Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Αργά (B-Side)


...Πολλές φορές στους πολύωρους περιπάτους μου ανά την Αθήνα, σκέφτομαι πόσο διαφορετική θα μπορούσε νάναι αυτή η πόλη αν ευτυχούσε να έχει πιο ευγενικούς και συνειδητοποιημένους κατοίκους. Που δεν θα ασχημονούν επάνω της. Που θα σέβονται και θα εκτιμούν το αττικό τοπίο, τα βουνά της, τα ποτάμια της, τις ακτές της. Αλλά δεν.


Ναι, η ασχήμια κυριαρχεί και σκεπάζει τις ομορφιές της. Κι έχει και μελαγχολία. Μεγάλες δόσεις μελαγχολίας. Στις γειτονιές του κέντρου που στενάζουν, στις ανθρώπινες ζωές που χαράσσουν τις πορείες τους σε αυτό το αφιλόξενο αστικό περιβάλλον.



Δεν μπορείς όμως να τη διαγράψεις εύκολα με μία γραμμή απ'το μυαλό σου. Γιατί αυτή η πόλη σημαίνει πολλά πράγματα για πάρα πολλούς ανθρώπους. Στον Κολωνό, στα Πατήσια, στα Σεπόλια, στον Άγιο Παντελεήμονα, στο Μεταξουργείο και στην Κυψέλη.



Πόσοι πολλοί έχουμε κεντήσει τις μνήμες μας με αυτές τις γειτονιές.



Αλλά ακόμα κι εκείνος που δεν τις έχει ζήσει, αν για λίγο τις περπατήσει και κάτσει ν'ακούσει τις αφηγήσεις τους, είμαι βέβαιος ότι θα καταλάβει τη συγκίνηση που κρύβουν.


Οι διαδρομές μου στην Αθήνα είναι συναισθηματικές διαδρομές, αναγνώστα. Είναι διαδρομές που γνωρίζω όχι την πόλη, αλλά εμένα.


Και ναι, υπάρχουν πολλά που με πληγώνουν. Από πού ν'αρχίσω και πού να τελειώσω; Να, ας πούμε οι τοίχοι. Βρίσκω την αναρχία των γκραφίτι εντελώς φασιστική και ένδειξη χαμηλής κοινωνικής νοημοσύνης.


Και τα σπασμένα παγκάκια. Τα αφρόντιστα παρτέρια. Τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια. Τους φλεγόμενους κάδους. Τα υπό κατάληψη κτήρια. Τα ρημαγμένα νεοκλασικά. Τα παρατημένα οικόπεδα.


Και τώρα τελευταία, τα καδρόνια. Πολλά καδρόνια.


Ως ευαίσθητος και βαθιά δημοκρατικός άνθρωπας (και πτηνός) δεν μπορώ να δικαιολογήσω κανενός είδους καδρόνια, κανενός είδους κουκούλες, κανενός είδους βίαιη έκφραση (επί του τοίχου, επί της δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, επί του πανεπιστημιακού ιδρύματος και βεβαίως επί της κεφαλής του δύστυχου συνανθρώπου). Και με βλέπεις προβληματισμένο (μη σου πω και απεγνωσμένο) διότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, η τυφλή έκφραση κοινωνικής αγανάκτησης δεν λύνει τα προβλήματα (ίσως και να τα εντείνει, καλλιεργώντας τη φαυλότητά τους). Απαιτείται πολιτική ωριμότητα -όχι μόνο από τους πολιτικούς, αλλά κυρίως από τους πολίτες. Διότι τα προβλήματα είναι σοβαρά και πολύπλοκα. Και νομίζω θα συμφωνήσεις αναγνώστα, πως η συνθηματολογία της πλατείας και του πεζοδρομίου δεν είναι ικανή να τα λύσει.


Όλη η πόλη, ένα πεδίο μάχης. Ενός αγώνα δίχως τέλος, δίχως σκοπό και δίχως ελπίδα. Που δεν μετράει νίκες, αλλά παράπλευρες απώλειες.


