Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Μία αλλιώτικη Ελλάδα



Έχει λιακάδα σήμερα. Και ζέστη. Ο μεσογειακός ήλιος αγκαλιάζει τα κτήρια κι αχνίζει την άσφαλτο. Και το λαμπερό φως τρυπώνει από παντού. Για να σε καθησυχάσει πως ακόμα κι αν οι χειμώνες σου ήσαν γκρίζοι και δύσκολοι, νάτο κατέφθασε το ελληνικό καλοκαίρι για να διασκεδάσει όλους σου τους φόβους.



Ξεμυαλίστηκα απ΄ τον όμορφο καιρό κι είπα να σε πάρω να πάμε μία βόλτα. Και επειδής στα σίγουρα, θα με αρχίσεις στα πώς και στα γιατί, είμαι εδώ να σου λύσω όλες τις απορίες σου. Και καταρχάς το πού βρισκόμαστε!



Ε λοιπόν, βρισκόμαστε στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, σε μία εντελώς εναλλακτική εκδοχή της Ελλάδας. Σαν αυτούς τους παράλληλους κόσμους στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, που τα πάντα λειτουργούν ανάποδα κι έρχεσαι κι αναρωτιέσαι αν είναι όλοι οι τριγύρω σου άλιεν ή αν είσαι εσύ ο ίδιος.


Τι εννοείς πως δεν έχουμε τέτοια σπίτια και τέτοια αυτοκίνητα και τέτοιους δρόμους στην Ελλάδα; Μα σε προειδοποίησα ότι βρισκόμαστε σε μία αλτέρνατιβ εκδοχή της. Πολλά εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη.

Αναγνώστα, καλωσόρισες στην Αστόρια.



Με μία πρώτη ματιά, η Αστόρια μοιάζει με μία συνηθισμένη γειτονιά του Κουίνς. Μεγάλα πεζοδρόμια, κτήρια με κόκκινο τουβλάκι δίχως μπαλκόνια, πίσω αυλές που παρκάρουμε τ'αμάξια, υπέργειες γραμμές του μετρό και κίνηση στους δρόμους.


Ύστερα όμως, όταν αρχίζεις να παρατηρείς πιο προσεκτικά, βλέπεις πως ετούτο π.χ. το κτήριο ονομάζεται "Δε Ακρόπολις".



Και πως ο ιδιοκτήτης αυτού του νέου, κάπως πιο μονδέρνου μπίλντιγκ, είναι μία κάποια εταιρία Πάρθενον Χόλντινγκς.



Κι ύστερα παρατηρείς τις γαλανόλευκες που κυματίζουν. Στους κήπους, δίπλα από μία γλάστρα με βασιλικό και ένα εκκλησάκι.



Στα παράθυρα, στερεωμένες στα κάγκελα, πάνω από το ερκοντίσιον.



Στα μαγαζιά και στα εστιατόρια.



Στο Άθενς Καφέ. Όπου μπορείς νακούσεις ζάρια να κροταλίζουν πάνω στο τάβλι. Κι άμα κάτσεις, έχεις την επιλογή του φραπέ και του φρεντοτσίνο. Και την αίσθηση ότι δεν βρίσκεσαι στην Αμερική, αλλά σε κάποια επαρχιακή ελληνική πόλη. Που όλα κυλάνε ήρεμα και χαλαρά. Και που άμα χτυπήσει το τηλέφωνο, θάναι η μαμά να σου υπενθυμίσει ότι σούχει φυλάξει δύο κομμάτια σπανακόπιτα στο ψυγείο.


Περπατώ στους δρόμους της Αστόρια και νιώθω ξαφνικά πως βρίσκομαι σε ένα κομμάτι πατρίδας. Όχι, δεν είναι μόνο οι πινακίδες και οι σημαίες και οι φραπέδες. Είναι οι άνθρωποι. Που είναι δικοί μου άνθρωποι. Φυσιογνωμίες με γνώριμα χαρακτηριστικά. Κι είναι οι ομιλίες τους. Που διασταυρώνεσαι με κάποιον στη γωνία και τον ακους να μιλάει ελληνικά στο κινητό. Που μπαίνεις σε μαγαζιά και σου λένε καλημέρα και καλώστον. Που βρίσκεσαι βρε αδελφέ εν τω μέσω της Νέας Υόρκης και δεν χρειάζεται να μιλάς γρι αμερικάνικα για να συνεννοηθείς στο μπακάλικο.


