Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Το φως λούζει την Αθήνα



Αν δεν πιστεύεις την Όλγα Τρέμη, να στο επιβεβαιώσω κι εγώ: φέτος η Αθήνα, γιόμισε τουρίστες. Τους βλέπεις να σουλατσάρουν με τους χάρτες ανά χείρας στην πλατεία Συντάγματος, να κατηφορίζουν την Ερμού, να τριγυρνούν μέσα στα στενά της Πλάκας, να σκαρφαλώνουν τα σκαλοπάτια της Ακρόπολης, να βολτάρουν στο Θησείο και στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου.



Και θα σου το παραδεχτώ: με πιάνει μία συγκίνηση, με κυριεύει ανείπωτη χαρά, πεταρίζουνε τα μέσα μου! Θέλω να τους χαμογελάσω, να τους καλημερίσω και να τους σφιχταγκαλιάσω. Να τους ευχαριστήσω ολόψυχα που με ξαναθυμήθηκαν και ήρθαν να με ιδούν. Να τους πω ότι πέρασα δύσκολα και πως οι χειμώνες ήσαν σκληροί.



Αλλά τώρα πούναι εδώ, σα να με ξαλάφρωσαν λιγάκι. Σα να μου μετέδωσαν αισιοδοξία και πόζιτιβ ένερτζι.



Παίρνω λοιπόν κι εγώ το σακίδιό μου, τη φωτογραφική μου, την πιο τουρίστικ διάθεσή μου και σμίγω μαζί τους. Σε κάθε ανάπαυλα, με κάθε ευκαιρία, βρίσκομαι εκεί. Να περιπατώ και να φωτογραφίζω την Αθήνα. Που ξεύρω καλά πόσο θλιμμένη είναι, που γνωρίζω από πρώτο χέρι τα βάσανα και τις πίκρες της. Που στα έχω πει και τάχουμε συζητήσει.



Αλλά -επέτρεψέ μου, γιατί έχω και ως πτηνό τις αντοχές μου- η ζωή δεν μπορεί να είναι μόνο γκρι και μαύρο. Δεν επιτρέπεται! Έχει κάμποσα χρώματα ο καμβάς. Σαν ετούτο τον βερικοκί τοίχο. Με την κρεμασμένη ζαρντινιέρα. Στην Πλάκα.



Και σαν ετούτη την κροκέ βέσπα. Ντόλτσε βίτα αλά ελληνικά. Και νεορεαλισμός. Και τσινετσιτά, άμα λάχει -εγώ χατίρι δεν σου χαλάω!


Η πόλη ετούτη έχει υποφέρει πολύ. Και συνεχίζει να τυραννιέται. Στο ψιθυρίζει κάθε γωνία, στο αφηγείται κάθε μισογκρεμισμένος σοβάς, κάθε μπαλκόνι που αιωρείται με το ένα βήμα στην κατάρρευση.


Έφτασε όμως νάναι κι αυτό κομμάτι της γοητείας της. Το ότι απαιτεί προσπάθεια να την καταλάβεις ντε! Ότι προϋποθέτει κόπο να ανακαλύψεις τις πολλαπλές αλήθειες της. Κάποιες είναι εύκολα διακριτές, κάποιες θέλουν το έμπειρο μάτι σου.


Ω ναι, υπάρχει τ'αρχαίο παρελθόν της. Εκείνο το απίθανο θαύμα που συντελέστηκε σε ετούτο δω το μέρος πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Και που τ'αποτύπωμά του είναι μέχρις και σήμερα σημαντικό. Σ'ολάκερη την οικουμένη. Στον τρόπο που σκέφτεσαι, που εκφράζεσαι, που ορμηνεύεις τον κόσμο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχουν κι άλλες εκδοχές της πόλης.


Να, ας πούμε αυτή. Κυριακή πρωί στην Καπνικαρέα. Η λειτουργία είναι σεμνή, χωρίς μεγάφωνα στη διαπασών. Έτσι όπως πρέπει να είναι. Οι τουρίστες σταματούν και μπαίνουν μέσα. Η φωνή του παπά, τα πρόσωπα των εικόνων, το φως των κεριών -κι ας μην τόχεις πολυκαταλάβει, έχεις για λίγο ταξιδέψει στο Βυζάντιο.


