Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Τα καλύτερά μου από το 2015


Παράπονο τόχω, να περάσουμε μία ήσυχη χρονιά κάποια στιγμή και να μην μας απασχολεί αν θα καταστραφεί η χώρα, η ήπειρος και ο πλανήτης. Διότι εφέτος πάλι, όλα σχεδόν τα πάθαμε. Και θα στο ομολογήσω πως μέσα στο Δεκαπέντε, θύμωσα πολύ. Και στεναχωρέθηκα. Με το χαμηλό επίπεδο αντίληψής μας. Με τον τρόπο που πορευθήκαμε συλλογικά ως κοινωνία μέσα στους δώδεκα αυτούς μήνες. Με την τεράστια συλλογική μας ανεπάρκεια. Που εκδηλώθηκε στις πιο ακραίες της μορφές, με ανθρώπους που παραληρούσαν υπέρ αφελών επαναστάσεων, ξιφουλκούσαν κατά φαντασιακών γιγάντων (διότι ως γνωςτόν, φταίνε πάντα οι άλλοι!) ή οδηγούνταν σε θεότρελες ερμηνείες της πραγματικότητας αναπαράγοντας τσιτάτα του Γιάνη με το ένα νι, συνθηματολογία της πενταήμερης, διάφορες θεωρίες συνομωσίας της Ελεύθερης Ώρας ή προφητείες της τυφλής Βουλγάρας μάντισσας Βάνγκα. Δεν λύνονται έτσι τα προβλήματα, αγαπημένε αναγνώστα, μήτε πάνε οι κοινωνίες μπροστά με αυτόν τον τρόπο. Το ότι τη βγάλαμε (λέμε τώρα!) καθαρή και υπάρχουμε ως χώρα του δυτικού κόσμου στο τέλος ετούτης της χρονιάς, εμένα ως και θαύμα μού φαίνεται μετά τα όσα έχουν συμβεί. Αλλά τελοσπάντων, με έναν τρόπο τα καταφέραμε. Σταθήκαμε θαρρώ και λίγο τυχεροί μέσα στην ατυχία μας και την κεφαλαιώδη απρονοησία μας.

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, θα προσπαθήσω να σου σκαρώσω μία λίστα. Με τα καλύτερά μου για το Δεκαπέντε που φεύγει. Με αυτά που θα έχω να θυμάμαι, με αυτά που νομίζω πως με βοήθησαν να γίνω καλύτερος. Πτηνό σε αυτοβιογραφική διάθεση.

Η τέχνη μου


Και φέτος πορεύθηκα με τα ενδιαφέροντα και τις αδυναμίες μου. Από τις εικαστικές τέχνες ως το θέατρο και τον κινηματογράφο. Από την τηλεόραση ως τα κόμικς. Είχα την τύχη να βρεθώ σε κορυφαίες και πολυσυζητημένες εκθέσεις, όπως η αναδρομική της Νίκης Ντα Σαιν Φαλ στο Γκραν Παλέ του Παρισιού ή η έκθεση με θέμα τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ στο Ορσέ. Αλλά και θέατρο πήγα, στον θαυμάσιο Χορό των Βρυκολάκων του Πολάνσκι και στη Μεγάλη Χίμαιρα του Τάρλοου, στο Nine του Κακλέα και στο Θεό της Σφαγής του Μαρκουλάκη (έτσι για να σου μνημονεύσω τα πρώτα που έρχονται στο μυαλό μου). Και σινεμά πήγα, στον Αστακό του Λάνθιμου, στο Μέσα στο Δάσος της Disney, στο πανέξυπνο Inside Out. Στο δε τόπικ "τηλεοπτικές σειρές", το έχω πάλι τερματίσει: Παρακολούθησα τις ραδιουργίες της δαιμόνιας Βαϊόλα Ντέιβις στο How to Get Away with Murder, ακολούθησα τα ζόμπι για μία ακόμα χρονιά στο Walking Dead, συγκινήθηκα με το καταπληκτικό Rectify, παραδέχθηκα τη βιρτουοζιτέ των σεναριογράφων του Better Call Saul, γέλασα με τον Last Man on Earth και το Modern Family και γενικά, πέρασα πολλές ώρες χωμένος στον καναπέ μου με πριβέ προβολές. Και φυσικά, επισκέφθηκα πάλι πολλά μουσεία. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, ξεπερνούν τα πενήντα πέντε, αυτά που επισκέφθηκα για πρώτη φορά, εντός του έτους (σε τουλάχιστον έξι διαφορετικές χώρες). Γουάου; Ζούπερ γουάου!