Και κάπως έτσι -σχεδόν ανέλπιστα- ανακαλύπτεις μία πατρίδα, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα.


Μία πατρίδα αλλιώτικη. Που έχει χτιστεί με νόστο και με από μνήμης αναφορές. Στους τόπους και στους ανθρώπους που έμειναν πίσω. Αυτή ήταν η βάση, αυτή ήταν η μαγιά με την οποία καμώθηκε ετούτη η κοινότητα.



Και σιγά-σιγά, χρόνο με το χρόνο, δεκαετία με τη δεκαετία, η πατρίδα σβήνει ως εμπειρία και μετατρέπεται σε στερεότυπο. Σε Παρθενώνα, σε Καζαντζίδη, σε μουσακά και ντολμαδάκια γιαλατζί. Και η αντίληψή της, μένει αποσπασματική ή στάσιμη. Χωρίς την καθημερινή διασύνδεση με το παρόν της πατρίδας, χωρίς τη γνώση της πραγματικότητάς της. Χωρίς την εμπειρική παρατήρησή της. Διότι αν έχεις χρόνια να πας στο ΙΚΑ και στην εφορία, αν έχεις χρόνια να οδηγήσεις στο Παγκράτι και στην Κυψέλη, αν δεν παρακολουθείς καθημερινώς τους πολιτικούς στα τηλεπαράθυρα, τότε τείνεις να ξεχνάς τ'αρνητικά ετούτης της πατρίδας. Δεν ξεύρω αν την εξιδανικεύεις, αλλά πάντως την αλλοιώνεις στη μνήμη και τη συνείδησή σου.


Κι έτσι η πατρίδα γίνεται μόνο συναίσθημα. Νοσταλγία. Αγάπη. Εγκαρτέρηση. Ίσως και πικρία ή πόνος. Για τον καθένα, γίνεται αλλιώς. Γίνεται μία αναπόδραστη αναφορά ταυτότητας.


Διότι ναι, αν είσαι Έλληνας της Αστόρια, δεν μπορείς να αποδράσεις εύκολα από την ταυτότητά σου. Υπάρχει το Άθενς Καφέ, να σου την υπενθυμίζει. Και η Μάραθον Μπανκ. Και τα γκράφιτι με τις αρχαιοελληνικές απεικονίσεις. Και ο ναός της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Γεώργιου. Μία ολάκερη κοινότητα που ζει το συλλογικό της φαντασιακό. Την ανάγκη της να ανήκει. Ο ένας στον άλλον και όλοι μαζί.



Μήπως αυτή η συναισθηματική Ελλάδα, η φαρ-φαρ αγουέι από την πραγματική Ελλάδα, είναι λοιπόν καλύτερη και πιο προκομμένη; Μήπως είναι πιο λειτουργική και άρτια; Μήπως είναι πιο Ελλάδα από την Ελλάδα -για να μνημονεύσω και το γνωστό κλισέ που θέλει τους ανά την υφήλιο ομογενείς περισσότερο πατριώτες από τους γηγενείς;



Δύσκολα μού βάζεις, αλλά θα προσπαθήσω να σου απαντήσω. Ναι, η κοινότητα των ελληνοαμερικανών έχει να επιδείξει σπουδαίες επιτυχίες. Σε όλους τους τομείς. Και μη σκεφθείς μονάχα την Καλομοίρα Σαράντη και τον Τζορτζ Στεφανόπουλος. Μην σκεφθείς μονάχα τη Νια Βαρνταλος και την Ολυμπία Δουκάκης. Πέραν από τα λογής λογής σελέμπριτις, υπάρχει μία πληθώρα λιγότερο επώνυμων, αλλά εξίσου επιτυχημένων γκρικ-αμέρικανς σε όλους τους κλάδους, σε όλα τα επαγγέλματα και παντού, σε όλα τα στέιτς.



Συνήθως είναι εκείνοι που προχώρησαν και απεγκλωβίστηκαν από το στερεότυπο. Που απεξαρτήθηκαν από την αναφορά. Και απεφάσισαν να παίξουν με τους όρους του παιχνιδιού. Ελληνοαμερικάνοι δεύτερης και τρίτης γενιάς που χρησιμοποίησαν τα ταλέντα τους και πρόκοψαν.