Κι ύστερα, χάνεσαι στα πλακιώτικα δρομάκια. Στην Αθήνα του δεκάτου ογδόου και δεκάτου ενάτου αιώνα. Στους τοίχους που όταν δεν ασχημαίνουν με τα γκραφίτι, βάφονται με διαθέσεις.



Φορούν πολλές και διαφορετικές αποχρώσεις, καθώς προχωρά η μέρα κι αλλάζει το φως.


Κι έρχεσαι και χάνεσαι. Στις γραμμές μίας γεωμετρίας ανθρώπινων διαστάσεων. Και μιας αισθητικής που χαϊδεύει τις αισθήσεις σου.



Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Η Αθήνα όπως θάπρεπε να είναι. Ανοιχτή, περπατιστή, με μέτρο και σημασία. Ο ομορφότερος πεζόδρομος της πόλης, σφιχταγκαλιάζει την Ακρόπολη και την αποθεώνει.



Μνησικλέους. Κάτου από τον ιερό βράχο, δίπλα στις ταβέρνες και τα μεζεδοπωλεία. Λίγο πιο κει είναι τ'Αναφιώτικα. Ένα νησί στο κέντρο της πόλης.


Ανακαλύπτω ξανά και ξανά, ετούτες τις γειτονιές. Καμώνομαι τον τουρίστα, αλλά δεν είμαι. Γιατί βλέπεις, δεν μπορώ να ξεχάσω. Τις βόλτες που μου έκαμνε ο μπαμπάς μου, όταν ήμουν μια σταλιά παιδί. Την έγνοια του να μάθω τους δρόμους και να βρω τον προσανατολισμό μου. Εδώ σε ετούτα τα στενά. Που τάχε κι εκείνος ιχνηλατήσει από μικρός. Γέννημα-θρέμμα Αθηναίος.


Στο Θησείο, στα Πετράλωνα, στο Σταθμό Λαρίσης, στο Μεταξουργείο. Όχι, δεν μπορώ να ξεχάσω.



Γιατί αν τα μέρη προσδιορίζουν τις ζωές, αυτό το μέρος έχει ορίσει τη δική μου. Είναι η αναφορά μου, η θύμησή μου, η καθημερινότητα και το βίωμά μου, το μέτρο με το οποίο κοιτάζω τον κόσμο. Για καλό ή για κακό, είναι γραμμένο στην ταυτότητά μου.



Δύσκολο πράμα η ταυτότητα. Χρήσιμη, συναισθηματική, αλλά κι αναπόδραστη -"εγώ" λες, κι αποκτά αυτό το εγώ σου, σημασία. Ακόμα και σαυτήν την πόλη. Που τσαλακώνονται οι ταυτότητες. Κι όμως, η σημασία που έχει επενδυθεί απάνου σου, είναι μεγάλη.


Πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς θα μου φαινόταν, αν ήμουν ξένος. Θαρρώ πως θα μου άρεσε το φως της. Και η φύση της. Ναι-ναι, η φύση της. Που κι αν ακόμα έχει εξοριστεί από τους κατοίκους, βρίσκει τρόπο και ξεπετιέται μέσα από τα τσιμέντα και τους φράκτες. Σκάει μέσα από την άσφαλτο και γαντζώνεται πάνου σε τοίχους. Πιο δυνατή, πιο ατίθαση, πιο εκρηκτική. Η φύση τ'αττικού τοπίου. Πούναι μεθυστική. Κι όπου τυχόν τη βρεις, κάτσε κι απολαυσέ την.


Και οι ασχήμιες του κέντρου; Πώς θα μου φαινόντουσαν τα γκρίζα κτήρια, αν ήμουν ξένος; Ανθίμου Γαζή και Χρήστου Λαδά γωνία. Πίσω από τη Σταδίου, δίπλα στην Παλαιά Βουλή. Αν απομονώσεις τα κτήρια από τις αρνητικές φορτίσεις της καθημερινότητάς σου, ως κι αυτά συμπαθητικά τα βρίσκεις. Εντάξει, βοηθάει και ο ήλιος που τα λούζει με χρώματα.


Η πόλη αρχίζει να ερημώνει. Και να παραδίδεται στην καλοκαιρινή ραστώνη της. Οι εμπορικές στοές αδειάζουν. Εν τη απουσία ανθρώπων και κίνησης, η πόλη σού επιτρέπει να παρατηρήσεις τις λεπτομέρειές της. Τα μωσαϊκά. Και τις επιγραφές. Φελιζόλ.



