Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Το ΤζεμΤζεμ

Την ώρα που επέστρεφε ο θείος Τίτος από τη δουλειά -θάτανε περασμένες εννιά το βράδυ- εκεί στη γωνία Εμμανουήλ Ροϊδη και Σουρή, άκουσε ξοπίσω του ένα πνιγηρό βουητό. Ένα ακαταλαβίστικο, επαναλαμβανόμενο και εντελώς σκιαχτικό "τζεμ τζεμ τζεμ τζεμ". Γύρισε και αντίκρυσε έντρομος, ένα θέαμα απόκοσμο: μία στήλη καπνού, αψηλή σαν το κυπαρίσσι, σκοτεινή σαν το χειρότερο εφιάλτη και παλλόμενη σαν την καρδιά ενός θηρίου. Ένα πλάσμα μυστηριώδες και απειλητικό. Ήταν το διαβόητο "Τζεμ Τζεμ".

Που επανερχόταν ως διήγηση ξανά και ξανά, όταν ήσουν παιδί. Για να φας το φαγί σου. Και το φοβόσουν πολύ, μπαμπά.

Ένα γερμανικό αεροπλάνο ξεκίνησε μία τρελή πορεία πάνω από την Αθήνα. Χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα. Εννιά Οκτωβρίου. Τα στρατεύματα του Τρίτου Ράιχ είχαν ήδη αρχίσει να αποχωρούν από την πόλη και ο πόλεμος φαίνεται πως επιτέλους τελείωνε. Αν και τίποτα δεν τελειώνει εύκολα σε αυτή τη χώρα. Η Αθήνα -μαζί κι εσύ- είχε περάσει πολλά δεινά, αλλά τουλάχιστον δεν είχε βομβαρδιστεί ποτές. Μέχρις εκείνη τη μέρα. Θυμάσαι τις σειρήνες να ηχούν, κλείνεις τα μάτια και φέρνεις με το νου σου τα φώτα από τις φωτιές του Πειραιά. Κι ύστερα έρχεται καταπάνω σου εκείνο το αεροπλάνο. Θυμάσαι να μπουμπουνίζει τα σπίτια τριγύρω σου, θυμάσαι τις κραυγές των γειτόνων, θυμάσαι εκείνη τη μέρα.

Που επανερχόταν ως εφιάλτης ξανά και ξανά. Και φώναζες στον ταραγμένο ύπνο σου, όταν είχες άγχος και όταν σε παίδευαν οι σκέψεις. Αυτό το αεροπλάνο, το φοβόσουν πολύ μπαμπά.

Αλλά υπήρχαν και οι Κυριακές. Θυμάσαι τις Κυριακές, μπαμπά; Που με έπαιρνες από το χέρι και με πήγαινες να μου γνωρίσεις την Αθήνα σου. Νήπιο ήμουν, λίγα καταλάβαινα. Τότες μου γνώρισες τις γειτονιές που μεγάλωσες. Εκεί, δίπλα στο Σταθμό Λαρίσης. Είδα με τα δικά σου μάτια, την Αθήνα του τότες. Τους χωματόδρομους και τις αλάνες που έπαιζες ποδόσφαιρο. Στον Κολωνό και στην πλατεία Αττικής. Στην πλατεία Βικτωρίας. Τον Πανελλήνιο που πήγαινες να τρέξεις. Τη Φωκίωνος Νέγρη που ανηφόριζες για να πας να κάμεις ιδιαίτερο, καθημερινώς για ένα καλοκαίρι. Στη γαλλικού που σε είχε αφήσει μετεξεταστέο! Παρλεβού φρανσέ, μακαρόνια φρικασέ. Γνώρισα με τα δικά σου μάτια την Πλάκα, που περιπατούσες στα νιάτα σου και περιέγραφες με τόση νοσταλγία. Τ'Αναφιώτικα. Τους περιπάτους με το φίλο σου τον Παναγιώτη -εβδομήντα χρόνια φίλοι κι ακόμα αγαπιέστε. Κι έβλεπα το βλέμμα σου. Που αναζητούσε αγωνιωδώς ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα τσιμέντα, να εντοπίσει κάτι που θα θύμιζε εκείνη την εποχη.

Που φοβόσουν πως χάθηκε. Και πήρε μαζί της τη γλυκιά ρομαντζάδα. Τη μελωδία, το συναίσθημα, το γιασεμί και τ'αγιόκλημα. Την αυλή και το θερινό το σινεμά.

Με τον πρώτο σου μισθό πήγες και τ´αγόρασες. Με δόσεις. Το χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά. Και το φορούσες πάντα. Το φρόντιζες, το κούρδιζες, το καθάριζες με σχολαστικότητα. Το είχες συντροφιά σου. Ωμέγα, έλεγες. Θηρίο! Ακόμα και την προηγούμενη βδομάδα, όταν στο έβγαλα για να κάμεις την επέμβαση, δεν είχες καλοξυπνήσει από τη νάρκωση, δεν είχες καλοσυνέλθει από τη ζάλη και επίμονα, μου το ζητούσες. "Βάλε μου το ρολόι μου, Νίκο." Ήσαν σημαντικά για σένα. Τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα. Η ακρίβεια στα ραντεβού. Η συνέπεια. Τον μέτραγες τον χρόνο.

Νομίζω τον φοβόσουν κιόλας. Δεν σου άρεσε καθόλου που περνάει αδυσώπητα.