Οι περισσότεροι εξ αυτών δεν μένουν πλέον στην Αστόρια. Εξού και ο ελληνικός πληθυσμός της φθίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια. Εξού και θα ιδείς πολλούς ισπανόφωνους να εγκαθίστανται στα διαμερίσματα. Και τα μαγαζιά τους να εκτοπίζουν σταδιακά τα ελληνικά μαγαζιά.



Σχεδόν μισό αιώνα μετά τη μαζική εγκατάσταση Ελλήνων και Κυπρίων, η Αστόρια παραμένει πάντως ένα ελληνικό προτεκτοράτο. Μία κοινότητα που ανέπτυξε όμως την ιδιομορφία της σε σχέση με την καθ'ημάς πατρίδα. Εξαιτίας του απομονωτισμού της. Κάτσε να στο εξηγήσω αυτό καλύτερα, γιατί είναι βέρι βέρι ιμπόρταντ.


Πάρε για παράδειγμα τη Μαδαγασκάρη. Ή την Αστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Αποκομμένες από τις υπόλοιπες ηπείρους, αυτές οι νήσοι έχουν αναπτύξει μία δικιά τους βιοποικιλότητα. Και εν τω ρου των αιώνων και των χιλιετιών, έχουν διαμορφώσει ζούδια και φυτά με εντελώς ειδικά χαρακτηριστικά που δεν απαντώνται πουθενά αλλού στον πλανήτη. Τύπου κοάλα, καγκουρό, ορνιθόρυγχους, την Κάιλι Μινόγκ.


Αντίστοιχα και η Αστόρια, έχει διαμορφώσει έναν ολόδικό της χαρακτήρα, μία δική της αίσθηση ελληνικότητας.


Μία ελληνικότητα που διψάει για ήρωες, για πολιτιστικούς δεσμούς, για θετικές εικόνες από την πατρίδα. Μία ελληνικότητα που κλαίει ακόμα τον Μητροπάνο, που αποζητάει στο ντιβιντί να ιδεί την Βουγιουκλάκη, που δεν μπορεί εύκολα να διαμορφώσει κριτήριο για να αξιολογήσει την Άννα Βίσση, τη Νατάσα Θεοδωρίδου και τον Βασίλη Καρρά. Διότι πέραν και πάνω από την όποια καλλιτεχνική τους αξία, είναι ελληνικές φωνές, μας θυμίζουν την πατρίδα και είναι πολύτιμοι.


Μία ελληνικότητα που υποστηρίζει τη φέτα και το γιαούρτι. Που ψωνίζει ελληνικά και μαγειρεύει ελληνικά. Σε μία χώρα που όλα τα τρώμε στα μικροκύματα, στα μακαρόνια βάζουμε κέτσαπ και το μαγείρεμα είναι εξότικ συνήθεια.



Αντίθετα, εδώ ψωνίζουμε το φρέσκο χωριάτικο ψωμί μας. Και τα κουλουράκια πορτοκαλιού. Και καμιά τυρόπιτα βρε αδελφέ.



Κι αν έχει κανέναν αγώνα -με την Εθνική, ντε, στο σάτελάιτ- τότες, παραγγέλνουμε και πίτα γύρο. Με τζατζικάκι. Και πατάτες τηγανητές.


Και κάπως έτσι, μέσα από το σουβλάκι, την τυρόπιτα και το φρεσκοφουρνισμένο ψωμάκι, φέρνουμε εδώ, την πατρίδα που αφήκαμε ξοπίσω. Που την εγκαταλείψαμε και μας εγκατέλειψε. Που την πονέσαμε και μας πονάει. Που την αποζητούμε και της παραπονιόμαστε. Που είναι βασικό συστατικό του είναι μας και της ταυτότητας μας.


Περπατώ στους δρόμους της Αστόρια κι ανακαλύπτω ξανά την πατρίδα. Μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς της ξενιτιάς. Όταν βρίσκεσαι τόσα χιλιόμετρα μακριά, όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, σου φαίνονται διαφορετικά. Κάποια τα παρακολουθείς με ενδιαφέρον, κάποια τα αντιλαμβάνεσαι με άλλον τρόπο, κάποια σού φαίνονται ακαταλαβίστικα. Όμως ακόμα κι έτσι, η Ελλάδα παραμένει ισχυρή. Και μ'έναν τρόπο σ'ορμηνεύει πώς να ζήσεις τη ζωή σου.