Ο κόσμος μου


Σε πολλά μέρη βρέθηκα και φέτος. Σε μέρη που ανακάλυψα κομμάτια του εαυτού μου, που έμαθα να βλέπω τα πράγματα με νέους τρόπους, που νομίζω πως κατάλαβα περισσότερο τον κόσμο. Από την Ασία ως την Ευρώπη, από μέρη που έχει ξεχάσει ο πολιτισμός μέχρι τις μεγάλες μητροπόλεις της Δύσης. Ξανασυναντήθηκα με τη γαλήνη μου πάνω από τα ανεμοδαρμένα βράχια του St Andrews, επιβεβαίωσα τη δύναμη του έρωτα στη σαγηνευτική γη της Κονεμάρα στην Ιρλανδία, συνάντησα τη Διδώ Σωτηρίου στον Παράδεισό της στη Μικρασία. Περπάτησα στα μοδάτα εμπορικά κέντρα του Χονγκ Κονγκ, έζησα στους ήσυχους ρυθμούς του Μπιάλιστοκ στην Πολωνία, έγινα μάρτυρας της προσπάθειας των ανθρώπων να συναντηθούν με το Θεό τους στα νερά του Ιορδάνη ποταμού στο Ισραήλ, επισκέφτηκα την εκκλησία που φυλάσσονται τα λείψανα του Αγίου Βαλεντίνου στο Δουβλίνο, αλλά και το συναρπαστικό Χαράμ αλ-Σαρίφ, έναν από τους ιερότερους τόπους για τις μονοθεϊστικές θρησκείες. Και ανακάλυψα πως τα τέρατα -στο Λοχ Νες και στη Λέρνα- είναι πολύ λιγότερο φοβιστικά από κάμποσους ανθρώπους. Και μην νομίζεις πως επειδής το πτηνό στο παίζει ιντερνάσιοναλ, δεν επιμένει και ελληνικά. Πάντα επιστρέφει και πάντα ανακαλύπτει. Τους τόπους και τα μυστικά τους, τις αφηγήσεις και τις ιστορίες τους. Σε μία συνεχή άσκηση πατριδογνωσίας. Τώρα που το σκέφτομαι λοιπόν, πολλά έκαμα και ακόμα περισσότερα είδα. Φχαριστημένος είμαι πάλι. Και χορτάτος από γνώσεις, εμπειρίες και εικόνες!

Η καθημερινότητά μου



Ήταν μία δύσκολη χρονιά για μένα. Μία χρονιά αλλαγών και αναπροσαρμογών. Στο χώρο μου, στη δουλειά μου, στις ασχολίες μου. Μία χρονιά που με πήγε παραπέρα αναγκαστικά. Με μεγάλο προσωπικό κόστος όμως. Ήρθαν περίοδοι που δούλευα (και συνεχίζω να δουλεύω) δώδεκα με δεκατέσσερις ώρες την ημέρα. Και νον-στοπ, χωρίς σαββατοκύριακα και αργίες, σερί είκοσι ή εικοσιπέντε μέρες ακατάπαυστα. Ήρθανε μέρες που ξενύχτησα δουλεύοντας, που έτρεχα από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, να καλύψω υποχρεώσεις. Τόχω ξαναζήσει το σήριαλ. Έτσι πορεύομαι εδώ και χρόνια, σε δύο και τρεις δουλειές. Αλλά ήλπιζα ότι κάποια στιγμή θα αποκτήσω κι εγώ ένα οχτάωρο, ένα εννιάωρο, ένα δεκάωρο βρε αδελφέ. Τέλοσπάντων, ακούγεται ως και αμετροέπεια να παραπονιέται κανείς όταν πολύς κόσμος γύρω του δεν έχει δουλειά ή δεν μπορεί να βγάλει στοιχειωδώς τα προς το ζην. Δεν παραπονιέμαι λοιπόν. Απλώς γκρινιάζω λιγουλάκι, σε εσένα πούσαι δικός μου άνθρωπος. Όπως φαντάζεσαι, τα θεότρελα ωράρια συνέθλιψαν τον ελεύθερο χρόνο μου και περιόρισαν μεταξύ άλλων, την διαδικτυακή μου παρουσία. Εφέτος το πτηνό εμφανίστηκε πολύ λιγότερες φορές. Αλλά μη θαρρείς σε καμία περίπτωση πως η περιορισμένη συχνότητα είχε κάποια επίπτωση στην ειλικρίνεια με την οποία σε αντιμετωπίζω ή την έγνοια μου για την επικοινωνία μαζί σου. Εδώ παραμένω, στα εύκολα και στα δύσκολα. Στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα. Με τη δική μου άποψη για τα πράγματα, με τη δική μου αφήγηση της πραγματικότητας.