Και λαμπτήρες. Στην Κολοκοτρώνη. Σε μόνιμα χριστουγεννιάτικη διάθεση.



Λίγο πιο κάτω, στη συμβολή με τη Λέκκα, τυροκομικά προϊόντα. Τρόφιμα-Ποτά-Αλλαντικά.  Είναι ωραίες αυτές οι επιγραφές. Αν ήμουν ξένος, θα μου άρεσαν στα σίγουρα πολύ.


Κι ίσως και ν'άρχιζα να π-ονειρεύομαι. Πως η Αθήνα είναι πιο σύνθετη από όσο λεν οι τουριστικοί οδηγοί. Πιο πολυσήμαντη από όσο δείχνει, με μία πρώτη βιαστική ματιά. Και αυτό την κάμει ενδιαφέρουσα. Για τον τουρίστα, για τον ξένο, για εσένα και για μένα. Για κάθε άνθρωπο που είναι πρόθυμος να προσπαθήσει. Να την περπατήσει και να συνομιλήσει μαζί της. Να τη δει μέσα από διαφορετικές οπτικές. Να την καταλάβει.



Κι αν μας έχει -άθελά της- πληγώσει, νομίζω της αξίζει μία καλή ευκαιρία. Πάντα, θα της αξίζει μία ευκαιρία. Για τον ουρανό και τις άκρες της. Για το παρελθόν και το παρόν της. Για τα σημαινόμενα. Για τις λιγότερο ή περισσότερο φωτογενείς πλευρές της. Για το βράχο που στέκει στη μέση της.



Άθενς, σέι τσιζ!

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Αχ πώς της πάει το Λονδίνο!


Μπορεί να καλοκαίριασε κι εσύ να μάζεψες τα χειμωνιάτικα, αλλά εδώ στα Λονδίνα την ψυχρούλα του την εκάμει. Γι'αυτό έχε μαζί σου ένα μπουφανάκι, κάνα σκούφο ή έστω τη βρετανική σημαία. Να τη ρίξεις απάνου σου βρε αδελφέ, μην μου πουντιάσεις.


Σήμερα γα-, σήμερα γα-, σήμερα γά-μος γίνεται, στου Bloomsbury τα μέρη. Και όπου γάμος και χαρά, το πτηνό πρώτο! Αλλά μετξαξύ μας, μέγα λάθος της Σούζι να παντρευτεί τον Μάθιους ΜακΆλιστερ, Σκωτσέζο από τα χάιλαντς. Διότι πρώτον, πριν από κάθε κοινωνική τους εμφάνιση, θα πονοκεφαλιάζει ενδυματολογικώς, μην τυχόν φορέσουν ίδια φούστα και βγουν σαν τις αδελφές Μπρόγιερ μη-χειρότερα. Δεύτερον, αν ψηφίσουν οι συμπατριώτες του Μάθιους, υπέρ της απόσχισης από το Ηνωμένο Βασίλειο στο δημοψήφισμα που έχει προγραμματιστεί για το Σεπτέμβριο, θα βρεθεί η Σούζι παντρεμένη με αλλοδαπό (βέρι ινκονβίνιεντ!). Και τρίτον, ο Μάθιους είναι παροιμιωδώς τσιγκούνης. Εξού και αναγκάζεται να βαστάει η ίδια την ουρά του νυφικού της, διότι δεν της επέτρεψε να νοικιάσουνε παρανυφάκια! Και όχι, η κολλητή της η Καμέλια δεν είναι όσο στραβοπόδαρη φαίνεται εκ πρώτης όψεως -απλώς θέλει εδώ και ώρα να πάει προς νερού της και κρατιέται!


Λίγο πιο πέρα, η θεία Πετούλα έχει χύσει απάνου της μία απλή, υπόλευκη κουρτίνα (που έχει υποστεί τις αισθητικές επεμβάσεις του γάτου της, Πατσατσούφα), την οποία συνδυάζει με χρυσαφί αξέσορις και φούντα στο μαλλί, έτσι για την τσαχπινιά. Δίπλα της, ο θείος Ρίτσαρντ ΜακΆλιστερ κουβαλάει το δώρο (θυμάσαι ένα παζλ που είχε κορνιζαρισμένο στο σαλόνι του; Ε δεν θα το ξαναδείς εκεί!) και ψιλοκοιμάται όρθιος.


