Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Το μαύρο κάστρο


Μια φορά κι έναν καιρό σε μία χώρα μακρινή, ζούσε ένας βασιλιάς. Ευγενικός και ευπροσήγορος, καλόκαρδος κι ευαίσθητος!


Δεν υπήρχε μέρα που να μην την ξεκινήσει, χαμογελώντας και καλημερίζοντας τους υπηκόους του. Δεν υπήρχε πρόβλημα, που να μην προσπαθήσει να βρει τη λύση του. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να δοκιμάζεται από έγνοιες και βάσανα, που να μην σπεύσει να τον βοηθήσει!


Από το ξημέρωμα μέχρι το δείλι, ο βασιλιάς περιπλανιόταν στην επικράτειά του και βοηθούσε τους πάσχοντες, προσέφερε στους στερημένους, περιέθαλπτε τους αρρώστους, τις χήρες, τα ορφανά. Κι επέβλεπε τα κτήματα, τ'αλώνια, τα χωράφια. Που ευωδίαζαν καρπούς, που εγενούσαν πλούτο.



Κι όταν τελείωνε τη μέρα του, ανέβαινε στο υπνοδωμάτιό του απάνου στον πύργο του και κοιτάζοντας από το παραθύρι του τ'αστέρια, ευχαριστούσε την μοίρα του που τον έκαμε βασιλιά για να μπορεί ν'αγαθουργεί και να προσφέρει. Κι ύστερα έπεφτε στο κρεβάτι του κατάκοπος, αλλά χορτασμένος. Που σκόρπισε χαμόγελα και ευεργέτησε τους ανθρώπους.


Και δεξιώσεις έκαμε και μεγάλες τελετές. Φώναζε ακροβάτες και σαλτιμπάγκους και σπουδαίους θεατρίνους κι έβαζε τους υπηρέτες του να στρώσουν τραπέζια γιομάτα μ'όλης της γης τα καλά για νάρθουν οι υπήκοοι και να φάνε. Και μοσχοβολούσαν τα φαγητά και μεθούσαν τα ρουθούνια τους. Και γλεντούσαν και χορεύανε. Κι εκείνος γέλαγε και χαιρότανε με τη χαρά τους.



Κι όλα κυλούσαν όμορφα στο βασίλειο.



Ώσπου μια μέρα -καταραμένη μέρα- εκεί που εκατέβαινε ο βασιλιάς τα σκαλοπάτια του πύργου του, κοντοστάθηκε κι άκουσε άθελά του, ένα διάλογο μεταξύ δύο ιπποκόμων.



Πούλεγε ο ένας στον άλλον για το βασιλιά και τη μεγάλη του μύτη. Πούναι σαν μελιτζάνα γεμιστή. Σαν μπαλόνι φουσκωμένο, σαν καράβι φορτωμένο. Σαν σαλάμι, σαν τρομπόνι, προσοχή γιατί λερώνει! Σαν καρβέλι, σαν βαρέλι, σαν χοντρό-χοντρό μπιζέλι.



Και όσο έλεγαν, τόσο γέλαγαν. Και όσο γέλαγαν, τόσο έλεγαν.



Σάστισε ο βασιλιάς, τα'χασε! Δεν ήξευρε τί να υποθέσει! Ψηλάφισε με τα δάχτυλά του τη μύτη του. Μα ήταν στ'αλήθεια μεγάλη; Ουδέποτε τούχε περάσει απ'το μυαλό πως δεν είναι η μύτη του, μία μύτη κανονική. Μία μύτη σαν τις άλλες. Που μυρίζουνε και φταρνίζονται και εισπνέουνε και οσμίζονται.



Σκέφτηκε πως ήτανε μάλλον τυχαίο το περιστατικό κι απεφάσισε να μην δώκει συνέχεια. Βγήκε λοιπόν εκείνη τη μέρα στο βασίλειό του, όπως το συνήθιζε καθημερινώς. Για να εκτελέσει τις ευεργεσίες του.



Όμως πρόσεξε για πρώτη του φορά πως όλοι τον εκοιτάγανε ουχί στα μάτια, μα στη μύτη. Και του φάνηκε πως καναδυό κρυφογελάγανε μαζί του. Σαν ν'άκουσε κάποιους να τον κοροϊδεύουνε κιόλας. Κι όταν ένας χωρικός, του επρόσφερε ως πεσκέσι ένα μοσχάρι, εκείνος σκέφτηκε πως επρόκειτο μάλλον για κακόγουστο χωρατό -ξαναψηλάφησε τη μύτη του και ντράπηκε πολύ. Γιατί είχαν δίκιο, τι να λέμε; Αυτό δεν ήταν μύτη, αλλά μουσούδι σε μοσχαροκεφαλή.



Ο βασιλιάς γύρισε άρον άρον στο κάστρο του και ζήτησε να σκεπάσουν όλους τους καθρέπτες. Και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Κανέναν δεν ήθελε να δει, κανέναν ν'ανταμώσει. Ντρεπότανε, φοβότανε, τον ενδιέφερε μονάχα να κρυφτεί.