Αλλά είμαστε στο παρά πέντε της νέας χρονιάς. Ας ξεχάσουμε για λίγο έστω το παρελθόν κι ας κοιτάξουμε το μέλλον. Ας ευχηθούμε ο ένας στον άλλον κι ας γιορτάσουμε. Βέβαια τώρα θα μου πεις πως εδώ έχουνε χάσει το νόημά τους οι λέξεις, οι απόψεις και οι ιδεολογίες, έχουν αλήθεια καμία σημασία οι ευχές; Ίσως και να μην έχουν. Αλλά εγώ θα σου τις κάμω και πορεύσου καθόπως καταλαβαίνεις! Σου εύχομαι λοιπόν και μου εύχομαι πρωτίστως υγεία. Νάμαστε καλά και να αντέχουμε. Κι ύστερα, μας εύχομαι εναργέστερη αντίληψη, καλύτερα αντανακλαστικά, μεγαλύτερη σύνεση. Διότι πράγματι ζούμε σε μία εποχή μπερδεμένη. Κι αν δεν θέλουμε να αποτελούμε μέρος της σύγχυσης και του προβλήματος, αν όντως επιθυμούμε να αποτελούμε μέρος της λύσης, τότες θα πρέπει να επιδείξουμε μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στα πράγματα και να σταθούμε περισσότερο κριτικοί απέναντι όχι στους άλλους, αλλά στον εαυτό μας. Για να γίνουμε καλύτεροι.

Καλή Χρονιά, αγαπημένε αναγνώστα!



Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Merry Xmas to You!


Μέρα πούναι σήμερα, αναγνώστα, το πτηνό απεφάσισε να σου φορέσει την πιο γιορτινή του διάθεση, να σε καθίσει δίπλα στο δέντρο για ν'ανταλλάξουμε τις ευχές και τα δώρα μας (τί μου πήρες; τί μου πήρες;) και να σε καλέσει να τραγουδήσουμε μαζί τα κάλαντα, το έλατο-ω-έλατο, τον μικρό τυμπανιστή, το λαστ-κρίστμας-άι-γκέιβ-γιου-μάι-χάρτ και άλλες τέτοιες χαριτωμενιές. Διότι μπορεί η κρίση, η μιζέρια και το μαύρο μας το χάλι να έχουν χειροτερεύσει την καθημερινότητα πολλών εξ ημών, αλλά ουδείς μπορεί να μας αφαιρέσει το δικαίωμα να αγαπάμε, να αγαπιόμαστε και να ελπίζουμε -έτσι δεν είναι; Έλα λοιπόν μαζί μου, ας ανοίξουμε τα ηχεία και τις καρδιές μας και ας ονειρευτούμε όλα όσα επιθυμούμε.








Α και κάτι τελευταίο: μην περιμένεις για ουρανοκατέβατα θαύματα, διότι ας το αποδεχτούμε: δεν είναι πολύ πιθανό να σου πέσει το τζόκερ ή να σούρθει αναπάντεχη κληρονομιά από έναν θείο που δεν ήξευρες ότι διαθέτεις στην Αμερική. Γι'αυτό λοιπόν προσπάθησε από μόνος σου να κάμεις το θαύμα σου, πραγματικότητα. Και χάρισε στον εαυτό σου το πιο μεγάλο δώρο: το να νοιάζεσαι για τους άλλους! Χρόνια Πολλά, αναγνώστα!

