εντολή να βγαίνουν ανά εξάδα για να λάβουν την αποζημίωση. Κανείς δεν ήταν τόσο αφελής. Μέσα στην εκκλησία, ο παπα-Χρήστος από την Ωραία Πύλη καλεί όλους να γονατίσουν και να αλληλοσυγχωρεθούν. Να πουν ένα τελευταίο αντίο ο ένας στον άλλον. Η πρώτη εξάδα καλείται να εξέλθει. Προπορεύονται έξι ηλικιωμένοι. Πυροβολούνται. Ακολουθούν οι επόμενοι έξι. Και οι επόμενοι έξι. Και οι επόμενοι έξι. Και οι επόμενοι έξι. Εξήντα πέντε νεκροί. Το χωριό πυρπολείται και καταστρέφεται ολοσχερώς.


Εντωμεταξύ στη γειτονική Κερπίνη, οι Γερμανοί είχαν ακολουθήσει παρόμοιο σενάριο. Κάλεσαν τους άντρες του χωριού στην πλατεία να τους μιλήσουν. Αλλά καθώς οι πυκνοί καπνοί από το χωριό Ρογοί μαύριζαν τον ουρανό, οι κάτοικοι δεν υπάκουσαν και έτρεξαν να κρυφτούν ή να ξεφύγουν. Τα πολυβόλα άρχισαν να γαζώνουν. Επικράτησε πανικός. Και στη συνέχεια νεκρική σιγή.


Το επόμενο κεφάλαιο διαδραματίστηκε εδώ. Στην αρχαιότερη μονή της Ελλάδας. Αναγνώστα, καλωσήρθες στη Μέγα Σπήλαιο.


Σήμερις θαυμάζοντας τα εντυπωσιακά κτήρια, τα γυαλισμένα πατώματα και τις φροντισμένες τοιχογραφίες, δύσκολα φαντάζεσαι τί έγινε σε ετούτο εδώ το μέρος.


Όμως μέσα στη μεγάλη κουφάλα του βράχου, αντηχούν ακόμα οι κραυγές. Τα ναζιστικά στρατεύματα έφθασαν εδώ, λεηλάτησαν το μοναστήρι και εκτέλεσαν δεκαέξι άτομα. Επισκέπτες, υποτακτικούς και μοναχούς.


Ακόμα εννιά μοναχοί εκτελέστηκαν στη θέση Ψηλός Σταυρός. Κι ύστερα τα κελιά πυρπολήθηκαν και η Μονή καταστράφηκε.


Ετούτη η πινακίδα μνημονεύει τα ονόματα των πεσόντων. Δίπλα της, μία άλλη υπενθυμίζει την απόκρουση των στρατευμάτων του Ιμπραήμ Πασά, που ουδέποτε κατάφερε να πατάξει το μοναστήρι.



Καλάβρυτα, 9 Δεκεμβρίου του 1943. Οι Γερμανοί μπαίνουν στο χωριό. Κυκλώνουν τα σπίτια και αποκλείουν όλους τους δρόμους διαφυγής. Οι κάτοικοι αναστατωμένοι κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους. Ο Γερμανός Διοικητής προσπαθεί να διασκεδάσει το κλίμα τρόμου, διαβεβαιώνοντάς τους ότι στόχος είναι απλώς οι αντάρτες και πως κανένας δεν έχει να φοβηθεί το παραμικρό.



Στη συνέχεια πυρπολούνται σπίτια ανταρτών. Νυχτώνει. Οι Γερμανοί έχουν κυριεύσει το χωριό και οι ώρες κυλούν βασανιστικά αργά. Εντέλει στις 12 Δεκεμβρίου, ανακοινώνεται στους κατοίκους ότι το επόμενο πρωί οι Γερμανοί θα αποχωρήσουν. Όλοι κρατούν την ανάσα τους και μετρούν τις στιγμές.

Όμως το επόμενο πρωί, 13 Δεκεμβρίου και πριν καλά καλά ξημερώσει, χτυπούν οι καμπάνες της κεντρικής εκκλησίας και οι Γερμανοί στρατιώτες διατάσουν τους κατοίκους να συγκεντρωθούν όλοι στο Δημοτικό Σχολείο, αφού πάρουν μαζί τους μία κουβέρτα και τρόφιμα μίας ημέρας.