Αλλά ας το παραδεχτούμε. Αυτά είναι τα δεδομένα μας, με αυτά θα πορευτούμε. Χωρίς να αγνοούμε ή να εθελοτυφλούμε μπροστά στην πραγματικότητα της ασχήμιας, οφείλουμε να την εξευμενίζουμε ή και να την αλλάζουμε με όποιον τρόπο μπορεί ο καθείς μας.


Κι ας κάμει αυτή η χώρα ότι μπορεί για να μας απογοητεύει και να μας καταβροχθίζει, εμείς θα κάμουμε δημιουργική αντίσταση. Με το χαμόγελό μας. Και νάσαι βέβαιος ότι έχει σημασία και κάμει τη διαφορά.


Στην πόλη, στους άλλους, μέσα μας. 


Σημείωση: Τα "B-Sides" του πτηνού περιλαμβάνουν σκόρπιες φωτογραφίες, σκέψεις, εντυπώσεις και παραλειπόμενα που δεν χώρεσαν στην ορίτζιναλ ανάρτηση. Και που κανονικά θα έμεναν στο συρτάρι του μπλογκ. Αλλά βρήκαν τρόπο να σκάσουν μύτη και να μοστραριστούν ως αυτοτελές ποστάκι μη-χειρότερα. Για να ιδείς την βασική ανάρτηση ετούτου του "B-Side", πατάς εδώ

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Αργά


Κνωσού και Φιντίου γωνία, με πετυχαίνεις. Να διασχίζω γοργά τα στενά κάτω από την Πατησίων, όχι μακριά από το σπίτι μου. Σάββατο, έξι και είκοσι το απόγευμα. Για πού το'βαλα θα με ρωτήξεις.


Για το Μουσείο Μπενάκη. Στην Πειραιώς. Που έχει εγκαινιάσει τελευταία μία έκθεση στο πωλητήριό του, με αντικείμενα τέχνης που αναστοχάζονται την τουριστίκ ελληνικότητα και πηγαίνουν το γκρικ σουβενίρ (τσολιαδάκι-περικεφαλαία-κομπολόι-αγαλματάκι) σε μία νέα πίστα. Τί εννοείς είναι μακριά; Μου φαίνεται πως δεν έχεις καταλάβει πόσο πολύ περπατάω. Εννοείται ότι θα πάω ποδαράτο! Θ'αλλάξω και τον αέρα μου που ολημερίς ήμουν κλεισμένος και δούλευα.


Γωνία με τη γωνία, τετράγωνο με το τετράγωνο, σπίτι με το σπίτι, η πόλη βυθίζεται στο σκοτάδι, ανάβει τα φώτα της και αλλάζει τη διάθεσή της. Περιοχή Αχαρνών. Αφημένα νεοκλασικά, ασφυκτικές πολυκατοικίες, αίσθηση γκετοποίησης, μυρουδιές από ξένες κουζίνες. Αλλά και μπόχα. Και απλυσιά. Από τις μισάνοιχτες πόρτες των ισόγειων και ημι-υπόγειων διαμερισμάτων, τρυπώνει το βλέμμα σου σε μία κοινοβιακή ζωή της στρωματσάδας και της χαβούζας. Και ναι, όπου βλέπεις περιποιημένη μονοκατοικία με φωτάκι στην είσοδο και σφουγγαρισμένο μωσαϊκό, καταλαβαίνεις. Αμέτρητα τα μπορντέλα.


Αμέτρητα το κόκκινα φωτάκια. Από το Μεταξουργείο ίσαμε τα Κάτω Πατήσια και τα Σεπόλια. Φαντάζομαι ότι λειτουργούν κυρίως με αλλοδαπή πελατεία. Διότι στα σίγουρα θα τόχεις προσέξει: χιλιάδες οι πακιστανοί που σουλατσάρουν στην πόλη, αλλά από πακιστανές γιοκ. Και νάσου τα προβλήματα και νάσου οι ασθένειες. Μίλαγα με έναν φίλο μου γιατρό σε νοσοκομείο προημερών. Μούλεγε για την επανεμφάνιση της φυματίωσης. Και για αφροδίσια. Για περιπτώσεις -κυρίως μεταναστών- που ιατρικώς δεν είχε ματαδεί και αντιμετωπίσει στην καριέρα του πριν την κρίση.


