Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Canzone per te


Μποντζόρνο, αμίκο μίο! Κόμε στάι; Μπένε; Δεν ξεύρω αν είναι ο ανάδρομος Ερμής ή το ριγκατόνι που έφαγα εψές, αλλά πτηνό ξύπνησε σήμερις, με διάθεση ιταλιάνο βέρο. Τύπου σε βουτάει όπως είσαι, σε ανεβάζει στη βέσπα και σε πάει στη Βία Βένετο να σε κεράσει εσπρέσο και τζελάτο. Διότι ως γνωστόν, είναι γλυκιά η ντόλτσε βίτα, που σ'αιχμαλώτισε μια νύχτα. Εξού και σου έσιαξα πλέιλιστ με τ'αγαπημένα καντσόνι ιταλιάνι, σε παλιές αλλά και πιο σύγχρονες εκτελέσεις, νάχεις να ονειρεύεσαι Περούτζιες και Βερόνες και Φοντάνες ντι Τρέβι.



Ω μίο σινιόρε, ιν κουέστο μόντο, ίο, νον ο αβούτο τάντο, ε πούρε, σόνο κοντέντο. Είδες πούναι ολιγαρκής ο άνθρωπος και διαμαρτύρεσαι εσύ για τις περικοπές; Βέβαια αυτό που μιλάει με το Θεό, να το προσέξεις, γιατί έχουν σφίξει οι ζέστες, έρχονται και νέες αυξήσεις στους φόρους, δεν το λες και νορμάλ να μου αρχίσεις το παραμιλητό και να μην ξεύρω τί να σε κάμω.



Τη Ρώμη δεν την αποχαιρετάς ποτέ. Μονάχα της υπόσχεσαι εις το επανιδείν. Από το φόρουμ ρομάνο ως το κάμπο ντέι φιόρι, από το Κολοσσαίο ως το Τραστέβερε και την πιάτσα Ναβόνα, άπαξ και την έχεις επισκεφθεί, λα τσιτά ετέρνα θα κρατά για πάντα ένα μέρος της καρδιάς σου. Εξού και πολλές δεκαετίες μετά την πρώτη του εκτέλεση, το Arrivederci Roma παραμένει βαθιά νοσταλγικό. Εδώ, από τον μόλτο καπριτσιόζο Vittorio Grigolo.



Δύσκολα σκαρώνει κανείς λίστα με κλασικά ιταλικά τραγούδια, χωρίς να εντάξει σε αυτήν τον Domenico Modugno και μία από τις κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης ιταλικής μουσικής. Το Nel Blu Dipinto di Blu (ή αλλιώς Volare για εσένα που δεν έχεις βγάλει τη Σκουόλα Ιταλιάνα και δυσκολεύεσαι να θυμηθείς ιλ τίτολο) κέρδισε εύκολα το διαγωνισμό τραγουδιού του Σαν Ρέμο το 1958, αλλά ήρθε μόλις τρίτο στη Γιουροβίζιον εκείνης της χρονιάς -γεγονός που αποδεικνύει πως οι κατάφορες αδικίες γινόντουσαν πολύ πριν αρχίσουν να συμμετέχουν οι λογής λογής Σβετλάνες και Ρουσλάνες της κάθε τυχάρπαστης Μολδοβλαχίας. Πετάει ο Ντομένικο; Πετάει.



Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές τόχω τραγουδήσει. Στ'αυτοκίνητο, στο μπάνιο, στη σκοπιά, στις μοναξιές μου. Το "Io che amo solo te" είναι σταθερά στο ρεπερτόριο πριβάτο μου (κρύβε λόγια, εκτιθέμεθα!), από όταν ήμουνα πίκολο και τ'άκουγα σε ένα δίσκο βινιλίου, χωρίς τότες να καταλαβαίνω γρι από τα όσα λέει. Σήμερα, η Chiara Civello προσθέτει μία εσωτερικότητα και μία ευαισθησία εντελώς ταιριαστή με το νόημα των στίχων του. Κι εγώ το τραγουδώ και το απολαμβάνω πολύ πιο συνειδητά και ουσιαστικά.



