Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Αν υπάρχει αυτό που λένε Παράδεισος



Μήτε που ξεύρουμε πότε ιδρύθηκε το χωριό. Αλλά οι σοφοί γερόντοι λέγανε πως ήτανε το πρώτο χριστιανικό χωριό σ'ολάκερο τον κόσμο. Και πως προέρχεται από την πρώτη εκείνη χριστιανική κοινότητα της Εφέσου, που βαφτίστηκε από τον Απόστολο Παύλο.



Βέβαια εσύ θα πεις πως ένα μέρος σαν κι ετούτο, πούναι κεντημένο μέσα σε κατάφυτα βουνά και που για να το ψάξεις και να τόβρεις πρέπει νάσαι λιγουλάκι κουζουλός, θα τόχει στα σίγουρα ξεχασμένο κι ο Θεός.



Αλλά όσοι το ζήσανε, το ξεύρουνε καλά και μπορούν να στο βεβαιώσουν: πως ο Θεός ουχί μόνον δεν τόχει ξεχασμένο, αλλά το προίκησε με όλες της γης τις χάρες. Και πως τ'αντίκρυσμά του μοιάζει με θάμα, από το πρώτο φως της ημέρας που λαμποκοπάει τα λιόδεντρα και τα στάχια ως το πρώτο σκοτάδι της νύχτας που μυρίζει δροσιά αναμεμιγμένη με το καυσόξυλο απ'τ'αναμμένα μαγκάλια.



Τώρα βέβαια θα ρωτήξεις, πού μας ήρθε και τ'ονομάσαμε Κιρκιντζέ. Ξεύρεις, στα τούρκικα, κιρκιντζέ σημαίνει "ασχημούλης" κι είναι μαθές το κόλπο που μηχανεύτηκαν θεόπαλια οι χριστιανοί προγόνοι για ν'αποτρέπουν τους Οθωμανούς να σκαρφαλώνουν μέχρις εδώ. Για νάχουν το κεφάλι τους ήσυχο καημένε, πως ο κρυμμένος τους παράδεισος δεν θα προκαλέσει μήτε την περιέργεια, μήτε το κακόβουλο ενδιαφέρον των αλλόθρησκων αφεντάδων.



Και μη θαρρείς πως ήτανε τότες χωριό φτωχό και μιζεριασμένο. Τουναντίον! Ούλη η γη που βλέπεις μπροστά σου ίσαμε κάτου την πεδιάδα της Εφέσου, τρεις ώρες δρόμος με τ'άλογο σε μήκος και μιάμιση τουλάχιστον σε πλάτος, την είχανε κτήμα τους οι κάτοικοι. Και τ'ορεινά, τις πλαγιές, τους λόγγους. Τους φυτεμένους με ελιές κι αμπέλια και συκοπερίβολα.



Με το που σφίγγανε οι ζέστες, άδειαζε το χωριό. Παίρναν οι άντρες τα γυναικόπαιδα και κατηφορίζαν στην πεδιάδα. Και μέναν για μήνες στους κουλάδες, τ'αγροτόσπιτα πούχαν μέσα στα κτήματα. Και χαίρονταν τις λιακάδες τους και χόρταιναν με τους καρπούς των κόπων τους. Μα με το που χύνονταν οι πρώτες δροσιές του φθινοπώρου, ξαναμαζεύονταν όλοι στα κονάκια τους. Αψηλά στον Κιρκιντζέ. Και μονάχα οι άντρες κατεβαίνανε για να δουλέψουνε τα κτήματα.



Το βλέπεις μικρό, αλλά σαν το περιπατήσεις, θα διαπιστώσεις πως δεν είναι. Τέσσερις συνοικίες είχε το χωριό.



Τον απάνω Μαχαλά με τις ανηφοριές του, πούχε στο κέντρο του την εκκλησιά του Άη Δημήτρη. Ερειπωμένη τώρα, μα έχουνε μπει οι σκαλωσιές και ακούγονται τα ντάπα ντούπα των μαστόρων.