11 σχόλια :

  1. για όλες τις εθνικότητες η ξενιτιά είναι πολύ δύσκολη κατάσταση!
    Και όλοι προσπαθούν να ''μεταφέρουν'' τη χώρα ,τον τόπο τους στη νέα ''πατρίδα''..........
    έχω φίλους στο fb ,1ης γενιάς ,που μένουν στην Αμερική,που κάθε κουβέντα τους ,καθε σκέψη τους είναι η Ελλάδα.
    Παρακολουθούσα ενα ντοκυμαντερ πριν λίγο καιρο ,με Ελληνες στην Αμερική!Ελεγε αυτό ακριβώς που λες. Οι νεότεροι ξεκόβουν απο το ελληνικό στοιχείο ,προσπαθούσαν να αποκτούν φιλίες και συνήθειες αμερικάνων και έγιναν διάσημοι επιστήμονες!
    Εμείς βλέπουμε τα ωραια κτήρια και την τεχνολογία ,αλλά όλοι ξέρουμε τι πέρασαν και πόσο δούλεψαν οι Ελληνες του εξωτερικου για να καταφερουν όσα καταφεραν....
    Καλημέρααααααααααααα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ξεύρεις, συγκρίνω την εικόνα της Αστόρια (με τις ελληνικές πινακίδες, τις σημαιούλες, τα καφενεία και τα μινι-μαρκετς που πουλάνε ελληνικά προϊόντα) με την εικόνα πολλών έθνικ γειτονιών στην Αθήνα (ρώσικων και ουκρανικών, γεωργιανών και πακιστανικών) και βλέπω πάρα πολλές ομοιότητες. Παρότι κάθε περίπτωση έχει προφανώς τα δικά της χαρακτηριστικά, η ξενιτιά είναι ξενιτιά. Και η ανάγκη να αναπλάσεις λίγο την πατρίδα στην καθημερινότητά σου -ακόμα κι όταν είσαι τόσο μακριά της- είναι παντού ίδια!

      Την καλημέρα μου και τα φιλιά μου, Νάσια!

      Διαγραφή
  2. Είναι αυτή η νοσταλγία για την πατρίδα που σε κάνει να την εξιδανικεύεις και να ξεχνάς όλα τα άσχημα της και τους λόγους που σε οδήγησαν να φύγεις μακριά για μια καλύτερη ζωή..
    Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εντελώς έτσι είναι! Αφού να φανταστείς, κι εγώ κάθε φορά που λείπω πάνω από τρεις εβδομάδες, αρχίζω να λησμονώ τα χάλια της Ελλάδας και ως και μου λείπει. Βέβαια με το που φθάνω πίσω, στο πεντάλεπτο, έχω αρχίσει να καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή.

      Περίεργη σχέση με την πατρίδα, έχουμε εμείς οι Έλληνες. Αγάπη και μίσος μαζί!

      Την καλημέρα μου, Σοφία!

      Διαγραφή
  3. Πολύ όμορφη ανάρτηση πτηνούλι μου!
    Αυτοί οι άνθρωποι ίσως επειδή ζούνε μακριά νομίζω αγαπούν την Ελλάδα περισσότερο από εμάς!
    Οι νεότεροι ξεκόβουν από το ελληνικό στοιχείο όπως κάνουν και οι δικοί μας νέοι γιατί αυτή είναι η τάση παντού και γιατί αυτοί που πρέπει δεν κάνουν τίποτα για το αντίθετο!
    Λογικό είναι να συμβαίνει!
    Ηταν πολύ όμορφη η βόλτα που μας έκανες.
    Ελπίζω να παραμείνει η Ελλάδα εκεί όπως τόσα και τόσα χρόνια τώρα!
    Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω πως ναι, αγαπούν την Ελλάδα περισσότερο. Ή τελοσπάντων, την αγαπούν με διαφορετικό τρόπο. Οι νεότεροι πράγματι ξεκόβονται από την εθνική τους ταυτότητα. Υπό μίαν έννοια, είναι φυσικό κι αναμενόμενο (μη σου πω και λυτρωτικό για κάποιους, διότι δεν είναι εύκολο να ζεις με τα δεσμά του στερεότυπου). Από την άλλη όμως, συνεχίζω να θεωρώ πως και παρά τα μύρια όσα της προβλήματα, η ελληνικότητα ως έννοια και ως αναφορά είναι μία εξαιρετικά πλούσια παρακαταθήκη που μπορεί να μετατραπεί σε πολύτιμο προσωπικό βίωμα. Η γλώσσα, το φως, οι ιδέες, η κοινωνική κουλτούρα, η ιστορία.