Ακόμα και στα αγγλικά, ετούτο το τραγούδι διατηρεί τη δύναμή του, καθώς κορυφώνει την έντασή του και ξεσπάει σε ένα δυνατό "Il Mondo". Αλλά όταν ο Patrizio Buanne, το γυρίζει στο ιταλικό και στο πιο αυθεντικό, το άσμα απογειώνεται. Και τελοσπάντων, σ'αυτόν τον κόσμο, τον μικρό, τον μέγα, το μόνο πούχει πραγματικά αξία είναι η αγάπη σου. Γιατί αυτή δίνει περιεχόμενο και ουσία, αυτή κάμει τον κόσμο τον δικό μου, σημαντικό και υπέροχο.



Η Patty Pravo με την μπάσα και αισθαντική φωνή της, τραγουδάει την Bambola και δεν μπορεί παρά να παραδεχτείς πως είναι και η ίδια μία μπάμπολα! Όχι από τις σημερινές τις λίγο ψεύτικες και φτηνές, που βρίσκεις στα ράφια του Τζάμπο ή στα κλαμπς της παραλιακής. Αλλά από εκείνες τις μπάμπολε μίας άλλης εποχής. Που δυστυχώς σπανίζουν πλέον.



Μωρέ από τη Νάπολη δεν είσαι; Της Κάρλα Λουτσία ο γιος; Πούχε την τρατορία η μάμα σου και έκαμες διανομές πίτσας με τη μπιτσικλέτα; Πούχες έναν φρατέλο, τον Τζουζεπίνο, που κάθε τρεις και λίγο ήταν στην πολιτσία για τις βρωμοδουλειές του; Πούχες και μία σορέλα, την Κλαούντια, που -Μαντόνα μία- όλη η Νάπολη συζήταγε τις πομπές της; Πούβγαινε στο δρόμο ντυμένη, σωστός Βεζούβιος; Μην μου κάμεις εμένα λοιπόν τάχα-μου τον αμερικάνο, γιατί σε ξεύρω απ'την καλή και την ανάποδη, μασκαρά! Μασκαλτσόνε!



Ωραία η ηλιοθεραπεία, αλλά μερικά βράδια καλοκαιρινά, το πτηνό πούναι μόλτο ρομάντικο, προτιμά να σκαρφαλώνει στις στέγες και να κάμει φεγγαροθεραπεία. Διότι η Μίνα, είναι σαφής: Τινταρέλα ντι Λούνα! Κι αν μείνεις ξέξασπρος, καθόλου μην μου στεναχωριέσαι. Διότι το φεγγάρι χαρίζει το φως του, σε εκείνους που ξεύρουν να το εκτιμήσουν και να το καλοδεχτούν. Άσε που δεν χρειάζεται να παστωθείς στα κοπερτόν.



Λα βεριτά μι φα μάλε, λο σο. Όμως κι αν κάποιοι προτιμούν τα βολικά ψέματα, οι σκληρές αλήθειες είναι εντέλει πιο χρήσιμες. Κι είμαι βέβαιος ότι η Κατερίνα Κασέλι θα συμφωνούσε μαζί μου. Λα βεριτά, λοιπόν. Λα βεριτά.



Θα μου επιτρέψεις να κλείσω αυτήν την ανάρτηση, με μία εντελώς προσωπική επιλογή. Διότι αν έπρεπε να σιάξω μία λίστα με τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια έβερ, δεν υπάρχει περίπτωση να μην έβαζα μέσα το "Canzone per te". Για τη μελαγχολία του, τη μελωδική του ειλικρίνεια, την ευαισθησία του. Εμένα με συγκινεί πιότερο η πιο αρχετυπική ερμηνεία της Amalia Rodriguez, αλλά εδώ στο έχω με τους Il Volo. Που το λένε με έναν τρόπο μόλτο σιμπάτικο. Και μιας και το λατρεύω τόσο πολύ ετούτο το Canzone, θα ήθελα να στο αφιερώσω. Με όλη μου την αγάπη και μόλτι μπάτσι (όχι μπάτσοι και περιπολικά μη-χειρότερα, φιλιά εννοώ!). 