Τον κάτω Μαχαλά, που ήταν κεντρικό σημείο συνάντησης. Βλέπεις εκεί, στην αυλή του Άη Γιάννη του Προδρόμου -πούταν και ο πολιούχος ντε, μα τώρα είναι τζαμί- έκαμε τις συναντήσεις της η δημογεροντία. Οι τέσσερις δηλαδής εκλεγμένοι αρχόντοι που ανελάμβαναν να επιλύουν τις διαφορές, να διοικούνε το χωριό, να καταγράφουν τις γεννήσεις και τα θανατικά και να συγκεντρώνουν τους φόρους για λογαριασμό των Τούρκων.



Οι άλλες δύο συνοικίες ήταν τ' Ασακί Τσαρκί πούχε κάμποσα καφενεία όπου τ'απόγεμα φουντώναν οι κουβέντες και το Γκοζλούκ Μαχαλεσί πούχε τα μαγαζιά και τους εμπόρους. Τους φουρναρέους, τους τσαγκάρηδες, τους μπαρμπέρηδες, τους ράφτες και τους πραματευτάδες.



Ωραία ήσαν όλα καμωμένα κι ακουμπισμένα. Αλλά αν τυχόν προσπαθήσεις να βρεθείς απ'το ένα άκρο του χωριού στ'άλλο, σκούρα θε να τα βρεις. Γιατί είν'οι δρόμοι άλλοτε μπόσικοι κι άλλοτε στενοί, μία ίσιοι και μια στριφογυριστοί, ανηφορίζουν, κατηφορίζουν κι όπου θέλουν αυτοί σε οδηγούνε.



Μα κι αν χαθείς, μήτε που θα σε νιάξει. Γιατί κάθε γωνιά και κάθε σπίτι, σε καρτεράει με το χαμόγελο.



Με τ'ανοιχτά του παραθύρια, διάπλατα σαν αγκαλιές.



Με τα σαχλισιά να σκύβουνε για να σε κανακέψουν.



Με τις καμινάδες να σε χαιρετούν, ξεπεταγμένες απάνου από τις κεραμοσκεπές.



Με τα δρομάκια ν'αρμενίζουνε μαζί σου γύρω απ' αυλές και μάντρες και κοτέτσια.



Αλήθεια είναι που λένε πως μοιάζει με χωριό πηλιορείτικο. Κι ας απέχει ένα πέλαο μακριά. Τα σπίτια είναι και δω συνήθως διώροφα. Και μεγάλα.



Τρία και τέσσερα και πέντε δωμάτια. Και υπόγεια για τις αποθήκες και τους στάβλους.



Και ωραίες ξύλινες οροφές, σιαγμένες με μεράκι.



Και πέτρινους τοίχους, και μεγάλα ανοίγματα. Και στρωσίδια και υφαντά και καναπέδες. Και τετζέρια και σκεύη για το φαγητό και πιάτα και ποτήρια.



Ακόμα και οι πιο φτωχοί, τον έβρισκαν τον τρόπο.


Όχι, δεν έφθασαν ποτές μέχρις εδώ οι νεοκλασικισμοί των παραλιακών ελληνικών πόλεων. Γιατί ήταν πάντα κοντά η Σμύρνη, μα και μακριά. Και τελοσπάντων, τί να τις κάμει τις ξενόφερτες αναφορές ο Κιρκιντζές, σαν μεθούσε με το κρασί της γλυκιάς του απομόνωσης; Ελληνικό χωριό, χριστιανικό και προκομμένo.



Ήδη από τα 1885, είχε και ολόδικό του σχολειό. Κι όταν ο κόσμος πλήθυνε και οι ανάγκες αυγάτισαν, χτίστηκε μεγάλο κτήριο, εντυπωσιακό. Μονώροφο και ορθογώνιο, με τετράριχτη κεραμοσκεπή και ωραία είσοδο με σκαλοπάτια.