Περπατάς την Αχαρνών και νομίζεις πως βρίσκεσαι σε άλλη χώρα. Δεν μπορείς να διαβάσεις τις ταμπέλες των καταστημάτων, αντιλαμβάνεσαι πως περπατάς σε ένα μέρος με βιοτικό επίπεδο υποσαχάριας Αφρικής. Μεταναστευτική πολιτική; Νάσαι καλά, γελάσαμε πάλι. Αλλοδαποί και ημεδαποί είναι όλοι τους παρατημένοι σ'αυτό εδώ το μέρος. Μία ανθρώπινη χωματερή το κέντρο της πόλης.



Άγιος Παντελεήμονας. Παιδί ήμουν όταν με είχε πρωτοφέρει εδώ ο μπαμπάς μου. Για να μου δείξει τα μεγέθη του ναού. Τα μαρμάρινα παράθυρα, τις αψίδες. Τον γιγάντιο τρούλο που υπολείπεται μόλις κατά δύο μέτρα, του τρούλου της Αγιας Σοφιάς. Θυμάμαι πως κοιτούσα βέρι βέρι εντυπωσιασμένος. Η ώρα είναι επτά παρά πέντε. Κόσμος πολύς έχει μαζευτεί στην πλατεία μπροστά στο ναό. Κόκκινες σημαίες, φωνές. Πινακίδες με αντιρατσιστικά συνθήματα. Ας μην πλησιάσω, βλέπω κάποιους που κρατάνε στα χέρια τους καδρόνια. Ας μην πλησιάσω καλύτερα. Φοράνε και κουκούλες. Κρατούνε και σπρέι. Δεν θέλω να πλησιάσω.


Στρίβω στα στενά. Παιωνίου, Μιχαήλ Βόδα κι ύστερα ροβολάω την Ιουλιανού. Εδώ σε ένα χαμόσπιτο που δεν υπάρχει πια, ο μπαμπάς μου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ακριβώς απέναντι από το σπίτι του, βρισκόταν το κέντρο διερχομένων. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Ήταν οκτώ ετών όταν τα ναζιστικά στρατά κατέφθασαν σε εκείνο το σταυροδρόμι με τα καμιόνια τους. Κι ο μπαμπάς μου τους κοιτούσε σιωπηλά πίσω από τις γρίλιες και τα σφραγισμένα παράθυρα.



Ένα περιπολικό εμποδίζει την κίνηση προς το Σταθμό Λαρίσης. Μποτιλιάρισμα, κορναρίσματα, χριστοπαναγίες. Περνώ ανάμεσα στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και πλησιάζω έναν αστυνομικό. "Συγνώμη, για ποιο λόγο έχει διακοπεί η κυκλοφορία; Έχει σχέση με τη συγκέντρωση στον Άγιο Παντελεήμονα;" Με κοιτάζει με ύφος λίγο μπλαζέ "Όχι. Άλλο πράμα εδώ. Έχει συγκέντρωση η Χρυσή Αυγή."


Τρυπώνω πάλι στα στενά, προσπαθώντας να παρακάμψω τη Δηληγιάννη. Άδειοι δρόμοι, παγωμάρα. Και ξαφνικά ποδοβολητά και ιαχές. Συνθήματα, ελληνικές σημαίες, κουκούλες. Τί θα έλεγε ο μπαμπάς μου αν έβλεπε πάλι εδώ στην Ιουλιανού τη σβάστικα;

Νάτα πάλι τα καδρόνια. Άλλα καδρόνια αυτά. Δεν ξεύρω πια αν μπορώ να ξεχωρίζω τα καδρόνια, όλα ίδια μου φαίνονται. Κι ένα μονάχα ξεύρω, ότι δεν τα θέλω στη ζωή μου τα καδρόνια. Δεν τα θέλω.

Έχω κάμει σχεδόν τέσσερα χιλιόμετρα. Αλλά δεν είμαι κουρασμένος. Απελπισμένος είμαι.


