Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Από τη Γιάφα έρχομαι


Το 1440 π.Χ., ο Φαραώ Τούθμωσις ο τρίτος (που ήτανε μεγάλη νυφίτσα), έστειλε κάτι χιουτζ καλάθια με καλούδια στους Χαναανίτες κατοίκους της Γιάφας (που ήτανε μεγάλα κορόιδα), ως πεσκέσι. Καταχαρούμενοι αυτοί, άνοιξαν τα καλάθια και για κακή τους τύχη, πετάχτηκαν από μέσα πάνοπλοι Αιγύπτιοι στρατιώτες. Που κατέσφαξαν τους κατοίκους και κατέλαβαν την πόλη! 


Μερικούς αιώνες αργότερα και συγκεκριμένα επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Σέστιους Γκάλους που τα είχε πάρει με την επανάσταση των Μακκαβαίων, έφθασε στη Γιάφα, και αφού την πολιόρκησε, κατέσφαξε τους κατοίκους και κατέλαβε την πόλη. 


Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1191, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος (αυτός που (α) έπινε κρασί στο όνομά του ο Ρομπέν των Δασών και ενίοτε έσκιζε και το κολάν του και (β) έκαμε μεγάλη καριέρα στη Μέση Ανατολή ως σταυροφόρος και σελέμπριτι) μπήκε στην Γιάφα και (δεν θα το πιστέψεις!) κατέσφαξε τους κατοίκους και κατέλαβε την πόλη. 


Στις 7 Μαρτίου 1799, ο Ναπολέον Βοναπάρτης -πρόγονος του Ζεράρ Ντεπαρτιέ και της Μαρί ΛεΠέν- έφθασε στη Γιάφα με τα στρατά του και (έχεις καταντήσει αηδία!) κατέσφαξε τους κατοίκους και κατέλαβε την πόλη. 


Το 1948 και μέσα στο γενικό χαμό που επικρατούσε στην περιοχή, λόγω της επικείμενης ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ, οι Εβραίοι βομβάρδισαν τη Γιάφα, ανάγκασαν τους μουσουλμάνους να την εγκαταλείψουν (αν ψηφίζεις Παλαιστίνη, μπορείς να το πεις και "κατέσφαξαν τους κατοίκους") και κατέλαβαν την πόλη. 


Εντάξει, το έπιασες το υπονοούμενο: βρισκόμαστε στη Γιάφα! Και εύλογα θα αναρωτηθείς: και τι είναι αυτό που κάμει ωρέ πτηνό, ετούτο το βράχο, τόσο σημαντικό που σφάζονται παλλικάρια εδώ και χιλιετίες προς χάρη του; 


Η απάντηση είναι προφανώς η στρατηγική του θέση. Το γεγονός ότι από αυτό το ύψωμα των 40 μέτρων, μπορείς ν´αγναντέψεις σε μία απόσταση πολλών χιλιομέτρων. Θα μου πεις, να τη βράσω τη θέα, αν κάθε τρεις και λίγο εμφανίζεται ο κάθε τυχάρπαστος μακελάρης και γίνεται σπλάτερ η περιοχή! Πολύ κακό φενγκ σούι, φτύσε στον κόρφο σου! 


Διότι και τη σφαγή να γλιτώσεις, υπάρχουν ξεύρεις και οι ύφαλοι! Που καθιστούν το φυσικό λιμάνι της Γιάφας, ένα από τα πιο επικίνδυνα λιμάνια της Μεσογείου -δένει εντέλει το πλοίο και πάμε όλοι οι ναυτικοί κι ανάβουμε κεράκι. 


Σήμερις βέβαια, το μέρος είναι εντελώς τουριστίκ και έχουμε σκουπίσει τα αίματα από τους τοίχους και τα δάπεδα. Έχουμε ξοδέψει ένα σκασμό λεφτά να αποκαταστήσουμε την παλιά αίγλη της πόλης και ξανακάμαμε τη Γιάφα ένα από τα πιο γραφικά παραθαλάσσια μέρη της Ανατολικής Μεσογείου. 