Όπου τα παιδιά διδάσκονταν τα ελληνικά, τα θρησκευτικά και την ιστορία. Και γαλλικά και μουσική και τέχνες. Κι είχε μάλιστα ορίσει ο μητροπολίτης παιδονόμο, να ελέγχει μην τυχόν και τα παιδιά χρησιμοποιούν τα τούρκικα και δεν ομιλούν ελληνικά. Όπως πολλοί από τους γονιούς τους, που τάχανε ολωσδιόλου ξεχάσει.



Το σχολείο είναι σήμερα εστιατόριο. Και λειτουργεί και ως μουσείο. Με καρτ ποστάλ και κιτρινισμένες αναμνήσεις. Από ένα αντιπροχθές που σχεδόν δεν πιστεύεις ότι υπήρξε.



Με τετράδια και βιβλία. Με γράμματα και σφραγίδες. Με συμφωνητικά συναλλαγών.



Με εκδόσεις εν Κωνταντινουπόλει.



Διότι βλέπεις, ξαφνικά, ήρθε μια μέρα θαυμάσια κι ανέλπιστη. Μια μέρα αναπάντεχη και σαστισμένη. Κι ύστερα ξέφρενη. Που ήρθανε στο χωριό τα νέα πως έγιναν οι τόποι ετούτοι ελληνικοί. Αποβιβάστηκε ο στρατός από την πατρίδα κι ελευθερώθηκε η Μικρασία. Κι υψώθηκαν σημαίες γαλανόλευκες. Και γιόρτασε ο Κιρκιντζές τ'αντάμωμά του με την ιστορία. Το 1919.



Κι όλα εγίνηκαν αλλιώς, όλα αλλάξαν όψη. Άλλος θαρρείς πως ήτανε ο ήχος της καμπάνας. Αλλιώς έψαλλαν οι εκκλησιές, αλλιώς τα πανηγύρια. Αλλιώς μιλούσαν πια οι νιοι, αλλιώς τα μαθητούδια. Αλλιώς κι ο τόπος τούτος δω, θωρούσε τον εαυτό του.



Και πέρασαν έτσι δυοτρία χρόνια. Σαν όνειρο φύγαν, σχεδόν δεν μπόρεσες να τα συγκρατήσεις. Κι ήρθε το εικοδιδύο. Κακό και τούτο, να φεύγουν εύκολα οι χαρές, να φεύγουν δύσκολα οι λαχτάρες.



Τα νέα ξέσπασαν, βούηξε ο τόπος. Το μέτωπο έσπασε, τελειώσαν όλα. Σαν να σταμάτησε για λίγο ο χρόνος, σαν να σιωπήσανε βουνά και λόγγοι. Ό,τι μπορούσαν πήρανε, ό,τι προλάβαν, κάμαν. Κι έτρεξαν να σωθούνε. Αφάγωτο έμεινε το ψωμί, απότιστη η γλάστρα, μισάνοιχτο παράθυρο, στη μέση η μπουγάδα.



Κι έτσι ορφάνεψε το χωριό. Κι έτσι ορφανέψαν ούλοι.



Απέμεινε μόνο η σιωπή, π'απλώθηκε στους δρόμους. Που τύλιξε σε σάβανο, της λησμονιάς τ'υφάδι. Από τους κουλάδες και τα κτήματα ως τ'αψηλά καμπαναριά, τις στάνες, τα υπόγεια και τα σαχλισιά, βυθίστηκαν όλα μονομιάς σε μία σκληρή κατάντια. 


Όσοι περάσαν στα νησιά, σώσανε τις ζωές τους. Και συνεχίσαν να τις ζουν, εξόριστοι, αλύτρωτοι και συμφοριασμένοι. Γιατί ο δικός τους Παράδεισος, ο ματωμένος Παράδεισος, θα έμενε για πάντα στοιχειωμένος μέσα στη μνήμη και την καρδιά τους.



Γιατί συνειδητοποίησαν σύντομα, πως εκείνα τα σπίτια δεν θα τους χαμογελούσαν πια. Εκείνα τα παράθυρα δεν θα άνοιγαν άλλο τις αγκαλιές τους.