Επτά και δέκα. Είμαι στις γραμμές του τρένου. Επί της Κωνσταντινουπόλεως. Η πόλη μοιάζει σκηνικό. Μιας θλιμμένης ταινίας. Από εκείνες που χρηματοδοτεί το Κέντρο Κινηματογράφου και είναι προορισμένες να μην τις δει κανείς. Ειλικρινά, αν με ρωτάς, μήτε κι εγώ θέλω να τη δω αυτήν την ταινία. Αλλά μ'έχουν υποχρεώσει και τη βλέπω. Και όχι, δεν μου αρέσει.


Κοιτάζω από κάτου τη Λένορμαν. Σκέφτομαι πως όταν ήμουν μικρός πίστευα πως ο Λένορ-μαν είναι στα σίγουρα κάποιος σουπερήρωας. Σαν τον Μπάτμαν και τον Σπάιντερμαν. Και τον Σούπερμαν. Και τον Άιρονμαν. Με κόκκινη μπέρτα και μπλε μάσκα. Με φοβερές δυνάμεις. Μπορεί να πετάει κιόλας. Πολύ αργότερα το σενάριο κατέρρευσε. Έμαθα πως είναι γάλλος αιγυπτιολόγος. (πρώτη ψυχρολουσία) Και δεν είναι Λένορμαν, αλλά Λενορμάν. Σαρλ Λενορμάν. (δεύτερη ψυχρολουσία) Ίσως αν είχαμε κρατήσει αυτόν τον άλλον τονισμό, νάχε κι ο δρόμος καλύτερη τύχη.


Έχει πάει οκτώ παρά είκοσι. Δύο ποδηλάτες με προσπερνούν μέσα στο σκοτάδι. Απορώ με το κουράγιο πούχουνε κάποιοι να κάμουνε πεντάλ σε ετούτη την πόλη. Μία πόλη που δεν σχεδιάστηκε μήτε για πεζούς, μήτε γι'αυτοκίνητα, μήτε για ποδήλατα. Μία πόλη στην οποία προσπαθεί ο καθείς να υπερασπίσει την προτεραιότητά του.


Να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Μέσα σε μία μυρμηγκοφωλιά υπό κατάρρευση. Μέσα σε ένα παιχνίδι αρνητικού αθροίσματος. Με μνημόνια, σι-ντι-ες, τρόικες, θεσμούς, Αλέξηδες, Σαμαροβενιζέλους και Γιάνηδες -με ένα ή με δύο "νι". Δεν πα νάναι και με τρία, δεν θα τα χαλάσουμε στα "νι". Τα "μη" είναι που με τρομάζουν. Τα "μη παρέκει" και τα "μη χειρότερα". Γράψε όσα "νι" θέλεις λοιπόν. Άλλωστε, εδώ στον Κολωνό, η ορθογραφία χάνει την αξία της. 


Στρίβω προς το Μεταξουργείο. Την πιο αληθινή γειτονιά της Αθήνας. Με το τεράστιο απόθεμα αρχιτεκτονικών θησαυρών. Της δεκαετίας του είκοσι, του τριάντα, του σαράντα. Μίας γειτονιάς που οφείλεις να περπατήσεις, αν θες να καταλάβεις την πόλη.


Μιας γειτονιάς μετέωρης ανάμεσα στις πολλαπλές της αναγνώσεις. Στη σκληρότητα της εγκατάλειψης και της απαξίωσης, στη δηθενιά των ρακάδικων και στη χυδαιότητα των μπορδέλων.


Ανισόπεδος κόμβος της Αχιλλέως. Εκεί που στρίβει και γίνεται Λεωφόρος Αθηνών. Το μποτιλιάρισμα με κατεύθυνση το κέντρο, είναι μεγάλο. Είναι και Σάββατο βράδυ, μην ξεχνιόμαστε. Βγαίνει ο Έλληνας, να ξεσκάσει ντε! Ψηλά, πάνω από τα αυτοκίνητα, χάσκει μία άλλη χυδαιότητα.