Και στο ξομολογούμαι πως κατά το απογευματάκι, απολαμβάνω πολύ τους περιπάτους μου κατά δω. Βλέπεις, το δείλι έρχεται και χαϊδεύει τους πέτρινους τοίχους και γίνεται το σκηνικό, παραμυθένιο.


Κατά μήκος της παραλίας, κάποιοι απλώνουν τα καλάμια τους, κάποιοι ταϊζουν τους γλάρους, κάποιοι στέκνονται κι αγναντεύουν, κάποιοι αναστοχάζονται τη ζωή.


Με σταθερό μοτίβο τον παφλασμό των κυμμάτων. 


Ακολούθησέ με και έλα να χαθούμε μέσα στα καλντερίμια της παλιάς πόλης. 


Πολλά από τα κτήρια έχουν ανακαινιστεί πλήρως και έχουν μετατραπεί σε εστιατόρια, μαγαζιά, ατελιέ και γκαλερί.


Αλλά και πολυτελέστατες κατοικίες. Με ζούπερ διακόσμηση και όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Θα σου στοιχίσει κάτι παραπάνω, αλλά αν το φυσάς (και δεν κρυώνει), θα βρεθείς να μένεις σε παμπάλαιο μπίλντινγκ με τις κρύπτες του, τα κελάρια του και τις εσωτερικές αυλές του. 


Να ΄ρθει το Μεζόν εντ Ντεκορασιόν, να σε κάμει εξώφυλλο. 


Η Γιάφα (που στην αρχαιότητα τη λέγαμε Ιόππη) διαθέτει διάφορα κρυμμένα μυστικά. Ναούς, προσκηνύματα, απόμερα σοκάκια, τόπους ιστορικής μνήμης. Αυτή εδώ είναι η είσοδος στην Ορθόδοξη Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Τον Γαβριήλ, τον στείλαμε αλλού.



Ετούτη δω είναι η Μονή του Αγίου Πέτρου. Πούναι χτισμένη σε στυλ εντελώς αναπάντεχο: λατινοαμερικάνικο μπαρόκ, παρέα με φοίνικες και θέα στη Μεσόγειο! Το κοκκινάκι πάντως, εμένα μου αρέσει.



Φθάσαμε και στην κεντρική πλατεία Κεντουμίμ. Εδώ μπορείς να φας το παγωτό σου, ν'αγοράσεις ωραιότατο μπαλόνι, να πλατσουρίσεις στο συντριβάνι με τα ζώδια και γενικώς να πεζογλαντίσεις ως νήπιο που είσαι. Λίγο πιο κάτω -να, προς εκείνη την κατεύθυνση- είναι το σπίτι του Σίμωνα του Βυρσοδέψη! Όχι, δεν σε στέλνω ν'αγοράσεις δέρματα μη-χειρότερα! Το σπίτι δεν είναι μαγαζί, αλλά ιερό προσκύνημα για κάποιους. Διότι υποτίθεται ότι εδώ έμεινε ο απόστολος Πέτρος όταν έκαμε περιοδεία στην περιοχή.



Αλλά το πιο σαγηνευτικό κομμάτι της Γιάφας συνδέεται με το αραβικό της παρελθόν.


Με τα τζαμιά και τους μιναρέδες, που ξεπροβάλλουν απάνου από τις στέγες. Και που κάθε τέτοια ώρα -αργά τ'απογευματάκι- ακούγεται το ξεφωνητό του μουεζίνη. Που καλεί τους πιστούς για προσευχή.


Ως το 1948, ετούτο εδώ το μέρος δεν είχε παρά ελάχιστους Ισραηλινούς. Τουναντίον, ήταν μία εξολοκλήρου αραβική πόλη. Με τους μεντρεσέδες και τα μπαχαρικά της, με τα κιλίμια και τις κρήνες της, με τα σουρταφέρτα των πραματευτάδων. Ναι, και με τη ρυπαρή πραγματικότητα των πόλεων της Μέσης Ανατολής.


