Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Η επόμενη μέρα



Εψές ο λαός μίλησε. Όχι ότι του έχεις και μεγάλη εκτίμηση -δηλαδής χελόου, είναι ο ίδιος λαός που αποθέωνε τον Ανδρέα στο μπαλκόνι, που έβγαλε τον Μητσοτάκη για κάθαρση, που επανέφερε τον Ανδρέα (με τη Δήμητρα αλαμπρατσέτα και τον Άκη παρά τω πρωθυπουργώ), που κατέφυγε στον Σημίτη (για να ζήσει το γιουροπίαν ντριμ του και να τζογάρει στο τετραπλό τζακπότ της Σοφοκλέους), που τον σιχτήρισε ύστερα ως διαπλεκόμενο και ήρθε η ώρα του Καραμανλή πλεϊστέισον, που εξέλεξε τον ΓΑΠ γιατί πίστεψε ο αφελής πως λεφτά υπάρχουν και που κατέληξε στον Σαμαρά γιατί κατά βάθος ο λαός είναι νοικοκυραίος και συντηρητικούρας.



Και φθάσαμε στις εκλογές του δυοχιλιάδεςδεκαπέντε. Σε μία δυστοπική Ελλάδα με συντριπτικά προβλήματα, δραματικούς εγκλωβισμούς και τα νεύρα κρόσσια. Που πιο εύκολα τη λες σανατόριο ψυχών, παρά γιουροπίαν κάντρι. Σου έχω καλά και κακά νέα -από πού θέλεις να ξεκινήσω; Θα σου πω τα καλά, διότι κυκλοφορούν και εμφράγματα.


Πρώτο (ζούπερ) καλό νέο: τα δύο κόμματα εξουσίας που οδήγησαν τη χώρα στις πύλες της κολάσεως, που μας έπρηξαν τα σκώτια, που μας φλόμωσαν στο ψέμα, που ντερλίκωσαν και ήπιαν στην υγειά του κορόιδου, έφαγαν επιτέλους το σκαμπίλι που τους αξίζει. Και αν το ΠΑΣΟΚ είναι ήδη παραζαλισμένο από τα προηγούμενα εκλογικά χαστούκια, η ΝουΔού εξακολουθούσε μέχρι προχθές να κάμει την καμπόσα και να μοστράρει ως σαξές στόρι το αποτυχημένο, τάχα-μου εθνοσωτήριο, κυβερνητικό της έργο. Με τον Άδωνι και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αν έχεις το Θεό σου. Η τιμωρία των δύο αυτών κομμάτων ήταν επιβεβλημένη. Ήταν ιστορική επιταγή. Και πληρώθηκε εψές.


Δεύτερο καλό νέο: ο Σύριζα είναι πρώτο κόμμα και τα σούπερμάρκετς εξακολουθούν να έχουν χαρτί υγείας -όχι το λέω, διότι ξέχασα να πάρω το Σάββατο απόθεμα κι είχα κι ένα άγχος. Εντάξει, μπορεί να είμαστε μόλις μερικές ώρες μετά το κλείσιμο της κάλπης και να μην έχει ακόμα ξεβγάλει το μέικάπ της η Έλλη Στάη, αλλά γενικά φαίνεται ότι η κυβερνητική αυτή αλλαγή θα είναι λιγότερο δραματική από όσο φοβόντουσαν οι νοικοκυραίοι. Και επιπλέον, δίνει ένα μήνυμα στις Μέρκελ αυτού του κόσμου, ότι νισάφι πια με τις λιτότητες, έχουν οι λαοί και το μη-παρέκει τους μπροστά στους νεοφιλεύθερους εκβιασμούς. Ε μα πια!



Τρίτο καλό νέο; Ίσως το πιο σημαντικό. Βγήκε ο Σύριζα. Εντάξει, αν είσαι στο τριαντατόσο τοις εκατό που τον εψήφισε, προφανώς και είναι καλό νέο για σένα. Μιλάμε για ιστορική νίκη της Αριστεράς (τρου!), μεγάλη πολιτική ανατροπή έναντι των μνημονιακών δυνάμεων (βέρι τρου!) και σημαντική ανανέωση του πολιτικού παιχνιδιού στην Ελλάδα (τρου αγκέιν!). Αλλά και στο εξηντόσο τοις εκατό που δεν τον εψήφισε να είσαι, σου έχω λόγους να χαίρεσαι: ο Σύριζα έχει δύο επιλογές, ή να κάμει κωλοτούμπα (γελάς σαρδόνια) ή να εφαρμόσει αυτά που έχει υποσχεθεί (ξαναγελάς σαρδόνια). Γενικά, το εκατό τοις εκατό της χώρας θα έπρεπε να είναι χαρούμενο σήμερα -χάου κουλ ιζ δατ;