Κι ήτανε τέτοια η στεναχώρια του που άρχισε η μύτη του πράγματι να πρήζεται και να μεγαλώνει. Και όσο την ψηλαφούσε, τόσο τον κυρίευε η απελπισία και η θλίψη. Μέχρι που άρχισε και να τον πονάει! Να κοιμηθεί δεν μπορούσε από την αγωνία, να βγει στον ήλιο δεν ήθελε από τη στεναχώρια, να μιλήσει σε άνθρωπο δεν τόλμαγε από την εντροπή του.



Κι ύστερα μια μέρα -μια μαύρη μέρα- απεφάσισε να φύγει. Όλοι οι δρόμοι όμως, του φάνηκαν αδιέξοδοι. Και όλοι οι άνθρωποι, οχτροί του. Μονάχα ένας δρόμος του απέμεινε. Κι αυτόν απεφάσισε να πάρει.



Περπάτησε στη μεγάλη, μακριά αποβάθρα προς τη θάλασσα, ισορρόπησε στην άκρη της και κοίταξε για μία τελευταία φορά το κάστρο του. Που του φάνηκε μαύρο και σκοτεινό. Σαν να μην χτίστηκε ποτές για βασιλιάδες ευγενικούς και ευπροσήγορους, καλόκαρδους κι ευαίσθητους!


Κι έτσι εκείνος έφυγε. Και το κάστρο ερήμωσε. Και το βασίλειο μαράζωσε. Και οι άνθρωποι δυστύχησαν. Κι άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, σαν συνειδητοποίησαν πως το φταίξιμο ήταν δικό τους. Και τα χωράφια ρημάξανε και τα τσουκάλια αδειάσανε και τα λουλούδια μαράθηκαν. Και μία αφόρητη μυρουδιά απλώθηκε στη χώρα.


Και τότε -μόνο τότε- δυστυχώς κατάλαβαν ότι οι μύτες τους ήσαν πια βάσανο και βαρίδι και τιμωρία. Γιατί το μόνο που τους έμεινε να εισπνεύσουν, ήταν η ολοδική τους δυσοσμία.


Σημείωση: Το Blackness Castle βρίσκεται στη Σκωτία. Λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Εδιμβούργο. Το επισκέφθηκα ένα βροχερό πρωινό, με παρέα μου τα κοράκια και την ησυχία της βαλτώδους θάλασσας που το περιβάλλει. Βασιλιάς με μεγάλη μύτη απ'όσο ξεύρω, δεν το κατοίκησε ποτές. Μήτε υπάρχει τέτοια ιστορία. Αλλά μην νομίζεις ότι την σκαρφίστηκα έτσι απλά. Την αφιερώνω σε όλους εκείνους τους βασιλιάδες που ατύχησαν να γεννηθούν σε χώρες βουτηγμένες στη δυσοσμία.

18 σχόλια :

  1. κι όμως πτηνουλι ,υπάρχει ένα παρόμοιο παραμύθι , ο '' βασιλιάς Μοναχούλης'' του Ραφαέλ Εστράδα ,αλλά το βασίλειό του ήταν φτωχό ,έφυγαν όλοι οι υπήκοοι κ ιέμεινε μόνος ο βασιλιάς!Για να του περνά η ώρα έκανε τα πάντα μόνος του ,ακόμα και πολέμους ,ωσπου κόντεψε και να σκοτωθεί από το κονταρι που πέταξε στον εαυτό του! Είναι πολύ συγκινητικό και διδακτικό για τα παιδιά,εμεις το διαβάζουμε συχνά...επίσης υπάρχει '' η μύτη'' του Νικολάι Γκόγκολ ,όπου ένα πρωί ένας υπουργός ξυπνά χωρίς τη μύτη του, την οποία βρίσκει μέσα στο ψωμί του ένας απλός άνθρωπος και αρχίζει το κυνήγι της μύτης....
    Αυτά με τα παραμύθια , γιατ'ι κάποια λύση βρίσκεται στο τέλος ....στην πραγματικότητα όμως η λύση μοιάζει παραμυθένια...
    τέλειο το κάστρο ! Επιτέλους και λίγη Σκωτία!
    Καλημέραααααααααααααααα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τον βασιλιά Μοναχούλη δεν τον εξεύρω (θα φροντίσω όμως να τον μάθω). Στο δικό μου το παραμύθι, δεν έφυγαν οι υπήκοοι. Αλλά φρόντισαν να διώξουν τον βασιλιά. Αφού πρώτα τον καταδίκασαν σε απομόνωση στο μαύρο κάστρο του. Και επειδής τα παραμύθια είναι συνήθως διδακτικά, ας πορευτεί ο καθένας μας με τη μύτη του, υπερήφανος για το σχήμα και τις ιδιότητές της. :)

      Την καλημέρα μου, Νάσια.