Πόσες φορές δεν με ανέβασες στην Ακρόπολη; Να πασχίζω εγώ -δυο σπιθαμές μπόμπιρας- να ανέβω τα τεράστια σκαλοπάτια στα Προπύλαια κι εσύ να μου εξηγείς γιατί είναι Άπτερος η Νίκη και γιατί έχουν κλίση οι κολώνες του Παρθενώνα. Κι ύστερα στο Αρχαιολογικό, στην Πινακοθήκη, στο Μπενάκη, στο Βυζαντινό. Κάθε βδομάδα κι από ένα μουσείο. Κι ύστερα φτου κι από την αρχή. Για να μη θυμηθώ τα όσα με έβαζες να δω και να διαβάσω. Μπέργκμαν και Καζαντζάκη. Και κλασικό αμερικάνικο κινηματογράφο. Λεωφορείον ο Πόθος και το Λιμάνι της Αγωνίας. Και ιστορία. Σαν παραμύθι. Σαν μία ενιαία αφήγηση που ξεκινούσε από τη δημιουργία του κόσμου και κατέληγε στο σήμερα. Καθόμουν και σε άκουγα προσεκτικά. Στο μπαλκόνι, τρώγωντας παγωτό. Κι άκουγα. Κλασική μουσική. Και τζαζ. Και Σουγιούλ. Και Γιαννίδη. Και Θοδωράκη. Που τάβαζες τότες στο πικ απ.

Φοβόσουν. Ότι ίσως και να μην καταλάβω. Ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μην εκτιμήσω. Ετούτον τον κόσμο, μπαμπά. Πούναι θαυμάσιος και σε εντυπωσίαζε με τη μεγαλειότητά του.

Σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Εσύ κι εγώ. Εγώ κι εσύ. Μετά από έξι μαρτυρικούς μήνες νοσηλείας. Αποφασίζεις να κλείσεις το διακόπτη του μυαλού σου. Με κοιτάζεις, με καταλαβαίνεις, αλλά δεν μου μιλάς πια. Οι γιατροί είπαν ότι έπεσες σε κάποια μορφή αφασίας. Βαρύ καταθλιπτικό επεισόδιο. Δεν εξέπληξε κανέναν. Μετά από έξι μήνες, ο καθένας θα λύγιζε. Ο καθένας θα βυθιζόταν στην απελπισία. Σου κράταγα το χέρι και συνέχιζα να σου μιλάω.

Μπαμπά; Μπαμπά; Με ακούς μπαμπά; (μου γνέφεις πως ναι) Με καταλαβαίνεις, μπαμπά; (μου γνέφεις πως ναι) Γιατί δεν μου μιλάς πια, βρε μπαμπά; (σιγή) Πες μου κάτι, σε παρακαλώ! Μίλα μου λίγο! Πες μου για το θείο Τίτο και τις κολώνες του Παρθενώνα. Πες μου για την Μιχαήλ Βόδα και την Πλατεία Βικτωρίας. Για τις ταινίες στα θερινά τα σινεμά. Γιατί δεν μου μιλάς πια, βρε μπαμπά; Που σ'αγαπώ τόσο πολύ.

Δεν χρειάζεται να φοβάσαι πια.

Ούτε το ΤζεμΤζεμ, ούτε το αεροπλάνο, ούτε το χρόνο που περνά.

Δεν χρειάζεται να φοβάσαι πλέον τίποτα, μπαμπά.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Τροπική βροχή



Θυμάσαι εψές που σε πήγα βόλτα στο Fanling και στα χωριά πούναι στα σύνορα με το μέινλαντ Τσάινα; Που επισκεφθήκαμε τον ταοϊκό ναό και είπαμε το ύστατο χαίρε στην κυρία Τανγκ; Που ψωνίσαμε ζαρζαβατικά και ντερλίκωσες ένα σάντουιτς απροσδιόριστου περιεχομένου; Που περιπάτησες εις το δάσος, όταν το ανακόντα δεν είναι εδώ! Λοιπόν ετούτο είναι το υστερόγραφο. Άνοιξε την ομπρέλα σου.


Οι τροπικές μπόρες είναι πολύ συνηθισμένες αυτήν την περίοδο. Εκεί που περιπατείς αμέριμνος, μαζεύονται μαύρα σύννεφα απάνου από το κεφάλι σου και ξαφνικά αρχίζει να σου πετά ο ουρανός κουβάδες νερό που σκάνε με μανία στο έδαφος. Το ξεύρω πως έχεις μουσκέψει -η ομπρέλα οριακά προφυλάσσει το κεφάλι σου, αλλά επειδής ο καιρός σού πετάει νερά από παντού, φοβούμαι πως το μούσκεμα είναι αναπόφευκτο. 


Οι άνθρωποι βεβαίως είναι συνηθισμένοι σε αυτές τις κλιματολογικές συνθήκες. Διότι δεν σου είπα το καλύτερο: όταν τελειώνει η βροχή, την αμέσως επόμενη στιγμή κάμει αφόρητη ζέστη. Και εξατμίζονται οι δρόμοι, δημιουργώντας συνθήκες σάουνας. Ο δείκτης δυσφορίας σου, φωνάζει έλεος! Δεν προλαβαίνεις να στεγνώσεις και ξαναγίνεσαι μούσκεμα από τον ιδρώτα. Και κάπου εκεί αντιλαμβάνεσαι γιατί οι Κινέζοι είναι εξ ορισμού λεπτοί, αν και τρώνε ολημερίς: ευθύνεται το κλίμα!