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Η λύση είναι μία, πάμε παραλία!



Α όλα κι όλα, πτηνό τηρεί τις υποσχέσεις του στο ακέραιο! Παραλία να λιαστείς δεν μου ζήτησες; Θαλασσινό νερό να πλατσουρίσεις δεν μούπες πως πεθύμησες; Ατελείωτη αμμουδιά να χυθείς και να φχαριστηθείς δεν ονειρεύτηκες; Πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία και σ'έφερα στα καλύτερα!



Λοιπόν, κάτσε να σε τσεκάρω αν τα πήρες όλα. Μαγιουδάκι; Πετσέτα; Καπελάκι; Κουβαδάκι; Μπουφάν; Κασκόλ; Μην με κοιτάς περίεργα, η αλήθεια είναι πως υπάρχει μία μικρή, τοσοδούλα λεπτομέρεια που δεν σου έχω αποκαλύψει ακόμα. Αλλά τελοσπάντων πάρε εσύ το μπουφάν και το κασκόλ σου και θα σου τα εξηγήσω όλα στο δρόμο.



Μπορεί τα νερά να φαίνονται ονειρικά, οι ουρανοί καταγάλανοι και η άμμος λεπτή σαν πούδρα, αλλά δεν είμαστε στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, δεν είμαστε καν στη Μεσόγειο. Τσου, ούτε στην Καραϊβική. Ούτε στα Μπαρμπέιντος. Μην επιμένεις, δεν θα το βρεις.



Αγαπημένε αναγνώστα, καλωσήρθες στο Χελ. Της Πολωνίας. Βάλε τώρα το μπουφάν σου.


Το Χελ είναι μία μικρή, αλλά εξαιρετικά δημοφιλής λουτρόπολη που βρίσκεται απάνου σε μία εντυπωσιακά μακρόστενη χερσόνησο που εκτείνεται σαν βραχίονας, βορείως του Γκντανσκ. Αυτήν την περίοδο, οι ρυθμοί εδώ θυμίζουν τους αντίστοιχους που έχεις συνηθίσει σε ελληνικές παραλιακές πόλεις.


Κοινώς, σουλατσάρουμε, καθόμαστε για καφέ, τρώμε παγωτά, καθόμαστε στις βεράντες των πανσιόνς, λύνουμε σταυρόλεξα και σουντόκου, κάμουμε ποδήλατο, παίζουμε μπιρίμπα.


Ειδικά για την πιτσιρικαρία διαθέτομεν ηλεκτρονικά, ένα μικρό λούνα παρκ με συγκρουόμενα και μπαλαρίνα, δυοτρεις παιδικές χαρές και κάμποσες απλωσιές να φρουμάξουν μέχρις τελικής πτώσεως.


Επειδής ήμεθα και οργανωμένοι, έχομεν και ωραιότατη αγορά. Με πολλά μαγαζάκια. Από όπου μπορείς να προμηθευτείς όλα τα είδη και αξεσουάρ θαλάσσης, το πλάστικ κουβαδάκι σου, το νεροπίστολο, το τόπι, το μπρατσάκι, το βατραχοπέδιλο, το τσίλικο γυαλί ηλίου, το σικλαμέν παρεό, το σικ πεδιλάκι, το Ρένα Βλαχοπούλου καπελίνο. Αμ πως, να βγεις στην παραλία σαν τον λέτσο; 


Ιδού και η αμμουδιά μας. Εντάξει, δεν είναι η καλυτερότερη που διαθέτουμε, αλλά είναι η πιο κεντρική. Μπροστά από τις καφετέριες και τα εστιατόρια του Χελ. Παρότι πρωί, έχει αρχίσει να μαζεύει κάποιον κόσμο.