Αλλά την παράσταση κλέβουν οι εξαδέλφες Ροζαλία και Μπέττυ ΜακΆλιστερ. Που ράφτηκαν ειδικά για την περίσταση και φόρεσαν καπέλα με σερπαντίνες για πιο φαντεζί αποτέλεσμα. Αν πάντως δεν είσαι υπερ των έντονων χρωμάτων...


...υπάρχει πάντα η επιλογή μιας πιο νταρκ μονοχρωμίας. Εδώ ο Μπάτμαν, ο Ζορο και η Κατ-γούμαν σε σόπινγκ θέραπι. Τα κορίτσια ψωνίζουν τα ράσα τους από τις καλύτερες μπουτίκ της Όξφορντ Στριτ και κάμουνε θραύση πίσω στη Τζέντα.



Η Κάθλιν απολαμβάνει τον πρωινό της περίπατο στο πάρκο, κι ας την αναζητά το σίλβερ αλέρτ σε επτά χώρες. Ο έξυπνος ενδυματολογικός της συνδυασμός (σπορτέξ-φόρμα-παλτό-γάντι-γυαλί), την καθιστά έτοιμη για τζόκινγκ, μπραντς, τσάι με τις φιλενάδες της, τάισμα της πάπιας στη λιμνούλα, κλάμπινγκ, δεξίωση στο Μπάκινγχαμ και διάρρηξη τράπεζας.


Όταν κατατάχθηκε στο Σώμα, ο Άρθουρ δεν φανταζόταν ότι ανάμεσα στα καθήκοντά του θα ήταν η υποχρέωση να ποζάρει με Κινέζες τουρίστριες.


Αφού ήρθε κι αποστραβώθηκε με τα φλας, καβάλησε τον Ντορή και προσπάθησε να αποδράσει στο μουλωχτό.


Έσκασε μύτη στο δρομάκι, κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, κι αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχει Κινέζος σε απόσταση βολής, απεφάσισε να προχωρήσει.


-Παιδιά-παιδιά, εδώ είναι!!!
-Όπλισε τις φωτογραφικές, τηλεφωνώ και στο υπόλοιπο γκρουπ να έρθουν!


Η Σαν Τσι Που Ρα πάντως που δεν προτιμά καθόλου τις ομαδικές φωτογραφίες, βρήκε άλλη λύση: ξεμονάχιασε έναν δύσμοιρο πολισμάνο και πόζαρε δίπλα του. Εκείνο που δεν ξεύρει το όργανο, είναι ότι η Σαν Τσι Που Ρα, την αμέσως επόμενη ημέρα, δημοσίευσε τη συγκεκριμένη φωτό στο φέιζμπουκ και άλλαξε το στάτους της σε "παντρεμένη".


Στη μία και τέταρτο ακριβώς, ο Λόρδος Κόρνγουελ Κέδριγκτον, η Λαίδη Μάργκαρετ Όργουελ και η Δούκισσα Ελίζαμπεθ Χάμιλτον αφίχθησαν στο εστιατόριο. Είναι που πεθύμησαν τζατζικάκι.


Η Μπεθ αντιθέτως, την απολαμβάνει τη μπίρα της, ξεροσφύρι. Έχει πάντως κάμει κεφάλι. Και δεν εννοώ τίποτα για την κόμμωσή της.


Τραφάλγκαρ Σκουέαρ. Ένα μωσαϊκό από ανθρώπους, εθνότητες, χρώματα και γλώσσες. Μπλέκομαι μέσα σε αυτό το πολύβουο πλήθος, παρατηρώ και μαθαίνω. Διότι το ξεύρεις καλά, οι άνθρωποι γύρω μας είναι η πιο πλούσια πηγή εμπειρίας.


Ζουμάρω σε ετούτο το ζευγάρι. Θα περίμενες να τους δεις στα τρίσβαθα της Αφρικής. Σε καταυλισμό βεδουίνων. Εκείνος με τη γκλίτσα του και τα πασούμια, εκείνη με την παραδοσιακή στολή και το μωρό στην αγκαλιά. Ναι, θηλάζει. Καταμεσίς της Τραφάλγκαρ Σκουέαρ. Ξαφνικά όλα τριγύρω γίνονται υπόκρουση και φόντο. Σε μία αρχέγονη σκηνή.