Παρότι δεν έχουν απομείνει πολλοί Άραβες, έχουν παραμείνει οι μνήμες τους. Τα κτήρια και οι επιγραφές τους. Η ανάμνηση της παρουσίας τους.


Ακόμα και σήμερα, στους πίσω δρόμους, εκεί που δεν έχει φθάσει μήτε ο εξωραϊσμός, μήτε ο τουρίστας, η πόλη ψιθυρίζει τα πολλαπλά της πρόσωπα. Και υπενθυμίζει μία αλήθεια που ισχύει απ´άκρη σ´ακρη της Μεσογείου.


Την αλήθεια της συνάντησης, του νόστου, της εγκαρτέρησης. Αλλά και της αντιζηλίας, της σύγκρουσης και της αντιπαλότητας. Την αλήθεια της φτώχειας και του κάματου. Την υποκειμενική αλήθεια. Τη δικιά μας και των άλλων. Την από δω και την από κει.


Από τους χαναανίτες και τους σταυροφόρους, μέχρι τον Ναπολέοντα και τους Ισραηλίτες, ετούτος εδώ ο βράχος έχει γίνει το σκηνικό ενός μακρόσυρτου ιστορικού χοροδράματος. Με σαράντα αιώνες διαρκούς ανθρώπινης παρουσίας. Και με δεκάδες, εκατοντάδες ζωές. Ένα ψηφιδωτό από αναπνοές.

Τελειώσαμε; Ναι, τελειώσαμε. Εντάξει, σχεδόν. Διότι υπάρχει κάτι τελευταίο που θέλω να σου δείξω. Φθάσαμε στην κορυφή του βράχου, έλα να δεις!



Από ετούτο το σημείο ξανοίγεται μπροστά σου μία θαυμάσια πόλη. Γιομάτη ζωή και αψηλά κτήρια και κίνηση και χρώματα και μουσικές. Που ιδρύθηκε μόλις το 1909, κύκλωσε τη Γιάφα και την έκαμε κομμάτι της. Αναγνώστα, καλωσήρθες στο Τελ Αβίβ. Ναι, έχουμε πολλά ακόμα να πούμε και να συζητήσουμε.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Δεν σε ξεπλένει μήτε ο Καϊάφας!



Ο οδηγός ανακοίνωσε γκαρίζοντας τη στάση. Και μεταξύ μας ήσαν κάμποσοι εκείνοι που την είχανε ρήξει στον ύπνο και χαμπάρι δεν είχανε πάρει πως φθάσαμε. Ένα τσούρμο από γέρους και γριές αραδιάστηκε στο περιθώριο της ασφάλτου κι ύστερα ζμπρώχτηκε δίπλα στ´ανασηκωμένα πτερύγια του λεωφορείου για να εντοπίσει τα πολύτιμα μπαγκάζια του! ´Καλέ οδηγέ, μην την πετάξεις χάμου τη βαλίτσα, εκείνη την πράσινη τη δικιά μου, έχω κάτι ταπεράκια μέσα, θα γίνουν στραπατσάδα μη-χειρότερα!¨



Ύστερα, το ΚΤΕΛ έφυγε και το ασπρομάλλικο πλήθος φορτωμένο με τα μπογαλάκια του, έστριψε στο μεγάλο δρόμο με τις καλαμιές, για να διασχίσει τη γέφυρα. Ανάμεσά τους κι εγώ. Ένας κάπως αυστηρός και μετρημένος πιτσιρικάς. Εννιά ετών και με ύφος ενηλίκου. Πιασμένος από το χέρι της γιαγιάς, βολόδερνα ανάμεσα σε βαλίτσες, σακβουαγιάζ, κομποδεμένες σακούλες και βογγητά! ´Αχ, δεν με πάνε καθόλου τα ποδάρια μου!¨ ¨Πιάστηκα τόσες ώρες στο λεωφορείο!¨ ¨Πανάθεμά τον, τον οδηγό, δεν φτάνει που μας κουρκούτιανε με τα γκάζια στις στροφές, μας άφηκε κι ένα χιλιόμετρο μακριά ο ζεβζέκης!¨ 