Εκείνα τα σαχλισιά δεν θα έσκυβαν πια για να τους κανακέψουν. Οι καμινάδες δεν θα τους χαιρετούσαν στο διάβα τους. Οι δρόμοι -εκείνοι οι ακανόνιστοι δρόμοι- δεν θα αρμένιζαν πλέον τις βόλτες και τις διαδρομές τους.



Κι εκείνη η γωνιά της γης, με τις πλούσιες απλωσιές της δεν θα τους χάριζε ποτές πια τα ξημερώματα και τα δειλινά της. Τις μυρουδιές των εποχών, τα χρώματα των δέντρων, τις αντηχές των κοπαδιών.
 

Εκατό περίπου χρόνια μετά. Βρίσκομαι στον Κιρκιντζέ. Σε ένα μέρος που μπορείς να γνωρίσεις με δύο τρόπους. Ο πρώτος, είναι να έρθεις ίσαμε εδώ και να αναζητήσεις τα όσα ψιθυρίζουν τα σπίτια και τα βουνά. Ο δεύτερος, είναι να τον γνωρίσεις μέσα από τις λέξεις, μέσα από τις μνήμες, μέσα από τα σπαραχτικά λόγια της Διδώς Σωτηρίου. Γιατί ο Κιρκιντζές είναι η πατρίδα και η αναφορά της.


Γιατί ο Κιρκιντζές είναι τα Ματωμένα Χώματα.



Μετά τον ξεριζωμό των Ελλήνων και τη μικρασιατική καταστροφή, ετούτο το χωριό ερήμωσε και κάποια από τα σπίτια παραδώθηκαν σε τουρκοκρητικούς που έφθασαν εδώ -κι αυτοί κατατρεγμένοι- ύστερα από την απόφαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών.


Οι νέοι κάτοικοι του χωριού διατήρησαν ακέραιη την αρχιτεκτονική του και δεν έκαμαν παρά ελάχιστες επεμβάσεις στα σπίτια και τα λοιπά κτίσματα. Με αποτέλεσμα νάχεις σχεδόν την τύχη, να περιπλανηθείς σε όλα εκείνα που περιγράφει η Διδώ Σωτηρίου. Και να τ'αναγνωρίζεις ένα προς ένα.



Ο Κιρκιντζές λέγεται σήμερα Σιρίντσε. Και θεωρείται ένα από τα ομορφότερα χωριά της Τουρκίας. Με κάμποσους παραδοσιακούς ξενώνες -πούναι πρώην σπίτια ελληνικά- και ολοένα περισσότερους τουρίστες να το επισκέπτονται κάθε χρόνο.


Για καφέ έκατσα, τσάι ήπια. Και σκέφθηκα πως δεν κάμουν μόνο οι άνθρωποι, τους τόπους. Αλλά συμβαίνει και τ'αντίθετο. Και πως εδώ στον Κιρκιντζέ, τον χαμένο παράδεισο, συνάντησα ουχί μονάχα μνήμες, αλλά και σπαράγματα συναισθημάτων. Πούναι χτισμένα στους τοίχους και σπαρμένα στα χώματα. Χαρές, λύπες, δάκρυα, γέλια, προσμονές, απογοητεύσεις, λαχτάρες. Όλα όσα αφήκανε πίσω τους, τα βρήκα, τα κατάλαβα, τα ένιωσα βαθιά μου. Κι ίσως αυτό ωφέλησε και το γαλήνεμά μου.