Το Λονδίνο παραμένει η πιο αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο. Μία αληθινή μητρόπολη που ενώ φιλοξενεί τις φυλές από τα πέρατα της οικουμένης, συνεχίζει να διατηρεί τα βρετανικά αντανακλαστικά του. Την αισθητική των πάρκων, το φλεγματικό χιούμορ, τη συνέπεια και την οργάνωση. Μία μητρόπολη στην οποία μπορείς να συναντήσεις πανκς, σκίνχεντς, κοστουμαρισμένους γιάπηδες, τρέντι αμφιέσεις, κελεμπίες και μπούρκες.


Και μια και είμαστε στο τόπικ "έθνικ ενδυμασία", εδώ σου έχω τον Τζόναθαν. Που τον ελές και κινητό τριώδιο. Κι αν νομίζεις ότι το καπελάκι με τα λουλουδάκια και η κόκκινη ριχτή φούστα-μπλούζα με τη χρυσή μπορντούρα, είναι τρελή εξτραβαγκάντσα....


...είναι γιατί δεν έχεις δει ακόμα το παπουτσάκι.


Άλλοι ζούνε τη ζωή τους, άλλοι το δράμα τους, η Ρούθι ζει ένα τελεκόνφερανς. Από τότες που της έδωκε η Βόνταφον, δεύτερη γραμμή (πάνε πεντέξι χρόνια), δεν λέει να το κλείσει. Όταν δεν μιλάει με τους φίλους της ή με τη μαμά της στο Μπρίστολ, η Ρούθι παίρνει κι ακούει την ώρα (στον επόμενο τόνο, το Γκρίνουιτς θα είναι πέντε και δεκαεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα ντοοοον!), τον καιρό (βροχή θάχουμε κι ομίχλες!), τα ζώδια (η πανσέληνος θα φέρει σημαντικές εξελίξεις -ειδικά αν είστε λυκάνθρωπος) ή την τηλεπαρέα γνωριμιών (μανίτσα, πες μου τι βρακάκι φοράς).


Η Αγκάθα θυμάται το Λονδίνο με τους βομβαρδισμούς. Τότες που έτρεχε στα καταφύγια και έβγαζε τη νύχτα στους σταθμούς του μετρό. Θυμάται κι άλλες εθνικές καταστροφές: την ύφεση του εβδομήντα, την πρωθυπουργία της Μάργκαρετ Θάτσερ, τις τρελές αγελάδες, τις Σπάις Γκερλς.


Όμως κι αν ακόμα τα χρόνια βαραίνουν τις αρθρώσεις της, η Αγκάθα συνεχίζει να πίνει κάθε απόγευμα -στις πέντε ακριβώς- το τσάι της. Με μία κοφτή κουταλιά ζάχαρη και ένα κομμάτι μηλόπιτα. Συνεχίζει επίσης να βλέπει ειδήσεις στο Μπι-Μπι-Σι, να ψωνίζει μαρμελάδες από τα Σελφμπριτζες, να ανταλλάζει αιχμηρές ατάκες με τον κύριο Μπάξτερ στο γκρόσερι σοπ ("Tell me dear; is this supposed to be a tomato or have you painted the carrots with red color again?") και να ρυθμίζει το ρολόι της κοιτάζοντας το Μπιγκ Μπεν. Και να βολτάρει. Στο Λονδίνο που θυμάται.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Για Fanling, ξέρετε πώς πάμε;



Για το Fanling; Α είναι πάρα πολύ απλό: θα πάρεις την Island Line -την μπλε γραμμή να θυμάσαι- και θα κατέβεις στο Central, θα κάμεις μετεπιβίβαση στην Tsuen Wan Line και όταν πιάσει Kowloon, θα κατέβεις στην Tsim Sha Tsui, θα περπατήσεις καμπόσο στην υπόγεια διάβαση για να πάρεις την East Rail Line -τη γαλάζια γραμμή να θυμάσαι- και ντουγρού θα περάσεις και την Tai Wai (πρόσεχε μην μπερδευτείς και κάμεις καμιά μετεπιβίβαση στην Ma On Shan Line, γιατί ικανό σ'έχω να φθάσεις ίσαμε το Wu Kai Sha και ποιος έρχεται να σε μαζέψει από κει πέρα!), θα περάσεις και τη Fo Tan και η επόμενη στάση μετά την Tai Wo, είναι η Fanling!



