Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Τρεις στη Σύρα



Όταν πλησιάζει το πλοίο και βλέπεις μπροστά σου το σεληνιακό της τοπίο, δεν σου πολυγιομίζει το μάτι. Κι αρχίζεις να τα κλαις τα λεφτουδάκια σου, που απεφάσισες να έρθεις σ'αυτόν τον ξερό κι απόκρημνο βράχο, αντίς να πας σε μία Νάξο να κάμεις τα μπάνια σου, σε μία Μύκονο να κάμεις τα κλάμπινγκ σου ή σε μία Σαντορίνη να κάμεις τα κονέ σου.



Όμως καθώς η πρύμνη περνά τον Άη Δημήτρη και σφυράει την άφιξή σου, αντικρίζεις τα "Βαπόρια" και αρχίζεις να τα χάνεις με το αναπάντεχο θέαμα μίας πόλης με τους λόφους και τ'αρχοντικά της, με τα φανάρια και τις εκκλησιές της, με τις αψίδες και τα μαγαζιά της. Μιας πόλης που βρέθηκε μεσοπέλαγα, σχεδόν μυστηριωδώς. Λες κι άνοιξαν τα κύματα και αναδύθηκε από το πουθενά. Και στέκει τώρα, κάπως παραζαλισμένη και η ίδια, απάνου στον ηφαιστειογενή ετούτο βράχο που την έριξε η τύχη της.



Την πρώτη φορά που την είδα, θάμουν έξι-εφτά χρονών. Κι επειδής τα κυβικά μου ήσαν άλλα και οι εποχές ήσαν ακόμη πόλαρόιντ, την ενθυμούμαι μεγάλη και φανταχτερή και πολύχρωμη. Καμία σχέση με τα λοιπά κυκλαδονήσια με τα κάτασπρα σπιτάκια και τα μπλε παραθύρια.



Θυμάμαι να αλωνίζω στην Πλατεία Μιαούλη (πολύ πριν η Κορομηλά τη χρησιμοποιήσει για μπαγκράουντ στα αλήστου μνήμης Μπράβο Ρούλα), μαζί με άλλους μπόμπιρες της ηλικίας μου. Να, εδώ κάτου από το άγαλμα. Και να ζητάω παγωτό λάκι-καπ. Από εκείνα που έκρυβαν δώρο-έκπληξη-αυτοκινητάκι και πολύ μου άρεσαν που συνδύαζαν το τερπνόν (μιαμ μιαμ) μετά του ωφελίμου (βουρ βουρ).



Αυτά νωρίς τ'απόγεμα. Γιατί ύστερα ξεκινάγαμε τις επισκέψεις. Στη θεία τη Μοσχούλα. Και την εξαδέλφη την Κική. Τι εννοείς πώς βρέθηκε το σόι μου, εδώ; Α, δεν στο έχω πει, αλλά έχω καταγωγή και από ετούτα τα μέρη. Η γιαγιά μου βλέπεις ήταν συριανή. Και η προ-γιαγιά ανδριώτισσα. Κυλάει μέσα μου, θαλασσινό νερό του Αιγαίου. Κι αγέρας με πολλά μποφόρ. Αμε, τι νόμιζες;



Έκτοτε έχω ξαναβρεθεί αρκετές φορές εδώ, στη Σύρα. Κάποιες φορές με παρέα. Κάποιες, μόνος μου. Περιπατώ στα στενά, χαζεύω τα κτήρια, κρυφοκοιτάζω μέσα στα σπίτια. Αλλά όσο κι αν προσπαθώ, όσο κι αν συνεχίζω να ανακαλύπτω, ετούτη η πόλη παραμένει για μένα, μυστηριώδης.



Διότι είναι καμωμένη με υλικά ασυνήθιστα για ετούτη τη χώρα: καλαισθησία και κοσμοπολιτισμό, αστική κουλτούρα και βιομηχανία, τρόπους και συνήθειες ευρωπαϊκές. Το ενθυμούμαι ήδη από τα τότες, πόσο μου είχε κάμει εντύπωση.