Αυτό είναι το σχολείο των Καλαβρύτων. Σήμερις είναι μουσείο. Ένα υποδειγματικό μουσείο. Εδώ έγινε ο μεγάλος αποχωρισμός. Οι Γερμανοί διατάσουν τα γυναικόπαιδα να μπουν μέσα στο κτήριο. Και καλούν όλους τους άρρενες άνω των 14 ετών στον παρακείμενο λόφο. Σε ένα προσκλητήριο θανάτου. Είναι η τελευταία στιγμή που θα ιδούν οι άντρες τις γυναίκες τους. Τα παιδιά τους πατεράδες τους. Οι φίλοι τους αδελφούς τους. Οι άνθρωποι την ελπίδα.


Και ενώ οι άντρες συγκεντρώνονται στο λόφο, οι Γερμανοί βάζουν φωτιά στο σχολείο. Και στο χωριό. Οι κραυγές από τις μάνες και τα παιδιά σκίζουν τις πλαγιές και τα γύρω βουνά. Οι άντρες σφαδάζουν βλέποντας τους ανθρώπους τους να καίγονται ζωντανοί. Την ίδια στιγμή ο Οδοντωτός κατηφορίζει την ειδυλλιακή του διαδρομή, φορτωμένος με τα χρήματα και τα αποθέματα των Τραπεζών, με τα λάφυρα και το βιος όλων των χωριών της περιοχής, που συγκέντρωσαν με επιμέλεια οι Γερμανοί.


Από το ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος που βρίσκεται στο μέσον του χωριού, μία πράσινη και μία κόκκινη φωτοβολίδα, δίνουν το σύνθημα της εκτέλεσης. Ακούγονται τα νευρικά πολυβόλα στο λόφο. Και πέφτουν νεκρά τα κορμιά.



Τα γυναικόπαιδα ακούν μέσα από το φλεγόμενο σχολείο τις ριπές. Και ύστερα τη σιωπή. Σπάζουν τα παράθυρα και καταφέρνουν να ξεφύγουν τρέχοντας μακριά. Οι Γερμανοί έχουν ολοκληρώσει τη βαρβαρότητά τους και αποχωρούν.


Οι γυναίκες και τα παιδιά ανηφορίζουν προς το λόφο και αντικρύζουν το αποτρόπαιο θέαμα. Άντρες, πατεράδες, γιοι και αδελφοί πλημμυρισμένοι στο αίμα. Οι γυναίκες κλαίνε πάνω από τους άντρες τους. Κι όταν στερεύουν πια από δάκρυα, μαζεύουν τους νεκρούς τους και τους μεταφέρουν με τις κουβέρτες τους. Σκάβουν με τα χέρια την παγωμένη γη και φτιάνουν λάκους. Για να τους θάψουν.


Έλα μαζί μου, σε ένα προσκύνημα ιερό. Θ'ακολουθήσουμε το μονοπάτι που σκαρφαλώνει στον τόπο της φρίκης. Στον τόπο της μνήμης.


Εδώ αψηλά, ανάμεσα στους λόγγους και τις καταπράσινες ράχες, μνημονεύονται τα ονόματα των νεκρών. Εδώ τριγυρνούν ακόμα οι ψυχές τους.


Σκαμμένη μέσα στη γη, υπάρχει μια μικρή εκκλησιά. Στην κορφή από πάνου της, στέκει ο Λευκός Σταυρός.



Και δίπλα στην είσοδο η Πετρωμένη Καλαβρυτινή Μάνα. Εκείνη που έκλαψε. Που έθαψε. Που ξαναγέννησε το μέρος. Μετά την καταστροφή, εκείνο το Δεκέμβρη, οι γυναίκες σαν μαύρες σκιές γύρισαν στα χαλάσματα. Και ταγμένες στον αγώνα που τους επιφύλαξε η μοίρα, ξαναχτίσανε τα σπίτια τους. Και στεγάσανε τις απορφανισμένες ζωές τους.


Έλα να μπούμε στο εκκλησάκι.


Δεκάδες, εκατοντάδες καντήλια κρέμονται από την οροφή. Κι ανάμεσά τους τα ονόματα των όσων εχάθησαν εδώ.