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα στην Αθήνα του Δεκαπέντε



Όχι δεν είναι ανέκδοτο, μήτε σου κάμω πλάκα: το λέει ξεκάθαρα η αφίσα και δεν έχεις κανένα λόγο να την αμφισβητήσεις: η Αθήνα γιορτάζει! Τί γιορτάζει; Μα τα Χριστούγεννα και τη χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά, βεβαίως! Εντάξει, πέρασε και ένας Νεάντερνταλ και τρόλαρε από κάτω με μπογιά την αφίσα, αλλά εσύ θα κάμεις ιγκνόρ και θα εισέλθεις απτόητος στο κλίμα των εορτών, διότι είσαι ανώτερος άνθρωπος και υπεράνω. 


Τώρα βέβαια αναφορικά με το κλίμα που λέγαμε, μην το περιμένεις ιδιαιτέρως χριστουγεννιάτικο, διότι παρά τις κάποιες ψύχρες, σε γενικές γραμμές, μας λες και φθινόπωρο ακόμα. Ο Φρόστι, ο Ρούντολφ και ο Σάντα δεν πολυ-ταιριάζουν με το τριγύρω σκηνικό, διότι χιόνι δεν περιμένει η Σούζι, βαρομετρικό χαμηλό δεν βλέπει ο Αρνιακός και γενικώς το "Χιόνια στο Καμπαναριό" δεν προβλέπεται να βγει εφέτος στις αίθουσες (διότι χελόου, πού να βρει διανομή, δεδομένου πως όλοι έτσι κι αλλιώς θα πάμε να δούμε το Star Wars)!



Στους κεντρικούς δρόμους, οι νερατζιές είναι φορτωμένες με καρπούς που τους βλέπεις και τους χαίρεσαι καθόπως κρέμονται από τα κλωνάρια, αλλά καθόλου δεν τους εκτιμάς όταν πέφτουν απάνου στο κεφάλι σου ή γίνονται στραπατσάδα στο πεζοδρόμιο. Κάποτες, μου έλεγε μία κυρία εκ Βουλγαρίας ότι όταν είχε πρωτοφθάσει ως μετανάστρια στην Αθήνα και δεν είχε παρά ελάχιστες δεκάρες στην τσέπη της ψάχνοντας για δουλειά, έκοψε μερικά νεράτζια από τα δέντρα θεωρώντας πως πρόκειται για πορτοκάλια και μόλις τα δοκίμασε, έφριξε με το πόσο ελεεινές και πικρόξινες είναι οι πορτοκαλιές στην Ελλάδα.


Αλλά φόκους στο θέμα μας: Χριστούγεννα στην Αθήνα! Η αλήθεια είναι πως ο εορταστικός στολισμός και τα κρίστμας τρις δεν είναι το φόρτε μας. Αλλά το κουτσοπροσπαθούμε με όσα μέσα διαθέτουμε. Στην πλατεία Κλαυθμώνος για παράδειγμα, στήθηκε και φέτος ένα μικρό σίζοναλ μάρκετ με κιόσκια που πουλάνε καλούδια, τύπου μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες και ζαχαρωτά.


Μπροστά-μπροστά, στέκει ένα κατσαρό δέντρο (με υφή σκοτς-μπράιτ) που είναι τσιγγούνικα στολισμένο με μερικές μπάλες. Το βράδυ φαίνεται κάπως καλύτερο, οπότε θυμησέ μου να ξαναπεράσουμε αργότερα.


Ένα πολύ συμπαθητικό καρουζέλ προσελκύει το ενδιαφέρον της πιτσιρικαρίας, αλλά και του αγαπημένου σου πτηνού που τρελαίνεται για βόλτες καβάλα στο αλογατάκι!


Δίπλα στους παραδοσιακούς και μοσχοβολιστούς λουκουμάδες του Νίκου, στέκει ο Άγιος Βασίλης, ελαφρώς πιο ξεφούσκωτος από τις προηγούμενες χρονιές (τον είχα φωτογραφίσει και το 2013 με τρισχαριτωμένη κορασίδα, όπως μπορείς να ιδείς εδώ).


Και λίγο πιο βρώμικος, μου φάνηκε. Και πιο κακοπαθημένος. Ήτανε δύσκολη χρονιά το Δεκαπέντε, το βλέπεις στα μάτια του και στο χαμόγελό του.