Σαν έμπαινα στα σπίτια της κάθε συγγένισσας. Που είχαν οροφές ζωγραφισμένες και περίτεχνα γείσα. Κι αγγελάκια στις γωνίες. Και νύμφες και λουλούδια απάνου στις εσωτερικές σκάλες. Και σκρίνια. Γιομάτα ασημικά. Και γυάλινα. Που καθώς περπατούσες στα σανίδια, τριζοβολάγανε και κροτάλιζαν μεταξύ τους.



Και σαν ερχόταν η ώρα για το τράτο μας, εκείνο ερχότανε σε δίσκο. Από αυτούς που βλέπεις τώρα στα μουσεία. Ξύλινο και σκαλιστό. Με όμορφο φινίρισμα. Και το τράτο ήταν πάντα λουκουμάκι. Ή γλυκό του κουταλιού. Περγαμόντο. Ή πορτοκαλάκι. Και οι καφέδες των μεγάλων σερβιρίζονταν σε φλιτζάνια πορσελάνινα. Με σκαμπρόζικα χερουλάκια. Και η δική μου η πορτοκαλάδα, ερχόταν σε μεγάλο ποτήρι από χοντρό γυαλί. Με τις πιέτες του και τις περικοκλάδες του. "Πρόσεχε αγάπη μου, μην σου πέσει το ποτήρι και σπάσει! Και με τα δύο τα χεράκια, το κρατάμε!"



Αλλά υπάρχει και μία ακόμα λεπτομέρεια που μου έκαμε τότες εντύπωση: η εκφορά του λόγου. Η καθαρότητα των λέξεων. Το κελάρυσμα των συλλαβών. Δεν ξεύρω πώς να στο εξηγήσω, αλλά εδώ τα ελληνικά, προφέρονται με έναν τρόπο εντελώς κομ-ιλ-φο. Συνέπεια κι αυτό, της μεγαλοαστικής ιδιοσυγκρασίας.



Τη Σύρα (μην ξινίζεις τα μούτρα σου, έτσι την ελέγαμε παλιά οι ντόπιοι κι ας είναι "Σύρος" το επίσημο όνομά της) την έχω γνωρίσει σε τρεις εκδοχές. Στην νηπιακή μου εκδοχή, στην ενήλική μου εκδοχή και σε μία τρίτη -λίγο πιο ονειρική- εκδοχή, μέσα από τις διηγήσεις του πατέρα μου.



Βλέπεις το χίλια εννιακόσια σαράντα δύο και ενόσω η πείνα εθέριζε στην Αθήνα, η γιαγιά μου -που απ'όταν παντρεύτηκε πρωτευουσιάνο, μετεγκαταστάθηκε εκεί- κίνησε από τον Σταθμό Λαρίσης, όπου έμεναν τότες, για τον Πειραιά. Κρατώντας τον πατέρα μου από το χεράκι.



Τον έβαλε σε μία βάρκα και τον έστειλε εδώ, στους συγγενείς της στη Σύρα. Μπας και σωθεί το παιδί από το λιμό και τις κακουχίες. Μπας και τα καταφέρει, αυτό τουλάχιστον να επιζήσει. Μόλις ξανοίχτηκε η βάρκα στο Κάβο Ντόρο, τεράστια κύματα την εκουκούλωσαν. Και άνεμοι την ετράνταζαν, σείοντας το σκαρί της.



Στον Άη Νικόλα, απευθύνονταν τότες σφιχταγκαλιασμένοι οι λιγοστοί επιβάτες. Και κλαίγαν και φωνάζαν. Και κάμανε τις προσευχές τους.



Στον Άη Νικόλα πούχει λαμπρή στ'όνομά του εκκλησία. Βασιλική με τρούλο, μαρμάρινους κίονες ιωνικού ρυθμού και υπέρθυρα με άνθινα μοτίβα. Που και το εσωτερικό της είναι χάρμα οφθαλμών. Με την εκλεπτυσμένη αγιογράφηση και εκείνο το μαρμάρινο τέμπλο, έργο του γλύπτη Γεώργιου Βιτάλη. Καμωμένο με μάρμαρο Πεντέλης και ένθετα μάρμαρα Ιταλίας στη βάση του.