Πριν όμως αποφασίσεις να κόψεις τη δίαιτα και να μετακομίσεις εδώ για να χάσεις επιτέλους τα παχάκια, οφείλω να σε προειδοποιήσω. Ότι θα συναντήσεις μία πραγματικότητα πολύ αλτέρνατιβ. Σε σχέση με τα όσα έχεις συνηθίσει. Μία οργανωμένη καθημερινότητα με αυστηρούς κανόνες κοινωνικής ευταξίας. Μία πειθαρχημένη ζωή μετρημένων απολαύσεων και με μπόλικο κάματο.


Από το σχολική ως την επαγγελματική ζωή, οι Χονγκογκέζοι βάζουν το κεφάλι κάτου και προσπαθούν σκληρά για το καλύτερο. Δεν φανατίζονται για τα πολιτικά (δεν έχουν και μεγάλη σημασία, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το στάτους κβο τους), μήτε για τα αθλητικά (εκτός ίσως από τις σκυλοδρομίες -τον αντίστοιχο "ιππόδρομο" ας πούμε!), μήτε για τα θρησκευτικά (όχι, δεν θα ιδείς ταοϊστές ιερείς με λάβαρα να συγκεντρώνουν το πλήθος σε κεντρικές πλατείες και να ρίχνουν το ανάθεμα στους λογής λογής βλάσφημους). Επίσης, εδώ δεν θα ιδείς μέλη του "δεν πληρώνω" (θα πληρώσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι!), μήτε αγανακτισμένους (κάμε λίγο τάι τσι και θα σου περάσει!).


Θα ιδείς ανθρώπους που δουλεύουν. Που σιάχνουν σταρτ-απ εταιρίες. Που σκαρφαλώνουν σε σκαλωσιές από μπαμπού (έτσι τις κάμουμε εδώ τις σκαλωσιές) και χτίζουν ουρανοξύστες. Που σπουδάζουν δίχως κομματικές νεολαίες και καταλήψεις και εκδρομές στη Μύκονο. Που αθλούνται μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Που είναι υπερήφανοι για την ιδιαιτερότητά τους (μπρίτις-τσαϊνίζ) και δεν μεμψιμοιρούν συνεχώς στα καφενεία και στις παρέες.


Κι ύστερα βλέπεις πού μένουν. Εδώ στο Fanling. Παρατηρείς τις ζωές τους. Νιώθεις αυτή τη δύσκολη καθημερινότητα. Με τις τροπικές βροχές να χτυπούν αλύπητα τις μετακινήσεις τους. Με τη ζέστη να δοκιμάζει τις αντοχές τους. Και σκέφτεσαι, πώς είναι δυνατόν να τα καταφέρνουν ετούτοι εδώ και να εξασφαλίζουν καλά αμειβόμενες δουλειές και ευκαιρίες απασχόλησης για τα παιδιά τους και ρεκόρ στις επιδόσεις τους στα σχολεία και τα πανεπιστήμια και μία ολοένα αυξανόμενη ευημερία για τους πολλούς; Και κάποιοι άλλοι, σε μία χώρα που στα κινέζικα αποκαλούμε "Σι Λα", να μην μπορούν να ξεφύγουν από τη φαυλότητα και τις κακοδαιμονίες τους;


Έλα, να μπούμε σε αυτόν τον μικρό βουδιστικό ναό -συνεχίζει να βρέχει και δεν θέλω να μου αρπάξεις καμία πούντα.


Στο κέντρο του τραπεζιού, απάνου στο ξύλινο τραπέζι, υπάρχουν μερικές κούπες με προσφορές. Και μερικά πορτοκάλια. Κι έτσι απλά, συνειδητοποιείς ότι η διαφορά με τη Σι Λα είναι πως εμείς εδώ στις εσχατιές της Ασίας, μάθαμε από τη στέρηση. Καταλάβαμε έγκαιρα τί είναι σημαντικό και τί όχι. Καλλιεργήσαμε τις δυνατότητές μας. Εργαστήκαμε. Ακόμα και κάτου από τον καυτό τροπικό ήλιο. Γιατί συνειδητοποιήσαμε ότι τίποτις δεν προσφέρεται και όλα θέλουν τον κόπο τους. Γιατί μάθαμε ότι οι φανφαρονισμοί, οι ξιπασιές και οι δηθενιές, δεν σε πάνε παρακάτω. Αλλά παραπίσω. Και παρότι είμαστε κι εμείς ευάλωτοι στις χίμαιρες του καταναλωτισμού κι έχουμε κι εμείς τα (αρκετά) θεματάκια μας, υπάρχει εδώ μία φιλοσοφία ζωής, μία οικονομία σκέψης, ένας κοινωνικός ντετερμινισμός που μοιάζουν αξιοζήλευτα για τα δεδομένα της Ελλάδας.  