Θα έχεις παρατηρήσει ότι εδώ δεν έχουμε ομπρέλες θαλάσσης. Πρώτον, διότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να προστατευθούμε από τον ήλιο, δεδομένου ότι τον επιζητούμε σαν τρελοί και κάθε φορά που σκάει μύτη από τα σύννεφα, κάμουμε πάρτι και πετάμε τις μπλούζες μας για να μας δει λιγάκι και να φωτοσυνθέσουμε. Και δεύτερον, διότι δεν ξεύρω αν το έχεις συνειδητοποιήσει, αλλά είμαστε στην Πολωνία ξαναλέω. Που σημαίνει ότι αυτή η θάλασσα είναι η Βαλτική. Που σημαίνει ότι χελόου, αν σηκώσει λιγουλάκι αέρα, η ομπρέλα σου θα βρεθεί στη Στοκχόλμη μη-χειρότερα.


Αντί για ομπρέλα θαλάσσης λοιπόν, κάθε λουόμενος που σέβεται τον εαυτό του, φέρνει μαζί του και στήνει στην παραλία, ετούτα τα παραβάν. Για να τον προφυλάσσουν κάπως από τον αέρα. Και να του εξασφαλίζουν μία κάποια αίσθηση ιδιωτικότητας. 


Αλλά σταμάτα να χαζεύεις και ακολούθα με στην άλλη πλευρά της χερσονήσου. Είναι γουόκινγκ ντίστανς και πριν το πολυκαταλάβεις, θα έχουμε ξαναβγεί στη θάλασσα. Στις πίσω παραλίες που είναι οι καλύτερες.


Σε αποστόμωσα; Δεν είναι ζούπερ γουάου; Μιλάμε για μία παραλία μυθικών διαστάσεων, τόσο σε μήκος όσο και σε πλάτος. Δεν είναι λοιπόν διόλου δυσεξήγητο που από τα τέλη Ιουλίου ως και τον Αύγουστο, το Χελ πλημμυρίζει με Πολωνούς πούρχονται να απολαύσουν το σάμερ-τάιμ.


Και οι οποίοι πρέπει να σου πω ότι αντιμετωπίζουν το όλο εξπίριενς με την ίδια λογική πούχεις συνηθίσει και εσύ. Έρχονται από το πρωί οικογενειακώς, στρατοπεδεύουν γονείς-παιδιά-παπούδες-εξαδέλφια, στήνουν το παραβάν που λέγαμε, τοποθετούν εντός καφέδες, σάντουιτς, φρούτα και ψυγειάκι με τ'αναψυκτικά και τις μπίρες και περνάνε κουόλιτι τάιμ μέχρι να τους βρει τ'απόβραδο και να φθάσει η θερμοκρασία λίγο παρακάτω από το πέφτουνε δόντια.


Διότι ναι, υπάρχουν μέρες με αρκετά ζεστό καιρό. Που μπορεί να φθάσει ως και τους τριάντα επτά βαθμούς. Αλλά συνήθως κινούμαστε στα εικοσάρια. Και ο αέρας σπανίως μας εγκαταλείπει. Βάλε και το κασκόλ σου.


Όχι, μην ψάχνεις ξαπλώστρα. Δεν είμαστε τέτοιας ψυχολογίας άνθρωποι. Αλλά διαθέτουμε εναλλακτικά, έτερη εξαιρετική πατέντα που στοιχηματίζω πως θα σε συναρπάσει: το περίφημο "καρεκλοκιόσκι". Το οποίο είναι βασταγερό, προστατευτικό και έξτρα άνετο, για να αράξεις στο καθιστό, στο μπρούμιτο και στο ανάσκελο.


Το λοιπόν, διάλεξε σημείο και πες μου να στήσουμε το παραβάν μας. Όχι, καθόλου δεν αστειεύομαι. Δεν ήρθαμε ως εδώ απάνου για να μου το παίζεις δύσκολος και σνομπαρία. Μπάνιο δεν ήθελες; Ετοιμάσου για τη βουτιά!