Η βάρκα σαν από θαύμα έφθασε εν μέσω τρικυμίας, στο Ακρωτήρι Τρίμεσο, το βορειότερο άκρο του νησιού. Κι ύστερα αγάλι αγάλι έστριψε προς τη Συκαμινιά. Και ύστερα στον όρμο Κοράκι. Και αφού λαχτάρισαν για μία τελευταία φορά από τα κύματα, οι επιβάτες, κουκουλωμένοι με ό,τι είχαν και βρεμένοι μέχρις τα σωθικά τους, αντίκρισαν επιτέλους την Ερμούπολη.



Στην προβλήτα, περίμενε ανήσυχη η θεία Φωφώ. Και σαν αντίκρισε το παιδί, έπεσε απάνου του και τ'αγκάλιαζε και το φίλαγε για ώρα. Όταν εντέλει της πέρασε η τρομάρα, έκαμε δύο βήματα πίσω και έσφιξε τα δόντια. Γιατί το παιδί ήταν αποσκελετωμένο. Και φαίνονταν τα κόκαλα της ράχης του. Το πήρε από το χέρι και άρχισε να τρέχει. Να τρέχουνε και οι δύο. Και ν'ανηφορίζουν δύο-δυο τα σκαλοπάτια. Και καθώς πλησίαζαν στο σπίτι, πούτανε πάνου στο λόφο της Ανάστασης, φώναξε από μακριά στις εξαδέλφες της: "Γεμίστε γρήγορα ένα πιάτο φαΐ για τον μικρό. Και φέρτε του ένα καρβέλι ψωμί! Λίγο ακόμα και θα μας ξεψυχήσει από την ασιτία, το δύσμοιρο."



Στους περιπάτους μου, στέκομαι μπροστά από το 1ο Γυμνάσιο. Το σχολείο στο οποίο φοίτησε για το υπόλοιπον εκείνης της χρονιάς, ο πατέρας μου. Την άνοιξη του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα. Όταν γύρισε μετά από μήνες στην Αθήνα, είχε πάρει σχεδόν επτά κιλά! Αδύνατος ήταν πάλι. Αλλά τα μάγουλά του, είχαν ροζαλέψει και τα μάτια του έλαμπαν.



Δεν είχε απλώς χορτάσει φαγί. Είχε πλέον να διηγηθεί και ιστορίες. Για τις βόλτες του στο λόφο της Ανάστασης. Και τις βουτιές από τα βραχάκια, κάτου από τα ¨Βαπόρια¨. Και τα λουκουμάκια που μέχρις και σήμερα λατρεύει. Και τ'αρχοντικά τα σπίτια με τις εντυπωσιακές διακοσμήσεις. Και τα παιχνίδια στα σκαλοπάτια που ανηφορίζουν φιδωτά προς το Σαν Τζώρτζη. Στο λόφο των καθολικών, ντε!

Εβδομήντα χρόνια μετά, περιδιαβαίνω τα στενά της Ερμούπολης. Και αναζητώ τα σπαράγματα της δικής μου ταυτότητας. Σε ετούτη την πόλη των σκιών. Ενός παρελθόντος που πέφτει βαρύ απάνου της. Περνώ δίπλα σε σπίτια παλαιά και με την άκρη του ματιού μου, βλέπω γηραιές κυρίες που κάθονται σε παρηκμασμένα σαλόνια. Παππούδες που κοιτάζουν όξω από περίτεχνα και ξεφτισμένα παραθυρόφυλλα. Ανθρώπους που έζησαν όλη τους τη ζωή σε ένα σκηνικό μνημειώδες και καθηλωτικό.