Έχω και τέταρτο καλό νέο; Κάτσε να σκεφτώ! Α ναι, το Ποτάμι. Όχι δεν ξεχνώ διόλου το επαγγελματικό παρελθόν και το προφίλ του αρχηγού του, ούτε είμαι ιδιαιτέρως χάπι με την απολίτικ προσέγγιση (αν και μεταξύ μας, σιγά τις πολίτικ προσεγγίσεις των υπολοίπων, θα σκιστεί κάνα καλτσόν!). Αλλά μυρίζει τελοσπάντων καινουργίλα και αποτελεί μία (καλή; κακή;) έκφραση των όσων ασφυκτιούσαν στις παλιακές λύσεις και ήθελαν κάτι πιο μετριοπαθές και μεσοβέζικο. Για να είμαι ειλικρινής, εγώ θα ήλπιζα ότι κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, θα είχαν ξεπεταχτεί άλλες πεντέξι καινούργιες πολιτικές κινήσεις -και λίγο πιο σοβαρές ή δομημένες από το Ποτάμι. Αλλά φαίνεται ότι τα πολιτικά μας αντανακλαστικά είναι εντελώς γκαγκά. Ένιγουεϊ, έστω και με το σακίδιο, έχουμε νιου έντρι στη Βουλή κι αυτό είναι γενικά καλό. Νομίζω.


Να περάσω στα κακά νέα; Προφανώς, το πρώτο κακό νέο είναι η Χρυσή Αυγή. Που εξακολουθεί και πίσω από της φυλακής τα σίδερα, νάναι υπολογίσιμη δύναμη, περαστικά μας! Δεν θα σου βγάλω το λογίδριο περί εκφασισμού της κοινωνίας και άλλων τέτοιων ηθοπλαστικών: θα σου πω όμως ότι η εκλογική αντοχή της ΧΑ αποδεικνύει πως η διαστροφή που υφέρπει στην ελληνική κοινωνία είναι μεγάλη και παγιωμένη -μάθε να ζεις μαζί της, ιτς χίαρ του στέι.


Δεύτερο κακό νέο: η Ελλάδα δεν άλλαξε από εχθές ως σήμερα. Διότι πέρα από συνθήματα, ελπίδες και ιδεολογικά αφηγήματα, το πρόβλημα δεν είναι (μόνο) πολιτικό: έχει να κάμει με συμπεριφορές, έχει να κάμει με στάσεις ζωής, έχει να κάμει με νοοτροπίες, συνήθειες και πρακτικές γενεών. Το πρόβλημα είναι εξόχως κοινωνικό. Ξεκινάει και καταλήγει στο λαό. Που είναι εθισμένος στην ευκολία και στον ωχαδελφισμό. Που δεν έχει μάθει να σέβεται τους κανόνες. Που συνεχίζει να τρέφεται από τις αυτοαναφορικές του μανίες. Που δεν ενδιαφέρεται για συναινέσεις και συνεργασίες. Που σπεύδει να ακολουθήσει πρόθυμα τον επόμενο λαϊκιστή.


Θα σου πω κάτι σοβαρό (κάτσε!): η ανάδειξη του Σύριζα στην εξουσία ήταν μία κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα. Διότι στο σημείο που έφθασαν τα πράγματα, δεν μπορούσε απολύτως τίποτις άλλο να εκτονώσει τη συσσωρευμένη αγανάκτιση και απόγνωση. Και ο Σύριζα πράγματι έχει στα χέρια του μία μεγάλη ευκαιρία: να επιβεβαιώσει την εμπιστοσύνη των όσων επενδύουν τις ελπίδες τους στις υποσχέσεις του και να διαψεύσει τους όσους θεωρούν ότι είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Αλλά η διακυβέρνηση της δυστοπικής Ελλάδας του δυοχιλιάδεςδεκαπέντε, κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση είναι. Διότι ο Σύριζα θα πρέπει από σήμερα να τα βάλει με τρεις δυνάμεις που θα προσπαθήσουν να τον συντρίψουν: (α) στο εξωτερικό της χώρας, το κατεστημένο των αγορών, (β) στο εσωτερικό της χώρας, οι παγιωμένες νοοτροπίες, και (γ) στα κομματικά του σπλάχνα, οι συνιστώσες και οι πολυποίκιλες θέσεις του.

Ανεξαρτήτως λοιπόν αν είσαι χαρούμενος, λυπημένος ή προβληματισμένος για το αποτέλεσμα, το μόνο που μπορώ να ευχηθώ σε όλους μας, είναι σοβαρότητα. Και σε κάθε περίπτωση, ψυχραιμία. 

