Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Πόλη Άνω



Σε μεγάλη υπόληψη, δεν την είχα. Θες που είναι όλη, μια ανηφόρα; Θες που την πρώτη φορά που με ανέβασαν στα μικράτα μου, έβρεχε καταρρακτωδώς και έγινα μούσκεμα ως το κόκαλο; Θες που όταν έλεγα πως θα βολτάρω προς τα κει με τις εφηβικές μου παρέες, με λιβάνιζαν οι γονείς μου στα "να προσέχετε" και "νάχετε κατέβει πριν σκοτεινιάσει" και "ναπάρεις ζακέτα, φυσάει ψύχρα εκεί απάνου"; Ανάποδα την είχα πάρει, σε το λέω ειλικρινά.



Ήτανε όμως πάντα εκεί -α, της το αναγνωρίζω αυτό. Και στις χαρές μου και στα ντέρτια μου και στα άγχη μου και στις μοναξιές μου. Σαν καταφύγιο την είχα. Σαν ξομολογητήριο. Σαν μέρος δικό μου. Ορίζοντα και σύνορό μου. Κάθε που ανέβαινα, είχα κάτι καινούργιο να της κομίσω.



Πέρασαν όμως χρόνια καμπόσα. Για να την εκτιμήσω, ντε. Διότι κι αν την έζησες μικρός, τίποτις δεν κατάλαβες. Θέλει πρώτα να πήξει το μυαλό σου. Να πας μακριά και να ξανάρθεις. Να πάρεις στροβιλιές γύρω απ'τον εαυτό σου. Κι ύστερα να την ανέβεις από την αρχή. Με βήματα λιγότερο αλαφριά. Αλλά πιο μετρημένα.



Ώχου ωρίμασα, με φαίνεται καημένε. Ντεμέκ ωρίμασα.



Δεν είναι πολλά τ'αρχοντικά. Όχι πως δεν υπάρχουν, αλλά πολλά δεν είναι. Τα βλέπεις να ξεχωρνάνε ανάμεσα στα φτωχόσπιτα και να κοτσάρονται πάνου από τους μπαχτσέδες.



Δίπατα και τρίπατα σαράγια. Με τα σαχνισιά τους που κάθουνταν τ'απογέματα οι γραίες και καρφώνανε τα βλέμματά τους στο δρόμο. Μήτε γατί δεν πέρναγε δίχως να δώκει αναφορά. Ποιανού είναι, για πούθε τόβαλε και τί ροϊδογυρεύει.



Και μην τα βλέπεις τώρα τα σαράγια πούχουν κάποια αλλάξει χαρακτήρα. Στην αρχική τους μορφή, είχανε καφασωτά διαφράγματα. Αποδώ οι σερνικοί από κει τα θηλυκά. Όπως τα πρόσταζε η θρησκεία.



Βλέπεις, την Άνω Πόλη την κατοικούσαν μουσουλμάνοι. Τουρκομαχαλάς ήταν, γιαβρίμ. Που σιάχτηκε στο πίσω μέρος της Σαλονίκης. Αλάργα από τη θάλασσα, ανηφοριά, ταλαιπωρία, τέρμα κι άκρη.



Εκεί γύρω από τα τείχη τα βυζαντινά. Μέσα κι έξω απ'αυτά. Ή κι ακουμπιστά απάνου τους. Πιο στέρεα θεμέλια από δαύτα που αντέξανε αιώνες, υπάρχουν, για; Δεν υπάρχουν.



Τούρκοι ήρθαν κι εχτίσανε εδώ. Και κάμποσοι Ντονμέδες. Πούσαν Εβραίοι προσήλυτοι στο Ισλάμ. Αλλά μήτε οι Εβραίοι τους θέλανε, μήτε οι Τούρκοι. Μην μου πεις ότι δεν τους έχεις ματακούσει. Α, είναι μεγάλη ιστορία το πώς κατέληξαν εδώ. Κάτσε να σε τα πω.