Στέκομαι για λίγο, μπροστά από το θέατρο Απόλλων. Μικρογραφία της σκάλας του Μιλάνου, μου έλεγε ο πατέρας μου με στόμφο κι εγώ ως μπόμπιρας, καθόμουν και το κοίταζα αποσβολωμένος. Δεν ήξευρα καν κατά πού πέφτει αυτό το Μιλάνο. Και ούτε μπορούσα να φανταστώ πως κάποτες θα βρισκόμουν εκεί, στη Σκάλα του και θα παρακολουθούσα παραστάσεις.



Τρυπώνω στο Δημαρχείο. Ίσως το πιο εμβληματικό κτήριο της Ερμούπολης.



Έργο του Τσίλερ. Σπουδαίο κτήριο. Από εδώ ξεκινάς και εδώ τελειώνεις, κάθε βόλτα σου στην Ερμούπολη.



Γιατί το Δημαρχείο είναι η ψυχή της πόλης και το νόημά της.



Σε ετούτο εδώ το ξερό κι απόκρημνο νησί, η Ελλάδα πειραματίστηκε και δοκίμασε το παραπέρα της. Φόρεσε τα πλέον ευρωπαϊκά της ρούχα, καλλιέργησε τις αστικές της συνήθειες, έστησε επιχειρήσεις, αποθέωσε το νεοκλασικό της αφήγημα. Μεσοπέλαγα.



Κι αν ακόμα μοιάζει η Ερμούπολη σχεδόν μουσειακή σήμερα και ξεπεσμένη, εγώ την αγαπώ. Κι είμαι περήφανος που αποτελεί αναφορά μου. Γιατί δεν είναι πόλη, αλλά ιδέα ελληνική. Μία πολύ λαμπρή ιδέα για την κατεύθυνση που θα μπορούσε να πάρει αυτός ο τόπος. Για την ευκαιρία που είχε στα χέρια του. Για τις δυνατότητες που είχε το μυαλό του.



Κεντώ τις τρεις εκδοχές της Σύρας στον καμβά μου. Και αναγνωρίζω κομμάτια της σε εμένα. Στην ταυτότητά μου. Στη σκέψη μου. Και κάθε που σφυρίζει το πλοίο σαν περνάει τον Άη Δημήτρη, νιώθω πως επιστρέφω σε μία πατρίδα.

14 σχόλια :

  1. Δυστυχώς πτηνό μου δεν έχω επισκεφθεί ακόμα τη Σύρα, είναι μια παράλειψη μεγάλη. Ταξίδεψα όμως στο χρόνο και στο νησί μέσα απ την αφήγησή σου που ήταν-για ακόμα μια φορά - υπέροχη. Σ ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πάει και τελείωσε, πρέπει να πας στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, Tremens! Θα σε εντυπωσιάσει, είναι σίγουρο! Είναι εντελώς παράδοξη η ύπαρξη ενός τέτοιου γκραντιόζου μέρους εν τω μέσω του πελάγους! Όσο για την αφήγηση, ελπίζω να βγήκε ένα νόημα από τα σούρτα φέρτα στο παρελθόν και στο παρόν.

      Πολλά, πολλά φιλιά!

      Διαγραφή
  2. Δεν έχω πάει ποτέ στην Σύρα όπως λες πτηνό αλλά πολύ θα το ήθελα!
    Φαίνεται νησί αρχοντικό, γεμάτο και καμία σχέση δεν έχει με τα, κατά την ταπεινή μου άποψη, βαρετά κυκλαδονήσια!!
    Μου άρεσε παρα πολύ η βόλτα που μας έκανες και ότι μας έδειξες και μου έχεις ανάψει μεγάλες φωτιές για να την επισκεφθώ πολύ σύντομα!!
    Την καλημέρα μου πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η Σύρα διαφέρει πολύ από τα υπόλοιπα κυκλαδονήσια. Αν και μεταξύ μας, το καθένα έχει την προσωπικότητα και τις χάρες του. Μπιζουδάκια είναι όλα τους και τ'αγαπώ πολύ.
      Να την επισκεφθείς λοιπόν τη Σύρα. Διότι πέραν της Ερμούπολης, πούχει αέρα μεγαλοαστικό και νεοκλασικό, υπάρχει η Άνω Σύρα. Του Βαμβακάρη και της Φραγκοσυριανής. Αλλά και ο Φοίνικας και η Δελαγράτσια! Σε ένα νησί μικρό και γενικά άγονο. Που έδωκε ο άνθρωπος σκληρό αγώνα με την πέτρα για να επιβιώσει!