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Μα τι έχει επιτέλους στο Fanling;


Ορίστε, φθάσαμε. Τι εννοείς πού φθάσαμε; Καλά, τόσο δρόμο κάμαμε και τόσες μετεπιβιβάσεις στο μετρό, ακόμα δεν συγκράτησες τον προορισμό μας (για εσένα που έχασες το προηγούμενο επεισόδιο, σε παραπέμπω εδώ); Fanling, το είπαμε το μέρος! Πόσες φορές πρέπει να στο επαναλάβω;



Εντάξει, το υποσχέθηκα πως θα σε πάω στα χωριά και τις υποσχέσεις μου πάντα τις τιμώ! Αλλά πρώτα έχω μερικές δουλειές εδώ στο κέντρο του Fanling. Δεν σε πειράζει να περάσουμε και από μία κηδεία! Προχθές αποδήμησε η κυρία Τανγκ, μόλις ογδόντα επτά ετών -την ώρα που πέρναγε το αριστερό πόδι πίσω από το ζβέρκο της κατά τη διάρκεια του πρωινού τάι τσί της, έμεινε με το χαμόγελο στα χείλη! Μετά έχουμε να πάμε και για ψώνια -να πάρω κανένα ζαρζαβάτι. Κι ύστερα βουρ για τα χωριά, όλα θα τα προλάβουμε, ντοντ γουόρι!



Ακριβώς δίπλα στη μεγάλη λεωφόρο που συνδέει το Fanling με το κέντρο του Χονγκ Κονγκ, υπάρχει ένας λόφος. Κι απάνου στο λόφο, δεσπόζει ένας υπέρκομψος ναός.



Τον λέμε Fung Ying Seen Koon, αλλά βάζω στοίχημα ότι αν σε ρωτήξω μετά από δέκα δευτερόλεπτα, δεν θα τον θυμάσαι να τον φωνάξεις. Για να καταλάβεις πόσο αψηλά είμαστε, δες ξοπίσω σου τους τεράστιους ουρανοξύστες του Fanling. Γουάου;



Ο ναός είναι ταοϊκός. Και για να φρεσκάρω τα όσα (δεν) έμαθες σχετικώς στο σχολείο, ο ταοϊσμός είναι ένα κάπως αφηρημένο φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα, που κηρύττει τη μη δράση, τη σημασία της απλότητας, της φυσικής ισορροπίας και της ευλυγισίας.



Τάο σημαίνει δρόμος. Αλλά το αξιοσημείωτο (και πολύ μπερδευτικό) στον ταοϊσμό, είναι πως παρά το όνομά του, δεν προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο δρόμο και δεν προτρέπει σε μία σαφώς ορισμένη στάση ζωής. Η προσπάθεια για την τελειότητα είναι σαν ένας διαγωνισμός χορού. Ο καθένας μπορεί να χορέψει διαφορετικά, αλλά να καταφέρει να συντονιστεί με το είναι του και το συμπαντικό τριγύρω του και να επιτύχει εξίσου ωφέλιμο αποτέλεσμα. Ντάνσινγκ γουιθ δε στάρς, στο πιο φιλοσοφικό του.



Μοιάζει λιγότερο δογματικός από άλλες θρησκείες και αυτό από μόνο του, καθιστά τον ταοϊσμό πιο συμπαθητικό στα δικά μου μάτια. Αν παρ'ελπίδα θελήσεις να εντρυφήσεις στις παραδόσεις και τις στοχαστικές πραγματείες του, οφείλεις να ξεκινήσεις από το έργο του Λάο Τσε. Και γκουντ λακ, διότι εγώ κάθε φορά χάνομαι και δεν βρίσκω άκρη. Μερικές σκόρπιες σκέψεις, κάμποσα τσιτάτα και μία αφηρημένη φιλ-γκουντ διάθεση. Αν είσαι του εναλλακτικού, τρως μόνο χορτοφαγικά, κάμεις ασκήσεις διαλογισμού και δεν είσαι η Μαντάνα, μόλις βρήκες τη θρησκεία σου.



Τέλοσπάντων, δεν ήρθαμε εδώ για μάθημα θρησκευτικών -είπαμε τόχεις κάμει διεξοδικώς στο σχολείο (γελάς πάλι και δεν σε αντιλαμβάνομαι). Εξού και δεν θα σου πω για το γιν και το γιανγκ και την αρμονική σχέση ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, το καλό και το κακό, το αρσενικό και το θηλυκό. Τα ξεύρεις και τάχεις διαβάσει.


Ο ναός είναι υπέρκομψος, με όμορφα ζωντανά χρωματάκια: πορτοκαλί και κόκκινα δοκάρια, κίτρινα τέμπλα και ένα ωραιότατο γαλάζιο στην οροφή που συμβολίζει τους γαλήνιους Παραδείσους που σε περιμένουν εάν αγιάσεις.


Σόρι, τί ώρα πήγε; Μα τον Λάο Τσε, θα χάσουμε την κηδεία! Σταμάτα να χαζεύεις και πάμε γρήγορα προς το κοιμητήριο.


Θα πω στην αδελφή της κυρίας Τανγκ ότι εσύ με καθυστέρησες με την περιέργεια και την πολυλογία σου. Καημένε μου, θα πέσουν απάνου σου όλες οι κατάρες της οικογένειας Τανγκ και μετά δεν σε σώζουν ούτε δεκαεφτά επίπεδα ταοϊκής αυτοβελτίωσης.



Έλα, σώπα και προλάβαμε. Πάλι απορίες, θα σου λύνω; Ναι, η επιμνημόσυνη δέηση γίνεται από ιερείς ντυμένους στα λευκά. Ναι, οι συγγενείς και φίλοι δεν ντύνονται στα μαύρα. Και ναι, η τελετή δεν είναι κλάμα και δυστυχία, αλλά ελπίδα και περισυλλογή.


Αφού πει ο ιερέας τα δικά του, ύστερα παίρνουμε τη σκόνη του αποθανώντος και την τοποθετούμε σε ερμάριο πούχει μπροστά τη φωτογραφία και το όνομά του.