Ήτανε μία χρονιά που αντίς για ενότητα και ομόνοια, είχαμε διένεξη και αναμαλλιάσματα. Σε στρατόπεδα ξαναχωριστήκαμε κι έτοιμοι ήμασταν να βγάλουμε ο ένας το μάτι του άλλου. Ασυγχώρητοι για μένα, εκείνοι που μας έβαλαν σε αυτή τη διαδικασία. Αλλά και εμείς που μπήκαμε σε όλη αυτή την ανόητη χλαπαταγή. Που λίγο έλειψε το άγαλμα εν τω μέσω της πλατείας να πάψει να συμβολίζει τη συνάντηση και να αποτυπώνει τη σύγκρουση.


Αλλά πέρασε κι αυτό. Όπως με έναν τρόπο, περνάνε όλα. Και κάθε τέτοια εποχή όταν κάμεις τον απολογισμό σου, ελπίζεις πως ανεξαρτήτως του τί συνέβη μέσα στη χρονιά, βγήκες κάπως κερδισμένος και πιο ώριμος. 


Άστα αυτά όμως και έλα να διασχίσουμε το πιο γιορτινά στολισμένο κομμάτι της Αθήνας: τη Στοά Σπυρομήλιου. Που έχει τις κορδέλες της και τις μπάλες της και τα φαντεζί λαμπιόνια της. Και που ξαφνικά νομίζεις πως περπατάς σε κάποια άλλη πόλη, χαρούμενη και αισιόδοξη.



Είναι νωρίς ακόμα και δεν έχει πλακώσει η κίνηση. Αργότερα, κατά το μεσημεράκι, δεν βρίσκεις τραπέζι που να παρακαλάς. Και στ'αλήθεια θα στο πω, πολύ το χαίρομαι. Γιατί είναι ωραία να βλέπεις κόσμο, παρέες, οικογένειες, ζευγάρια, φίλους όλων των ηλικιών. Να βολτάρουν, να γελάνε, να απολαμβάνουν την συντροφιά ο ένας του άλλου και να γιορτάζουν μαζί τις μέρες ετούτες.



Όπως πολύ χαίρομαι το καταγέλαστο χαμόγελο της γλυκύτατης κοπέλας. Σε ετούτη την πόζα δίπλα στον ξυλοπόδαρο, μπροστά από το Public του Συντάγματος. Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι νάστε καλά και να χαμογελάτε πάντα, αγαπητή μου.



Δεν ξεύρω για σένα, αναγνώστα, αλλά εγώ όταν βλέπω μολυβένια στρατιωτάκια, ξετρελαίνομαι! Ένα προς ένα, τα εθαύμασα και τα χαιρέτισα στο εσωτερικό του καταστήματος, ενόσω διάλεγα τα βιβλία που θα κάμω δώρο φέτος. Στους φίλους μου και στον εαυτό μου.



Στο ανθοπωλείο που βρίσκεται ακριβώς από πίσω, στη Νίκης, στάθηκα για ν'αγοράσω Αλεξανδρινά. Έτσι για το καλό. Να πάει γούρι η επόμενη χρονιά!


Και καθώς κατηφόριζα παρέα με τη λαοθάλασσα την Ερμού, το βλέμμα μου σκαρφάλωνε στις λίγες αλλά φιλότιμες προσπάθειες για χριστουγεννιάτικο στολισμό, στους τοίχους, στα παράθυρα και στις πινακίδες των καταστημάτων.



Τί εννοείς "μην αγοράζεις άλλα χαζολοϊδια, δεν έχουμε πια πού να τα βάλουμε"; Μα γίνονται γιορτές χωρίς το κατιτίς σε πανάχρηστο διακοσμητικό νάχεις να κοτσάρεις στο τραπέζι, στο σκρίνιο, στο δέντρο, στην κουρτίνα, στο φωτιστικό, στο μπαλκόνι, στη γιαγιά;


Και οφείλεις να το ομολογήσεις: χαριτωμένοι μεν οι νάνοι, αλλά με τους πιγκουίνους δεν συγκρίνονται! Φόρα μας ένα καπέλο, δέσε μας ένα φιόγκο, ρίξε μας μία γιρλάντα και τσουπ, έχεις αμέσως σίζοναλ εξτραβαγκάντσα!