Τ´ασκέρι πέρασε τη γέφυρα αναθεματίζοντας τη μοίρα και το βάρος της ηλικίας του, κι ύστερα παραδόθηκε σε μία νέα ανησυχία. Αυτή τη φορά για τα δωμάτια! "Καλέ, εμάς να μας βάλετε σε ένα δροσερό, την άλλη φορά δεν είχα κλείσει μάτι από τη ζέστα!" "Εμένα καλέ μου, όπου και να με βάλεις φχαριστημένη θάμαι, είμαι που με βλέπεις ογδόντα επτά ετών αν το πιστεύεις!" "Εγώ θέλω μπροστινό, αν είναι να πληρώσω το κατιτίς παραπάνω, να σου το δώκω -μπορεί νάμαι φτωχιά, αλλά όλα κι όλα, τις διακοπές μου θα τις κάμω αρχόντισσα!"



Η ρεσεψιόν ήταν ένα μικρό σπιτάκι αντίκρυ στην είσοδο. Δίπλα της ήταν ένα περίπτερο. Μη φανταστείς τίποτις ενημερωμένο -τσιγάρα είχε, μπισκότα και καμία σοκολάτα. Α και κάτι καραμέλες βουτύρου που άρεσαν πολύ στην κυρία Ευλαμπία.



Που τις μασούλαγε ολημερίς και ανυπερθέτως, προσέφερε και σε εμένα. Η κυρία Ευλαμπία ήταν μία γυναίκα ίσαμε κει πάνου. Καρδαμωμένη και βασταζερή. Συνταξιούχος νοσηλεύτρια από το νοσοκομείο των Πατρών. ´Έχω κλείσει τα μάτια σε καμπόσους!¨ έλεγε με ανεξήγητο καμάρι -και έσπευδε η γιαγιά μου να φτύσει στον κόρφο της.



Την εσυναντούσαμε πάντα εκεί, γιατί ερχόταν για τ´αρθριτικά της και καθόταν καναδυό μήνες. Έκαμε παρέα με τη γιαγιά μου και κάθε απόγευμα, μετά τις επτά, έστηναν τραπέζι για κουμκάν.



Εκεί μυήθηκα κι εγώ στα μυστικά του βαλέ και της ντάμας και ήδη από τα τότες, είχα εξελιχθεί σε δεινό χαρτόμουτρο, τη στιγμή που άλλα παιδιά της ηλικίας μου καταγίνονταν με την τυφλόμυγα και το κουτσό.



Κάθε μέρα στου Καϊάφα, θαρρείς ήταν ίδια με την προηγούμενη. Και την επόμενη. Λες κι ήταν καμωμένες με καρμπόν. Το πρωί σκωνόμασταν και παίρναμε το πρωινό μας. Η γιαγιά μου, δύο φρυγανιές σικάλεως με βούτυρο βιτάμ και ένα χαμόμηλο (τόχε πάντοτε περί πολλού το χαμόμηλο), εγώ ένα αυγό μελάτο με μία μεγάλη φέτα ψωμί και ένα ποτήρι γάλα. Ύστερα περιμέναμε δυο ώρες να χωνέψουμε. Να πάει η μπουκιά μας, κάτου.



Κι έπειτα ετοιμαζόμασταν, βάζαμε τα μπανιερά μας, σιγυρίζαμε τα κρεβάτια μας και κινούσαμε για την προβλήτα. Πάντα με το άγχος ότι θα φθάσουμε καθυστερημένοι και θα φύγει η βάρκα για τ´αντίκρυ, δίχως εμάς. Όπου τ´αντίκρυ, ήταν δύο λεπτά διαδρομή. Ανάμεσα σε καλαμιώνες και  νούφαρα. Μία διαδρομή θάλεγε κανείς πληκτική. Που το πιο συναρπαστικό της συναπάντημα ήταν μερικά ξεπεσμένα βατράχια ή καμία νεροφίδα.