Θέλει αρετή και τόλμη η Βαλτική! Και τελοσπάντων, δείξε θάρρος. Εσύ δεν ήσουν που μου έλεγες πως είσαι δελφινάκι και προτιμάς τα κρύα τα νερά για νάρθεις στα ίσα σου; Εμπρός λοιπόν!


Μια απόφαση είναι, ας την πάρουμε να τελειώνουμε!



Ναι, μπαίνουνε κι άλλοι. Είδες που δεν είναι τόσο μαύρη κι άγρια η θάλασσα αυτή, όσο νομίζουμε; Είδες που υπάρχουν κι αλλού τεράστιες εντυπωσιακές παραλίες, γιομάτες κόσμο που τις απολαμβάνουν -ακόμα και με τους περιορισμούς που θέτουν οι εδώ κλιματολογικές συνθήκες; Όχι σε έφερα, διότι στα λέω και δεν με πιστεύεις.


Και ένα. Και δύο. Και τρία. (και τρία και μισό / και τρία και τρία τέταρτα) Βουτιά!!!!


Πε-πε-πε-πε-θαίνω. Ξυ-ξυ-ξυ-ξυ-λιάζω. Με χα-χα-χα-χά-νεις. Μπούζι λέμε. Ψυγειοκαταψύκτης. Μήτε τρίλεπτο δεν αντέχεται. Α πα πα, δεν μου φτάναν οι ψυχρολουσίες πούχω περάσει τελευταία, φαγώθηκες να μπούμε και στη Βαλτική.


Είδε κι απόειδε κι ο κύριος και απεφάσισε να πάει να πιάσει ξαπλώστρα σε καμιά ελληνική παραλία. Διότι ναι, σούρχεται το σοβινιστικό το σχόλιο -δεν μπορώ να τ'αποφύγω. Ωραιότατη η παραλία, οργανωμένες οι υποδομές, μαγευτική η αμμουδιά, κεφάτος ο κόσμος, αλλά λείπει από την εξίσωση ένα πολύ βασικό στοιχείο. Ίσως το πιο βασικό. Αυτή η αιθέρια αίσθηση που ξεύρει καλά όποιος έχει έστω και μια φορά στη ζωή του, κολυμπήσει στα καταγάλανα νερά. Μίας ανόητης χώρας. Πούχει όμως να καυχιέται -και δικαίως- για μερικές από τις ωραιότερες θάλασσες του κόσμου.

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Στο ασανσέρ που συναντιόμαστε



Άσε με σε παρακαλώ κι έχω ξεμεσιαστεί με ετούτο το πάνω κάτω! Που ανάθεμα την ώρα που πήγανε κι εχτίσανε τούτες τις γειτονιές απάνου στις ανηφοριές του Καρατάς. Στη νότια πλευρά της Σμύρνης. Λες και χάθηκαν οι κάμποι και οι ανοιχτωσιές, τα πεδινά και τα παραθαλάσσια.



Και καθόλου μην το γελάς, δεν είναι διόλου εύκολο το ανεβοκατέβασμα στην πλαγιά. Σαν σφίγγουνε δε οι ζέστες του καλοκαιριού, το δύσκολο γίνεται ως και μαρτυρικό. Και νάσου οι γριές να ξεφυσάνε και να αναδιπλώνουν τις μαντίλες τους. Και νάσου οι πραματευτάδες να πασχίζουν να τραβήξουν τα καρότσια τους σε πείσμα της κλίσης των δρόμων. Και νάσου τα παιδάκια να κυνηγούνε σαν τους δαίμονες τη μπάλα τους, σαν τους ξεφεύγει και παίρνει την κατηφοριά.



Αν δεν είχαμε και τ' ασανσέρ, ειλικρινά στο λέω, θα τάχαμε ούλοι βροντήξει κάτου και θάχαμε φύγει από δω. Κι ας τ'αγαπάμε ετούτο το μέρος. Πούναι φτωχό κι ασφυκτικό. Κι όμορφο, δύσκολα το λες. Σαν στοιβαγμένοι μοιάζουν οι κάτοικοί του, σαν να μην παίρνουνε ανάσες οι τοίχοι και οι σκέψεις τους, σαν να μην έχουνε μεγάλη σημασία οι ζωές τους.