      Διαγραφή
  2. Καλημέρα πτηνό μου. Τι ωραία που προσέγγισες το θέμα των ημερών.... Ωραίες φωτό όπως παντα. Τα φιλιά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα, Μίκα. Από τη μία η δύσοσμη πραγματικότητα που ζούμε, από την άλλη αυτό το μαύρο, σκοτεινό και επιβλητικό κάστρο, απεφάσισα να πλάσω ένα παραμύθι. Για όλους εκείνους που μπορούν να το καταλάβουν.

      Τα φιλιά μου!

      Διαγραφή
  3. Με γέμισες συναισθήματα κι εικόνες. Τι μαγικό τοπίο, τι λυπητερή ιστορία που είναι η ιστορία κάποιων ανθρώπων!!!Πόσο υπέροχα τα "έδεσες". Καλημέρα Πιγκουίνε...σοφό πουλί...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μπράβο, πτηνό για άλλη μια φορά. Ίσως ήταν η καλύτερη προσέγγιση και η πιο προσεκτική. Μια αλληγορία να καταλάβουμε αν έχουμε γίνει ιπποκόμοι κι αν ήμαστε βασιλιάς να μη φύγουμε απ΄αυτή τη δυσοσμία να δώσουμε άλλο τέλος σε τέτοια παραμύθια που εκτυλίσσονται κάθε μέρα. Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Είσαι απλά φοβερός!
    Καλή σου μέρα πιγκουινάκι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλαμιά στον Κάμπο17 Μαρ 2015, 10:26:00 π.μ.

    Αν καταλαβαίνω καλά, βασιλιάδες σαν κι αυτόν είναι-είμαστε όλοι εκείνοι-εμείς, που νοιαζόμασταν, φροντίζαμε, βοηθούσαμε, πληρώναμε, υποκούαμε στους νόμους και στην ηθική, που ζούσαμε μετρημένα κι ως εκεί που μπορούσαμε και ξαφνικά βρεθήκαμε βυθισμένοι στη λάσπη και στη δυσοσμία, αποκομμένοι και περισσότερο από ποτέ μόνοι .
    ΄Οσοι μπορούν φεύγουν για αλλού, οι άλλοι θα έχουν-έχουμε το τέλος του βασιλιά σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Πτηνούλι μου δεν ήταν παραμύθι.
    Στο ορκίζομαι,την ξέρω την ιστορία.
    Ίσως δεν ήταν βασιλιάς.
    Ίσως δεν είχε μεγάλη μύτη.
    Αλλά η κατάληξη, πανομοιότυπη.
    Και πονάει....

    Και η επόμενη αληθινή ιστορία έτσι πάλι ξεκινά.
    Και το τέλος πάλι πονά!

    Ποιος θα σπάσει τον φαύλο κύκλο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Πτηνό μου έγραψες και μας έδειξες πάλι μοναδικά πράγματα και τόσο μα τόσο αληθινά!
    Οι φωτογραφίες σου καταπληκτικές και ξέρεις ότι έχω θέμα με τα παλιά κάστρα και τις μοναξιές στα ερείπια!
    Θα φτιάξω τώρα και τις δικές μου ιστορίες μέσα στο μυαλό μου!
    Τα φιλιά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Είσαι φοβερός, μέσα στα γεγονότα των ημερών,για όσους το κατάλαβαν.


    Stavros από Καλαμάτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Κι αν κάποιοι από μας δεν κατάλαβαν το βαθύτερο νόημα, παίζει να μας το εξηγήσετε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Kαι για όσους κατάλαβαν το βαθύτερο και πλατύτερο νόημα... να'σαι καλά ρε "πτηνό" για την εύοσμη ανάσα που μας έδωσες. Με τέτοιες μικρές ανάσες επιβιώνουμε εδώ χάμω... τι νομίζεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Καλαμιά στον Κάμπο17 Μαρ 2015, 4:12:00 μ.μ.

    Ξαναγύρισα, γιατί θυμήθηκα ότι είχα απορροφηθεί τόσο πολύ από την αφήγηση που δεν είχα κοιτάξει σχεδόν καθόλου τις εικόνες.
    Ερημιά, ησυχία, υγρασία, μελαγχολία. Είναι από εκείνα τα μέρη που μας αρέσουν, έτσι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Αχ βρε πτηνό υπέροχο, αχ βρε πτηνό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Πολύ όμορφη η ιστορία σου, πιγκουινάκι! Και οι φωτογραφίες που τη συνοδεύουν, επίσης!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Τι να πω!!
    Θα πω μόνο πως είσαι καταπληκτικός!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Πολύ όμορφες οι φωτογραφίες και εμπνευσμένο το κείμενο. Κι εγώ ξαναγύρισα για να δω τις φωτογραφίες καθώς τη πρώτη φορά απορροφήθηκα από την ιστορία σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.