Κι ύστερα, φθάναμε στα λουτρά! Που'ταν στεγασμένα σε ένα κτήριο εντελώς παλιό, με τους τοίχους ξεφτισμένους, τα καθίσματα φθαρμένα και πολλά από τα πλακάκια στα δάπεδα, ραγισμένα ή σπασμένα. Η γιαγιά μου τοποθετούσε προσεκτικά τις πετσέτες σε μία καρέκλα. Κι ύστερα, με ενθουσιασμό μικρού παιδιού, έμπαινε στο ζεστό νερό. Λέγοντας πάντα "Παναγίτσα μου". Κι ύστερα έβγαζε έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό. Αααααααααααααχ. Και βυθιζόταν σε μία υδάτινη νιρβάνα. Τριγύρω της άλλες γριές. Με πολύχρωμα σκουφάκια στα κεφάλια τους. Και γέροι. Κάποιοι νωχελικοί που άραζαν σε κάποια γωνιά της δεξαμενής και κάποιοι νεανίζοντες που τόπαιζαν τζόβενοι και κάμαν επιδεικτικά γύρους, πλατσουρίζοντας δεξιά κι αριστερά. Κάπου-κάπου έμπαινα κι εγώ. Αλλά μεταξύ μας τόβρισκα βαρετό εκείνο τ´ατάραχο ζεστό νερό. 



Ύστερα γυρνάγαμε στα δωμάτιά μας. Η γιαγιά άπλωνε τα μπανιερά σε ένα σκοινί πούχαν δέσει στα πεύκα. Αλλάζαμε και πηγαίναμε για φαγητό.



Οι επιλογές ήσαν η εξής μία: το εστιατόριο στο μεγάλο κεντρικό κτήριο. Και το μενού πολύ συγκεκριμένο: μακαρόνια με κιμά, μπριάμ, κοτόπουλο στο φούρνο και πατάτες γιαχνί. Α και το Σάββατο, κάνα ψαράκι! Επειδής εμένα τα μακαρόνια με κιμά ήσαν πάντα η αδυναμία μου, σπάνια με μετέπειθε η γιαγιά μου να δοκιμάσω τίποτις άλλο!



Τι κι αν έκαμε γκριμάτσες ηδονής όταν μασουλούσε το κοτόπουλο, τι κι αν επαίνευε με διθυραμβικά σχόλια το μπριάμ! Εγώ αμετακίνητος στα μακαρόνια μου! Βρε θα φυτρώσουν μέσα στην κοιλιά σου μακαρόνια και δεν θα ξεύρουμε τι να σε κάμουμε! Τίποτα εγώ, ανένδοτος! Κι έτσι μου βγήκε το παρατσούκλι. Μακαρονόπαιδο. 



Μετά το φαγητό, ήταν η ώρα του μεσημεριανού ύπνου! Τα παντζούρια χαμήλωναν, τα σουρταφέρτα σταματούσαν και το μόνο π´άκουγες ήταν τα ροχαλητά. Και τα τζιτζίκια.



Τ´απογευματάκι όμως, τα πάντα άλλαζαν. Στήνονταν τραπέζια για τάβλι και χαρτάκι. Ανάβαν οι κουβέντες και τα κουτσομπολιά. Ξεκίναγε το εργόχειρο και το σταυρόλεξο. Και στο τσακίρ κέφι, η κυρία Ευλαμπία τράβαγε μία μπαλαντέζα από το δωμάτιό της, συνέδεε το μαγνητόφωνο και άρχιζαν όλοι το τραγούδι. Καραόκε νάιτ στο εντελώς ρετρό.



"Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες, μαραμένα και τα γιασεμιά, μαραμένες οι ελπίδες μου όλες, στης αγάπης τη μαύρη ερημιά". Αλλά και "Αμαπόλα, γλυκιά μου Αμαπόλα". Και γλυκιά Μαράτα! Και εκείνο το άλλο. Που έφθασα πολύ μεγαλύτερος να το εκτιμήσω και να το καταλάβω. "Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα, πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό." Αν έχεις αγαπήσει έστω και μια φορά στη ζωή σου, αυτός ο στίχος μιλάει στην καρδιά σου.