Επειδής σε βλέπω κομματάκι μπερδεμένο, θα έρθω μαζί σου. Αχ, σε μία κουταλιά νερό πνίγεσαι, καημένε!



Η αλήθεια είναι πως με πάνω από 150 στάσεις και καμιά δεκαριά γραμμές, το MTR -το μετρό του Χονγκ Κονγκ ντε- μπορεί και να σε δυσκολέψει λιγουλάκι στην αρχή. Αλλά όταν το συνηθίσεις, θα καταλάβεις γιατί θεωρείται ένα από τα καλύτερα και πιο επιτυχημένα μετρό στον κόσμο.



Η κατασκευή του ξεκίνησε τη δεκαετία του '70, ως απάντηση στο έπικ μποτιλιάρισμα των κεντρικών λεωφόρων της πόλης. Ήταν τέτοιο το πρόβλημα τότες, που έβλεπες οδηγούς να έχουν μαξιλάρι απάνου στο τιμόνι για τη δύσκολη την ώρα της αναμονής στα φανάρια, σοφερίνες να στεγνώνουν τα νύχια τους όξω από τα παράθυρα των αυτοκινήτων (γιατί ως γνωστόν "όποιος πιάνει το τιμόνι, προσοχή γιατί λερώνει") και κάποιους πιο θερμόαιμους να παίζουν ξύλο για μία θέση παρκαρίσματος. Της κολάσεως σου λέω, δεν θέλω ούτε να τα θυμάμαι!


Όμως τριαντατόσα χρόνια μετά, το Χονγκ Κονγκ μπορεί να καυχιέται ότι κατάφερε να περιορίσει δραστικά τη χρήση του αυτοκινήτου, καθώς σήμερις η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων και επισκεπτών, χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς και κυρίως το μετρό! Το οποίο κόβει καθημερινώς 4,5 εκατομμύρια εισιτήρια και είναι εξαιρετικά κερδοφόρο. Διότι -θα το πω κι αυτό- εδώ στο Χονγκ Κονγκ δεν διανοείται κανείς να δοκιμάσει να ταξιδέψει χωρίς εισιτήριο (κάνε να καβαλήσεις τις μπάρες και τα λέμε!), μήτε βεβαίως αφήνουν τα χρησιμοποιημένα εισιτήριά τους απάνου στα μηχανήματα για να ταξιδέψει και ο επόμενος στο τζάμπα, όπως γίνεται σε κάτι άλλες τριτοκοσμικές χώρες, ονόματα-δεν-λέμε.



Τυχερός είσαι, τέτοια ώρα δεν έχει πάρα πολύ κίνηση. Που σημαίνει ότι θα βρούμε ως και να κάτσουμε -πράγμα εντελώς σπάνιο τις ώρες αιχμής, που είμαστε ο ένας απάνου στον άλλον και αναπνέουμε εκ περιτροπής.



Έλα να κάμουμε την μετεπιβίβαση, φθάσαμε στο Tsim Sha Tsui, τον κεντρικότερο σταθμό του Kowloon. Των "νέων εδαφών" δηλαδής, που βρίσκονται απέναντι από το νησάκι του Χονγκ Κονγκ και αποτέλεσαν διέξοδο για την οικιστική του επέκταση. Εδώ πάνου από τα κεφάλια μας, υπάρχουν τεράστιες λεωφόροι και εμπορικά καταστήματα και ουρανοξύστες ίσαμε τον ουρανό. Όχι, δεν προλαβαίνουμε να βγούμε τώρα, αν θέλεις ερχόμαστε άλλη φορά.


Ορίστε που έλεγες ότι δεν έχει κόσμο, μας είδαν άνετους και πλακώσανε μιλιούνια. Τι εννοείς γιατί φοράει μάσκα η Σου Τζου Κά Κι. Χελόου, διότι είναι προφανώς κρυωμένη! Και εδώ, όταν έχεις αρπάξει την πούντα, κυκλοφορείς μασκοφόρος ωσάν τον Μπάτμαν, για να μην κολλήσεις και τους υπόλοιπους που δεν σου φταίνε σε τίποτις. Συλλογική πρόνοια και ατομική υπευθυνότητα, το λέμε. 