      Την καλημέρα μου και τα φιλιά μου, Έλενα!

      Διαγραφή
  4. Ήμουν πάντοτε επιφυλακτικός για την Αστόρια - και για την κάθε Αστόρια, σε κάθε πόλη του πλανήτη που ο απόδημος ελληνισμός έστησε τσαρδί. Βλέπεις πτηνό μου, θεωρούσα πάντα τρομερά κιτς όξω από δω την αισθητική και τη νοοτροπία τούτη. Όμως, σήμερα, κατέφερες να μου το δείξεις διαφορετικά, κατάφερες να μου εξηγήσεις και να με μαγέψεις - ακόμα και γι αυτήν την Αστόρια. Και αυτό γιατί τα μάτια σου βλέπουν διαφορετικά από τα συνηθισμένα, γιατί η πένα σου μεταδίδει ατόφιο το συναίσθημα - α και είναι ο λόγος πτηνό μου που σε εκτιμώ τόσο - που σ αγαπώ μη σου πω. Έτσι, για ένα πουκάμισο γεμάτο, για μιαν Αστόρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. δυστυχώς αγαπούν νοσταλγούν και θεωρούν ότι η ελλάδα είναι κάποια ονειρική χώρα.
    αν όμως έβλεπαν τους μισούς να δουλεύουν και όλους να πληρώνονται, σε ντε τε θα γύρναγαν στην αστόρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλαμιά στον Κάμπο10 Ιουν 2014, 9:36:00 μ.μ.

    ' Ολοι οι ΄Ελληνες που μένουν μακριά από την Ελλάδα σχεδόν έχουν ξεχάσει τους λόγους που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους (κακοί λόγοι συνήθως), επειδή μάλιστα την έχουν εξιδανικεύσει και φαντάζονται κάτι που δεν υπάρχει, συχνά εκφράζονται και το δείχνουν με υπερβολή ή κακογουστιά. Και φυσικά νοσταλγούν να γυρίσουν πίσω. Κι όταν το κάνουν μετά.... ξυπνάνε.
    (΄Εχω ακούσει ΄Ελληνες που γύρισαν από τη Γερμανία να λένε θυμωμένοι για πράγματα που τους ενόχλησαν : Εσείς και η χώρα σας!)
    Γιαυτό όταν βλέπω ή ακούω ΄Ελληνες του εξωτερικού ούτε συγκινούμαι ούτε εκστασιάζομαι.
    ΄Αλλωστε, η άποψή μου είναι ότι μπορεί να έχεις γεννηθεί κάπου αλλού αλλά χώρα σου είναι εκεί που ζεις, εργάζεσαι, τρως, κερδίζεις, μαθαίνεις, γεννάς, αμοίβεσαι, πληρώνεις κ.ά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Βρε συ, μέχρι να φτάσω στο τέλος της ανάρτησης μου τέλειωσε ο καφές. Ας μου κάνουνε δώρο τα μεταφορικά και τη βίζα και δέχομαι να δουλέψω ένα μήνα λάντζα να τους κάνω στην σύνδεση με την Ελλάδα του σήμερα. Ξέω και ωραία τραγουδάκια, φτιάχνω και ωραία κεφτεδάκια. Πάντως εδώ στη Σαλονίκη έχουμε ένα ωραιότατον φραπεδοκαφενείον το Αστόρια είναι που είναι ο ομορφότερο της πλατείας Ναυαρίνου και των περιχώρων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Μεγάλο θέμα έθιξες !!! Δεν μπορώ να σχολιάσω αναλυτικά α) γιατί το θέμα είναι πολύπλευρο και β) γιατί δεν έχω ιδία εμπειρία από τέτοιες καταστάσεις. Η μετανάστευση πριν από 50-60 χρόνια ήταν διαφορετική από την μετανάστευση πριν από 20 χρόνια (όταν έφυγα εγώ) και πολύ διαφορετική απ' ότι είναι σήμερα. Πάντως η ανάρτηση αυτή μου άφησε ένα γλυκό χαμόγελο κι ένα ζεστό συναίσθημα στην καρδιά.

    Φιλιά Πολλά-Πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.