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Ο καθεδρικός του St Andrews



Αέρηδες. Δυνατοί και μανιασμένοι. Και υγρασία. Που σε πιρουνιάζει και διαπερνά τη ραχοκοκκαλιά σου. Και ψιλόβροχο. Που σε μαστιγώνει σε κάθε σου βήμα. Και ομίχλη. Που βυθίζει τα πάντα μέσα σε μία άχρονη σιωπή. Αναγνώστα, καλωσήρθες σε ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέρη επί της Γης. Καλωσήρθες στο Σεντ Άντριους.



Γαντζωμένο στους βράχους της βορειοανατολικής Σκωτίας, μερικά δεκάδες χιλιόμετρα από το Εδιμβούργο, το Σεντ Άντριους είναι μία μικρή, ήσυχη πόλη. Με μόλις δεκάξι χιλιάδες κατοίκους. Που γνωριζόμαστε μεταξύ μας και χαιρετιόμαστε στους δρόμους. Με μία μικρή, αλλά ζωντανή αγορά όπου μπορείς να βρεις λογής λογής καλούδια. Και με υπέροχα σπίτια που μοιάζουν με σκηνικό ταινίας του Άιβορι.



Αχ πόσο απολαμβάνω τους περιπάτους μου σε ετούτους τους δρόμους. Να, εκεί δεξιά μένει η κυρία ΜακΤάγκερτ που έχει το μαγαζί με τις δαντέλες. Και μετά τη στροφή, ο Τζέρι Πήτερσον -από τα πιο γερά ποτήρια της παμπ! Και λίγο πιο κάτω, η συννυφάδα του, η Σούζι ΜακΦάρλαν -που δουλεύει στην τράπεζα.



Άγχος; Όχι, δεν έχουμε άγχος, εδώ στο Σεντ Άντριους. Βεβαίως και υπάρχουν προβλήματα: η κυρία ΜακΤάγκερτ διαμαρτύρεται συνέχεια για τ'αρθριτικά της, ο Τζέρι Πήτερσον έχει έναν ακαμάτη γιο που δεν τα παίρνει τα γράμματα και η Σούζι ΜακΦάρλαν έχει τη μάνα της με αλτσχάιμερ. Πουθενά δεν γλιτώνει κανείς από τα προβλήματα. Αλλά η ζωή είναι πιο απλή εδώ.



Οι ρυθμοί είναι πιο χαλαροί, το βιοτικό επίπεδο αρκετά υψηλό, δουλειές υπάρχουν και όλα λειτουργούν σχεδόν στον αυτόματο.



Και τελοσπάντων, μένεις σε μία πόλη καθαρή, φροντισμένη και ήσυχη, αλλά σε περίπου μιάμιση ώρα, βρίσκεσαι αν θέλεις, στο Εδιμβούργο και απολαμβάνεις τα όσα μπορεί να σου προσφέρει μία μεγαλύτερη πόλη.



Όμως πέραν των κατοίκων, η πόλη φιλοξενεί κι άλλους πολλούς.



Κατ'αρχάς, φοιτητές. Διότι το Πανεπιστήμιο Σεντ Άντριους είναι ένα από τα αρχαιότερα της Αγγλίας (ιδρύθηκε το 1413) και θεωρείται από τα κορυφαία σε ολάκερο τον κόσμο. Με φοβερές υποδομές και γοτθικά κτήρια και φροντισμένες αυλές και καταπράσινους κήπους. Όταν ανοίγει ο καιρός, προς το τέλος της Άνοιξης, ένας χαρούμενος νεαρόκοσμος ξεχύνεται στις χορταριασμένες απλωσιές και χαίρεται το ειδυλλιακό τοπίο. Με το βιβλίο του, το τάμπλετ του, τη σεζ λονγκ του, το φρίζμπι και το τόπι του.



Κι ύστερα, υπάρχουν οι γκόλφερς. Με τα καρό παντελόνια, τα καπέλα και τα μπαστούνια τους. Διότι ναι, το Σεντ Άντριους θεωρείται η παγκόσμια πρωτεύουσα το γκολφ. Που αν είσαι σνομπ άνθρωπας, νομενκλατούρας και φραγκάτος, είναι τουλάχιστον αναξέπταμπολ να μην το χτυπάς το μπαλάκι, να μην το κουνάς το μπαστούνι, να μην την πετυχαίνεις την τρύπα. Και μη θαρρείς πως αυτά είναι απλά θέματα και αφορούν ένα μικρό, απειροελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, διότι αν σου δείξω τα νούμερα με τους τζίρους που αποδίδονται διεθνώς στον τουρισμό του γκολφ, θα αρχίσεις να στρώνεις χλοοτάπητα στον πίσω ακάλυπτο και ν'ανοίγεις τρύπες μη-χειρότερα.