Το μετρό είναι μία καλή ευκαιρία για κοινωνιολογικές παρατηρήσεις. Εντάξει, κουτσομπολιό εννοώ, αλλά προσπαθώ να στο πλασάρω για σαϊεντίφικ πχιότητα. Να, εδώ δεξιά ας πούμε, η Χο Μα Τα (καμία σχέση με την Καίτη και το Μι'αγάπη για το καλοκαίρι θάσαι κι εσύ) παίζει με το σμάρτ φόουν της, ο Τσιν φταρνίζεται γιατί τον σκέφτεται η πεθερά του (τον κόβω γρήγορα με μάσκα) και το ζευγαράκι Μπάρμπι και Κεν αριστερά, ποζάρει για το εντιτόριαλ του Βοτρ Μποτέ.



Ένα από τα πρώτα πράγματα που θα διαπιστώσεις στο μετρό -αλλά και παντού στην πόλη- είναι η αγάπη, η λατρεία, το πάθος και η εμμονή με τα κινητά τηλέφωνα και τα γκάτζετς. Οι Χονγκογκέζοι είναι τόσο εξαρτημένοι από το κινητό που περπατούν στους δρόμους παρακολουθώντας ταινίες, κατεβάζοντας απλικέισονς και παίζοντας Άνγκρι Μπερντς. Ταυτόχρονα.



Η εξάρτησή τους είναι κάτι το απερίγραπτο. Αν σε δούμε να διαβάζεις βιβλίο ή εφημερίδα σε χάρτινη εκδοχή, σε λέμε ρετρό και γελάμε με την περίπτωσή σου. Και δεν σε κάμουμε παρέα, διότι και πώς να επικοινωνήσουμε μαζί σου αφού δεν είσαι ον-λάιν;


Ένα αγαπημένο χόμπι μου (μπορείς να το πεις και βίτσιο) είναι να χαζεύω τις κινέζικες ονομασίες των σταθμών. Που είναι όμορφα τυπωμένες πάνου σε πολύχρωμες πινακίδες. Κίτρινες, κόκκινες, γαλάζιες, πράσινες.


Κυκλοφορεί και σε μοβ σατέν.


Τα κινέζικα είναι εφιαλτικά δύσκολα. Απιστεύταμπολ εφιαλτικά δύσκολα! Αν και συνάντησα έναν Κινέζο κάποτες που ομιλούσε ελληνικά (χωρίς να έχει έρθει ποτέ στην Ελλάδα / τα είχε μάθει στο Πανεπιστήμιο / βέρι ιμπρέσιβ!) και μου έλεγε το ίδιο για τη δική μας γλώσσα.


Όχι, δεν κατεβαίνουμε στο Ναό Τσε Κουνγκ να ανάψουμε ένα κεράκι, διότι θα ξημεροβραδιαστούμε και δεν θα φτάσουμε ποτές στο Fanling. Που πραγματικά θάθελα να ξευρα, τι δουλειά έχεις εσύ στο Fanling, αλλά τελοσπάντων δεν μου αρέσει να χώνω το ράμφος μου παντού.


Επειδής έχουμε ακόμα κάμποσες στάσεις, να σου πω μερικές ιδιαιτερότητες ετούτου του μετρό, μη βρεθείς αύριο-μεθαύριο χωρίς το πτηνό και δεν ξεύρεις τι να γίνεις. Λοιπόν, πρώτον, υπάρχει ειδική σήμανση στις πλατφόρμες για το που θα σταθείς. Ώστε όταν έρθει ο συρμός, να βρεθείς ακριβώς πλαγίως της πόρτας του βαγονιού, αφήνοντας χώρο στους επιβάτες που εξέρχονται, για να περάσουν γρήγορα, χωρίς να ανταλλάξετε χριστοπαναγίες.


Δεύτερον, υπάρχει το κουάιετ καρ. Το σιωπηλό βαγόνι ντε. Στο οποίο δεν επιτρέπεται να κάμεις κιχ. Όχι ούτε να φτερνιστείς. Ούτε να ξεδιπλώσεις την καραμελίτσα χολς για το λαιμό. Ούτε να πάρεις τη μανούλα στο κινητό και να της πεις ότι φθάνεις για να πετάξει δύο πακέτα νούντλς μέσα στο νερό να πάρουν βράση. Νοσηρός πειθαναγκασμός για κάποιους, αλλά στ'ομολογώ ότι το προτιμώ από τo νταβαντούρι και το σαματά σε κάτι άλλες τριτοκοσμικές χώρες, ονόματα-δεν-λέμε.