Για όλα φταίει κάποιος ονόματι Σαμπετάι Σεβί. Εβραίος ήτανε, γεννημένος στη Σμύρνη στα 1626. Όταν μεγάλωσε, έγινε ραβίνος κι ύστερα άρχισε να διαδίδει πως ήτανε τάχα-μου προφήτης κι έκαμε θαύματα. Ως και Μεσσίας αυτοχαρακτηρίσθηκε -πήρανε τα μυαλά του αέρα. Κάποιοι Εβραίοι τον επίστεψαν, άλλοι τον εχλευάσανε, έγινε νταβαντούρι και λίγο έλειψε να έρθουν και στα χέρια σε πολλές εβραϊκές κοινότητες ανά την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά άκουσε και ο Σουλτάνος και μόλις ο Σαμπετάι Σεβί πέρασε από την Πόλη, τον εκάλεσε για να τον ανακρίνει.



Εμφανίστηκε μπροστά του ο Σαμπετάι Σεβί και φαίνεται πως κιότεψε. Για να σώσει το κεφάλι του ο ζεβζέκης, είπε πως αποστολή του ήταν να οδηγήσει τους Εβραίους στη μοναδική, αληθινή πίστη: το Ισλάμ. Και για ν'αποδείξει πως δεν πουλάει φούμαρα, αναγκάστηκε να ασπαστεί τον μωαμεθανισμό εκεί μπροστά στο Σουλτάνο. Ατάκα κι επιτόπου. Φόρεσε και τουρμπάνι και τον εφωνάζαμε πια Μεχμέτ Εφέντι. Μαζί του εξισλαμίστηκαν κι αρκετοί από εκείνους που τον ακολούθησαν -στη Θεσσαλονίκη ήτανε ίσαμε τρακόσιες οικογένειες αρχικώς.



Μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση, υπήρχε υπόσχεση προς τους Ντονμέδες (έτσι τους ονομάσαμε αυτούς τους εξισλαμισμένους "αποστάτες" Εβραίους) της Θεσσαλονίκης, ότι θάρθει κάποια στιγμή ο Σαμπετάι Σεβί από τα ξένα για να τους ξανάβρει και να τους οδηγήσει. Όσο τον είδες εσύ νάρχεται, τόσο τον είδανε κι αυτοί.



Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, εδώ στην Άνω Πόλη κατέφθασαν κι αρκετοί μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τη Βοσνία. Βλέπεις, το 1878 με τη Συνθήκη του Βερολίνου, τις αλλαγές των συνόρων στα Βαλκάνια και την ενίσχυση των χριστιανικών κρατών της Σερβίας και της Αυστροουγγαρίας, αναγκαστήκανε αρκετοί να εκτοπιστούν και να κατέβουν νοτιότερα. Θεσσαλονίκη μου, μεγάλη φτωχομάνα.



Μερικούς δρόμους παρακάτου από εδώ που βρισκόμαστε, Σάββατο ήτανε, μεσημεράκι, γύρω στις 3 η'ώρα. Αύγουστος του 1917. Σε ένα φτωχικό σπίτι προσφύγων στη συνοικία Μεβλανέ -Ολυμπιάδος 3, η διεύθυνση- λοξοδρόμησε μία σπίθα. Μία τοσοδούλα σπίθα από τη φωτιά της κουζίνας. Πήρε ένταση η φλόγα κι έπεσε. Σε διπλανή αποθήκη. Που ήτανε γιομάτη άχυρο. Πυροσβέστες δεν είχαμε, νερό ούτε για ζήτω, δεν θεωρήσαμε πως τρέχει δα και κίνδυνος μεγάλος.



Αλλά θέριεψε η φωτιά. Κι εξαπλώθηκε σύντομα σε ολάκερη την πόλη. Έφυγε η Σαλονίκη, χάθηκε όλο το εμπορικό της κέντρο σε λέω! Και μεμιάς, διαγράφηκαν οι αστικές μνήμες μίας πολυπολιτισμικής μητρόπολης. Με τις συναγωγές και τα τεμένη της, με τις εφημερίδες και τις τράπεζές της, με τα σούρτα και τα φέρτα της.



Ο καπνός υψωνόταν εκατοντάδες μέτρα πάνου από τον Θερμαϊκό. Κι όλη η περιοχή που βλέπεις από το Επταπύργιο, έγινε στάχτη κι αποκαΐδια. Άτυχη βρε γιαβρίμ αυτή η Ελλάδα. Πέντε χρόνια μετά την απόκτηση της Θεσσαλονίκης, την έχασε μ'έναν τρόπο. Κι ύστερα, πέντε χρόνια αργότερα, έχασε μιαν άλλη της μητρόπολη. Πάλι παραδομένη σε φλόγες. Άλλες φλόγες εκείνες, θα πεις. Σαν είσαι όμως μες την πυρκαγιά, δεν ξεχωρίζεις φλόγες.



Η Άνω Πόλη στάθηκε πάντως τυχερή. Ο αέρας έσπρωξε τη φωτιά προς την πλευρά της θάλασσας κι ο μαχαλάς διεσώθη. Κι απ'όλη την πόλη, μας έμεινε ως δείγμα, η πίσω αυλή της. Η ανηφοριά και το σκαρφάλωμα. Οι μπαχτσέδες και τα σαχλισιά.



Φύγε εσύ, έλα εσύ. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, έφυγαν οι μουσουλμάνοι, ήρθαν άλλοι πρόσφυγες. Μικρασιάτες. Μπερδεύτηκαν οι τόποι, αλλαξοδρόμησαν οι ζωές. Δύσκολη πατρίδα γαβρίμ αυτή η Ελλάδα.



Και νάμαι πάλι που περπατώ στην Άνω Πόλη. Κι αγναντεύω τους χρόνους και μετράω τις δικές μου αντοχές. Σε ένα μέρος πούναι φτωχό και πλούσιο μαζί. Πολύ φτωχό. Και πολύ πλούσιο.



Ένα μέρος που με υπενθυμίζει πως έχει ο καιρός γυρίσματα τζιέριμ. Πως τίποτις δεν είναι γραμμικό. Πώς όλα μπορούν να είναι έτσι κι ύστερα να γίνουνε αλλιώς. Και τα δύσκολα, εύκολα. Και τα εύκολα, δύσκολα.



Μου πήρε καιρό, εντέλει να την ανέβω, καθόπως έπρεπε. Μου πήρε καιρό να την καταλάβω. Και να μπορώ να διακρίνω. Τα γατίσια μάτια που με θωρούνε μέσα από τα χαλάσματα.


Και να εκτιμήσω. Τη σοφία του κεραμιδόγατου. Που κατοικεί την Άνω Πόλη αιώνες τώρα, με την ίδια μακαριότητα. Εις πείσμα των καιρών και των διαθέσεων που αλλάζουνε. Με την ξεγνοιασιά του υπεράνω. Του προνομιούχου εκ πεποιθήσεως.


Και ίσως εντέλει ωρίμασα, γιαβρίμ. Γιατί δίχως να υπάρχει κάποιος να μου το πει, τόχω πλέον από μόνος μου κατά νου. Να προσέχω. Και νάχω κατέβει πριν σκοτεινιάσει. Και ναπάρω ζακέτα. Φυσάει ψύχρα εδώ απάνου. 

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Η ποπ μαϊμού και το λιλά σκυλάκι



Τί να σου πω, δεν είμαι βέβαιος. Όσα έργα του έχω δει κατά καιρούς, μου άρεσαν. Εντάξει, δεν ξετρελάθηκα κιόλας. Mου κέντρισαν όμως την περιέργεια. Και ήταν αναγνωρίσιμη η υπογραφή του. Καταλάβαινα εύκολα πως είναι δικά του. Νεο-ποπ τον χαρακτηρίζουν. Στην καλύτερη των περιπτώσεων. Διότι έχω διαβάσει και βιτριολικά σχόλια. Από επιφανείς κριτικούς τέχνης. Που τον περνάνε γενεές δεκατέσσερις.



Εδώ στο Παρίσι πάντως γίνεται τελευταία πολύς λόγος για δαύτον. Έχει μεγάλη ζήτηση και γίνεται συζήτηση γύρω απ'τ'όνομά του. Α ναι, δεν σου είπα ακόμα για ποιον σου ομιλώ: μα για τον Jeff Koons ντε. Τον προβόκατιβ, αμφιλεγόμενο, εκκεντρικό και υπερδραστήριο καλλιτέχνη, στον οποίο έχει αφιερώσει ειδική έκθεση ρετροσπεκτίβα το Πομπιντού. Με τζέρτζελο, ομιλίες, ξεναγήσεις και πλήθη κόσμου.


Και επειδής το πτηνό πετάει τη σκούφια του για τέτοια νταβαντούρια, το βρίσκεις απ'τ'αξημέρωτα να έχει στηθεί όξω από το μουσείο με την πιο αρτίστικ διάθεσή του. Και με έντονη περιέργεια για την έκθεση που χαρακτηρίζουν πολλοί ως το καλλιτεχνικό γεγονός της χρονιάς (προφανώς δεν έχουν δει το "Σμύρνη μου, αγαπημένη" με την Ντενίση!).


Εξού και νάμαι, ν'ανεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες του Πομπιντού -πούναι πάντα ένα αρτίστικ ινσταλέισον από μόνες τους- χαζεύοντας τα Παρίσια και τους παριζιέν αφ'υψηλού.


Και ειλικρινώς, μήτε που ήξευρα τι εξπεκτέισονς είχα από ετούτη την έκθεση. Ενός ανθρώπου που δεν μου είναι και πολύ συμπαθητικός, ούτε και θεωρώ ιδιαίτερα ταλαντούχο.   Αλλά επειδής είμαι εκ πεποιθήσεως καλοπροαίρετο πτηνό, είπα να δώσω ευκαιρίες.


Η πρώτη ενότητα εκθεμάτων είναι κάτι φουσκωτά φαντεζί παιχνίδια (λουλουδάκια/λαγουδάκια) μεταξύ Τζάμπο και Κίντερ Έκπληξη. Που κυκλοφορούν στο κιτρινάκι, στο ροζουλί και στο φούξια. Αν είσαι πεντάχρονη, σε έχουμε κερδίσει ήδη ως κοινό.


Αλλά και τα επόμενα εκθέματα είναι ψιλοφεύγα. Για παράδειγμα, οι μπάλες του μπάσκετ που κολυμπούν ανέμελα εντός του ενυδρείου, στα σίγουρα απευθύνονται στον φιλόζωο φίλαθλο που αφενός δεν έχει λεφτά να βάλει Νόβα για να βλέπει NBA και αφετέρου λατρεύει τα χρυσόψαρα αλλά βαριέται να καθαρίζει κάθε τρεις και λίγο τη μπίχλα από τη γυάλα. Άσε που δεν χρειάζεται να ταΐζεις τις μπάλες, μήτε κινδυνεύεις να τις βρεις τ'ανάσκελο όταν γυρίσεις μαυρισμένος από τις διακοπές. Ζούπερ συμφερτικό.


Το καλό με το συγκεκριμένο μάστερπις είναι επίσης ότι δεν χρειάζεται να δαπανήσεις ένα σκασμό λεφτά για να το αποκτήσεις: πηγαίνεις απλώς στο κοντινό πετ-σοπ σου, αγοράζεις ένα ενυδρείο, πετάς μέσα νερό και δύο μπάλες και βουαλά, έχεις την τέχνη στο σπίτι σου.


Αν πάλι δεν είσαι μπασκετόφιλος, αλλά προτιμάς μία θεματολογία πιο ρουστίκ και βουκόλα, σου έχουμε το γουρουνάκι με τ'αγγελάκια. Ένα παρόμοιο είχε μία θεία μου απάνου στο σκρίνιο, αλλά δύσκολα την έλεγες φιλότεχνη. Προς υπεράσπισή της, το είχε σετάκι με μία βοσκοπούλα και δύο προβατίνες.


Ναι, ο Jeff Koons παίρνει το κιτς και το τερματίζει. Αλλά με έναν εντελώς ακομπλεξάριστο τρόπο και χωρίς να σε ζαλίζει με σημαινόμενα.


Βλέπεις ένα ανθρωπάκι και ένα αλογατάκι μέσα σε ελέκτρικ μπλου αντανακλάσεις και δεν θέλουμε να σου υπονοήσουμε απολύτως τίποτις. Απλώς σκεφτήκαμε ότι θα ήταν πολύ γουάου να βάλουμε ένα ανθρωπάκι παρέα με ένα αλογατάκι μέσα σε ελέκτρικ μπλου αντανακλάσεις.



Αν ψάχνεις κάτι στο πιο γούτσου-γούτσου, σου έχουμε γατάκι σε κρεμασμένη κάλτσα με χρωματιστά λουλουδάκια. Και μη μου κάμεις εμένα τον σοβαρό και υπεράνω, διότι παραδέξου-το, σε κάτι τέτοια χαρίζεις αβίαστα τα λάικ σου στα φέιζμπουκ και στα ίνσταγκραμ.


Για εσένα τον πιο αισθηματία και ρομαντίκ, υπάρχει αυτή η τεράστια κόκκινη καρδιά που κρέμεται με φαντεζί κορδέλα. Ναι ρε, αγαπάμε -υπάρχει κανένα πρόβλημα;


Ο Jeff Koons δεν διστάζει να σου σιάξει αρτίστικ αποτέλεσμα αξιοποιώντας όλη την προσχολική σειρά της Πλέισκουλ. Και παρά τις όποιες (πολλές;) ενστάσεις σου, δεν μπορεί παρά να χαμογελάσεις με όλη αυτή την αλαφράδα και την παιχνιδιάρικη διάθεση. Αντίς για κριτική, μάλλον πρέπει να φέρεις το κουβαδάκι σου.


Ναι, είναι κιτς και φαίνεται. O Koons ουδέποτε δοκίμασε να κρύψει την προτίμησή του για το εφήμερο, το ποπ, το γουστόζικο και το χαριτωμένο. Κι αν αναρωτιέσαι πώς σιάχνει αυτά τα δημιουργήματά του και από τί υλικά, θα πρέπει να σου αποκαλύψω ότι ουσιαστικά τα παρασκευάζει σε ένα "εργοστάσιο" 1.500 τ.μ. και με τη βοήθεια μίας στρατιάς από υπαλλήλους. Ναι, μιλάμε για φάμπρικα. Εργοστασιάρχης τέχνης. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Άντι Γουόρχολ.


Και ήρθε η ώρα να στο αποκαλύψω: έχω ποζάρει κι εγώ για τον καλλιτέχνη. Αν και είχαμε κάποιες διαφωνίες για το γουρούνι και τη μανδάμ που με πλαισιώνουν, εντέλει είπα ν'αποδεχτώ. Προς χάριν της τέχνης, καταλαβαίνεις.


Κανονικά εγώ είχα ζητήσει να με απαθανατίσει μαζί με τον Μάικλ Τζάκσον. Αλλά ας όψεται η μαϊμού που έβαλε μέσον. Εδώ ο Μάικλ δεν είναι ούτε μαύρος, ούτε λευκός: είναι χρυσαφί. Και με έναν περίεργο τρόπο, αυτό το χρώμα του ταιριάζει πολύ.


Ο Jeff Koons είναι 60 χρονών. Και εντελώς ζάπλουτος. Αρκεί να σου πω ότι το περτικαλί Ballon Dog του από ανοξείδωτο ατσάλι είναι το ακριβοτερότερο έργο τέχνης εν ζωή καλλιτέχνη έβερ. Αν είσαι όρθιος, κάτσε. Το πουλήσαμε στην αστρονομική τιμή των 58,4 εκατομμυρίων δολαρίων. Και τα ψιλά δικά σου.


Με τέτοιους τζίρους, είναι να μην ποζάρει με ηδυπάθεια και ναρκισσισμό σε σέλφι προτομή; Κι αν τον ευρίσκεις προκλητικό και προβόκατιβ, να σε δω με τί μούτρα θα αντιμετωπίσεις την επόμενη ενότητα.


Το λέμε "Μέιντ ιν Χέβεν" και αναφέρεται σε εκείνον τον ανεκδιήγητο γάμο. Του καλλιτέχνη με την πορν αρτίστα Τσιτσιολίνα. Ναι, εκείνη την οξυζενέ ιταλίδα που κυκλοφορούσε αγκαλιά με το αρκουδάκι της και είχε αναδειχθεί σε (α) θρύλο της ερότικ-σπαγγέτι βιομηχανίας, (β) πιο επιτυχημένη εξαγώγιμη περσόνα της Ιταλίας κατά τα 80s μετά τη Ραφαέλα Καρά και τον Σεραφίνο και (γ) βουλευτίνα με μάχιμη κοινοβουλευτική παρουσία, τύπου ή περνάτε το νομοσχέδιο ή πετάω τα ρούχα μου.


Ο γάμος δεν μακροημέρευσε, αλλά αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μερικά εντελώς προκλητικά έργα του Koons, ο οποίος δεν δίστασε να φωτογραφίσει τις περιπτύξεις του με την Τσιτσιολίνα, σε φουλ φρόνταλ νούντιτι.


Αλλά επειδής είμαστε μπλογκ πολύ καθωσπρέπει και μας παρακολουθούν και μικρά παιδιά, θα αρκεστούμε σε πόζες πιο τριαλαρί τριαλαρώ, με πεταλουδίτσες και ροζ συννεφάκια, με μελισσούλες και λουλουδάκια. Διότι σε ό,τι μας αφορά, τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός και τα δώρα ο Άγιος Βασίλης.


Δεν ξεύρω αν εκείνος ο γάμος είχε χαρακτηριστικά εμπορικής συμφωνίας ανάμεσα σε δύο αμείλικτους επαγγελματίες της σόου-μπιζ (όπως πολλοί ψιθυρίζουν). Εκείνο που ξεύρω είναι ότι η Τσιτσιολίνα -δια του έργου του Koons- κέρδισε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από εκείνη που θα της αναλογούσε. Τη στιγμή που πολλές άλλες συναδέλφισσες βρίσκονται στην καλύτερη των περιπτώσεων, κρεμασμένες σε περίπτερα της Ομόνοιας, εκείνη μοστράρεται στο Πομπιντού -που δεν το λες και μικρό πράμα.


Τελευταία ενότητα: Αρχαιότητα. Όχι που θα μας γλίτωνε ο κούρος και η κόρη. 


Ο Koons παίρνει μία απλή, καθημερινή μυθολογική ομορφοκοπέλα και της κοτσάρει γαλάζια κρύσταλ μπολ να σπάσει την μονοτονία.


Ο Ηρακλής από την άλλη -πούναι πιο νταβραντισμένος- το ισορροπεί το μπολ στον ώμο του. Όσο για το κόνσεπτ, είναι μάλλον απλό: παίρνουμε τις πιο κλασικές φόρμες και τις αποδομούμε. Με έναν τρόπο υπαινικτικό και τολμηρό. Τελειώσαμε; Ναι, τελειώσαμε.



Κοιτάζω ένα πολύχρωμο γκλόσι ελεφαντάκι και προσπαθώ να αποφασίσω. Αν όλα ετούτα τα σουπερφίσιαλ αντικείμενα είναι για μένα, καλλιτεχνικές δημιουργίες ή κακόγουστα προϊόντα της παραληρηματικής σύγχρονης αγοράς τέχνης. Και ξεύρεις κάτι, συνειδητοποίησα πως δεν χρειάζεται να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα.

Διότι πέραν από καλλιτεχνικές συμβάσεις και παραδοχές περί καλαισθησίας, ο Koons με έκαμε να χαμογελάσω, με εξέπληξε, μου έκλεισε το μάτι, έφερε τα παιχνίδια του και με κάλεσε να παίξουμε μαζί. Και στο τέλος, έφυγα χαρούμενος. Όχι προβληματισμένος ή εκστασιασμένος. Απλά χαρούμενος. Και ξεύρεις κάτι; Είναι πολύ μεγάλο επίτευγμα και μαγκιά να σε κάμει μία έκθεση, χαρούμενο. Θενκ γιου, Τζεφ.