Δεκάδες, εκατοντάδες τέτοια ερμάρια βρίσκονται τριγύρω σου. Και ναι, ορθά το σκέφτεσαι: σε χώρες με τόσο μεγάλο πληθυσμό όπως η Κίνα και εν προκειμένω το Χονγκ Κονγκ, αυτός ο τρόπος διαχείρισης του θανάτου είναι και βέρι βέρι πράκτικαλ. Διότι χελόου, γλιτώνεις χώρο.


Σκέψου σε όρους ρίαλ εστέιτ, όλοι ετούτοι οι μακαρίτες νάχαν ταφεί σύμφωνα με το χριστιανικό έθιμο. Δεν θα μας έφτανε ολάκερη η χώρα για να τους θάψουμε. Επομένως, κάμουμε κάτι που στην Ελλάδα συνεχίζει να μην υπάρχει καν ως επιλογή: τους καίμε!


Εδώ ήταν η τελευταία στάση της κυρίας Τανγκ πριν γίνει άνεμος. Διότι ας μην γελιόμαστε, οι άνθρωποι που φεύγουν, άνεμος γίνονται. Που φυσάει στη μνήμη των όσων τους θυμούνται. Στην αρχή, πολλά μποφόρ. Κι ύστερα με τα χρόνια, ο άνεμος κοπάζει. Και σιγά-σιγά σβήνει. Κι όταν πεθάνουν και οι τελευταίοι από αυτούς που θυμούνταν εκείνον που έφυγε, τότε ο άνεμος τελειώνει. Και επέρχεται το οριστικό τέλος. Και μετά σιωπή.


Έλα να κάμουμε μία προσφορά στη μνήμη της κυρίας Τανγκ. Ήταν καλός άνθρωπος η καημένη. Να, θα αφήκουμε εδώ πεντέξι πορτοκάλια. Να ζήσουμε να τη θυμόμαστε.


Επιστροφή στο κέντρο του Fanling. Για να σου δώκω ένα στίγμα, να καταλάβεις τελοσπάντων και που βρίσκεσαι, αρκεί να σου πω ότι είμαστε στη βόρεια άκρη των "Νέων Περιοχών" του Χονγκ Κονγκ, μερικά χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη μέινλαντ Τσάινα. Εδώ μέχρι πρότινος ήταν ζούγκλα. Τύπου φίδια και άγρια θηρία και Γκαούρ Ταρζάν. Τώρα, όπως βλέπεις, το μέρος μετατράπηκε σε ζούγκλα πολυκατοικιών. Από αυτές τις τεράστιες που μοιάζουν με αποικίες τερμιτών.



Κάθε τέτοια γειτονιά του Χονγκ Κονγκ, διαθέτει το δικό της εμπορικό κέντρο. Με τα σούπερμάρκετς της και τα μαγαζιά της και τα εστιατόριά της.



Είπα εστιατόρια και σου ήρθε μία λιγούρα; Αυτό είναι ένα κινέζικο φαστ φουντ. Τα καλά νέα είναι ότι διαθέτει μία τεράστια πληθώρα επιλογών. Τα κακά νέα είναι ότι τα περισσότερα από τα πιάτα του, αν σου πω τι είναι, δεν θα τα βάλεις στο στόμα σου με την καμία. Και τα ακόμα πιο κακά νέα είναι ότι κανείς δεν μιλάει αγγλικά για να σου εξηγήσει τα φαγητά και το τι περιέχουν.


Λοιπόν, δες το μενού και πες μου τι θέλεις να σου παραγγείλω. 


Το ξεύρω ότι σιχτηρίζεις μέσα σου που σε τραβολογάω δεξιά κι αριστερά, αλλά θέλω να αγοράσω μερικές πατάτες και κάνα φρούτο. Δεν σε πειράζει να κατεβούμε στη λαϊκή!



Οι λαϊκές αγορές είναι πάντα στεγασμένες, διότι ο καιρός είναι συνήθως στα όρια του άστα-να-πάνε. Τροπικές μπόρες, απίθανη ζέστη, υγρασία που λιώνουν τα πεζοδρόμια και δείκτης δυσφορίας στο παραπάνω του ανυπόφορου.



Αυτές οι κλιματολογικές συνθήκες όμως, κάμουν τα φρούτα και τα λαχανικά να τουμπανιάζουν στο περβόλι. Έχει λοιπόν και τα καλά του, το φαινόμενο του θερμοκηπίου που υφίστασαι ολημερίς εδώ.



Ωχ, η κυρία Τσινγκ και η κυρία Μπονγκ! Πέρνα γρήγορα ξοπίσω τους να μην μας δουν, γιατί θα μας αρχίσουνε την πάρλα και καθόλου δεν τις αντέχω.


Λοιπόν, σου υποσχέθηκα επίσκεψη στα χωριά και δεν το έχω καθόλου ξεχάσει. Αντέχεις λίγο περπάτημα ακόμα; Θα διασχίσουμε λίγη ζούγκλα, πάρε ένα ξύλο κι αν βγει από καμία γωνία το ανακόντα, χτύπα το στο κεφάλι ενόσω εγώ θα τρέχω μακριά.