Ανεξαρτήτως πάντως του κάματου και της αφραγκιάς, ένα είναι σίγουρο: πως όλοι τον μακαρίζουμε. Τον Νεσίμ Λεβί Μπαϊράκλιογλου, ποιον άλλον; Που κανονικά, και ανδριάντα θάπρεπε να τούχουμε στήσει για το καλό που μας έκαμε. Για το ασανσέρ ντε. Περί αυτού, σου ομιλώ.



Βλέπεις, πριν κάναν αιώνα, εδώ στο Καρατάς, μέναν κυρίως Εβραίοι. Κι ήσαν καμπόσοι. Μία πολυπληθής εβραϊκή κοινότητα με τις συναγωγές της και τα καταστήματά της. Με τις γιορτές της, με τα κόσερ της και με την αργία του Σάμπαθ να τηρείται ευλαβικά καθόπως έκαμναν και κάμουν οι Εβραίοι στους αιώνες των αιώνων.



Εβραίος ήταν και ο Νεσίμ Λεβί Μπαϊράκλιογλου. Από τους πλέον ευκατάστατους. Κι επειδής την πόναγε την κοινότητά του, απεφάσισε το 1907 να χρηματοδοτήσει την ανέγερση του περίφημου αυτού ανελκυστήρα. 



Που οδηγούσε -και συνεχίζει δηλαδής να οδηγεί- από την στενή ακτή, απευθείας απάνου στο λόφο με τα σπίτια.



Το μικρό δρομάκι που ενώνει την παραλιακή με τη βάση του ασανσέρ, είναι πλέον πεζοδρομημένο και αρκετά τουριστίκ. Εδώ μπορείς να ξαποστάσεις κάτου από τα δέντρα και να κάτσεις να πιεις το τσάγι σου ή μια γκαζόζα στα συμπαθητικά καφενεία.



Και να θαυμάσεις τα όμορφα παλιά σπίτια. Με τα χρωματιστά παραθυρόφυλλα και τα ξύλινα σαχλισιά. Με τις περίτεχνες πόρτες και τις κεραμοσκεπές τους. Αλλά δεν θέλω να χασομερίσουμε και πολύ. Δεν σέφερα για να κάτσουμε στα χαμηλά.



Αλλά για να σε ανεβάσω στα αψηλά και τα προνομιούχα. Μέσα σε λίγες στιγμές και χάρη στο ασανσέρ, βρίσκεσαι σε ετούτο το άνω επίπεδο. Αναβαθμισμένος, κυριολεκτικά και μεταφορικά.



Και η θέα; Αχ αυτή η θέα! Όλο τον κόλπο της Σμύρνης μπορείς ν'αγναντέψεις από εδώ απάνου, τυχερούλη. Το Καρατάς στα πόδια σου και πιο πέρα το Κονάκ. Και στο βάθος, ο Καρσίγιακας, που τον εξεύρεις εσύ ως Κορδελιό. Ως και το Μπουρνόβα υποψιάζεσαι πέρα από τ'αψηλά κτήρια του ορίζοντα.



Και τα καράβια αρμενίζεις με το βλέμμα σου. Τα τάνκερ, τα εμπορικά. Που σουλατσάρουνε γαλήνια στον απλωμένο κόλπο της Σμύρνης. Και τα επιβατικά, τα φέρι-μπόουτς. Που ενώνουνε ολημερίς τις ακτές αναμεταξύ τους με πυκνά δρομολόγια. Και πηγαινοφέρνουνε τον κόσμο.



Έχεις σοκαριστεί από τις πολυκατοικίες; Θυμίζει ελληνική πόλη ετούτη η χωροταξία, δεν νομίζεις; Και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί σου κάμει εντύπωση η εικόνα. Τέσσερα εκατομμύρια και βάλε, ο πληθυσμός της πόλης. Και δεν απέχουμε πολύ από τις δικές μας τσιμεντουπόλεις, ούτε γεωγραφικώς, ούτε αισθητικώς -στα ίδια νερά βρέχουμε άλλωστε τα πόδια μας. Παρόμοια μυαλά κουμαντάρουμε στα κεφάλια μας.