19 σχόλια :

  1. Τι ταξίδι νοσταλγικό ήταν αυτό πτηνό μου;
    Που το ξετρύπωσες αυτό το μέρος δεν το έχω ξανακούσει είναι η αλήθεια!
    Θλίψη, αυτό μόνο μπορώ να πω.
    Αυτό ένιωσα!
    Την καλημέρα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τον Κιρκιντζέ, τον πρωτογνώρισα μέσα από τις αναμνήσεις που έπλεξε μαζί με λέξεις, η Διδώ Σωτηρίου, στον καμβά του βιβλίου της. Κι ύστερα, βρέθηκα εδώ. Για να περπατήσω τα δρομάκια του, για ν'ανταμωθώ με τα σπίτια του, για να εισπνεύσω τον αέρα του. Για να τον αισθανθώ με την ψυχή μου.

      Και έγινε έτσι ο Κιρκιντζές και για μένα, ένας παράδεισος που έχασα. Κι ένας παράδεισος που εβρήκα.

      Καλή σου μέρα, γιαβρίμ.

      Διαγραφή
  2. Όρκο θα έπαιρνα ότι είναι το χωριό του μπαμπά μου, έξω από την Τρίπολη (στην πρώτη φωτογραφία ίδια! Και τα στενά πέτρινα σοκάκια και το ανώμαλον του εδάφους... αχ Πίγκου να πας κι εκεί να κάνεις τουρ. Τι επειδή δεν έχει βγάλει μια Διδώ; Έβγαλε τον μπαμπά μου και αυτός εμένα. Λίγο το'χεις; Η παρένθεση δε, θα είναι μεγαλύτερη από το κυρίως σχόλιο)
    Στο τέλος όπως πάντα με έλιωσες. Και μου έδωσες και το σπρωξιματάκι να διαβάσω και τα Ματωμένα Χώματα, που ντρέπομαι, το έχω το βιβλίο διαρκώς στο πάκο με τις αναμονές και κάθε φορά ξεκινώ άλλο.Ήγγικεν η ώρα του μάλλον!

    Φιλιά στο ράμφος!
    (σε ευχαριστώ για τη γλαφυρή, συγκινητική ξενάγηση ...την απόλαυσα!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να τα διαβάσεις τα Ματωμένα Χώματα, είμαι βέβαιος πως θα σου μιλήσουν βαθιά κι ειλικρινά. Κι ελπίζω ετούτη η μικρή βόλτα που κάμαμε σήμερα μαζί, να σε πείσει πως έχει δίκιο η Διδώ Σωτηρίου: αν υπάρχει αυτό που λένε παράδεισος, τότε ο Κιρκιντζές είναι δείγμα του.

      Πολλά φιλιά, γιαβρίμ!

      ΥΓ. Δώσε μου διεύθυνση και γεωγραφικές συντεταγμένες και θα πάω και στο χωριό του πατέρα σου! Όχι που θα σούκανα και τον δύσκολο! :)

      Διαγραφή
    2. Μετά από το σχόλιο της Αγγελικής παρακάτω εννοείται είναι το επόμενο. οσονούπω τελειώνει αυτό που διαβάζω τώρα.:))

      Το χωριό του μπαμπά λέγεται Νεστάνη ( εκ της Νέας στάνης λέει η Πυργιώτισσα μαμά για να πειράξει τον μπαμπά). Έχω να πάω από τα 15 μου. Αντίθετα οι υπόλοιποι της οικογενείας που έχουν πάει και πιο πρόσφατα μου λένε ότι λόγω Αμερικής και πολύ χρήματος που έχει πέσει είναι πανέμορφο και αναπτυσσόμενο χωριό!
      Εγώ θυμάμαι μόνο ένα ..κάθετο βουνό με την εκκλησιά της Παναγίας στην κορυφή και το πανηγύρι που πηγαίναμε κάθε 15αυγουστο...μετά αραίωσα τα ταξίδια γενικώς...πολύ μούχλα λέμε...επιβεβαιώνω το ζώδιο που μας λέει σπιτόγατους . Εσύ είσαι εξαίρεση πίγκου μου!
      Μάκια!

      Διαγραφή
    3. Ώστε Νεστάνη λοιπόν! Βέρι τσάλεντζινγκ τασκ, ιδανικό για το πτηνό που έχει τελοσπάντων και εξειδίκευση στο τόπικ "πανέμορφα και αναπτυσσόμενα χωριά". Θα πάω και θ'ανακαλύψω τις ρίζες σου!