Ο περίπατός μου καταλήγει πάντοτε εδώ. Στην άκρη της πόλης, στο κάστρο της, στο χώρο που βρίσκεται το νεκροταφείο και που στέκονται τα ερείπια του μεσαιωνικού της παρελθόντος.


Αυτά είναι τα όσα απέμειναν από τον περίφημο γοτθικό ναό που έδωκε το όνομά του στην πόλη. Ο καθεδρικός ετούτος χτίστηκε το 1158 και αποτέλεσε το κέντρο της χριστιανικής πίστης και του καθολικισμού σε ολάκερη τη Σκωτία. Εντούτοις, μετά τα γεγονότα του 1560 και την εκδίωξη του καθολικισμού, ο καθεδρικός υπέπεσε σε αχρησία και ερήμωσε.



Σήμερα, αυτός ο εκτεταμένος χώρος προστατεύεται ως μνημείο πολιτισμού και είναι κάμποσοι εκείνοι που έρχονται ως εδώ για να περιπλανηθούν ανάμεσα στους πέτρινους τοίχους, τις μισεμένες αψίδες και τους διάσπαρτους τάφους.



Όμορφο μέρος, αλλά και άγριο. Κάποιοι θα το πουν ζοφερό και απαισιόδοξο. Εγώ το βρίσκω γαλήνιο και καθησυχαστικό.



Σου δίνει μία σπουδαία ευκαιρία για αναστοχασμό. Για τα σημαντικά και τα ασήμαντα, για τα σωστά και τα λάθος, για την ελπίδα και την απόγνωση. Και σε καλεί ν'αποφασίσεις.



Ακους τους ήχους της θάλασσας που σφυροκοπάει τα βράχια, δίπλα στα ερειπωμένα τείχη; Νιώθεις την υγρασία στις πέτρες; Αντηχούν στ'αυτιά σου οι κραυγές των γλάρων; Βυθίζονται τα παπούτσια σου στο υγρό χορτάρι; Βλέπεις τριγύρω σου τις σκιές του παρελθόντος και τις θεόπαλιες αφηγήσεις;



Αν η απάντηση είναι θετική, τότε καταλαβαίνεις για ποιο λόγο αγαπώ ετούτο το μέρος. Γιατί έρχομαι εδώ. Γιατί μου είναι σημαντικό το Σεντ Άντριους.


Έλα, έχω και κάτι τελευταίο να σου δείξω. Τον βλέπεις εκείνον τον αψηλό πύργο; Ναι, τον ορθογώνιο με την επίπεδη στέγη.


Τον λένε St Rule και είναι ακόμα πιο παλιός και από τον ερειπωμένο καθεδρικό που στέκει δίπλα του. Οι κάτοικοι της πόλης έστησαν τον St Rule για να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα κατά τη διάρκεια της κατασκευής του καθεδρικού. Και να που στέκει τώρα ορφανός, δίπλα στο φάντασμα του Σεντ Άντριους. Έλα ν'ανεβούμε.



Η σκάλα είναι μεταλλική και η ανάβαση δύσκολη -σχεδόν σκιαχτική. Άσε που σου κόβεται η ανάσα, καθώς αγκομαχάς ν'ανέβεις, με τον άνεμο να σφυρίζει ανάμεσα στα σκαλοπάτια. Αλλά η θέα, όταν φθάνεις εντέλει στην οροφή, σε αφήνει άφωνο. Κοιτάζω την πόλη, το Πανεπιστήμιο, τις στέγες και ξοπίσω τους, τους λόφους της κομητείας του Φάιφ.


Κι ύστερα το βλέμμα μου χάνεται στη θάλασσα. Στη μαύρη και σκοτεινή θάλασσα του Βορρά. Που έχει τις δικές της βουλές. Που δεν σε αγκαλιάζει, αλλά σου επιβάλλεται. Στην οποία, δεν επιπλέεις, αλλά καταβυθίζεσαι. Σ'αυτή τη θάλασσα στρέφομαι. Και μετρώ τους οιωνούς της.


Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Σόδομα και Γόμορα


Ουί, σ'ε βρε: αυστηρώς ακατάλληλον για ανηλίκους! Το λέει η αφίσα, το αναγράφει η πινακίδα στην είσοδο, θα σου το πει και η μαντμ'ζέλ στο ταμείο -αν δεν δείξεις ταυτότητα, δεν μπαίνεις με την καμία. Διότι μπορεί μεν να πρόκειται για εξποζισιόν αρτιστίκ, τύπου Σεζάν, Πικάσο και Ντελακρουά, αλλά το πάει το γράμμα, το κανελώνει το ρυζόγαλο, το καβουρδίζει το φιστίκι, τη ματσακονιάζει τη βάρκα. 


Βρισκόμαστε στο Ορσέ, ένα από τα πιο ζούπερ μουσεία της Γαλλίας, την πιο αγαπημένη μου πινακοθήκη του κόσμου. Δεν θα ξεχάσω ποτές την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ -δεκάξι χρονών ήμουν, δεν είχα καλοκαταλάβει τον εαυτό μου και βρέθηκα να ριγώ μπροστά στους μεγάλους ιμπρεσιονιστές. Να συμπαρασύρομαι από τις κυματιστές πινελιές του Βαν Γκογκ, να αναπνέω τις ατμόσφαιρες του Πισαρό, να ονειρεύομαι με τα χρώματα του Μονέ, να συγκινούμαι από την τόλμη του Σεζάν.


Σήμερις όμως δεν ήρθαμε ως εδώ για εικαστικές ονειροπολήσεις και άλλους τέτοιους ρομαντισμούς. Αλλά για να επισκεφθούμε την έκθεση περί της οποίας ομιλεί όλη η κοινότητα των φιλότεχνων εις Παρισίους. Το "Sade: attaquer le Soleil"! Που σπάει ταμεία, σχηματίζει ουρές, συζητιέται παντού και γενικώς έχει προκαλέσει αρτίστικ παροξυσμό, γκραν σαματά και πανδαιμόνιο!



Διακόσια χρόνια μετά το θάνατό του, ο διαβόητος Μαρκήσιος ντε Σαντ επιστρέφει. Στην πόλη που του προσέφερε τον καμβά για τις ηδονές του, τον χλεύασε, τον λάτρεψε και τον φυλάκισε. Ταυτισμένος με λογής λογής γενετήσιες διαστροφές, βίτσια και ακολασίες, ο Μαρκήσιος πέρασε σχεδόν τριάντα χρόνια στη φυλακή της Βαστίλης, κατηγορούμενος για παραβίαση κάθε ηθικής αρχής.



Και μπορεί το ευρύ συγγραφικό έργο του να έμεινε για χρόνια απαγορευμένο (περιλαμβανομένου του γκραν σουξέ "120 Ημέρες στα Σόδομα"), αλλά η επιρροή του Μαρκήσιου στη λογοτεχνία, τις εικαστικές τέχνες και το σινεμά υπήρξε τεράστια. Για να μην σου μιλήσω για την άμεση και έμμεση συμβολή του στη μελέτη της ψυχοπαθολογίας και την ψυχανάλυσης, καθώς ήταν ο πρώτος που μίλησε -με παροιμιώδη ελευθεριότητα- για τα άγρια ένστικτα του ανθρώπου και τις σεξουαλικές ορμές του.



Τώρα εσύ θα αναρωτηθείς, από που κι ως που το Ορσέ, πούναι τελοσπάντων ρισπέκταμπολ μουσείο με τους εστετισμούς και τις πχιότητές του, απεφάσισε να ασχοληθεί με τέτοιες θεματολογίες που στο παρά τσακ τις λες και πορνογραφικές. Και δεν θα μου κάμει εντύπωση, αν δηλώσεις και καχύποπτος, κατηγορώντας το Ορσέ για δηθενιές και εμπορικές ευκολίες, τύπου δείχνουμε μπαλαμούτι υπό το πρόσχημα της τέχνης και κάμουμε ντόρο.



Νο, πα ντου του! Διότι το "Sade" δεν είναι μία πρόχειρη έκθεση με προχώ θέμα, αλλά μία πολυεπίπεδη άσκηση πάνω στην ανθρώπινη φύση. Που εξ αφορμής του Μαρκήσιου και του έργου του, επιχειρεί μία εκτενή αναδρομή στην εικαστική απεικόνιση της ακρότητας και δεν διστάζει να συζητά με τον πιο εύστοχο και ειλικρινή τρόπο τα όρια του ερωτισμού, της βίας και των παθών. Με πίνακες σαν αυτόν. O "Πόλεμος" του Henri Rousseau. Καβάλα σε ένα τερατόμορφο άλογο, ποδοπατάει με ικανοποίηση τα νεκρά σώματα των πεσόντων.