Διαβάζω τον διαφημιστικό υπέρτιτλο "Το καινούργιο για νέους ανθρώπους". Ύστερα κοιτάζω τα πρόσωπα. Και αναρωτιέμαι. Αν είναι αυτό το καινούργιο, τότε είμαστε εντελώς χαμένοι.


Γκρινιάζω; Ναι, άσε με να γκρινιάξω. Γι'αυτήν την πραγματικότητα. Με τους τοίχους που κλαίνε. Με τα γκραφίτι που σου επιβάλουν την αισθητική τους. Με την κάθε εξυπνάδα που γράφει ο οποιοσδήποτε, οπουδήποτε. Και το βαφτίζει κοινωνική αντίδραση. 


Με τα μηχανάκια πούναι παρκαρισμένα πάνω στα πεζοδρόμια. Με τις αφίσες πούχουν γίνει ταπετσαρία και μουλιάζουν κάτω από το βροχερό καιρό μίας Άνοιξης που δεν λέει νάρθει. Ίσως κι επίτηδες.



Ναι, γκρινιάζω. Έχω το δικαίωμα να γκρινιάξω. Για όλη την ασχήμια που χύθηκε σε αυτήν εδώ την πόλη και με πνίγει. Για όλα όσα θα ήθελα να είναι αλλιώς. Αλλά δεν θα γίνουν αλλιώς. Γιατί έτσι είναι κι έτσι θα μείνουν. Κι αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί νάναι τρομαχτική, αλλά μπορεί νάναι και εξαγνιστική.


Ε λοιπόν όχι, ούτε αυτή την ύστερη ώρα. Ούτε αυτήν την ερεβώδη νύχτα. Δεν πρέπει κανείς να παραδοθεί στη χυδαιότητα -κι ας τον κυκλώνει από παντού. Δεν πρέπει κανείς να αφεθεί στη σκουληκότρυπα -κι ας τον τραβάνε οι δαίμονές του. Δεν πρέπει κανείς να εγκαταλείψει την ελπίδα -κι ας έχει βαλθεί η καθημερινότητα να τον διαψεύδει. Το δίλημμα είναι σαφές: ή παλεύεις ή φουντάρεις.

Φθάσαμε. Από τα Πατήσια στα Σεπόλια. Από τον Άγιο Παντελεήμονα στον Κολωνό. Από το Μεταξουργείο στο Γκάζι. Σάββατο, εννιά η ώρα το βράδυ. Στο Μουσείο Μπενάκη. Κόσμος χαμογελαστός, κόσμος μονδέρνος, κόσμος όμορφος. Περιεργάζομαι τα προς πώληση εκθέματα. 


Μάους πάντ για ξεμάτιασμα. Και σημειωματάρια με τους θεούς του Ολύμπου.


Και πασούμια διακοσμητικά. Και τσαρούχια. Και σκουλαρίκια περιστερεώνες. Και γραβάτες με άγκυρες και γλάρους και ουρανούς και αρχαιοελληνικές κολώνες.


Και σακούλες καμωμένες από τενεκέδες. Που φύλαγε η μαμά το λάδι. Και ψιψίνες και σκυλάκια.


Και καφές πολλά γλυκύ βραστός. Και λουκουμάκια. Και γλυκά του κουταλιού. Νερατζάκι. Μιας Αθήνας πούναι σπαρμένη νερατζιές. Π'ανθίζουν την άνοιξη και χαίρεται ο τόπος.


Και σχήματα γεωμετρικά. Σαν αυτά που έσιαχναν οι αρχαίοι στα αγγεία. Σαν τα σχήματα του Μόραλη. Σαν τις χαρακιές που αφήνουν τα καϊκια στο Αιγαίο. Σαν τους δρόμους και τα σταυροδρόμια της Αθήνας. Σαν τις πορείες που χαράσουν οι ανθρώπινες ζωές.