Χωριό νάμπερ ουάν. Δεν ξεύρω τι ακριβώς περίμενες, αλλά αυτή είναι η παμπάλαια είσοδός του. Βλέπεις, τα χωριά εδώ περιβάλλονταν από αψηλό τείχος και είχαν μοναχά μία πύλη. Για λόγους ασφαλείας, όπως καταλαβαίνεις. Τώρα πια, ακριβώς όξω από τα τείχη, παρκάρουμε τα αμάξια.


Διότι το να μπει τροχοφόρο εντός του χωριού, δεν παίζει. Οι δρόμοι είναι στενοί και η ρυμοτομία, ανύπαρκτη. Παίρνεις ένα δρόμο και το πιο πιθανό είναι ότι θα καταλήξεις σε κάποιο τοίχο ή στο πουθενά.


Αν έπρεπε να σου περιγράψω την αίσθηση, θα έλεγα πως ο ένας είναι απάνου στον άλλον, παίζει πολύ πλακάκι και τσιμέντο, ενώ η αυθαιρεσία σε χαστουκίζει από παντού. Δυστυχώς ξεύρω μέρη και στην Ελλάδα που μπορείς να τα περιγράψεις με τους ίδιους χαρακτηρισμούς, αλλά δεν είναι της παρούσης.


Εντάξει, το μέρος είναι χάλια. Σαν τρώγλη σου κάμει. Αλλά λυπάμαι που θα στο πω: έτσι είναι τα χωριά στην Κίνα. Βασικά για να είμαι πιο ακριβής: έτσι και τρισχειρότερα! Τουλάχιστον εδώ οι δρόμοι ανάμεσα στα σπίτια δεν είναι χωμάτινοι!


Στο μέινλαντ Τσάινα, όλα τα σπίτια μοιάζουν με παράγκες. Ή με κλουβιά. Όχι να μείνεις, ούτε απέξω να περάσεις δεν θέλεις. Άσε που υπάρχει κι αυτό το θεματάκι με τους βόθρους. Το ότι δεν υπάρχουν, εννοώ. Και κάθε που κάμει η Τσι Σα Κι την ανάγκη της, γιομίζει ο δρόμος, το ρέμα και το ποτάμι.


Ειλικρινά δεν ξεύρω πώς σου φαίνεται η εμπειρία ετούτης της βόλτας. Τουρίστας δεν έρχεται ως εδώ ζαμέ! Διότι οι περισσότεροι θα σου πουν ότι δεν έχει απολύτως τίποτα να ιδείς. Ίσως έχουν δίκιο.


Εγώ πάλι νομίζω ότι δεν έχουν. Διότι εδώ βλέπεις κάτι πολύ σημαντικό. Τις συνθήκες ζωής, τον αγώνα για επιβίωση, την αισθητική της φτώχειας και της ανέχειας. Κι είναι αυτή η παρατήρηση, αρκετά διδακτική. Γιατί σε κάμει να σκεφτείς πράματα. Για τη δική σου τη ζωή. Για τα όσα έχεις.


Έτερο χωριό. Επίσης με παμπάλαια πύλη. Πρόσεχε γιατί τα σκαλάκια γλυστρούν από την υγρασία της ζούγκλας.


Αυτό είναι το όνομα του χωριού. Έχει σημασία; Εδώ δεν θυμάσαι τον ταοϊκό ναό που αποχαιρετίσαμε την κυρία Τανγκ, θα θυμάσαι το χωριό στη μέση του πουθενά; Τέλοσπάντων, λέγεται Σέουνγκ Σουι.

Είναι λιγουλάκι πιο ευρύχωρο. Αλλά το ίδιο καταθλιπτικό. Σκέψου πως είναι οι συνθήκες εδώ το βράδυ. Ναι, αυτό.


Μακριά πέρα από το χωριό, φαίνονται οι ουρανοξύστες του Fanling. Εκεί που ήμασταν πριν, ντε. Το οικιστικό πλάνο του Χονγκ Κονγκ προβλέπει οριστική εγκατάλειψη αυτών των χωριών και μετεγκατάσταση των κατοίκων σε διαμερίσματα. Θα πεις, ίσως και νάναι για καλό. Δεν μπορώ να σου απαντήσω με βεβαιότητα. Έχω μιξντ φίλινγκς.


Εκείνο που ξεύρω είναι ότι η εδώ πραγματικότητα είναι εντελώς ξένη με τα δικά σου στάνταρντς και τα δικά σου εξπεκτέισονς. Είναι μία ζωή διαφορετική. Ζεις σε μία ζούγκλα. Σε ένα τοιχισμένο οικισμό. Και η προοπτική σου είναι η μετεγκατάσταση σε ένα διαμερισματάκι στον τριακοστό δεύτερο όροφο. Μοιάζει αστείο. Αλλά δεν είναι. Παρ'όλ'αυτά, οι άνθρωποι είναι ήρεμοι. Αποφασιστικοί. Ακολουθούν με συνέπεια τους ρυθμούς τους. Κάμουν τη γυμναστική τους, πηγαίνουν στις δουλειές τους κι ύστερα για ψώνια. Χωρίς πολύ άγχος. Και χωρίς πολλές γκρίνιες. Ίσως να ευθύνεται γι'αυτό ο Λάο Τσε. Ή το γιν και το γιάνγκ. Ή ίσως η συνειδητοποίηση ότι όλοι είμαστε άνεμος. Που όσο κι αν φυσήξει, κάποτε θα σβήσει. Και θα χαθεί μέσα στο τίποτα.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Της Αναλήψεως



Εσύ ήσουν που καυχιόσουν ότι δεν χαμπαριάζεις από ανηφόρες και ότι έχεις φάει με το κουταλάκι, λόφους και βουνά; Όχι το λέω διότι σε βλέπω που σούχει κοπεί η ανάσα από την ανάβαση και πολύ διασκεδάζω μαζί σου! Άντε, ας σταματήσουμε δυο λεπτά εδώ να ξαποστάσουμε, έχουμε κάμποσα σκαλοπάτια μέχρι τον προορισμό μας. Και δεν θέλω να σε ξεκάμω μη-χειρότερα!