Θα με ρωτήξεις, και πώς γίνεται σήμερα μετά από τόσα χρόνια να υπάρχουν άνθρωποι που υποστηρίζουν τη φασιστική ιδεολογία. Που έχουν στο σπίτι τους ναζιστικές σημαίες και φωτογραφίες του Χίτλερ και καμώνονται ταυτόχρονα τους πατριώτες. Που ψηφίζουν -ναι, ακόμα και εδώ στα Καλάβρυτα- τους οπαδούς των φονιάδων τους.


Δεν έχω απαντήσεις. Έχω μόνο διαπιστώσεις. Ετούτο το μέρος είναι εξαιρετικά πολύτιμο. Γιατί υπενθυμίζει μία αναπόδραστη αλήθεια: την αλήθεια της ιστορίας. Που θα πρέπει να εγγραφεί στη συλλογική μνήμη και να μην λησμονηθεί ποτέ.


Βγαίνοντας από το εκκλησάκι, αγναντεύω τα Καλάβρυτα. Πυκνά σύννεφα στεφανώνουν το τοπίο και τα αψηλά βουνά σκορπίζουν γαλάζια και μαβιά χρώματα στους ορίζοντες.



Εβδομήντα χρόνια μετά και τα Καλάβρυτα παραμένουν η πιο ισχυρή απάντηση στον τρόμο. Η πιο αδιάψευστη απόδειξη του παραλογισμού. Κι απευθύνουν ένα κάλεσμα: να αναμετρηθεί ο καθείς μας με τον ανθρωπισμό του.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Φιέστα λατίνα!


Δεν ξεύρω γιατί, αλλά σήμερις ξύπνησα με διάθεση λάτιν. Έφαγα την τσικίτα μου και έναν ανανά για πρωινό, χτύπησα ρυθμικά τις μαράκες μου κι έφυγα για τη δουλειά σφυρίζοντας σάμπα ντι τζανέιρο! Θα μου επιτρέψεις λοιπόν, να σου αφιερώσω τους πιο δημοφιλείς ρυθμούς που έχει γεννήσει η λατινοαμερικάνικη μουσική, τα τελευταία τριάντα χρόνια. Γιατί το κέφι και η αλέγκρα η διάθεση είναι τελοσπάντων, επιλογή.



Όσα χρόνια κι αν περάσουν, το Λαμπάντα παραμένει έπικ. Στο δημοτικό ήμουν και θυμάμαι ότι ενόσω τ'αγοράκια παίζαμε μπάλα και ανταλλάσσαμε αυτοκόλλητα με τον Αστυνόμο Σαϊνη, τα κορτσούδια φοράγανε τις λαμπάντα-φουστίτσες και κουνάγανε ρυθμικά τον πισινό τους. Πολύ μπροστά από την εποχή τους.



Αυτό είναι που λέμε "ιντερνάσιοναλ ζούπερ χιτ"! To 1994, από τα νήπια ως τα καπή, όλοι χορεύαμε τη Μακαρένα. Οι κοπέλες στο κλιπ έχουν την πλάκα τους και μερικές είναι ασχημοκούκλες. Από την άλλη, τους Los del Rio με τη μπριγιαντίνη και τις κουστουμιές, τους λες και συνταξιούχους. Κάτι ανάμεσα στα Τζαβαράκια και τον Γιάννη Βογιατζή. Σε εκπομπή με τη Μπήλιω Τσουκαλά. Χέι Μακαρένα, ααα!



To 1997 οι Βραζιλιάνοι Carrapicho κάμουν παγκόσμιο σουξέ τραγουδώντας τον βαθυστόχαστο στίχο κάρα τσίκι τσίκι τσίκι τσίκι τακ. Εκείνη την εποχή ήμουν φοιτητής. Που σημαίνει ρέκλα. Εντάξει διάβαζα κιόλας. Αλλά εκείνο το καλοκαίρι θυμάμαι πως από τα πρωινάδικα στην τηλεόραση ως τα κλαμπς της παραλιακής, ετούτος ο ρυθμός παιζόταν παντού. Θα σου το παραδεχτώ και να μείνει μεταξύ μας: το'χω χορέψει κι εγώ. Κάρα τσίκι τσίκι τσίκι τσίκι τακ.