Ή τις δύο "κοιμώμενες" του τολμηρού Gustave Courbet. Λεσβιακή σκηνή που για την εποχή της υπήρξε τουλάχιστον σκανδαλώδης. Και ο ίδιος ο Courbet απαγόρευσε τη δημόσια έκθεσή της.


Αλλά και ο στραγγαλισμός της γυναίκας που αποδίδει με ένταση και οξύτητα, ο Paul Cezanne. Σχεδόν ακους τις κραυγές αγωνίας της και τα πνιχτά της παρακάλια.


Ευγένιος Ντελακρουά και κυνήγι λιονταριών. Σε έναν πίνακα που ξεχειλίζει χρώματα και ποδοβολητά και βρυχηθμούς. Πολύ μπροστά από την εποχή του, ο Ντελακρουά δίνει προβάδισμα στην αίσθηση των χρωμάτων, παρά στην καθαρότητα των μορφών. Μπερδεμένο, δυνατό και αιματοβαμμένο.


Σιγά μην έλειπε από την έκθεση η ελληνική μυθολογία. Που μόνο τον Δία να πιάσεις ως τόπικ, την έχεις έτοιμη την πραγματεία περί διαστροφής. Τη μια μεταμορφωνόταν σε ταύρο, την άλλη σε χρυσή βροχή, την τρίτη σε αητό (βιρτουόζος στο ειδικό εφέ) και γενικώς δεν άφηνε κορασίδα που να μην την απαυτώσει -για να μην υπεισέλθω και στα του Γανυμήδη. Εδώ, ο Ζευς με την νεαρά Ευρώπη, σε πίνακα του Σεζάν. Τόσα που πέρασε και η νεαρά στα χέρια του Έλληνος θεού, δεν είναι ν'απορεί κανείς που βγάζει σήμερις το άχτι της στα ελληνικά σπρεντς.


Για να μην θυμηθώ τη Μήδεια που κατέσφαξε τα παιδιά της μη-χειρότερα. Θολωμένο το μυαλό της, σκοτεινιασμένο το βλέμμα της, στον πίνακα του Ντελακρουά.


Ο δε Ουίλιαμ Αντόλφ Μπουγκερώ -τον οποίον εθαυμάζω απεριόριστα- μπορεί να εξύμνησε το γυναικείο γυμνό σώμα υπό το πρόσχημα τάχα-μου ρομάντικ μυθολογικής θεματολογίας, αλλά η φιληδονία και η βιαιότητα που σιγόβραζαν καθόπως φαίνεται μέσα του, ξεδιπλώνεται σε ετούτον τον πίνακα. Με τον Δάντη και τον Βιργίλιο στην Κόλαση.


Για να μην αναφερθώ στον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου. Με τα πινέλα του Σεζάν και τον κερασφόρο να προσφέρει ηδονιστικές ανταμοιβές.



Και Πικάσο και Γκόγια και Ζερικώ και Ροντέν και δεκάδες άλλοι. Σε μία τεράστια έκθεση που για να την καλοδείς και να τη φχαριστηθείς, χρειάζεσαι -πέραν του ανοιχτού μυαλού και του ελεύθερου πνεύματος- κάνα τρίωρο.


Κι αν έχεις έξτρα χρόνο, έρχεσαι και στις ανοιχτές συζητήσεις και τις προβολές που οργανώνει το Μουσείο. Για να θυμηθούμε το Salo του Παζολίνι ή την Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ, του Μπουνιουέλ.


Και κάπως έτσι, το Ορσέ καταφέρνει να υπερβεί τις συμβατικότητες και τους καθωσπρεπισμούς και να σου μιλήσει για θέματα που μπορεί να μην συζητιούνται εύκολα, αλλά αποδεικνύεται ότι απασχολούν. Όχι μόνο τους καλλιτέχνες, αλλά γενικά τους ανθρώπους. Γιατί πολλά θα του καταλογίσεις του Μαρκήσιου, αλλά δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσεις τον αφοπλιστικό του ηδονισμό ως ειλικρινή παραδοχή. Και τελοσπάντων, αν περνάς εσύ καλά, εμένα δεν μου πέφτει λόγος. 


Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Εν Ιορδάνη



Δεν μου μπαίνουν με την καμία. Τα βαπτιστικά μου ντε! Και είναι πολύ μεγάλο κρίμα, διότι είναι πολύ τσίλικα, με το κοτλέ παντελονάκι και τις τιραντούλες και το καπελάκι μου. Μανεκέν το νήπιο! Εντάξει, μπορεί πράγματι να είναι λίγο σέβεντις. Αλλά με τη σωστή διάθεση και τους ABBA στο πικάπ, ωραιότατη εμφάνιση θα έκαμνα.