Εντάξει, μπορεί να είμαστε λίγο φαφλατάδικο πτηνό και μπορεί να το παρακάμουμε στην πολυλογία (υπονοείς κάτι;), αλλά το να μας αφαιρούνε το ράμφος είναι βέρι άκαρδο, χριστουγεννιάτικα.


Η γιορτινή Αθήνα διαθέτει κι άλλα ζούδια. Γατάκια, σκυλάκια, παπάκια.


Ως και μια ξέμπαρκη αρκούδα με πολύ εξαντρίκ αμφίεση εθεάθη ψηλά στην Ερμού. 



Η μέρα φεύγει, τα φώτα ανάβουν και το κέντρο της πόλης αστράφτει. 


Η ροή των αυτοκινήτων πυκνή στη Σταδίου, κόσμος πολύς στα μαγαζιά, στα θέατρα και στα καφέ.



Όμως σαν κατηφορίσεις προς την Ομόνοια, η εικόνα αλλάζει. Κατεβασμένα ρολά, κλειστά κι εγκαταλελειμμένα καταστήματα, λιγοστός κόσμος, μετανάστες και άστεγοι.



Δίπλα στην καμένη Μαρφίν, δίπλα στο κατεστραμμένο Αττικόν, τα πράγματα αλλάζουν. Εδώ η Αθήνα δεν γιορτάζει. Εδώ η Αθήνα σφαδάζει.



Άλλες εποχές, οι Αφοί Λαμπρόπουλοι (θυμάσαι;) ήσαν στολισμένοι για λαμποκοπάγανε από μακριά. Σήμερα τα Notos Galleries μοιάζουν με σκιά εκείνων των εποχών. Μπροστά από την είσοδο, στη γωνία που σχηματίζεται ανάμεσα στην Αιόλου και τη Σταδίου, το πεζοδρόμιο έχει καταρρεύσει, αλλά ουδείς ασχολήθηκε. Μία πρόχειρη περίφραξη, μπόλικα σκουπίδια και κάμποσα παρκαρισμένα μηχανάκια συνθέτουν ένα μίζερο σκηνικό.



Και στην Ομόνοια; Η άλλοτε περίφημη κεντρική πλατεία της πόλης, έχει καταλήξει σε ένα ατελείωτο αποθετήριο ψυχών. Σύριοι πρόσφυγες, Αφγανοί, Αφρικανοί, ναρκομανείς και άνθρωποι του περιθωρίου κάθονται στα σκαλάκια της πλατείας. Και μπροστά τους ο Δήμος τοποθέτησε ένα φωτεινό καραβάκι, λες και θέλησε να συμπληρώσει με τον πιο σουρεαλιστικό τρόπο, την τραγική αυτή πραγματικότητα.



Άνθρωποι που κοιμούνται εδώ, που συναλλάσσονται εδώ, που γενικώς περιμένουν. Όχι τα Χριστούγεννα, μήτε την Πρωτοχρονιά. Περιμένουν το παρακάτω τους. Αφημένοι πάνω στα πεζοδρόμια.



Στην είσοδο του Hondos εκεί παραδίπλα, ένας Άγιος Βασίλης υποδέχεται χαμογελαστός τον κόσμο, ώρες επί ωρών. Δύσκολο το μεροκάματο, αναγνώστα. Ακόμα και για τους Άγιους. Ή μάλλον, ιδίως για αυτούς.



Όσο απομακρυνόμαστε από το Σύνταγμα, τόσο ερημώνει το σκηνικό. Πατησίων στο ύψος της Στουρνάρη. Οι κούκλες ποζάρουν δίπλα στο δέντρο και προσδοκούν σε καλύτερες μέρες. Σε ένα εξόχως προβληματικό και συμπλεγματικό σημείο της πόλης. Βρώμικο, απαξιωμένο και σκοτεινό.



Τελευταία στάση, το Πεδίον του Άρεως. Εδώ έχει στηθεί το χωριό του Άγιου Βασίλη.



Αλλά πριν σπεύσεις να ενθουσιαστείς και πριν βάλεις με το μυαλό σου ταράνδους και καμινάδες και έλκηθρα με δώρα, να σε προσγειώσω στην αλήθεια της ανθρωπογεωγραφίας του πάρκου: η σίζοναλ αγορά εδώ απαρτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από αλλοδαπούς. Που πουλάνε την πραμάτεια τους σε ένα ιδιότυπο παζάρι. Δώδεκα ζεύγη κάλτσες, πέντε ευρώ. Παντόφλες Τουίτη, τέσσερα ενενήντα. Ντολμαδοπαρασκευαστής τύπου Βέφας, επτά και πενήντα. Τιμή συζητήσιμη. Έλα να περπατήσουμε για λίγο σιωπηλά.

