Η Ταλία υπήρξε ηθοποιός, τραγουδίστρια, στιχουργός, παραγωγός, συγγραφέας, συνθέτρια, επιχειρηματίας και ιδέα, γενικώς. Αν αναρωτιέσαι από που την ξεύρεις, στα σίγουρα την έχεις δει στην τηλεόραση! Διότι όπως καλά θυμάσαι, πριν τα τούρκικα σήριαλς, υπήρχαν τα βραζιλιάνικα και τα μεξικάνικα. Σε ένα από τα πιο γνωστά, τη "Μαρία της Γειτονιάς", πρωταγωνιστούσε η Ταλία. Όχι δεν ήταν αυτό με την τυφλή (χελόου, αυτό ήταν η Εσμεράλντα), ούτε αυτό με την ατάλαντη (χελόου, αυτό ήταν οι Φρουροί της Αχαϊας). Δεν ξεύρω αν θα σου γιομίσει το μάτι με το "Αμόρ α λα Μεχικάνα", αλλά θα σου πω ότι η Ταλία θεωρείται η πιο επιτυχημένη μεξικάνα αρτίστα έβερ. Ναι, μεγαλύτερη και από τους τρεις καμπαλέρος.



Εντελώς iconic. Δηλαδής, χελόου: μιλάμε για σάμπα ντι Τζανέιρο, τι άλλο θέλεις για να κουνήσεις τον πωπό σου; Ζούπερ ανεβαστικό και αισιόδοξο και σπιντάτο! Από το 1997 και αυτό. Όταν είχα πρωτακούσει το όνομα του συγκροτήματος ("Μπελίνι") είχα σκεφτεί πως γουάου, πχιότητες και αναφορές στο γνωστό ιταλό συνθέτη της κλασικής μουσικής. Μετά έμαθα πως υπάρχει ομώνυμο κοκτέιλ και χαλάρωσα. Έλα, δώσε ένταση!



Στο απόγειο της σύντομης αλλά υπερεπιτυχημένης καριέρας του, ο Ρίκι Μάρτιν τα σπάει με το Livin' La Vida Loca. Ύστερα ανέβηκε στο θεατρικό σανίδι πρωταγωνιστώντας στην Εβίτα (ανέλπιστα καλός, τον είδα, στα έχω πει εδώ), απέκτησε παιδιά κατά παραγγελία και απεφάσισε να συζήσει με τον καλό του. Ο τίτλος του τραγουδιού, στο κυριολεκτικό του.



Οι Las Ketchup δεν είναι λατινοαμερικάνες, αλλά σπανιόλες. Εντούτοις, το Asereje δεν μπορεί να λείψει από τη χορευτική φιέστα που σου'χω οργανώσει. Αφενός γιατί είναι πολύ κλάσικ πλέον στους κύκλους του τριαλαρί τριαλαρώ, αφετέρου γιατί είναι το λαμπάντα των '00s. Φαντάρος ήμουν, θυμάμαι. Κι ενώ εγώ ντυμένος στο χακί φυλούσα την πατρίδα να μην μας την εκλέψουνε, εσύ χόρευες απάνου στα τραπέζια!



Θα σε αφήσω με κάτι πιο πρόσφατο. Σακίρα ντε! Που τη συμπαθούμε για πολλούς λόγους: για τη φωνή της, για το κούνημα των γοφών της, για τα ανεβαστικά της τραγούδια, για το χαμόγελό της, για το που έχει έρθει για συναυλία στην Ελλάδα πριν γίνει 60 χρονών (βλέπε Μαντόνα, Σινάτρα, Μάικλ Τζάκσον και Νάνα Μούσχουρη). Κι όπως έχεις καταλάβει αναγνώστα, η λέξη κλειδί είναι λόκα. Γι'αυτό ρίξτο κι εσύ λίγο στην τρέλα, διότι η πολύ λογική σε έναν κόσμο παντελώς παράλογο, καλό δεν μας κάνει.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Χάνι



Το 'χεις πια καταλάβει καλά πόσο πολύ την αγαπώ την Κωνσταντινούπολη. Γι'αυτό και πάντοτε επιστρέφω και θα επιστρέφω κοντά της. Γι'αυτό και πάντοτε συζητώ και θα συζητώ για εκείνη. Είναι μία διαρκής αναφορά μου, ένα στοιχείο της ιδικής μου ταυτότητας.