Ναι, το ξεύρω ότι είμαι πολύ μεγάλος για βαφτίσια. Αλλά μιας και βρεθήκαμε εδώ, ευκαιρία δεν είναι; Να κάμω μία αλλαγή βρε αδελφέ! Πάντα ήθελα ας πούμε, να με λένε "Εδουάρδο-Χριστόφορο" ή "Επαμεινώνδα-Κάρολο". Βλέπεις, εκεί πίσω στα σέβεντις που βαφτίστηκα εγώ, σου δίναν ένα απλό, μπανάλ όνομα και μπλουμ στην κολυμπήθρα. Ενώ σήμερα, η ονοματοδοσία έχει περάσει σε άλλη πίστα: αν δεν έχεις τουλάχιστον δύο βαρύγδουπα ονόματα με ιστορικές προεκτάσεις, μυθολογικές αναφορές και αρχαιοελληνικό εσάνς, δεν είσαι τρέντι νήπιο.



Εσύ αναγνώστα, μπορείς να αναλάβεις να γίνεις νουνός μου. Να μου παίρνεις λαμπάδα το Πάσχα και παπουτσάκια τα Χριστούγεννα -δέχομαι και δωροεπιταγές στα Τζάμπο. Και σου τ'ορκίζομαι, θάμαι πολύ αξιαγάπητο βαφτιστήρι. Θα σου δίνω φιλάκια και θα σου ζωγραφίζω ήλιους και σπιτάκια σε λειβάδια να τα καρφιτσώνεις στο γραφείο σου και να καμαρώνεις που έπιασε τόπο το λάδι.


Που βρισκόμαστε; Στο Ισραήλ. Στον Ιορδάνη ποταμό. Και συγκεκριμένα, στο σημείο που το ποτάμι ξεκινά το ταξίδι του από τη λίμνη Τιβεριάδα. Και μετά από κάμποσες στροφές και περιπέτειες πηγαίνει και χύνεται στη Νεκρά Θάλασσα.


Το μέρος αυτό λέγεται Yerdenit. Και πρόκειται για το πιο δημοφιλές σημείο βάφτισης των απανταχού χριστιανών. Που δέχεται περί τους τετρακόσιους χιλιάδες προσκυνητές και επισκέπτες κάθε χρόνο. Και που πολλοί εξ αυτών, μπαίνουν στα νερά του Ιορδάνη και επαναλαμβάνουν τη βάφτισή τους στα ίδια νερά που υποτίθεται ότι τελέστηκε η βάπτιση του Ιησού από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.


Μεταξύ μας, το ακριβές σημείο υποτίθεται ότι είναι αρκετά χιλιόμετρα νοτιότερα (στο Qasr el Yahud), αλλά επειδής εκεί βρίσκονται τα ταραχώδη σύνορα μεταξύ Ισραήλ και Ιορδανίας, οι ισραηλινοί απεφάσισαν να μεταφέρουν το ρελίτζιους λοκέισον σε ετούτο το κάπως πιο ασφαλές σημείο (αν και απέναντι από εδώ είναι τα υψίπεδα του Γκολάν και μεγάλη κουβέντα μη λες!). Όμως σε παρακαλώ να μην αποκαλύψεις αυτή τη μικρή λεπτομέρεια στους προσκυνητές γιατί μπορεί και να τους χαλάσεις το φίλινγκ.



Λοιπόν, άκου προσεκτικά τις οδηγίες: αγοράζεις την ειδική, λευκή ποδιά βάφτισης που πάνω έχει στάμπα με την αγιογραφημένη βάπτιση του Ιησού και ένα απόσπασμα του Ευαγγελίου (εις την ελληνικήν βεβαίως βεβαίως) και πας στα αποδυτήρια. Βγάζεις τα ρουχαλάκια σου, φοράς το μαγιό σου (ελπίζω για το καλό μας, να έφερες!), βάζεις από πάνω την ποδιά και είσαι έτοιμος για τη θρησκευτική εμπειρία. Να, όπως η Σβετλάνα και η Μαρούσκα.



Ευτυχώς, τα νερά δεν είναι πολύ κρύα. Και τελοσπάντων, το βασικό κοινό αυτής εδώ της διαδικασίας -η Σβετλάνα, η Μαρούσκα, ο Βλαντίμιρ και ο Μπαρίς- δεν καταλαβαίνουν από ψύχος. Διότι προέρχονται από τις Ρωσίες και Λευκορωσίες, από τις Κριμαίες και τις Μολδοβλαχίες, έχουν κάμει άπειρα χιλιόμετρα για να βρεθούν εδώ, δεν χαμπαριάζουν με το μπούζι και βουτούν δίχως δεύτερη σκέψη.