Και επιτέλους χαμογελώ. Γιατί είναι αυτή η δημιουργικότητα καθησυχαστική. Πως η ομορφιά συνεχίζει να παλεύει. Πως η πόλη συνεχίζει να παράγει. Ιδέες και συναισθήματα. Απόψεις και παρέες. Κοιτάζω το ρολόι μου. Είναι εννιά και μισή. Αργά. Ίσως και νωρίς. Είναι και θέμα επιλογής τελοσπάντων.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Το μαύρο κάστρο


Μια φορά κι έναν καιρό σε μία χώρα μακρινή, ζούσε ένας βασιλιάς. Ευγενικός και ευπροσήγορος, καλόκαρδος κι ευαίσθητος!


Δεν υπήρχε μέρα που να μην την ξεκινήσει, χαμογελώντας και καλημερίζοντας τους υπηκόους του. Δεν υπήρχε πρόβλημα, που να μην προσπαθήσει να βρει τη λύση του. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να δοκιμάζεται από έγνοιες και βάσανα, που να μην σπεύσει να τον βοηθήσει!


Από το ξημέρωμα μέχρι το δείλι, ο βασιλιάς περιπλανιόταν στην επικράτειά του και βοηθούσε τους πάσχοντες, προσέφερε στους στερημένους, περιέθαλπτε τους αρρώστους, τις χήρες, τα ορφανά. Κι επέβλεπε τα κτήματα, τ'αλώνια, τα χωράφια. Που ευωδίαζαν καρπούς, που εγενούσαν πλούτο.



Κι όταν τελείωνε τη μέρα του, ανέβαινε στο υπνοδωμάτιό του απάνου στον πύργο του και κοιτάζοντας από το παραθύρι του τ'αστέρια, ευχαριστούσε την μοίρα του που τον έκαμε βασιλιά για να μπορεί ν'αγαθουργεί και να προσφέρει. Κι ύστερα έπεφτε στο κρεβάτι του κατάκοπος, αλλά χορτασμένος. Που σκόρπισε χαμόγελα και ευεργέτησε τους ανθρώπους.


Και δεξιώσεις έκαμε και μεγάλες τελετές. Φώναζε ακροβάτες και σαλτιμπάγκους και σπουδαίους θεατρίνους κι έβαζε τους υπηρέτες του να στρώσουν τραπέζια γιομάτα μ'όλης της γης τα καλά για νάρθουν οι υπήκοοι και να φάνε. Και μοσχοβολούσαν τα φαγητά και μεθούσαν τα ρουθούνια τους. Και γλεντούσαν και χορεύανε. Κι εκείνος γέλαγε και χαιρότανε με τη χαρά τους.



Κι όλα κυλούσαν όμορφα στο βασίλειο.



Ώσπου μια μέρα -καταραμένη μέρα- εκεί που εκατέβαινε ο βασιλιάς τα σκαλοπάτια του πύργου του, κοντοστάθηκε κι άκουσε άθελά του, ένα διάλογο μεταξύ δύο ιπποκόμων.



Πούλεγε ο ένας στον άλλον για το βασιλιά και τη μεγάλη του μύτη. Πούναι σαν μελιτζάνα γεμιστή. Σαν μπαλόνι φουσκωμένο, σαν καράβι φορτωμένο. Σαν σαλάμι, σαν τρομπόνι, προσοχή γιατί λερώνει! Σαν καρβέλι, σαν βαρέλι, σαν χοντρό-χοντρό μπιζέλι.



Και όσο έλεγαν, τόσο γέλαγαν. Και όσο γέλαγαν, τόσο έλεγαν.



Σάστισε ο βασιλιάς, τα'χασε! Δεν ήξευρε τί να υποθέσει! Ψηλάφισε με τα δάχτυλά του τη μύτη του. Μα ήταν στ'αλήθεια μεγάλη; Ουδέποτε τούχε περάσει απ'το μυαλό πως δεν είναι η μύτη του, μία μύτη κανονική. Μία μύτη σαν τις άλλες. Που μυρίζουνε και φταρνίζονται και εισπνέουνε και οσμίζονται.



Σκέφτηκε πως ήτανε μάλλον τυχαίο το περιστατικό κι απεφάσισε να μην δώκει συνέχεια. Βγήκε λοιπόν εκείνη τη μέρα στο βασίλειό του, όπως το συνήθιζε καθημερινώς. Για να εκτελέσει τις ευεργεσίες του.



Όμως πρόσεξε για πρώτη του φορά πως όλοι τον εκοιτάγανε ουχί στα μάτια, μα στη μύτη. Και του φάνηκε πως καναδυό κρυφογελάγανε μαζί του. Σαν ν'άκουσε κάποιους να τον κοροϊδεύουνε κιόλας. Κι όταν ένας χωρικός, του επρόσφερε ως πεσκέσι ένα μοσχάρι, εκείνος σκέφτηκε πως επρόκειτο μάλλον για κακόγουστο χωρατό -ξαναψηλάφησε τη μύτη του και ντράπηκε πολύ. Γιατί είχαν δίκιο, τι να λέμε; Αυτό δεν ήταν μύτη, αλλά μουσούδι σε μοσχαροκεφαλή.



Ο βασιλιάς γύρισε άρον άρον στο κάστρο του και ζήτησε να σκεπάσουν όλους τους καθρέπτες. Και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Κανέναν δεν ήθελε να δει, κανέναν ν'ανταμώσει. Ντρεπότανε, φοβότανε, τον ενδιέφερε μονάχα να κρυφτεί.



Κι ήτανε τέτοια η στεναχώρια του που άρχισε η μύτη του πράγματι να πρήζεται και να μεγαλώνει. Και όσο την ψηλαφούσε, τόσο τον κυρίευε η απελπισία και η θλίψη. Μέχρι που άρχισε και να τον πονάει! Να κοιμηθεί δεν μπορούσε από την αγωνία, να βγει στον ήλιο δεν ήθελε από τη στεναχώρια, να μιλήσει σε άνθρωπο δεν τόλμαγε από την εντροπή του.



Κι ύστερα μια μέρα -μια μαύρη μέρα- απεφάσισε να φύγει. Όλοι οι δρόμοι όμως, του φάνηκαν αδιέξοδοι. Και όλοι οι άνθρωποι, οχτροί του. Μονάχα ένας δρόμος του απέμεινε. Κι αυτόν απεφάσισε να πάρει.



Περπάτησε στη μεγάλη, μακριά αποβάθρα προς τη θάλασσα, ισορρόπησε στην άκρη της και κοίταξε για μία τελευταία φορά το κάστρο του. Που του φάνηκε μαύρο και σκοτεινό. Σαν να μην χτίστηκε ποτές για βασιλιάδες ευγενικούς και ευπροσήγορους, καλόκαρδους κι ευαίσθητους!


Κι έτσι εκείνος έφυγε. Και το κάστρο ερήμωσε. Και το βασίλειο μαράζωσε. Και οι άνθρωποι δυστύχησαν. Κι άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, σαν συνειδητοποίησαν πως το φταίξιμο ήταν δικό τους. Και τα χωράφια ρημάξανε και τα τσουκάλια αδειάσανε και τα λουλούδια μαράθηκαν. Και μία αφόρητη μυρουδιά απλώθηκε στη χώρα.


Και τότε -μόνο τότε- δυστυχώς κατάλαβαν ότι οι μύτες τους ήσαν πια βάσανο και βαρίδι και τιμωρία. Γιατί το μόνο που τους έμεινε να εισπνεύσουν, ήταν η ολοδική τους δυσοσμία.


Σημείωση: Το Blackness Castle βρίσκεται στη Σκωτία. Λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Εδιμβούργο. Το επισκέφθηκα ένα βροχερό πρωινό, με παρέα μου τα κοράκια και την ησυχία της βαλτώδους θάλασσας που το περιβάλλει. Βασιλιάς με μεγάλη μύτη απ'όσο ξεύρω, δεν το κατοίκησε ποτές. Μήτε υπάρχει τέτοια ιστορία. Αλλά μην νομίζεις ότι την σκαρφίστηκα έτσι απλά. Την αφιερώνω σε όλους εκείνους τους βασιλιάδες που ατύχησαν να γεννηθούν σε χώρες βουτηγμένες στη δυσοσμία.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts