Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Στο ασανσέρ που συναντιόμαστε



Άσε με σε παρακαλώ κι έχω ξεμεσιαστεί με ετούτο το πάνω κάτω! Που ανάθεμα την ώρα που πήγανε κι εχτίσανε τούτες τις γειτονιές απάνου στις ανηφοριές του Καρατάς. Στη νότια πλευρά της Σμύρνης. Λες και χάθηκαν οι κάμποι και οι ανοιχτωσιές, τα πεδινά και τα παραθαλάσσια.



Και καθόλου μην το γελάς, δεν είναι διόλου εύκολο το ανεβοκατέβασμα στην πλαγιά. Σαν σφίγγουνε δε οι ζέστες του καλοκαιριού, το δύσκολο γίνεται ως και μαρτυρικό. Και νάσου οι γριές να ξεφυσάνε και να αναδιπλώνουν τις μαντίλες τους. Και νάσου οι πραματευτάδες να πασχίζουν να τραβήξουν τα καρότσια τους σε πείσμα της κλίσης των δρόμων. Και νάσου τα παιδάκια να κυνηγούνε σαν τους δαίμονες τη μπάλα τους, σαν τους ξεφεύγει και παίρνει την κατηφοριά.



Αν δεν είχαμε και τ' ασανσέρ, ειλικρινά στο λέω, θα τάχαμε ούλοι βροντήξει κάτου και θάχαμε φύγει από δω. Κι ας τ'αγαπάμε ετούτο το μέρος. Πούναι φτωχό κι ασφυκτικό. Κι όμορφο, δύσκολα το λες. Σαν στοιβαγμένοι μοιάζουν οι κάτοικοί του, σαν να μην παίρνουνε ανάσες οι τοίχοι και οι σκέψεις τους, σαν να μην έχουνε μεγάλη σημασία οι ζωές τους.



Ανεξαρτήτως πάντως του κάματου και της αφραγκιάς, ένα είναι σίγουρο: πως όλοι τον μακαρίζουμε. Τον Νεσίμ Λεβί Μπαϊράκλιογλου, ποιον άλλον; Που κανονικά, και ανδριάντα θάπρεπε να τούχουμε στήσει για το καλό που μας έκαμε. Για το ασανσέρ ντε. Περί αυτού, σου ομιλώ.



Βλέπεις, πριν κάναν αιώνα, εδώ στο Καρατάς, μέναν κυρίως Εβραίοι. Κι ήσαν καμπόσοι. Μία πολυπληθής εβραϊκή κοινότητα με τις συναγωγές της και τα καταστήματά της. Με τις γιορτές της, με τα κόσερ της και με την αργία του Σάμπαθ να τηρείται ευλαβικά καθόπως έκαμναν και κάμουν οι Εβραίοι στους αιώνες των αιώνων.



Εβραίος ήταν και ο Νεσίμ Λεβί Μπαϊράκλιογλου. Από τους πλέον ευκατάστατους. Κι επειδής την πόναγε την κοινότητά του, απεφάσισε το 1907 να χρηματοδοτήσει την ανέγερση του περίφημου αυτού ανελκυστήρα. 



Που οδηγούσε -και συνεχίζει δηλαδής να οδηγεί- από την στενή ακτή, απευθείας απάνου στο λόφο με τα σπίτια.



Το μικρό δρομάκι που ενώνει την παραλιακή με τη βάση του ασανσέρ, είναι πλέον πεζοδρομημένο και αρκετά τουριστίκ. Εδώ μπορείς να ξαποστάσεις κάτου από τα δέντρα και να κάτσεις να πιεις το τσάγι σου ή μια γκαζόζα στα συμπαθητικά καφενεία.



Και να θαυμάσεις τα όμορφα παλιά σπίτια. Με τα χρωματιστά παραθυρόφυλλα και τα ξύλινα σαχλισιά. Με τις περίτεχνες πόρτες και τις κεραμοσκεπές τους. Αλλά δεν θέλω να χασομερίσουμε και πολύ. Δεν σέφερα για να κάτσουμε στα χαμηλά.



Αλλά για να σε ανεβάσω στα αψηλά και τα προνομιούχα. Μέσα σε λίγες στιγμές και χάρη στο ασανσέρ, βρίσκεσαι σε ετούτο το άνω επίπεδο. Αναβαθμισμένος, κυριολεκτικά και μεταφορικά.



Και η θέα; Αχ αυτή η θέα! Όλο τον κόλπο της Σμύρνης μπορείς ν'αγναντέψεις από εδώ απάνου, τυχερούλη. Το Καρατάς στα πόδια σου και πιο πέρα το Κονάκ. Και στο βάθος, ο Καρσίγιακας, που τον εξεύρεις εσύ ως Κορδελιό. Ως και το Μπουρνόβα υποψιάζεσαι πέρα από τ'αψηλά κτήρια του ορίζοντα.



Και τα καράβια αρμενίζεις με το βλέμμα σου. Τα τάνκερ, τα εμπορικά. Που σουλατσάρουνε γαλήνια στον απλωμένο κόλπο της Σμύρνης. Και τα επιβατικά, τα φέρι-μπόουτς. Που ενώνουνε ολημερίς τις ακτές αναμεταξύ τους με πυκνά δρομολόγια. Και πηγαινοφέρνουνε τον κόσμο.



Έχεις σοκαριστεί από τις πολυκατοικίες; Θυμίζει ελληνική πόλη ετούτη η χωροταξία, δεν νομίζεις; Και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί σου κάμει εντύπωση η εικόνα. Τέσσερα εκατομμύρια και βάλε, ο πληθυσμός της πόλης. Και δεν απέχουμε πολύ από τις δικές μας τσιμεντουπόλεις, ούτε γεωγραφικώς, ούτε αισθητικώς -στα ίδια νερά βρέχουμε άλλωστε τα πόδια μας. Παρόμοια μυαλά κουμαντάρουμε στα κεφάλια μας.



Αλλά είναι κρίμα να πάει στράφι τέτοια ωραία μέρα. Και να μην ρουφήξουμε κάθε εικόνα που μας χαρίζει ετούτο το μπαλκόνι. Με το δαντελωτό το καγκελάκι και τα περίτεχνα φανάρια του απάνου στην κουπαστή.



Τώρα βέβαια, εσύ θα με ρωτήξεις, και καλά, αφού ήτανε τόσο δύσκολη η πρόσβαση στο λόφο που αναγκαστήκαμε να σιάξουμε ασανσέρ, πώς κι απεφασίσανε οι Εβραίοι νάρθουν να τον εκατοικήσουν. Η απάντηση είναι πως δεν είχαν και πολλές άλλες επιλογές. Διότι πράγματι το Καρατάς ουδέποτε υπήρξε το πιο προνομιούχο κομμάτι της Σμύρνης. Μήτε το πιο κεντρικό. Μήτε το πιο όμορφο. Στις παρυφές της παλιάς πόλης, με στενή και κάπως μίζερη προκυμαία, με ανισόρροπη χωροταξία, με υποτυπώδεις υποδομές. Και να στο χαρίζαμε το οικοπεδάκι, θα μας το γύριζες και θα μας σιχτήριζες που θέλαμε να στο πασάρουμε.



Αλλά βλέπεις, το καλύτερο κομμάτι της πόλης που είναι το Κονάκ, τόχαν από αιώνες δικό τους οι Ρωμιοί. Κι είχαν εκεί θεμελιώσει μία ακμαία, ζωντανή και εύρωστη αστική κοινότητα. Πούχε την όπερά της και τα ξενοδοχεία της. Τα καφέ σαντάλ και τα μαγαζιά της. Τα νεοκλασικά της κτήρια και τα λαμπρά της μέγαρα. Μία Ευρώπη μέσα στην αγκαλιά της Μικρασίας.



Εκεί που τελείωνε το Κονάκ, ξεκινούσαν οι τουρκομαχαλάδες και η βαθιά Ανατολή -λες κι άλλαζες αιώνα κι ήπειρο μη-χειρότερα. Κι ανάμεσα στους τουρκομαχαλάδες ή και πέρα από αυτούς, ήσαν οι Εβραίοι.

Όχι, ετούτη η ανθρωπογεωγραφία δεν ήταν καθόλου τυχαία. Οι Έλληνες βλέπεις, δεν είχαν τις καλύτερες των σχέσεων με την εβραϊκή κοινότητα και τάχαμε χωρισμένα τα τσανάκια μας. Θες ο οικονομικός ανταγωνισμός; Θες το κάλτσουραλ γκαπ; Θες που κατοικούσανε οι Ρωμιοί τη Σμύρνη από την αρχαιότητα και την θεωρούσανε ολόδικιά τους; Γεγονός είναι πως σε περιόδους έντασης, ένας Εβραίος δύσκολα τ'απεφάσιζε να περπατήσει στο Κονάκ.



Όμως τα πράγματα έφθασαν στ'απροχώρητο την Άνοιξη του 1872 -δεν το θυμάσαι εσύ, γιατί ήσουνα μικρός. Εκείνο τον Απρίλη, ένα ελληνάκι εξαφανίσθηκε από το σπίτι του και οι τρομαγμένοι του γονείς καλέσαν όλον τον κόσμο να βοηθήσει στον εντοπισμό του. Συναγερμός εσήμανε στο Κονάν και ούλοι άρχισαν ν΄αναζητούνε το παιδί. Μην με ρωτάς, κανείς δεν πολυξεύρει πως ξεκίνησε η φήμη, αλλά βούηξε σύντομα ο τόπος πως το επήραν οι Εβραίοι. Κι άρχισαν οι επιθέσεις. Καθημερινώς. Και ολοένα και πιο βίαιες. Έλληνες εφορμούσαν σε μαγαζιά εβραϊκά στο Καρατάς κι έσπαγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Κι ύστερα ακολούθησαν επιθέσεις σε σπίτια. Δεν σου μιλώ για καναδυό, αλλά για δεκάδες. Τρεις μήνες κράτησε το κακό, πάνω από εξήντα εβραϊκά σπίτια και καταστήματα καταστράφηκαν και κάηκαν.