Όπως ξεύρεις άλλωστε, η βάφτιση στα νερά του Ιορδάνη θεωρείται εδώ και πολλούς αιώνες,  πολύ σημαντική για τους ορθόδοξους χριστιανούς. Και κάμποσοι Έλληνες έχουν βρεθεί να πλατσουρίζουν εδώ (συνήθως υπό μορφή γκρουπ και ως μέρος μίας ευρύτερης περιήγησης στους Ιερούς Τόπους). 


Και θάχεις στα σίγουρα ακούσει, πως μετά από τη βάφτισή σου εδώ, γίνεσαι Χατζής. Όχι, δεν αρχίζεις να τραγουδάς το "όταν κοιτώ από ψηλά, μοιάζει η Γη με ζωγραφιά" σε βραχνή βερσιόν (χελόου, αυτός είναι ο Κώστας Χατζής), μήτε αρχίζεις να σιάχνεις μπακλαβαδάκια, καταϊφάκια και κουρκουμπίνια (χελόου, αυτός είναι ο ζαχαροπλαστείος Χατζής). 


Απλώς δύνασαι να προσθέσεις μπροστά από το όνομά σου, το προσωνύμιο "Χατζής" και αντίς για Χρήστο να σε λέμε Χατζηχρήστο. Αμ πως;


Σήμερα είναι τα Φώτα και οι Φωτισμοί. Και χαρά μεγάλη και οι αγιασμοί. Εξού και ο κόσμος εδώ στον Ιορδάνη, είναι περισσότερος από τα συνήθη. Αλλά αυτές οι βαπτίσεις τελούνται καθημερινά, καθόλη τη διάρκεια του χρόνου. Διότι γκρουπς καταφθάνουν ακατάπαυστα.


Μένω για ώρα και παρατηρώ την ιεροτελεστία αυτού του μπες-βγες. Και αναρωτιέμαι για την ανάγκη όλων αυτών των ανθρώπων να μπουν χειμωνιάτικα σε ετούτα τα όχι-ιδιαιτέρως-καθαρά-και-διαυγή νερά. Παρατηρώ τα βλέμματά τους, την ανυπομονησία τους, τη σημασία που αποδίδουν σε αυτήν την πράξη. Και απορώ. Που νιώθουν πως πρέπει να φορέσουν αυτήν την ποδιά και να βρέξουν το σώμα τους για να συναντήσουν το Θεό τους. Ενώ θα περίμενε κανείς να τον συναντούν (λέω εγώ τώρα) μέσα από τις πράξεις τους, την επικοινωνία τους με τους άλλους ανθρώπους και την πραγμάτωση του όποιου νοήματος της πίστης τους στις ζωές τους και την καθημερινότητά τους. 


Έχω κάτι τελευταίο να σου δείξω: το μαγαζί ντε! Διότι για να μπεις και να βγεις στον περιφραγμένο και διαμορφωμένο χώρο που τελούνται οι βαπτίσεις, περνάς από ένα μαγαζί. Για την ακρίβεια, ένα τεράστιο μαγαζί -τύπου σουπερμάρκετ.


Όπου παίρνεις το καλαθάκι σου και το γιομίζεις με πάσης φύσεως καθαγιασμένα λαδάκια, σταυρουδάκια, εικονίσματα, μάους-παντ με ρήσεις της Βίβλου, σετ φλιτζανιών με το σταυρό, λιβάνια, θυμιατά, φάτνες, αγαλματάκια της Παναγίας, αφισέτες με τον Ιησού και τραπεζομαντηλάκια με κεντημένο τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Για να πάρεις μπόλικα να διακοσμήσεις το σπίτι και να κάμεις δώρα στη θεία Σιρμούλα, στη θεία Κωστούλα και στη θεία Ποτούλα.


Προφανώς το θέμα της μεταφυσικής αναζήτησης και της υπαρξιακής αγωνίας είναι μία βαθιά προσωπική υπόθεση. Και ο καθείς εξ ημών, αντιμετωπίζει αυτά τα ζητήματα με τον δικό του τρόπο και καθόπως μπορεί. Αλλά θα μου επιτρέψεις να πω, ότι ελεύθερος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν εξαρτά τη "σωτηρία" του από ιεροτελεστίες, αλλά εκείνος που σκέφτεται και κρίνει. Και στοχάζεται μακριά από δόγματα και θέσφατα. Και που βρίσκει τη σωτηρία του στον τρόπο που διαβιεί τη ζωή του. Με συνέπεια και ηθική ενσυνείδηση. Τόσο απλά. Και τόσο δύσκολα.

Καλή φώτιση. Σε όλους μας.