Πεποίθησή μου είναι πως για να καταλάβεις ένα μέρος και να το κάμεις οικείο, πρέπει να το περπατήσεις. Να το ζήσεις. Να ανακατευθείς με τους ανθρώπους του και να συντονιστείς με τους ρυθμούς του. Κι επειδής την Πόλη πλέον μπορώ να πω πως την γνωρίζω καλά, σήμερις θα σε πάω σε ένα μέρος μυστικό.



Βρισκόμαστε στo Εμίνονου, στην περιοχή που ορίζεται ανάμεσα στην Αγορά των Μπαχαρικών, το Καπαλί Τσαρσί και το Σουλεϊμανιγιέ. Στους μυριάδες στενούς δρόμους, ξεδιπλώνεται καθημερινά ένα εκτεταμένο θορυβώδες παζάρι με κάθε είδους προϊόντα και ένα μέγα πλήθος εμπόρων και καταναλωτών που εδώ και αιώνες συναλλάσσεται και διαπραγματεύεται τις τιμές.


Εδώ θα βρεις φθηνά ρούχα και παπούτσια. Και μαντίλες. Και πλαστικά παιδικά παιχνίδια. Και είδη καθαριότητας. Και έπιπλα και κουζινικά. Ό,τι πάρεις, δυοτρία ευρώ. Εντάξει, αφού παζαρέψεις λίγο την αρχική τιμή.


Όμως για να ιδείς την αλήθεια ετούτης της γειτονιάς, πρέπει να χαθείς στους δρόμους πίσω από τα καταστήματα. Να ανεβείς τις σκάλες, να περιπλανηθείς στις στοές, να τρυπώσεις θαρραλέα μέσα από πόρτες.



Και να εντοπίσεις τις εσωτερικές αυλές. Διότι εδώ αναγνώστα, θα βρεις τα χάνια. Έναν λαβύρινθο που δεν γνωρίζουν εύκολα οι τουρίστες αυτής της πόλης και που ακόμα και πολλοί κάτοικοί της τείνουν να αγνοούν -ειδικά οι λεγόμενοι "λευκοί Τούρκοι" -οι δυτικότροποι αστοί της Πόλης- μήτε που καταδέχονται να πατήσουν σε ετούτες τις περιοχές.


Όμως εγώ θα σου αποκαλύψω πως ετούτο είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέρη στον κόσμο. Όμορφο; Όχι δεν είναι όμορφο με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Είναι όμως γοητευτικό. Και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Έλα κάτω από την ομπρέλα μου γιατί θα γίνεις παπί με τη φθινοπωρινή μπόρα.


Τα περισσότερα από τα κτήρια που βλέπεις είναι οι εξωτερικές πλευρές από χάνια. Και για να σου το εξηγήσω παραπάνω, πρέπει να σου πω ότι το χάνι είναι ένα σύμπλεγμα από δωμάτια ή κελιά που στη μέση του έχει μία εσωτερική αυλή. Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και πιο παλιά επί Βυζαντίου, τα χάνια προσέφεραν κατάλυμα για τους εμπόρους των καραβανιών και η κεντρική αυλή τους λειτουργούσε ως χώρος σταβλισμού για τις καμήλες ή τα άλογα. Τα χάνια, γειτνιάζουν με τα παζάρια. Για πρακτικούς λόγους. Διότι εδώ έρχονταν οι έμποροι από την Ασία και την Αφρική και αποθήκευαν τα προϊόντα τους πριν τα διαθέσουν προς πώληση. Εδώ ερχόντουσαν και οι λιανέμποροι του παζαριού για να προμηθευτούν τα αγαθά που θα κοτσάριζαν στους πάγκους τους.


Κάθε χάνι ειδικευόταν σε συγκεκριμένο είδος προϊόντων. Άλλο για μπαχαρικά, άλλο για υφάσματα και άλλο για χάντρες και χαϊμαλιά. Διέθετε μάλιστα και κουζίνα, αλλά και μία κρήνη στη μέση της αυλής, ώστε οι έμποροι να έχουν όλα τα απαραίτητα για τη διαμονή τους. Τα κελιά διέθεταν και τζάκια που καταλήγουν σε κομψές καμινάδες απάνου στις σκεπές.


Τα χάνια διαθέτουν συνήθως δύο ή τρεις ορόφους, που συνδέονται με παμπάλαιες πέτρινες σκάλες που σκαρφαλώνουν ανάμεσα σε τοίχους και αψίδες.