Μέρος Πρώτο: η Ανάληψη

Βρισκόμαστε στο Όρος των Ελαιών. Στην Ιερουσαλήμ. Δεν ξεύρω πως φανταζόσουν το μέρος, αλλά μία ανασφάλεια τη νιώθεις. Ανηφορίζουμε ένα μονοπάτι που διασχίζει παλαιστινιακούς οικισμούς. Θα ιδείς ξυπολησιά, απλωμένες μπουγάδες, λασπόνερα και αρκετούς ένοπλους στρατιώτες. Μην καρφώνεις το βλέμμα σου και όλα θα πάνε καλά. Νομίζω.



Πόσο είπαμε ότι είχες στα Θρησκευτικά; Εγώ περιέργως είκοσι. Εξού και θα σου τα πω με κάθε λεπτομέρεια! Όπως καλά γνωρίζεις, ο Ιησούς σταυρώθηκε και κατά τας Γραφάς, αναστήθηκε την τρίτη μέρα. Εντούτοις, συνέχισε να εμφανίζεται στους μαθητές για αρκετές ακόμα ημέρες, να τους νουθετεί και να τους παροτρύνει να διαδώσουν το μήνυμα της Αναστάσεως. Ώσπου εντέλει, σαράντα ημέρες μετά, αναλήφθηκε στους ουρανούς! Πάντα, κατά τας Γραφάς. Όχι να τα ξεκαθαρίζουμε, μην μου ζητάς μετά τα ρέστα!



Φθάσαμε! Κάτσε να βγάλω εισιτήριο. Ο χώρος ανήκει στους άραβες, οι οποίοι χρεώνουν το κατιτίς για να σου επιτρέψουν την είσοδο. Κι έτσι, είμαστε όλοι φχαριστημένοι! Εκείνοι που εισπράττουν το ζεστό παραδάκι, ο χριστιανός προσκυνητής που έρχεται να προσευχηθεί, εσύ κι εγώ που κάμαμε τόση προσπάθεια να ανέβουμε ως εδώ απάνου.



Βουαλά! Μην μου ξινίζεις τα μούτρα σου! Ναι, μπορεί όντως να μην είναι ζούπερ ιμπρέσιβ, αλλά έχει υποστεί το μέρος πολλές καταστροφές, μην περιμένεις πολυτέλειες -και φχαριστημένος νάσαι που έχει απομείνει αυτό το μικρό εξάγωνο κτήριο. Κάτσε να μπούμε για να καταλάβεις κι ύστερα θα συζητήσουμε τα περαιτέρω.



Το εσωτερικό του κτηρίου είναι μικρό και σκοτεινό. Και άδειο. Εντελώς άδειο. Το μόνο που υπάρχει είναι αυτή η πέτρα στο δάπεδο. Που υποτίθεται πως είναι το σημείο από όπου αναλήφθηκε ο Ιησούς στους ουρανούς. Το τελευταίο σημείο της Γης που άγγιξε το σώμα του, για να στο κάμω πιο γλαφυρό. Μάλιστα, στην πέτρα αυτή διακρίνεται -εγώ όρκο δεν παίρνω- το αποτύπωμα του δεξιού του πέλματος. Στο δίσκο για τις προσφορές των πιστών, κάποιος έχει αφήσει ένα δολάριο.

Θα μπορούσα να πω πολλά, πάρα πολλά. Αλλά μετράω τα λόγια μου σε ετούτη την ανάρτηση.



Κοιτάζω αψηλά προς το σημείο όπου υποτίθεται πως αναλήφθηκε: η πέτρινη οροφή φαίνεται θεόπαλια. Είναι θεόπαλια! Ο πρώτος ναός που είχε κτιστεί στο σημείο αυτό από την Αγία Ελένη (η οποία με το γνωστό αλάνθαστό της, υπέδειξε πως ναι, αυτή ήταν η ακριβής πέτρα της ανάληψης), ήταν ασκεπής. Αλλά καταστράφηκε από τους Πέρσες, όταν κατέλαβαν την περιοχή. Το παρόν κτίσμα, ήταν κομμάτι ενός μεγαλύτερου συμπλέγματος που έσιαξαν οι Σταυροφόροι το 1100 περίπου και το οποίο επίσης δεν υπάρχει, διότι καταστράφηκε από τους Άραβες. Γενικά, ησυχία δεν είχε το μέρος.



Στέκομαι για λίγο ακόμα στην αυλή. Και σκέφτομαι τις μεταφυσικές παραδοχές της θρησκείας. Εντάξει, προφανώς εμένα δεν μου φαίνονται καθόλου πειστικές -τόχεις καταλάβει. Αλλά ξεύρω καλά, πως επηρεάζουν τόσο και τόσο κόσμο. Τους περισσότερους. Και θλιμμένος, διαπιστώνω. Πως εικοσιτόσους αιώνες μετά, κι έχει σημειωθεί εξαιρετικά λίγη πρόοδος. Στη σκέψη και την πνευματικότητά μας. Στην αντίληψή μας. Στη δυνατότητά μας να ξεχωρίσουμε το πραγματικό από το φαντασιακό, το ορθολογικό από το μεταφυσικό.