      Όσο για το ζώδιο, φοβούμαι πως μήτε εγώ είμαι εξαίρεση. Κάποιος που διαβάζει ετούτο το μπλογκ μάλλον θα δυσκολευτεί να το πιστέψει, αλλά κι εγώ είμαι σπιτόγατος (ή μήπως σπιτόπτηνος). Ειλικρινά.

      Διαγραφή
    4. Αγαπητοί! τι σύμπτωσης! Νεστάνη οι ντόπιοι δεν το λένε. Τσιπιανά λέγεται το χωριό, ας όψετε η μόδα αλλαγής ονομάτων. Το χωριό ήταν πάντα ελληνόφωνο, και Τσιπιανά προερχόταν από τα Κηπιανά, είχε κήπους βλέπετε στα βυζαντινά χρόνια.... έχει τη συγκλονιστική παράδοση του αρκαδικού μοιρολογιού που είναι η εξιστόριση της ζωής του νεκρού σε στίχους. Αν το ακούσετε ποτέ (που το εύχομαι και δεν το εύχομαι) είναι σα νακούτε αρχαίο χορό, με την πρώτη να λέει τη στροφή και να συνεχίζουν οι υπόλοιπες γυναίκες να το επαναλαμβάνουν τραγουδιστά. Καμία σχέση με κλάματα ή φωνές. Είναι ένα λυπημένο τραγούδι που κρατάει δύο ώρες και φέρνει την κάθαρση....Να ξαναπάτε και να πάτε...η καταγωγή μου είναι από εκεί. Μάλιστα πολλοι μετανάστες πήγαν αμερική το 20 για τους σιδηροδρόμους, και ο παππούς μου επίσης...δούλευαν 2-3 χρόνια μάζευαν χρήματα και έρχονταν να ζητήσουν την καλή τους..έτσι πήρε ο παππούς μου τη γιαγιά...έφερε χρήματα και μάλιστα την πλατεία μπροστά από την εκκλησία τη λέγανε " το αλώνι του παπαγιάννη" καθώς αγόρασε σπίτι στο καλύτερο σημείο του χωριού!
      Η εκκλησία του έχει τον ίδιο αρχιτέκτονα με την μητρόπολη(!) και από τις σπάνιες τοιχογραφίες που αναπαριστούν την αποκάλυψη. Πράγματι η τουρκία μοιάζει με την παλιά ελλαδα.
      .

      Διαγραφή
    5. Καλησπέρα! Ώστε επιβεβαιώνεται εις διπλούν η μαμά! Το αποκαλεί κατά καιρούς η μαμά "Τσιπιανά" αλλά μου έχει πει η ίδια ότι άλλο χωριό είναι. Παρ'όλα αυτά το μοιρολόγι το γνωρίζω. Το άκουσα στις κηδείες των συγγενών του μπαμπά και το ξέρει και η μαμά μου, αν και δεν είναι ντόπια!
      Με κάνατε να γκουγκλάρω τη λέξη κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ μου να κάνω! Ευχαριστώ πολύ!
      Τα linkς που ακολούθησα το επιβεβαιώνουν
      http://saouarcadian.blogspot.gr/2009/12/blog-post.html (αχ γράφει και για τον Γουλά, το βουνό που θυμάμαι έντονα από τα καλοκαίρια μου στο χωριό.)
      http://saouarcadian.blogspot.gr/2010/11/blog-post.html

      Πίγκου σόρρυ για την κατάχρηση!