Βεβαίως, με την πρόοδο των μεταφορών και την εμφάνιση του σιδηρόδρομου, τα χαρακτηριστικά του εμπορίου άλλαξαν άρδην: τα καραβάνια εξαφανίστηκαν και οι έμποροι δεν χρειαζόταν να διαμένουν για μέρες μαζί με την πραμάτεια τους για να κλείσουν συμφωνίες. Κάπως έτσι, μία οικονομική και εμπορική δομή αιώνων, απλώς εξαφανίστηκε.


Αλλά τα χάνια παρέμειναν. Και μετατράπηκαν σε αποθήκες, βιοτεχνίες, καταστήματα και επαγγελματικά εργαστήρια. Αν τυχόν βρεθείς κατά δω, να πας στο Ζιντζιρλί Χαν ή το Μπουγιούκ Γενί Χαν. Που είναι αρκετά καλά διατηρημένα. Αλλά εγώ θα σε πάω αλλού.



Στο Σαγκίρ Χαν. Για να πάρεις μία ιδέα από μία διαφορετική πραγματικότητα. Μία πόλη πίσω από την πόλη.


Βουαλά! Γύρω από ετούτες τις αυλές υπάρχει ένα δίκτυο από διαδρόμους. Σκοτεινούς και υγρούς. Όπου διασταυρώνεσαι με χαμάληδες που πηγαινοέρχονται νευρικά κουβαλώντας κούτες με εμπορεύματα. 


Πρόσεχε πού πατάς. Και μην γελιέσαι πως το μέρος είναι έρημο και εγκαταλελειμμένο. Κάθε πόρτα κρύβει μέσα της, κόσμο. Που δουλεύει σκληρά, μέσα σε αίθουσες που τις λες και καταγώγιο. Βλέπεις σκιές να ξεπροβάλλουν πίσω από τις γωνίες, ακούς ομιλίες ή το θόρυβο μηχανών μέσα στα χαλάσματα. Στιλβωτές, μάστορες, μικροτεχνίτες. Δουλεύουν από τ'αξημέρωτα για ένα κομμάτι ψωμί. Κάτω από μία λάμπα.


Νιώθεις την υγρασία να διαπερνά τα σωθικά σου. Τους κρύους τοίχους να σε πλακώνουν. Τον αέρα να μυρίζει χημικά από την επεξεργασία των προϊόντων. Και τα πάντα μοιάζουν να είναι σκεπασμένα από ένα παχύ στρώμα σκόνης. Εύλογα θα με ρωτήξεις "και τί βρίσκεις βρε πτηνό σε αυτό το γκρίζο και άσχημο μέρος ν'αγαπήσεις;" Το μόχθο, αναγνώστα. Με τον οποίο είναι ποτισμένο αυτό το μέρος. Τη βιωματική αίσθηση, της παραδοσιακής οικονομίας. Τα βήματα των καραβανιών, την ανάμνηση των εμπόρων, την οσμή των μπαχαρικών, τους θορύβους των εργατών. Οι πόλεις δεν είναι μόνο τα μνημεία τους. Δεν είναι οι μεγάλοι λεωφόροι και τα πάρκα. Δεν είναι τα λαμπρά τους αξιοθέατα. Οι πόλεις είναι οι ανθρώπινες ζωές που κινούνται αδιάκοπα μέσα στους υπόγειους ιστούς της καθημερινότητας. Μίας καθημερινότητας που αλλάζει ποιότητες και χαρακτηριστικά μέσα στους αιώνες, αλλά και παραμένει απελπιστικά ίδια στη δυσκολία και τον κάματό της.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Κίτρινη Πόλη



Τα βράδια με πανσέληνο έχουνε άλλη χάρη, χορεύει ο κόσμος και μεθά μ'ολόγιομο φεγγάρι.



Σαββατόβραδο, καταμεσίς τ'Οκτώβρη και το φως της πανσελήνου λούζει με κίτρινα χρώματα την πόλη. Πατησίων και Ιουλιανού γωνία, η ελληνική σημαία αλλάζει κι αυτή τη διάθεσή της.



Κτήρια κι άνθρωποι, παραδίδονται στην επήρεια αυτής της μεταφυσικής μονοχρωμίας. Η Αθήνα υπνωτισμένη και εντελώς καταβεβλημένη, υποτάσσεται. Οδός Τρίτης Σεπτεμβρίου. Εδώ που περιφέρονται οι νεκροζώντανοι εξαρτημένοι των ουσιών. Ερημιά τώρα και ησυχία.