Αλλά είναι κρίμα να πάει στράφι τέτοια ωραία μέρα. Και να μην ρουφήξουμε κάθε εικόνα που μας χαρίζει ετούτο το μπαλκόνι. Με το δαντελωτό το καγκελάκι και τα περίτεχνα φανάρια του απάνου στην κουπαστή.



Τώρα βέβαια, εσύ θα με ρωτήξεις, και καλά, αφού ήτανε τόσο δύσκολη η πρόσβαση στο λόφο που αναγκαστήκαμε να σιάξουμε ασανσέρ, πώς κι απεφασίσανε οι Εβραίοι νάρθουν να τον εκατοικήσουν. Η απάντηση είναι πως δεν είχαν και πολλές άλλες επιλογές. Διότι πράγματι το Καρατάς ουδέποτε υπήρξε το πιο προνομιούχο κομμάτι της Σμύρνης. Μήτε το πιο κεντρικό. Μήτε το πιο όμορφο. Στις παρυφές της παλιάς πόλης, με στενή και κάπως μίζερη προκυμαία, με ανισόρροπη χωροταξία, με υποτυπώδεις υποδομές. Και να στο χαρίζαμε το οικοπεδάκι, θα μας το γύριζες και θα μας σιχτήριζες που θέλαμε να στο πασάρουμε.



Αλλά βλέπεις, το καλύτερο κομμάτι της πόλης που είναι το Κονάκ, τόχαν από αιώνες δικό τους οι Ρωμιοί. Κι είχαν εκεί θεμελιώσει μία ακμαία, ζωντανή και εύρωστη αστική κοινότητα. Πούχε την όπερά της και τα ξενοδοχεία της. Τα καφέ σαντάλ και τα μαγαζιά της. Τα νεοκλασικά της κτήρια και τα λαμπρά της μέγαρα. Μία Ευρώπη μέσα στην αγκαλιά της Μικρασίας.



Εκεί που τελείωνε το Κονάκ, ξεκινούσαν οι τουρκομαχαλάδες και η βαθιά Ανατολή -λες κι άλλαζες αιώνα κι ήπειρο μη-χειρότερα. Κι ανάμεσα στους τουρκομαχαλάδες ή και πέρα από αυτούς, ήσαν οι Εβραίοι.

Όχι, ετούτη η ανθρωπογεωγραφία δεν ήταν καθόλου τυχαία. Οι Έλληνες βλέπεις, δεν είχαν τις καλύτερες των σχέσεων με την εβραϊκή κοινότητα και τάχαμε χωρισμένα τα τσανάκια μας. Θες ο οικονομικός ανταγωνισμός; Θες το κάλτσουραλ γκαπ; Θες που κατοικούσανε οι Ρωμιοί τη Σμύρνη από την αρχαιότητα και την θεωρούσανε ολόδικιά τους; Γεγονός είναι πως σε περιόδους έντασης, ένας Εβραίος δύσκολα τ'απεφάσιζε να περπατήσει στο Κονάκ.



Όμως τα πράγματα έφθασαν στ'απροχώρητο την Άνοιξη του 1872 -δεν το θυμάσαι εσύ, γιατί ήσουνα μικρός. Εκείνο τον Απρίλη, ένα ελληνάκι εξαφανίσθηκε από το σπίτι του και οι τρομαγμένοι του γονείς καλέσαν όλον τον κόσμο να βοηθήσει στον εντοπισμό του. Συναγερμός εσήμανε στο Κονάν και ούλοι άρχισαν ν΄αναζητούνε το παιδί. Μην με ρωτάς, κανείς δεν πολυξεύρει πως ξεκίνησε η φήμη, αλλά βούηξε σύντομα ο τόπος πως το επήραν οι Εβραίοι. Κι άρχισαν οι επιθέσεις. Καθημερινώς. Και ολοένα και πιο βίαιες. Έλληνες εφορμούσαν σε μαγαζιά εβραϊκά στο Καρατάς κι έσπαγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Κι ύστερα ακολούθησαν επιθέσεις σε σπίτια. Δεν σου μιλώ για καναδυό, αλλά για δεκάδες. Τρεις μήνες κράτησε το κακό, πάνω από εξήντα εβραϊκά σπίτια και καταστήματα καταστράφηκαν και κάηκαν.



Μέχρις που μία μέρα, το έρμο το παιδάκι βρέθηκε πράγματι νεκρό, αλλά ουχί δολοφονημένο. Φαίνεται πως στο παιχνίδι του κάπου μπερδεύτηκε, έπεσε στα νερά και πνίγηκε το δύστυχο -ν'αναπαυθεί η ψυχούλα του. Κι έτσι ουδέποτε αποδείχθηκαν οι φήμες περί Εβραίου απαγωγέα -αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Κι αν σε φοβέριζαν οι γονείς σου εσένα πως αν δεν φας τις φακές σου ή αν δεν κάτσεις ήσυχα στο σκαμνάκι σου, θα έρθει να σε πάρει ο Εβραίος, τώρα ξεύρεις από πούθε τάχα-μου ξεκίνησε ετούτη η απειλή.



Σήμερις βέβαια, τόσο οι Ρωμιοί, όσο και οι Εβραίοι, αποτελούν μία μακρινή ανάμνηση για τη Σμύρνη και την περιοχή του Καρατάς. Συγκρίνεις τις παλιές κιτρινισμένες καρτποστάλ με την τριγύρω σου πραγματικότητα των πολυκατοικιών και δεν μπορείς να πιστέψεις πως πρόκειται για το ίδιο μέρος.



Αν τόχεις βάλει πείσμα, μπορεί ν'ανακαλύψεις μερικά παλιά σπίτια από εκείνες τις εποχές. Αλλά είναι λίγα. Κι όλες οι ενδείξεις πως κάποτε ανήκαν σε άλλες κοινότητες, έχουν σβηστεί από καιρό.


Και είναι πράγματι δύσκολη άσκηση για το μυαλό, να καταλάβει ετούτο δω το μέρος. Που μοιάζει νάτανε πάντα έτσι, αλλά ήτανε κάποτες αλλιώς.



Και έφθασε σήμερα, το ασανσέρ μιας άλλης εποχής, να συνεχίζει να ενώνει τα κάτου με τα πάνου. Τα χθεσινά με τ' αυριανά. Τα δίκαια με τ' άδικα. Τ'αληθινά με τα ψεύτικα.



Ώχου πτηνέ, πάλι μας άρχισες τ'ακαταλαβίστικα και τα ποιητικά. Σχώρνα με, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Ετούτη η βόλτα δεν είναι ένας περίπατος τουριστικός. Δεν είναι μία συζήτηση με ένα μόνο συμπέρασμα. Δεν είναι ένας τόπος με μία απλή εξήγηση.


Να σου τον δείξω, ήθελα μόνο. Έτσι όπως τον ξεύρω και τον περπατώ. Αληθινό και αφτιασίδωτο. Με τα μικρά μπαλκόνια που φράσσονται με σιδεριές, με τους ασοβάντιστους τοίχους και τις κεραίες να κρέμονται από τα παράθυρα, με τ'απλωμένα ρούχα, τις πλαστικές καρέκλες, τα κουρασμένα βλέμματα και τ'ανήλιαγα υπόγεια.


Να σου τον δείξω, ήθελα μόνο. Για να σου πω ότι ο τόπος αυτός είναι ταυτόχρονα κοντά και μακριά. Είναι εδώ δίπλα. Και για να έρθεις, χρειάζεται να πάρεις ένα ασανσέρ του 1907. Περιέργως, πατώντας το κουμπί με την ένδειξη "επάνω".