Κοιτάζω τα κιόσκια, τα φτηνιάρικα παιχνίδια, τα ρούχα, τα βρακιά, τους ανθρώπους που περιφέρονται από πάγκο σε πάγκο και επεξεργάζονται τα πωλούμενα. Σχεδόν όλοι τους είναι μετανάστες. Κυρίες από την Ανατολική Ευρώπη με την κούραση στα πρόσωπά τους και την τσάντα διπλοσφαλισμένη μπροστά από τη μέση τους, ζευγάρια από τη Ρωσία και τον Καύκασο με μικρά παιδάκια που κοιτούν να πείσουν τους γονείς τους μπας και κονομήσουν κάνα παιχνιδάκι, Σύροι πρόσφυγες που αγοράζουνε σουβλάκια.


Ένα μικρό καρουζέλ πούναι στημμένο στην άνω πλευρά του πάρκου, προς τα Δικαστήρια της Ευελπίδων, στριφογυρνά λιγάκι μελαγχολικά. Μία μαμά βοηθά τον πιτσιρικά της να σκαρφαλώσει στο αμαξίδιο.


Σα να βρεθήκαμε ξαφνικά σε άλλη χώρα και σε άλλη εποχή. Σα να επιστρέψαμε πίσω δυοτρεις γενιές. Σα να χάσαμε όλο το κεκτημένο της όποιας ανάπτυξης και προόδου μας. Σα νάμαστε ξανά το πιο θλιβερό μας, Βαλκάνιο παρελθόν. Μία πόλη και μια χώρα που γκρεμίστηκε στα πιο σκοτεινά και τρίσβαθα φαράγγια της.


Μία πόλη και μια χώρα που υποδέχεται το νέο έτος, θέλει να γιορτάσει και να διασκεδάσει το παρόν της, κοιτάζει συγκεχυμένα το παρελθόν της, αλλά είναι πια βέβαιη -πέραν κάθε αμφιβολίας- πως δεν μπορεί να εμπιστευθεί το μέλλον της.


Μία κοινωνία αντιφάσεων που στριφογυρίζει συνεχώς γύρω από τον άξονά της, κυνηγώντας το μπροστινό της, προσπαθώντας να προσπεράσει τον διπλανό της, κλείνοντας το δρόμο στους από πίσω. Αλλά που συνειδητοποιεί (αλήθεια, το συνειδητοποιεί) πως με αυτόν τον τρόπο, δεν θα μπορέσει ποτέ να προχωρήσει και να κοιτάξει πέρα από τον φαύλο κύκλο της. Περασμένες οκτώ και η πλατεία Κλαυθμώνος έχει πια φωταγωγηθεί. Τα παιδιά διασκεδάζουν, οι γονείς χαζολογάνε, τα κάστανα σιγοψήνονται στη φωτιά.


Στις βιτρίνες της οδού Αμερικής, τα Χριστούγεννα συνεχίζουν να υπόσχονται την αφθονία που χάσαμε.


Και στη Μεγάλη Βρετανία, τα μάρμαρα λάμπουν υπό το φως των προβολέων και των πλούσιων διακοσμήσεων.


Τί να σου ευχηθώ; Να είμαστε καλά, θα σου ευχηθώ. Και να αντέχουμε. Να χαμογελάμε και να προσπαθούμε. Παρά τις αντιξοότητες, παρά τις κακοδαιμονίες, παρά το στραβό μας το κεφάλι. Να προσπαθούμε. Και να ονειρευόμαστε. Κοιτάζοντας τ'αστέρι στην κορφή του δέντρου, κοιτάζοντας στα μάτια αυτούς που αγαπάμε, κοιτάζοντας με ειλικρίνεια τον εαυτό μας στον καθρέπτη της συνείδησής μας. Για να γινόμαστε καλύτεροι. Και πιο δυνατοί. Για να αντιμετωπίζουμε τα όσα μας ξημερώνουν.

Χρόνια Πολλά, αναγνώστα.