Στην πλατεία Λαυρίου, δίπλα στην Ομόνοια, οι άνθρωποι περιμένουν το λεωφορείο. Σκιές μέσα στην κίτρινη νύχτα.



Κάποιοι κάθονται -σχεδόν αφημένοι- στα καφέ και τα σουβλατζίδικα της περιοχής. Στα παγκάκια και τα κράσπεδα. Λες και τους έχει ξεχάσει ο χρόνος εκεί. Τα βλέμματά τους είναι βαριά, αποκαμωμένα από το βάσανο της ζωής.



Λένε πως τα Χαφτεία είναι μία από τις πιο πολυσύχναστες περιοχές του κέντρου. Συμφωνώ: είναι πολλές οι μοναξιές που συχνάζουν εδώ.



Τo κτήριο της Εθνικής Τράπεζας. Επί της Αιόλου, δίπλα στην πλατεία Κοτζιά, γωνία με την άλλοτε κραταιά Σοφοκλέους. Κιτρίνισαν τα φύλλα της οικονομίας και έπεσαν. Ο πεζόδρομος της Αιόλου όμως έχει αρχίσει να ανθίζει: νέα μαγαζιά, μπαρς, εστιατόρια και καφετέριες έλκουν σε αυτό το άλλοτε παρατημένο κομμάτι της πόλης, νέους όλων των φυλών. Περπατάς και έχεις την αίσθηση μίας ευπρόσδεκτης αλλαγής.



Μοντέρνοι λουκουμάδες και φαλάφελ. Και φρόουζεν γιόγκαρντ. Και λογής λογής γκουρμέ πίτες. Σε ένα δρόμο που κάποτες έβρισκες μόνο υφάσματα και εκκλησιαστικά είδη και κάλτσες.



Τα κτήρια όμως σε διαβεβαιώνουν πως κι αν λαμβάνουν οι τόποι νέες εκδοχές, τίποτις δεν αλλάζει.



Και η Αγία Ειρήνη από την πλευρά της επιμένει πεισματικά πως "εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν".



Στο Μοναστηράκι ο κόσμος πολύς. Με όλους τους καιρούς, αυτή η πλατεία παραμένει ένα από τα πιο ζωντανά σημεία της πόλης. Η μυρουδιά από το σουβλάκι αναμειγνύεται με τις μουσικές των πλανώδιων και τα φλας των τουριστών. Προσπαθείς να ιδείς κι εσύ την Αθήνα, ωσάν ξένος. Να προσποιηθείς πως δεν σε έχει αλλοτριώσει. Να αποστασιοποιηθείς από αυτήν και να διασκεδάσεις την παρουσία σου εδώ.



Δύσκολο το εγχείρημά σου. Όταν τα πάντα σού υπενθυμίζουν ότι ζεις σε ένα περιβάλλον καθηλωμένο στην απαξίωση.



Στην Πλατεία Συντάγματος, το φεγγάρι στέκει πάνω από τη Βουλή των Ελλήνων. Μήτε αγανακτισμένοι, μήτε απογοητευμένοι. Τώρα πια απλώς σεληνιασμένοι.



Κι απέναντί του, τα παλαιά κτήρια της πλατείας, που έχουν υπομονετικά παρακολουθήσει όλες τις φάσεις μίας πολύπαθης και ταραχώδους ιστορίας. Βάλε με το μυαλό σου, τι σκέφτονται ετούτα τα μπίλντιγκς για εμάς! Κάποτες θα έλεγα πως είναι θυμωμένα μαζί μας. Τώρα είμαι βέβαιος πως μας λυπούνται.



Στην Πανεπιστημίου, η Τράπεζα της Ελλάδας κρατάει τα προσχήματα.



Ότι υπάρχει οικονομία ντε και ότι κάποιος την επιβλέπει.



Τα παράθυρα είναι κλειστά, οι σιδεριές φυλακίζουν τους έξω από τους μέσα και προοπτική απόδρασης δεν υπάρχει.



Λίγο πιο πέρα, ξαναβρίσκω το φεγγάρι που βολτάρει στη στέγη της καθολικής εκκλησίας.



Κι ύστερα το παρακολουθώ να λούζει την αθηναϊκή Τριλογία και να συζητάει μαζί της τα τεκταινόμενα.