Τρίτον, τις ώρες αιχμής, θα ιδείς στις πλατφόρμες των σταθμών, υπαλλήλους που είναι επιφορτισμένοι με την οργάνωση των όσων μπαίνουν και των όσων βγαίνουν από τα βαγόνια. Και μη δοκιμάσεις να παραβείς τις εντολές της μικρής Σου Χω Σω Μπα Τσα, γιατί δεν τόχει σε τίποτα να επιβεβαιώσει το όνομά της.



Τέταρτον, το μετρό είναι απόλυτα ασφαλές και κομ-ιλ-φο. Εντάξει, όσο "απόλυτο" μπορεί να είναι κάτι, σε μία πόλη επτάμιση εκατομμυρίων. Αλλά δεν θα ιδείς μήτε επαίτες (πάρτε-καλέ-κυρία-ένα-χαρτομάντηλο), μήτε άστεγους, μήτε ναρκομανείς, μήτε ρακένδυτους. Νιώθεις ότι μπορείς να μπεις οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και να μετακινηθείς προς οποιαδήποτε κατεύθυνση χωρίς κανένα πρόβλημα. Ζούπερ πόζιτιβ φίλινγκ.


Τελευταία διαπίστωση, γιατί φθάνουμε στον προορισμό μας: θα παρατηρήσεις ότι πολλοί άνθρωποι κοιμούνται στο μετρό. Και θα σου κάμει εντύπωση το πόσο γρήγορα! Σου μιλώ για μία διαδικασία δευτερολέπτων. Μπαίνουν στο βαγόνι, κάθονται μεμιάς και στο τσακ μπαμ, παραδίδονται στην αγκαλιά του Μορφέα. Και όρθιοι, μπορώ να σου πω!


Που μεταξύ μας, εγώ δεν το'χω καθόλου αυτό με τον ύπνο σε δημόσιους χώρους και μέσα μεταφοράς -διότι έχω ένα διαρκές άγχος ότι θα χάσω τη στάση μου, ότι θα μου συμβεί κάτι κακό, ότι και τι θα πει ο κόσμος που κοιμάμαι, και τέτοια. Τουναντίον εδώ, τον ύπνο τον έχουν εύκολο. Και με έναν μυστηριώδη τρόπο, καταφέρνουν να ξυπνήσουν μερικά δέκατα του δευτερολέπτου πριν ανοίξει η πόρτα στο σταθμό που θέλουν να κατέβουν. Σχεδόν μεταφυσικό.


Όπως έχεις παρατηρήσει, το μετρό δεν είναι παντού υπόγειο. Καλύτερα, για να βλέπεις και λίγο όξω.



Διότι περνάμε και κάτι παρένθετες ζούγκλες ανάμεσα στους σταθμούς και τις συνοικίες. Άλλη φορά, που θα αισθανθείς Ιντιάνα Τζόουνς, θα σε πάρω να πάμε βόλτα στο τροπικό δάσος.



Λοιπόν, αυτό ήταν: βουαλά το Fanling! Είδες που στο είπα βρε χαζέ ότι δεν ήταν τίποτις δύσκολο και ότι άδικα πανικοβάλλεσαι; Τι εννοείς πως μπερδεύτηκες αρχικώς και θέλεις να πας εντέλει στο Yuen Long και όχι στο Fanling; Α, είναι πάρα πολύ απλό: θα πάρεις την East Rail Line (τη γαλάζια γραμμή ντε), θα περάσεις τη Fo Tan και τη Sha Tin, θα κατέβεις στο Kowloon Tong για να πάρεις την Kwun Tong Line (την πράσινη να ζητήσεις) προς Yau Ma Tei, ύστερα την κόκκινη για Tsuen Wan και στην Lai Chi Kok θα πάρεις την West Rail με κατεύθυνση προς το Tuen Mun. Ε, τρεις στάσεις πριν το τέλος, είναι η Yuen Long! Πις-οφ-κέικ!



Άσχετο, και ο Θανασάκης δεν είπε ότι θα κατέβαινε στο Fanling;