Μέρος Δεύτερο: η Κατεδάφιση

Απέναντι από την είσοδο του Ναού της Αναλήψεως, υπάρχει ένας μαντρότοιχος με συρματοπλέγματα. Και ένα φυλάκιο με μία ελληνική σημαία. Με το που περνάς το φυλάκιο (διαβεβαιώνοντας το φύλακα πως είσαι φίλος κι όχι οχτρός), βρίσκεσαι σε ένα μάλλον άσχημο μέρος. Ένα επικλινές άγονο οικόπεδο, γιομάτο πέτρες.


Το λάντσκέιπ το λες και κακοτράχαλο. Αλλά δεν σε έφερα εδώ για να φυτέψουμε ρίγανη, έχω τους λόγους μου!


Μία ορθόδοξη καλόγρια έρχεται προς το μέρος μας. Είναι πάνω από εξηνταπέντε χρονών, χαμογελαστή (πράγμα όχι πολύ συνηθισμένο, αν κρίνω από τις πολλές μουντρούχες καλόγριες που έχω συναντήσει) και βεβαίως Ελληνίδα! Μας καλωσορίζει και μετά τις απαραίτητες συστάσεις, μας οδηγεί στο ναό.


Αυτό λοιπόν το οικόπεδο, είχε αγοραστεί εδώ και χρόνια από τον πάτερ Ιωακείμ. Ο οποίος τόχε βάλει σκοπό να σιάξει εδώ -ακριβώς αντάμα με το Ναό της Αναλήψεως- μία εκκλησία ορθόδοξη. Μάζεψε τα χρήματα και έπεσαν τα μπετά. Εντούτοις, υπάρχει στο στόρι μία μικρή, απειροελάχιστη λεπτομέρεια: δεν είχε πάρει άδεια από το κράτος για την ανέγερση του κτηρίου. Αν αυτό συνέβαινε βεβαίως στην Ελλάδα, δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα, διότι αφενός η αυθαιρεσία είναι η δευτέρα φύσις μας και αφετέρου, αν πρόκειται για εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος ζήτημα, δεν θα ακουγόταν κιχ. Εντούτοις εδώ είναι Ισραήλ -και μη σου πω Παλαιστίνη- επομένως, ήρθαν αμέσως. Τι εννοείς, ποιοι ήρθαν; Οι μπουλντόζες ντε!


Εδώ ο πατήρ Ιωακείμ σε μία φωτογραφία του πάνου στα ερείπια του αυθαίρετου ναού. Κρατώντας την ελληνική σημαία! Βεβαίως το στόρι έχει και συνέχεια που θα συναρπάσει τον κάθε θρησκευάμενο αναγνώστη. Σύμφωνα με την αφήγηση, καθώς γκρέμιζε η μπουλντόζα το κτίσμα, έπεσε η εικόνα του Ιησού από την οροφή (είναι η εικόνα που βλέπεις μπροστά στη φωτό), κύλησε -καθότι στρογγυλή- και πήγε και στάθηκε μπροστά στη μπουλντόζα. Ο οδηγός τότες τρόμαξε, τα μάζεψε και έφυγε! Θαύμα, θαύμα, μπορείς να αναφωνήσεις κι εσύ με περισσή χαρά!



Την οποία εικόνα, την έχουμε βάλει σε περίοπτη θέση, σε ετούτο το μικρό εκκλησάκι που προοριζόταν για κάτω πάτωμα του κτηρίου και το οποίο διαμορφώθηκε εντέλει ως βασικός (και μόνος) ναός.



Όχι, αγαπητέ μου: δεν θα σου καταλήξω σε βαθυστόχαστα πορίσματα, ετούτη την ανάρτηση. Θα μου επιτρέψεις να συνεχίσω να μετρώ τα λόγια μου και να αφήσω σε εσένα τα συμπεράσματα. Σου έδειξα το σημείο που η Αγία Ελένη υπέδειξε ως σημείο της ανάληψης, σου φωτογράφισα την πέτρα με το πέλμα του Ιησού, σου έξιστόρησα το θαύμα με την εικόνα και τη μπουλντόζα, κάτσε και περισυλλογίσου.


Πέρα από το μαντρότοιχο με τα συρματοπλέγματα, αγναντεύεις την Ιερουσαλήμ. Και ξεδιπλώνεται μπροστά σου μία πόλη φορτωμένη με έννοιες και με σημασίες. Μία θρησκευτική υπερπαραγωγή. Αν είσαι φανατικός θρήσκος, ξελιγώνεσαι. Αν είσαι όμως λιγουλάκι πιο μετριοπαθής, αν προτάσεις τη λογική και προσεγγίζεις τα πράγματα χωρίς σκοταδισμούς και μεταφυσικές αφηγήσεις, αν δεν μπορείς να δεχθείς απογειώσεις προς τη στρατόσφαιρα πέραν του ακρωτηρίου Κανάβεραλ, αν θεωρείς πως η αγάπη και η αρετή δεν χρειάζονται συρματοπλέγματα και σταυροφόρους, τότες κοιτάς αυτό το μέρος με μία θλίψη. Ουχί για την αυθαιρεσία του όποιου κτηρίου. Αλλά για την αυθαιρεσία των ανθρώπων.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts