Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Νικηφόρου Θεοτόκη



Για να μάθεις καλά έναν τόπο, πρέπει να κάμεις θαρρώ τρία πράματα: να τον ζήσεις, να τον περπατήσεις και με έναν τρόπο να τον αγαπήσεις. Τότες μόνο, σου ανοίγεται και σου εκμυστηρεύεται τα σώψυχά του. Τότες μόνο, ξεδιπλώνει για χάρη σου, τις αθέατες πλευρές του και τις κρυμμένες του σαγήνες.



Ειδικά σε τόπους δύστροπους και τζαναμπέτηδες όπως η Αθήνα, χρειάζεται να καταβάλεις ακόμα περισσότερη προσπάθεια. Και να επιδείξεις ακόμα μεγαλύτερη επιμονή. Διότι για νάβρεις τις σαγήνες περί των οποίων ομιλώ, χρειάζεται να προσπεράσεις χιουτζ αμάουντς ασχήμιας και κακογουστιάς. Και να βρεις τις αθέατες, μικρές οάσεις που η πόλη έχει φυλακίσει ανάμεσα στις πολυκατοικίες, τους θορύβους, τις φωνασκίες, τα μποτιλιαρίσματα και τις απρονοησίες της.



Σε αυτές τις αθέατες οάσεις καταφεύγω κάθε φορά που νιώθω την ανάγκη για μερικές ανάσες ησυχίας. Και σε μία τέτοια όαση, περιπατούμε εδώ και τόσην ώρα. Σε ένα δρομάκι πούχει μια θέση ξεχωριστή στις διαδρομές μου.



Αν με έβαζαν να επιλέξω τους δέκα πιο όμορφους δρόμους της Αθήνας, στα σίγουρα θα του επιφύλασσα μία θέση. Αν έπρεπε να σου στείλω μία καρτ ποστάλ με τα καλύτερα ενσταντανέ της πόλης, στα σίγουρα θα το έβαζα να μου ποζάρει χαμογελαστό. Αγαπημένε αναγνώστα, καλωσήρθες στη Νικηφόρου Θεοτόκη.



Η Νικηφόρου Θεοτόκη κατηφορίζει το Μετς στα τελειώματά του, προς την λεωφόρο Αρδηττού. Είναι μικρή -μη φανταστείς τίποτις γκραντιόζο και περιμένεις να σουλατσάρεις χιλιόμετρα. 



Δυοτρία τετράγωνα μήκος. Και στενή σε φάρδος. Μια σταλιά, σου λέω.



Αλλά είναι πεντάμορφη και νοσταλγική και φίνα. Με τα νεοκλασικά της σπίτια, με τις γλάστρες και τις περικοκλάδες της. Με τις πολύχρωμές της πόρτες.



Είναι και πεζοδρομημένη. Που σημαίνει πως όχι, δεν μπορείς νάρθεις να τη διαβείς με το τουτού σου, μήτε να μας ζαλίσεις με το κλάξον σου μη-χειρότερα. Και ευτυχώς δηλαδή.



Είναι και αρκετά συμμαζεμένη και οριοθετημένη. Από την πάνω της πλευρά, ανταμώνεται με την υπέροχη Ευγένιου Βούλγαρη. Πούναι κι αυτή πολύ θελκτική και μυρίζει αρχοντιά.



Μιας Αθήνας που διατηρείται πλέον μόνο ως ανάμνηση ακριβή στη σκέψη και στη θύμιση των πιο παλιών της κατοίκων. Μιας Αθήνας που ρημάζει και στενάζει και σιγά σιγά πεθαίνει, χωρίς να μπορεί να σου εγγυηθεί πως θα γεννήσει το καινούργιο.


Στριμώχνω το βλέμμα μου μέσα από τις αυλόπορτες σπιτιών όπως ετούτο. Πούναι αφημένο και χορταριασμένο. Αλλά που με έναν τρόπο παραμένει φιλόξενο και στοργικό. Και σου επιτρέπει να διαβάσεις την ιστορία του. Να σου αφηγηθεί τις αναμνήσεις του από τους ανθρώπους που το κατοίκησαν. Που κοιμήθηκαν και ονειρεύτηκαν μέσα στις κάμαρές του. Που ατένισαν τ'αστέρια μέσα από τις αυλές του. Που γέλασαν, που δάκρυσαν. Που έζησαν αυτήν την πόλη σε διάφορες εποχές της.


Δεν ξεύρω αν το γνωρίζεις, αλλά τούτη η περιοχή λεγόταν κάποτες "Παντρεμενάδικα". Διότι λέει στα παλιά τα χρόνια -πριν κάναν αιώνα και βάλε- ένας ογδοντάχρονος είχε στεφανωθεί εδώ μια εβδομηνταπεντάχρονη. Κι επειδής στα τότες, το μόνο στεφάνι πούβλεπε ο παππούς της περιοχής ήταν εκείνο που του στέλνανε οι συγγενείς του όταν τον εθάβανε στο Πρώτο Νεκροταφείο πούναι εκειδίπλα (κουνήσου από το θέση σου), το παντρολόγημα από γεροντοέρωτα ήταν τόσο εξτραορντινέρ που συνιστούσε ικανή αιτία να ονομάσουμε ολάκερη περιοχή. 


Βεβαίως υπάρχει και έτερη εκδοχή. Που λέει ότι στα Παντρεμενάδικα, συχνάζανε τα παράνομα ζευγαράκια και στεγάζανε το φικι-φίκι τους σε κάτι ξύλινα παραπήγματα που ήσαν στημμένα πίσω από τον Αρδηττό. Αλλά εγώ πούμαι τίμιο πτηνό κι έχω το ράμφος μου καθαρό, μήτε είδα, μήτε άκουσα τίποτις.



Γιατί ήρθαμε εδώ, θα αναρωτηθείς. Τί γυρεύουμε σε ετούτο το μικρό δρομάκι, που όσο γραφικό κι αν είναι, παραμένει σταγόνα εν τω μέσω ενός αδυσώπητου και γκρίζου ωκεανού από τσιμέντο.


Τις περισσότερες φορές που έρχομαι εδώ, με οδηγεί κάποιος περίπατος από εκείνους που κάμω γύρω από το λόφο του Αρδηττού. Σήμερα, με οδήγησε εδώ η ανάγκη.


Η ανάγκη να ξανανταμωθώ με την καλαισθησία, με την ησυχία, με τη δημιουργική δύναμη. Μιας Ελλάδας που πίστεψε κάποτε πως μπορεί να προοδεύσει, να βελτιωθεί και να αλλάξει. Μιας Ελλάδας που μορφώθηκε, που έσιαξε ζωές για τα παιδιά της, που έμαθε καλούς τρόπους και διαμόρφωσε τη δική της αστική κουλτούρα. 


Μιας Ελλάδας νεοκλασικής και ευρωπαϊκής. Μιας Ελλάδας νεωτερικής. Μιας Ελλάδας οραματικής. Μιας Ελλάδας που θέλησε να πηγαίνει μπροστά και όχι πίσω.


Εδώ, στη Νικηφόρου Θεοτόκη, με έφερε σήμερα η ανάγκη. Να συνομιλήσω με εκείνη την Ελλάδα. Που ακούγεται ολοένα λιγότερο. Και κινδυνεύει πλέον όχι μόνο από εγκατάλειψη και αδιαφορία, αλλά και από χλευασμό και ευθείες επιθέσεις. Που αμφισβητούν τις κατακτήσεις της. 

Και εδώ, στη Νικηφόρου Θεοτόκη, ετούτη η πόλη και ετούτη η χώρα με διαβεβαιώνουν. Και με καθησυχάζουν. Ότι η λογική παραμένει το πιο ισχυρό καταφύγιο. 

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

#teleutaia_fora_aristera



Πολλές φορές αναρωτιέμαι. Πώς να ένιωθαν εκείνοι οι μικρασιάτες που τυχόν έβλεπαν την καταστροφή να πλησιάζει μερικούς μήνες ή βδομάδες πριν την κατάρρευση του μετώπου, αλλά δεν μπορούσαν να κάμουν απολύτως τίποτα για να την αποτρέψουν. Πώς να ένιωθαν οι όσοι αντιλήφθηκαν ότι η εγκληματική ανάθεση του σχεδίου "Προμηθεύς" στον ημίτρελο Γιώργο Παπαδόπουλο, θα του επέτρεπε να ελέγξει τις ένοπλες δυνάμεις και να προχωρήσει στην επιβολή δικτατορίας. Πώς να ένιωθαν εκείνοι που έβλεπαν να πυκνώνουν οι κινήσεις του τουρκικού στρατού απέναντι από την Κερύνεια, πριν τον τραγικό Ιούλη του 1974, αλλά δεν μπορούσαν να ακουστούν οι φωνές τους εν μέσω της χούντας και της τραγικής κατάστασης που δημιούργησε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Τώρα πια δεν αναρωτιέμαι. Γιατί ξέρω πλέον καλά αυτή την αίσθηση της απόγνωσης.



Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μία νέα εθνική καταστροφή.

Και όσοι τυχόν δεν το βλέπουν, θα μου επιτρέψεις να πω ότι είναι ανόητοι. Ή αφελείς. Ή ιδεολογικά τυφλωμένοι. Ή καιροσκόποι.



Το ιδεολόγημα του Σύριζα σύμφωνα με το οποίο τα Μνημόνια είναι υπαίτια για την κρίση (και όχι το αντίστροφο) έχει ήδη καταρρεύσει εδώ και βδομάδες. Η χώρα έχει αφεθεί πράγματι χωρίς Μνημόνια, αλλά η κρίση ουχί μονάχα βαθαίνει σε όλες τις παραμέτρους της οικονομικής, κοινωνικής και επιχειρηματικής ζωής του τόπου, αλλά κινδυνεύει να λάβει σύντομα τη μορφή μίας τεράστιας ανθρωπιστικής κρίσης -που μπροστά της θα ωχριά αυτό που βιώνουμε τα τελευταία πεντέξι χρόνια.



Ας αφήσουμε για λίγο τις συνήθεις υπεραπλουστεύσεις (τύπου "ήταν καλύτεροι οι σαμαροβενιζέλοι;", "φταίει ο Σόιμπλε και το σινάφι του" ή "υπάρχει διεθνής συνωμοσία εναντίον μας γιατί μας ζηλεύουν που είμαστε λεβεντόπαιδα και κατοικούμε στην καλύτερη χώρα του κόσμου") και ας δούμε τα δεδομένα:

(α) Η κυβέρνηση έχει αποτύχει διαπραγματευτικά. Διότι ακόμα κι αν εντέλει φθάσει σε μία συμφωνία εντός των προσεχών ημερών, είναι προφανές ότι αυτή θα είναι κατά πολύ χειρότερη από όλες όσες έχουν υπογραφεί έως σήμερα. Και επειδή θα είναι δύσκολη η πολιτική της υποστήριξη στο εσωτερικό της κυβέρνησης (διότι πλέον δεν μπορεί παρά να έχεις καταλάβει το επίπεδο πολιτικής ευστροφίας και οξύνειας πολλών από τα στελέχη της), η χώρα θα οδηγηθεί μοιραία σε νέα περίοδο πολιτικής αστάθειας και εκλογών που αντί να λύσουν, θα εντείνουν τα προβλήματα και θα δημιουργήσουν συνθήκες χάους -και μην θεωρείς καθόλου δεδομένο ή εύκολο το σχηματισμό νέας κυβέρνησης μετά από αυτές τις εκλογές.



(β) Ο χρόνος που έχει χαθεί από τότε που ανέλαβε ο Σύριζα την εξουσία έως σήμερα είναι τόσος πολύς που πλέον το κόστος είναι μη διαχειρήσιμο. Είναι προφανές σε οποιονδήποτε έχει στοιχειωδώς ασχοληθεί με τα οικονομικά ότι βασική παράμετρος για τις αγορές είναι η σταθερότητα και η αξιοπιστία. Η κυβέρνηση τις έχει απωλέσει και τις δύο, εγκλωβισμένη σε μία σπειρωειδή ρητορική (θα σκίσουμε τα Μνημόνια / δεν θα σκίσουμε τα Μνημόνια, θα διώξουμε την Τρόικα / θα την μετονομάσουμε σε θεσμούς, δεν θα δεχθούμε υφεσιακά μέτρα / θα δεχθούμε κάποια υφεσιακά μέτρα, δεν θα υπογράψουμε συμφωνία / θα υπογράψουμε οπωσδήποτε συμφωνία κ.λπ.), η οποία μάλιστα εμφανίζει αξιοθαύμαστη ποικιλότητα ανάμεσα στα στελέχη της. Η μεγάλη αναμονή δημιούργησε ήδη συνθήκες έμμονης υφεσιακής αδράνειας με όλους τους δείκτες της οικονομίας να χτυπούν κόκκινο.

(γ) Η κυβέρνηση δεν είχε και δεν έχει σχέδιο. Η ανυπαρξία νομοθετικών πρωτοβουλιών, η παντελής απουσία αναπτυξιακού μοντέλου, η μυωπική αντιμετώπιση της επιχειρηματικότητας και η βαβέλ δηλώσεων των πρωτοκλασάτων στελεχών για τα βασικά οικονομικά θέματα, δημιουργούν ένα κοκτέιλ ασυνενοησίας, απραξίας και αναποτελεσματικότητας σε όλους τους τομείς του κυβερνητικού έργου. 



(δ) Η κυβέρνηση δίνει εσωτερικά, το λάθος μήνυμα. Σε μία κοινωνία απελπισμένη και κουρασμένη, με την ανεργία να σκαρφαλώνει και πάλι προς τα πάνω, με τα δημόσια ταμεία να έχουν στεγνώσει και με την αγορά να έχει παγώσει τις πληρωμές της (και κυρίως έναντι της εφορίας) εν αναμονή εξελίξεων, κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης φαίνεται πως παραμένει ο λαϊκισμός της. Είτε αυτός εκφράζεται με την επαναπρόσληψη των καθαριστριών, είτε με την αστεία επίδειξη δημοκρατικής γυμναστικής από τη Ζωή προς τους αστυνομικούς της Βουλής, είτε με τη θριαμβολογία επί της πρόσφατης απόφασης του ΣτΕ για επιστροφή των δώρων στους συνταξιούχους (λες και δεν θα κληθεί η κυβέρνηση να αναζητήσει αυτά τα κονδύλια, αλλά κάποιος άλλος), είτε με την αστεία αποκατάσταση των συνδικαλιστών της ΕΡΤ, οι οποίοι πλέον επέστρεψαν ως τιμημένοι επαναστάτες για να αναλάβουν το τιμόνι της κρατικής (ουπς, δημόσιας ήθελα να πω) τηλεόρασης.



Βεβαίως, η ευθύνη του πολιτικού ακροατηρίου της είναι τεράστια. Όσο λαϊκίζει, ο Σύριζα εξακολουθεί να χαίρει της υποστήριξης μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που είναι εθισμένα στη ρητορική των εύκολων και μεγαλόσχημων υποσχέσεων (ναι, θυμίζει απελπιστικά τον Ανδρέα), που είναι πασπασλισμένες με έξυπνες δόσεις ριζοσπαστισμού και μαγκιάς. Και αν εντέλει ο Τσίπρας οδηγηθεί σε ρήξη, τότε στα σίγουρα θα προσπαθήσει να παρουσιάσει την έξοδο της χώρας από το Ευρώ ως ένα ηρωϊκό όχι.

Μόνο που θα είναι πολύ αργά. Για τον ίδιο, για το κόμμα του και δυστυχώς για όλους εμάς.



Διότι το όχι αυτό, θα είναι ένα όχι στη μεγαλύτερη πολιτική κατάκτηση της χώρας από την αρχή της σύγχρονης ιστορίας της. Θα είναι ένα όχι στις όποιες προοπτικές έχουν οι επόμενες γενιές Ελλήνων για ευημερία, ασφάλεια και σταθερότητα. Θα είναι ένα όχι στις όποιες πιθανότητες έχει αυτό το κράτος να εκσυγχρονιστεί και να ακολουθήσει στοιχειωδώς τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες στο δρόμο της προόδου (διότι ας μην γελιόμαστε, σχεδόν όλες οι βελτιώσεις που έχουν προκύψει τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα, έχουν προέλθει αποκλειστικά λόγω της συμμετοχής της στην ΕΕ και της αναγκαστικής συμμόρφωσής της με το ευρωπαϊκό πλαίσιο). Θα είναι ένα βροντερό όχι στο αύριο και μία ακόμα δραματικότερη σμίκρυνση της χώρας.



Το όχι αυτό και η αναπόφευκτη πλέον επιστροφή στη δραχμή, θα σημάνει μία ραγδαία πτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Που θα πλήξει κατ'εξοχήν τους μη-έχοντες (δηλαδή αυτούς που υποτίθεται πως προσπαθεί να διασώσει η κυβέρνηση, μην υπογράφοντας νέο Μνημόνιο), θα αυξήσει κατακόρυφα την ανεργία, θα ρίξει τη χώρα σε μία σφοδρή καταιγίδα δημοσιονομικών προβλημάτων (υψηλός πληθωρισμός, έκρηξη του δημοσίου χρέους, ελλείψεις αγαθών λόγω μη-διαχειρήσιμης ανισσοροπίας στο εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο) και βεβαίως, θα σημάνει το πολιτικό τέλος του Σύριζα, καθώς ο ξεσηκωμός και η αγανάκτιση του κόσμου θα λάβει τη μορφή γενικευμένης κοινωνικής εξέγερσης (στη χειρότερη των περιπτώσεων, με προϋποθέσεις εθνικού διχασμού).



Το όχι λοιπόν αυτό θα μετατρέψει σύντομα το "πρώτη φορά Αριστερά" σε "τελευταία φορά Αριστερά", στιγματίζοντας την παράταξη που οδήγησε τη χώρα στο απόλυτο χάος σε μόλις μερικούς μήνες διακυβέρνησης και εξασφαλίζοντάς της, μία θέση στα βιβλία της ιστορίας με τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές. Και -τελευταίο, αλλά ουχί λιγότερο σημαντικό ή ανησυχητικό- φέρνοντας μία βαθιά Δεξιά στη θέση της.



Τότε και μόνον τότε, οι ασυνείδητοι που σήμερα δηλώνουν πως δεν έχουν δα να χάσουν και τίποτα με την επιστροφή στη δραχμή (είτε γιατί δεν έχουν λεφτά στην τράπεζα, είτε γιατί ελπίζουν σε διαγραφή προσωπικών οφειλών και δανείων τους, είτε γιατί είναι παροιμιωδώς άσχετοι με τον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές), θα αναγκαστούν να βρεθούν αντιμέτωποι με το αποτέλεσμα της εγκληματικής ασυνειδησίας τους.

Ελπίζω, ακόμα και αυτήν την ύστατη ώρα, ο κύριος Τσίπρας, οι κυβερνώντες, αλλά και όλοι εμείς, να αντιλαμβανόμαστε το βάρος των επιλογών μας.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Terrapolis


Κρατάς μυστικό; Όχι θέλω να μου το υποσχεθείς και να μου τ'ορκιστείς. Διότι θα σου εκμυστηρευτώ μέρος πούναι ειδυλλιακό, σουπέρμπ και φορμιντάμπλ, αλλά θέλω να μείνει μεταξύ μας.



Και μη βάζεις με το μυαλό σου εκδρομές και εξορμήσεις, μήτε μακρινά πηγαινέλα στο χάρτη. Εδώ στην Αθήνα βρισκόμαστε, καημένε. Πιο κέντρο δεν γίνεται. Ανάμεσα σε Εξάρχεια και Κολωνάκι. Δύο βήματα από τη Σόλωνος και την Ακαδημίας.



Αγαπημένε αναγνώστα, καλωσήλθες στον κήπο της Γαλλικής Σχολής Αθηνών. Στη Διδότου ντε. Σε μία από τις πιο καλά κρυμμένες πράσινες οάσεις της Αθήνας. Σε περιμένουν εκπλήξεις.


Πάνε αρκετά χρόνια από την πρώτη φορά πούχα τρυπώσει εδώ μέσα. Ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα, νομίζω ψιλόβρεχε κιόλας. Και είχα στ'αλήθεια σαστίσει. Διότι με το που μπήκα στο ζαρντάν κι έκλεισε η πόρτα ξωπίσω μου, βρέθηκα σε ένα μέρος που δεν είχα ποτέ φανταστεί ότι υπάρχει. Με φροντισμένα παρτέρια, αψηλά δέντρα, πυκνή βλάστηση, λουλουδάκια, πουλάκια, ησυχίες.



Πέραν του ζαρντάν, πούναι τρε μανιφίκ από μόνος του, μεγάλη εντύπωση μου είχε κάμει τότες και το κτήριο. Νεοκλασικό του 1873, σε σχέδια του Ευγένιου Τρουμ.



Με τις καθαρές του γραμμές, τα διακοσμητικά του στοιχεία κι αυτή την οικονομία των σχημάτων και των μεγεθών που τόσο πολύ ταιριάζει στο αττικό τοπίο, στα χρώματα και τις διαθέσεις του.



Και θάρθεις τώρα εσύ ν'αναρωτηθείς: πώς βρέθηκαν άραγες οι Γάλλοι στη Διδότου και πώς διατηρήθηκε ετούτη η νησίδα καλαισθησίας και πρασινάδας εν μέσω της τσιμεντένιας γιγαντούπολης;



Όλα ξεκίνησαν το 1669, όταν κάτι καπουτσίνοι (οι μοναχοί, όχι οι καφέδες) έφθασαν στην Αθήνα από τη Γαλλία, τους καλάρεσε η πόλη και απεφάσισαν να επενδύσουν στο ρίαλ εστέιτ για να στήσουν τη μονή τους. Κατόπιν ενδελεχούς έρευνας, κατέληξαν να αγοράσουν το Μνημείο του Λυσικράτους στην Πλάκα. Που ανήκε σε κάποιον Έλληνα της εποχής και τους το πούλησε έναντι 150 σκούδων -κοψοχρονιά δηλαδής. Έτσι σιάξανε εκεί οι καπουτσίνοι τη μονή τους και παρεμπιπτόντως σώσανε και το Μνημείο του Λυσικράτους, που υπό άλλας συνθήκας θάχε φύγει κούριερ με τον πρώτο τυχάρπαστο περιηγητή-αρχαιοκάπηλο (ένα σου λέω: τόχε βάλει στο μάτι ο Έλγιν, αλλά δεν κατάφεραν οι συνεργάτες του να δωροδοκήσουν τους καπουτσίνους -που αποδείχθηκαν πολλά βαρείς και καθόλου ντεκαφεϊνέ).



Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, η μονή έγινε φλαμπέ και το μόνο που διεσώθη ήταν και πάλι το Μνημείο του Λυσικράτους -που το λες και κορακοζώητο- το οποίο όμως πέρασε στην κυριότητα του γαλλικού κράτους, που το θεωρούσε δικό του. Κατόπιν πιέσεων από την Ελλάδα, η Γαλλία δέχθηκε εντέλει να ανταλλάξει το Μνημείο και το τριγύρω οικοπεδάκι με έτερο κτηματάκι στη Διδότου, το οποίο της παραχωρήθηκε ως αντιστάθμισμα. Και ήσαν όλοι τρε κοντάντ.



Έκτοτε, η Γαλλική Σχολή Αθηνών που στεγάστηκε στο νεοκλασικό μπίλντινγκ που βλέπεις, αποτέλεσε ένα ιδιαιτέρως ζωντανό κύτταρο επιστημονικής γνώσης και έρευνας, με αποστολή την προώθηση και τη μελέτη της γλώσσας, της ιστορίας και των ποικίλων εκφάνσεων του Ελληνισμού. Που μπορεί όταν τον βιώνεις εσύ ως καθημερινότητα νάχει κάμποσα στραβά, αλλά αν ήσουν αλλοδαπός και ρομαντίκ θα δεχόσουν πως ως αντικείμενο είναι αβανταδόρικο και πολύ ιντερεσάντ.



Με το πέρασμα των χρόνων, το κτήριο και ο υπέροχος ζαρντάν έμειναν ένα αφανές και αθέατο κομμάτι αυτής της πόλης. Που την ύπαρξή του αγνοούσαν ακόμα και οι πιο υποψιασμένοι και περπατημένοι Αθηναίοι. Και είναι αλήθεια πως η Γαλλική Σχολή, σπανίως άνοιγε τις πόρτες για να υποδεχθεί επισκέπτες.



Μέχρι προσφάτως. Διότι εδώ και μερικές εβδομάδες, απεφάσισε να ανοίξει την καταπράσινη αγκαλιά της και να συστηθεί με το κοινό.



Με μία έκθεση τέχνης που τιτλοφορείται Terrapolis και που είναι από τις πιο ευχάριστες και εικαστικά ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες στην Αθήνα, σε συνεργασία μάλιστα με την σπουδαία Whitechapel Gallery του Λονδίνου.


Έργα τέχνης που παίζουν με το ανθρώπινο και το ζωώδες, που αντλούν θεματολογία από το μύθο και το δράμα, που εξερευνούν τις μεταμορφώσεις μας. Τρε μπον ιντέ και με πλούσιο εύρος εικαστικών αναζητήσεων.


Τα γλυπτά βρίσκονται διασκορπησμένα σε διάφορα σημεία του ζαρντάν, σαν να κυκλοφορούν και ν'απολαμβάνουν κι αυτά την οργιώδη βλάστηση και τη γαλήνη του μέρους.


Πολύ θετική εντύπωση μού έκαμε ετούτη η κολοκύθα της Yayoi Kusama. Πούναι μπρούτζινη, στοιβαρή και τεράστια. Και που τελοσπάντων εγώ τη συμπαθώ πολύ και ως λαχανικό. Διότι κάμει νοστιμότατη σαλάτα, γίνεται χάπενινγκ στο Χάλοουγιν και αν τυχόν αγκαρέψεις τη νεραϊδονονά σου, μετατρέπεται ωραιότατα σε άμαξα νάχεις να κάμεις μόστρα στο πάρτι που σε έχουνε καλέσει στο παλάτι.


Αλλά και ο "Orientalist" της Huma Bhabha είναι πολύ συμπαθητικός. Έχει θρονιαστεί σε μία καρέκλα και ψιλοστοχάζεται. Τα μεσημέρια που σφίγγουν οι ζέστες, ρίχνει και κάναν υπνάκο.


Για εσένα τον πιο ανάλαφρο και αλέγκρο τύπο, υπάρχει το φουσκωτό γλυπτό "Betty Boo". Που εκτός από βλέμμα γιομάτο υπονοούμενα, σου ρίχνει και πεντέξι κεφάλια, καθώς κυκλοφορεί στο τρίμετρο, το θεώρατο και το χορταστικό.



Και επειδής ζαρντάν χωρίς ζούδια, δεν γίνεται, η Jennifer Allora και ο Guillermo Calzadilla φρόντισαν και σου έσιαξαν ένα ζούπερ χαριτωμένο και τετράπαχο ιπποπόταμο που την έχει αράξει κάτου από τις φυλλωσιές και δείχνει το δρόμο προς τη μακαριότητα -γίνε παχύδερμο, διότι αλλιώς δεν παλεύεται.


Ο χίππο πάει σετάκι με έναν τύπο που κάθεται απάνου του και διαβάζει μία εφημερίδα. Όχι, δεν πρόκειται για θρασσύτατο τουρίστα που καβάλησε το γλυπτό, αλλά για εικαστική πινελιά των ίδιων των δημιουργών, οι οποίοι βάζουν έναν ηθοποιό / εθελοντή, να κάθεται επί ώρα στην πλάτη του παχύδερμου.



Ένα από τα πιο ευρηματικά γλυπτά είναι ετούτος ο μπρούντζινος γορίλας. Που κοιτάζει μέσα σε έναν οβάλ καθρέπτη, προφανώς συνεπαρμένος από τις υπαρξιακές του ανησυχίες ή από έναν άκρατο ναρκισσισμό. Ο δημιουργός του, ο Angus Fairhurst έχει μία εμμονή με τους γορίλες και τους χρησιμοποιεί συχνά στα έργα του. Μάλιστα, συχνά πυκνά ντύνεται και ο ίδιος γορίλας και κάμει περφόρμανς -που το λες και σκιαχτικό, ιδίως αν είσαι μπανάνα ή η Τζέσικα Λανγκ.


Καθώς περιπατώ ανάμεσα στα καταπράσινα μονοπάτια του ζαρντάν, το βλέμμα μου ξεφεύγει προς την πόλη. Που με κυκλώνει και με κοιτάζει σχεδόν απειλητικά.


Αλλά εδώ μέσα, σχεδόν δεν μπορεί να με αγγίξει. Γιατί μπορεί η ομορφιά νάναι πιο δυνατή. Γιατί μπορεί η γαλήνη να γίνει πιο εκκωφαντική.


Ξαφνικά βλέπω με ακόμα μεγαλύτερη συμπάθεια τα θηρία που κατοικούν τον κήπο και με ακόμα μεγαλύτερη θλίψη τα θηρία που κατοικούν έξω από αυτόν.


Και εντέλει καταλαβαίνω το πώς κατάφερε να επιβιώσει τόσα χρόνια και να διατηρήσει ζωντανή τη θαυμάσια ηρεμία του. Γιατί συνειδητοποιώ πως τέτοιους αθέατους κήπους διατηρούν και αρκετοί άλλοι. Και τους καλλιεργούν και τους φροντίζουν. Και για να τους κρατήσουν ζωντανούς, δεν επιτρέπουν παρά σε ελάχιστους εκλεκτούς, να εισχωρήσουν και να αναπνεύσουν την ελευθερία τους.

Μην το πεις πουθενά -ορκίστηκες, θυμάσαι;- αλλά έναν τέτοιον κήπο έχω κι εγώ.