      Πολλά, πολλά φιλιά, Έλενα!

      Διαγραφή
  3. Υπέροχη βόλτα πιγκουινάκι! Η Σύρος είναι ένα εντελώς ξεχωριστό νησί με μια δικιά του ταυτότητα που το κάνει να ξεχωρίζει! Απόλαυσα πραγματικά την αφήγησή σου.
    Πολλά, πολλά φιλιά και καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γι'αυτό κι εγώ καυχιέμαι πως είμαι κατά το εν τέταρτο Συριανός! Που μου φαίνεται δηλαδής κιόλας. Από το νεοκλασικό ράμφος, το μεγαλοαστικό τουπέ και το κυριλάτο ύφος. Λουκουμάκι σκέτο είμαι, ας το παραδεχτούμε! :)

      Πολλά, πολλά φιλιά!

      Διαγραφή
  4. Αγαπημένο νησί κι ας το έχω επισκεφθεί μόνο μιά φορά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευτυχώς είναι κοντά στον Πειραιά και τη Ραφήνα και διαθέτει πολύ συχνή ακτοπλοϊκή σύνδεση! Που σημαίνει ότι μπορείς και να ξανάρθεις! Άντε, σε περιμένουμε! :)

      Διαγραφή
  5. Πολύ ωραία μας ταξιδεψες πτηνουλι!!!!!!!!! Η Σύρος είναι πανέμορφη και δε φτάνει ένα ταξίδι για να τη γνωρίσει κανείς καλά! Εύχομαι να την ξαναεπισκευτω συντομα και να τη δω με τη δικη σου ματια αυτη τη φορα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι πράγματι πλανεύτρα η Σύρα, Angie μου! Κι έχει σπουδαίες ιστορίες να διηγηθεί. Είναι κρίμα που ο οικονομικός της ιστός κατέρρευσε μεταπολεμικά και δεν μπόρεσε εκείνο το βιομηχανικό / αστικό θαύμα της να γίνει υπόδειγμα για τη χώρα.

      Τα φιλιά μου και τις καλημέρες μου!

      Διαγραφή
  6. Αυτό κι αν ήταν ταξίδι, από το σήμερα στο χτες και πάλι πίσω στο σήμερα!
    Δεν έχω πάει ποτέ στη Σύρα και είναι από τα μέρη που θα ήθελα πολύ να επισκεφτώ!
    Φιλιά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελπίζω να μην ζαλιστήκατε από τα χρονικά πηγαινέλα! Με την πρώτη ευκαιρία, να πας Μαρία μου στη Σύρα -έχει μεγάλο ενδιαφέρον και νομίζω θα εντυπωσιαστείς με όσα θα ιδείς!

      Πολλά, πολλά φιλιά!

      Διαγραφή
    2. Φανταστικό το κείμενο απόδωσες με υπέροχο τρόπο τις ομορφιές
      της πόλης μου!
      Με'κανες περήφανη για άλλη μια φορά που ζω σ'αυτό το νησί!

      Καλώς σε βρήκα!

      Διαγραφή
    3. Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε ετούτη η ανάρτηση. Πούναι βαθιά προσωπική και πολύ συναισθηματική. Ελπίζω πράγματι να απέδωσα την αίσθηση του μέρους. Γιατί κι εγώ το αγαπώ και είναι κομμάτι της ταυτότητάς μου!

      Καλώς ανταμώσαμε zoyzoy! Τα φιλιά μου!

      Διαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.