      Διαγραφή
  3. Εντελώς συμπτωματικά ξαναδιάβασα πριν λίγο καιρό τα Ματωμένα Χώματα και με τις φωτογραφίες σου οι λέξεις έγιναν εικόνες! Ειλικρινά δεν έχω λόγια..Νομίζω ότι αυτή είναι από τις πιο αγαπημένες μου αναρτήσεις! Με πλημμύρησαν ένα σωρό συναισθήματα που δυστυχώς δεν έχω την ικανότητά σου στο γράψιμο για να μπορέσω τα περιγράψω. Αλλά ίσως και να μη χρειάζεται αφού τα είπες όλα εσύ...
    Ήσουν συ-γκ-λο-νι-στι-κός!
    Φιλιά πολλά, πολλά!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ σε φχαριστώ καλή μου Ραπουνζέλ, αλλά νομίζω πως εγώ ελάχιστα έκαμνα. Γιατί είναι το μέρος από μόνο του συγκλονιστικό και αφηγηματικό. Κι αν έχει κανείς διαβάσει τα Ματωμένα Χώματα, με το που βρίσκεται στον Κιρκιντζέ, επιστρέφει σε μία πατρίδα.

      Πολλά φιλιά, γιαβρίμ!

      Διαγραφή
    2. Είναι τόσο περίεργο, χωρίς να έχω την παραμικρή σχέση μ'αυτούς τους τόπους, κάθε φορά που θα τύχει να διαβάσω κάποιο βιβλίο που εκτυλίσσεται σ' αυτά τα μέρη να αισθάνομαι όντως ότι επιστρέφω σε μια πατρίδα! Όσο για τα Ματωμένα Χώματα είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο!
      Έβλεπα και τις προάλλες τους εορτασμούς των Τούρκων για την κατάκτηση της Πόλης, λες και ήταν ποτέ δική τους και τους την πήραν με τη βία, και πραγματικά με ενόχλησε πολύ...
      Καλημέρα!

      Διαγραφή
  4. "Αν υπάρχει αυτό που λένε παράδεισος, το χωριό μας, ο Κιρκιντζές, ήτανε ένα δείγμα του. Κοντά στο θεό ζούσαμε, ψηλά, ανάμεσα σε κατάφυτα βουνά και ξαγναντεύαμε ολόκληρο τον καρπερό κάμπο της Έφεσος, που ήτανε δικός μας ίσαμε τη θάλασσα, ώρες δρόμο, όλο συκομπαχτσέδες και λιόδεντρα, καπνά, μπαμπάκια, στάρια, καλαμπόκια και σουσάμια. Μεγαλοτσιφλικάδες δεν είχαμε στον Κιρκιντζέ να ρουφούν το μεδούλι μας∙ δύσκολο να μας φάει εμάς, κείνη την εποχή τ’ αμανάτι. Ο κάθε χωριανός ήτανε νοικοκύρης στη γη του. Είχε το δίπατο σπίτι του, είχε τον εξοχικό κουλά του, με μποστάνια, καρυδιές, μυγδαλιές, μηλιές, αχλαδιές και κερασιές. Και δεν ξεχνούσε να φυτεύει κι ανθόκηπους για το κέφι του. Τι του στοίχιζε σαν είχε κείνα τα γάργαρα νερά και τα πηδηχτά ρυάκια, που κελάρυζαν χειμώνα καλοκαίρι! Όταν μέστωνε το στάρι και το κριθάρι, τα χωράφια μας μοιάζανε με χρυσαφένιες θάλασσες. Μα σαν τις ελιές μας καμαρωτές δε θ’ αντάμωνες πουθενά∙ ο καρπός του άφθονος, κρουστός, γυαλιστερός – σωστές θραψερές αραπινίτσες. Για τον τόπο μας μεγάλο έσοδο ήταν το λάδι∙ μα το χωριάτικο κεμέρι γέμιζε λίρα από τα σύκα, ξακουστά όχι μονάχα στο βιλαέτι τ’ Αϊντινιού, μα σ’ ολόκληρη την Ανατολή και στην Ευρώπη και στην Αμερική. Ψιλόφλουδα, μεταξένια σύκα, ζαχαροπασπαλισμένα μ’ ολόχρυσο μελένιο χυμό, μ’ όλη τη θέρμη και τη γλύκα της Ανατολής."