Μπροστά από το Πανεπιστήμιο, ο Βαγγέλης Γερμανός τραγουδάει για τους απολυμένους εργαζόμενους. Νέοι άνθρωποι με πανό. Και σημαίες. Κρατούν κοκακόλες και σιγοτραγουδούν το παράπονό τους.



Διότι μη γελιέσαι με το μεθυστικό κίτρινο που'χει χυθεί παντού: όλα τα θέματα παραμένουν ανοιχτά και ακανθώδη. Και οι άνθρωποι ξημεροβραδιάζονται αναγκαστικά με τις έγνοιες τους.



Με τα αδιέξοδά τους. Είναι πολλοί εκείνοι που βολοδέρνουν μέσα στις προσωπικές τους στοές δίχως ελπίδα διαφυγής.



Ένας ελέφαντας κρύβεται στη στοά του θεάτρου Ακροπόλ, στην Ιπποκράτους. Αφού τρέχουν και τα παχύδερμα να σωθούν από εμάς, τα πράματα είναι πολύ ανησυχητικά!



Στα Εξάρχεια, η νεολαία της πόλης συνεχίζει να συναντιέται και να ερωτεύεται. Τα μαγαζιά της πλατείας, αλλά και τα φαγάδικα στην Εμμανουήλ Μπενάκη είναι γιομάτα κόσμο. Κι ακούγονται μουσικές και οχλαγωγίες και γέλια. Και τσουγκρίσματα ποτηριών.



Σε ένα περιβάλλον εντελώς αποκρουστικό.



Μήτε το σεληνόφως δεν μπορεί να ξεβγάλει τη βρωμισιά και την απαξίωση αυτών των δρόμων.



Δεν μπορεί να αποκρούσει και να σβήσει το μίσος και την ανοησία από τους τοίχους.



Η μπλε πολυκατοικία στη γωνία Αραχώβης και Στουρνάρη, στέκει κι αυτή αμίλητη. Και κίτρινη.



Τη δεκαετία του '30, αποτέλεσε το απαύγασμα του μοντερνισμού. Σε σχέδια του Παναγιωτάκου και βαμμένη με ευφυέστατο τρόπο από το ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά. Σήμερα μοιάζει με φάντασμα των όσων ήταν, κάποτες.



Απέναντι, το 5ο Γυμνάσιο Αθηνών. Στραγγαλισμένο κάτω από μία νοσηρή συνθηματολογία του τοίχου και της τάχα-μου πολιτικοποίησης.



Το μόνο που καταφέρνουν να αλλάξουν όλοι αυτοί οι δήθεν ιδεολόγοι, είναι να βεβηλώσουν το αστικό περιβάλλον. Και να μας συμπαρασύρουν όλους πιο βαθιά στο βούρκο της αποκρουστικής και ισοπεδωτικής τους αισθητικής.



Να μας επιβάλλουν τη δική τους εκδοχή της επανάστασης. Τη δική τους κόλαση.



Χέρι-χέρι με το φεγγάρι ανηφορίζω τον πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους. Κράτησέ-με φεγγάρι.



Κι ύστερα περιδιαβαίνω την Καλλιδρομίου.



Έναν δρόμο όπου υπό άλλες συνθήκες, θα ήθελα να μένω. Έναν δρόμο εμποτισμένο με μία παλιά αθηναϊκή αστική ποιότητα. Σαν ξεθυμασμένη κολώνια από το αντιπροχθές.



Που τώρα μοιάζει κι αυτός να έχει υποταχθεί στη βαρβαρότητα. Έρχεται το κίτρινο από παντού, τρυπώνει στα σπίτια, χορεύει στις στέγες, παίζει με τις σκιές μας. Και υπογραμμίζει με έμφαση την αλήθεια της ζωής μας. Δώσε μου κάτι να ελπίζω, φεγγάρι μου. Χάρισέ μου κι εμένα τη φέξη σου. Να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό, να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάματα.


Σε ένα περβάζι, έξω από ένα κατάστημα με επιδιορθώσεις τηλεοράσεων, κάποιος μού άφησε ένα μικρό χαμόγελο. Στάθηκα για μερικές στιγμές, το κοίταξα και του το ανταπέδωσα. Καλό σου βράδυ, Αθήνα. Όνειρα γλυκά.