Τότες όμως ήμουν μικρός. Ένας θεατής λιγάκι βαριεστημένος, σε έναν κόσμο γιομάτο αρθριτικά. Και κουμκάν. Και ιστορίες από τον πόλεμο. Και κουτσομπολιό με τη συνοδεία των τζιτζικιών.



Κι ύστερα τα χρόνια πέρασαν. Και ποτές δεν επισκέφθηκα ξανά τον Καϊάφα. Μέχρι αυτή τη στιγμή. Πάρκαρα το αυτοκίνητο στο χωμάτινο άνοιγμα και περπάτησα ύστερα από τόσα χρόνια και πάλι, απάνου σε εκείνη τη γέφυρα. Βρέθηκα μπροστά στο περίπτερο. Θεόκλειστο και μανταλωμένο. Σε ένα από τα σπιτάκια είχε φυτρώσει ένα δέντρο. Κι είχε σκίσει τους τοίχους, να βγει από τη στέγη.



Πήγα και κόλλησα το πρόσωπό μου στα παράθυρα της αίθουσας του φαγητού. Σκοτεινή ήταν κι αυτή. Και άδεια. 



Κι έπειτα περιπλανήθηκα στα κτήρια με τα δωμάτια. Που είχαν μείνει λες παγωμένα στο χρόνο.



Ρημαγμένα παράθυρα, φαγωμένες πόρτες. Κι όμως, λειτουργεί ακόμα ως χώρος φιλοξενίας επισκεπτών. Που θα πρέπει νάναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν μία αρκετά πρωτόγονη κατάσταση. Ίσως και κάπως γοητευτική, αν δεν αξιώνεις από τις διακοπές σου, πολλές πολλές πολυτέλειες. 



Ηλικιωμένοι ξεπρόβαλαν μέσα από τις σκιές. Με κοίταζαν με κάποια περιέργεια.



Θαρρείς πως ήμουν κάποιος απρόσκλητος εισβολέας στον ολόδικό τους κόσμο. Μαγιώ και βρακιά ανεμίζαν απλωμένα σε εκείνο το σκοινί που κρέμαγε και η δικιά μου η γιαγιά τα πλυμένα της.



Σχεδόν συγκινημένος έκαμα να φύγω. Νομίζω πως φοβήθηκα. Ότι θα δω τη γιαγιά μου να ξεπροβάλει από κάπου. Κι ότι θα θέλει να με πείσει να μην φάω μακαρόνια με κιμά. Ή ότι θα δω την κυρία Ευλαμπία να τραβάει τη μπαλαντέζα και να χορεύει την Αμαπόλα. Ή ακόμα χειρότερα, ότι θα δω εμένα. Με την αφέλεια και την ανεμελιά του τότες.



Τότες, μέσα στην ησυχία των πεύκων και της λίμνης, άρχισα σχεδόν ασυναίσθητα να τραγουδάω. "Κι όλο φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω. Και πώς να σε ξεχάσω, ποτέ δεν θα μπορώ." Μέχρι που το τραγούδι μου βυθίστηκε μέσα στη μνήμη.



Σημείωση: το παραπάνω κείμενο είναι εντελώς φανταστικό. Φίξιοναλ, πώς το λένε; Πριν λίγο καιρό βρέθηκα για πρώτη φορά στα Λουτρά Καϊάφα στην Ηλεία. Το μέρος λειτουργεί ακόμα, αλλά μοιάζει εγκαταλελειμμένο. Περπάτησα τα κτήρια και τους διαδρόμους, συνάντησα μερικούς ηλικιωμένους ενοίκους που κάθονταν σε πλαστικές καρέκλες όξω από τις πόρτες των ξενώνων, είδα τα κρεμασμένα μπανιερά των γιαγιάδων και τις πετσέτες που ανεμίζανε στα μανταλάκια. Και μου διηγήθηκε το μέρος την ιστορία του. Έβγαλα λοιπόν ετούτες τις φωτογραφίες και σκέφτηκα να σου τα πω, έτσι όπως τα φαντάστηκα.