Μέχρις που μία μέρα, το έρμο το παιδάκι βρέθηκε πράγματι νεκρό, αλλά ουχί δολοφονημένο. Φαίνεται πως στο παιχνίδι του κάπου μπερδεύτηκε, έπεσε στα νερά και πνίγηκε το δύστυχο -ν'αναπαυθεί η ψυχούλα του. Κι έτσι ουδέποτε αποδείχθηκαν οι φήμες περί Εβραίου απαγωγέα -αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Κι αν σε φοβέριζαν οι γονείς σου εσένα πως αν δεν φας τις φακές σου ή αν δεν κάτσεις ήσυχα στο σκαμνάκι σου, θα έρθει να σε πάρει ο Εβραίος, τώρα ξεύρεις από πούθε τάχα-μου ξεκίνησε ετούτη η απειλή.



Σήμερις βέβαια, τόσο οι Ρωμιοί, όσο και οι Εβραίοι, αποτελούν μία μακρινή ανάμνηση για τη Σμύρνη και την περιοχή του Καρατάς. Συγκρίνεις τις παλιές κιτρινισμένες καρτποστάλ με την τριγύρω σου πραγματικότητα των πολυκατοικιών και δεν μπορείς να πιστέψεις πως πρόκειται για το ίδιο μέρος.



Αν τόχεις βάλει πείσμα, μπορεί ν'ανακαλύψεις μερικά παλιά σπίτια από εκείνες τις εποχές. Αλλά είναι λίγα. Κι όλες οι ενδείξεις πως κάποτε ανήκαν σε άλλες κοινότητες, έχουν σβηστεί από καιρό.


Και είναι πράγματι δύσκολη άσκηση για το μυαλό, να καταλάβει ετούτο δω το μέρος. Που μοιάζει νάτανε πάντα έτσι, αλλά ήτανε κάποτες αλλιώς.



Και έφθασε σήμερα, το ασανσέρ μιας άλλης εποχής, να συνεχίζει να ενώνει τα κάτου με τα πάνου. Τα χθεσινά με τ' αυριανά. Τα δίκαια με τ' άδικα. Τ'αληθινά με τα ψεύτικα.



Ώχου πτηνέ, πάλι μας άρχισες τ'ακαταλαβίστικα και τα ποιητικά. Σχώρνα με, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Ετούτη η βόλτα δεν είναι ένας περίπατος τουριστικός. Δεν είναι μία συζήτηση με ένα μόνο συμπέρασμα. Δεν είναι ένας τόπος με μία απλή εξήγηση.


Να σου τον δείξω, ήθελα μόνο. Έτσι όπως τον ξεύρω και τον περπατώ. Αληθινό και αφτιασίδωτο. Με τα μικρά μπαλκόνια που φράσσονται με σιδεριές, με τους ασοβάντιστους τοίχους και τις κεραίες να κρέμονται από τα παράθυρα, με τ'απλωμένα ρούχα, τις πλαστικές καρέκλες, τα κουρασμένα βλέμματα και τ'ανήλιαγα υπόγεια.


Να σου τον δείξω, ήθελα μόνο. Για να σου πω ότι ο τόπος αυτός είναι ταυτόχρονα κοντά και μακριά. Είναι εδώ δίπλα. Και για να έρθεις, χρειάζεται να πάρεις ένα ασανσέρ του 1907. Περιέργως, πατώντας το κουμπί με την ένδειξη "επάνω".

4 σχόλια :

  1. Μπορείς να μου εξηγήσεις πώς γίνεται κάθε φορά που μας πηγαίνεις βόλτα σε τέτοια μέρη να με πιάνει μια νοσταλγία και ένα παράπονο σαν να έχασα κάτι που ήταν δικό μου;
    Φιλιά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ραπουνζέλ μου, μέρη σαν τη Σμύρνη είναι βαθιά συναισθηματικά. Κι ακόμα και τέτοιες βόλτες που δεν συζητούν παρά λεπτομέρειες των όσων συνέβησαν εδώ, μπορεί θαρρώ να λειτουργήσουν ως έναυσμα για σκέψεις και προβληματισμούς. Αλλά όχι. Αυτό δεν είναι παρά η αρχή. Έχουμε να πούμε πολλά για ετούτη την πόλη. Γιατί το ειδικό της βάρος στην ιδική μας ταυτότητα, είναι μεγάλο.

      Τα φιλιά μου και τις καλησπέρες μου!

      Διαγραφή
  2. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΗ ΣΜΥΡΝΗ.
    ΝΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι κι αυτό από τα μέρη που επισκέφθηκα και μακαρι να σε είχα διαβάσει πιο πριν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.