    Απόσπασμα αγαπημένο από βιβλίο που έχει γίνει ένα με την καρδιά μου !!! Οι φωτογραφίες σου επαλήθευσαν τις εικόνες που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι που δεν θα ανακάλυπτες, εσύ ειδικά, το ρέφερενς του τίτλου της ανάρτησης. Προσπάθησα να δανειστώ μονάχα λέξεις από το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου και να σιάξω μία δική μου, παράλληλη περιγραφή. Αλλά τον τίτλο, ήθελα να τον έχει διαλέξει εκείνη.

      Την αγάπη μου, γιαβρίμ!

      Διαγραφή
  5. Καλέ τι λες !!! Είναι από τα αποσπάσματα που τα ξέρω απ' έξω απ' τα σχολικά μου χρόνια !!! Μαζί με τα:

    1) "Αρνίτσι-Μπίτσι, έλα άνοιξε. Χλωρή βοσκίτσα σού 'φερα, να φας, να πιεις, να κοιμηθείς και το πρωί να σηκωθείς, να πάρεις το καλάθι σου και να πας στο σχολείο σου" (Ανθολόγιο Α' Δημοτικού).

    2) "Τον άνδρα τον πολύτροπο πες μου θεά που χρόνια
    Παράδερνε σαν έφτασε στης Τροίας τ' Άγιο Κάστρο
    Κι ανθρώπων γνώρισε πολλών τους τρόπους και την γνώση
    Κι έπαθε πλήθος συμφορές στα πέλαγα ζητώντας
    πώς στην πατρίδα του άβλαβος να πάει με τους συντρόφους" (Οδύσσεια Α' Γυμνασίου - Μεταφρ. Ζήσιμου Σιδέρη).

    3) "Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι' απαγγελίας, δι' ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν" (Αρχαία Α' Λυκείου)

    Απ' τα Ματωμένα Χώματα, δε, μου 'χουν μείνει πολλά αποσπάσματα χαραγμένα στο νου, αλλά αυτή η περιγραφή του Κιρκιντζέ είναι ανεξίτηλη !!!

    (Note to self: Να θυμηθώ να πάρω μαζί μου το βιβλίο, όταν ξανακατέβω για να το ξαναδιαβάσω !)

    Φιλιά πολλά, πουλάκι μου !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Τι υπέροχη ανάρτηση είναι αυτή,καλέ μου Πιγκουίνε? Όνειρο και μνήμη και παραμυθία....Και συγκλονιστική αναβίωση του αγαπημένου βιβλίου... Η Διδώ θα ήταν περήφανη... Σ ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. καλημέρα Πιγκουινε!!! Ματωμένα Χωματα! σπαρακτικό βιβλίο που η αυρα του πλανιέται ακόμα
    οταν επισκέπτεσαι το χωριο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. και εγω νομιζα ηταν στα ματια του, τα θλθμενα παλατια του

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Που τα ανακαλύπτεις όλα αυτά, μου λες; Διαβάζεις βιβλία και πας μετά να τα δεις live; Impressed!
    Οι περιγραφές σου μοναδικές (as always) και οι παράγραφοι προς το τέλος, σκέτη ποίηση.
    Να 'σαι καλά πιγκουινάκι που μας ξεναγείς σε μέρη που ούτε με το Google Earth δε θα πήγαινα, καθώς αγνοώ την ύπαρξή τους. Που να το ξέρω αυτό το έρμο χωριό στην Ανατολή; Αν και τα Ματωμένα Χώματα τα έχω διαβάσει όταν ήμουν στην 5η δημοτικού, αλλά δεν το θυμάμαι καν αυτό το τοπωνύμιο.
    Να σχολιάσω και κάτι τελευταίο. Γιαγιά και μαντήλα και βράκα, πρώτη φορά βλέπω! :)
    Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Διάβασα κι αυτή σου την ανάρτηση.
    Με έκανες να θέλω να παω παλι για να τα ξαναδω όλα με Άλλο μάτι.
    Να είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts