Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Η Σιτροέν στο Πάρκο


Είναι κάπως δύσκολο να το πιστέψεις, αλλά στο σημείο που βρισκόμαστε, υπήρχαν κάποτες -στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, τύπου η γιαγιά σου το θυμάται- μόνο μποστάνια και κοτέτσια. Στην καλύτερη, μας έλεγες ρουστίκ, στη χειρότερη, μας έλεγες γκραν χωριαταρία. 


Αλλά καθ'όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα πλάκωσε κόσμος καταδώθε, πύκνωσαν οι πολυκατοικίες και βρεθήκαμε νάμαστε σήμερις τμήμα του Παρισιού. Μη σου πω, μας λες και κεντρική συνοικία. 


Τώρα βέβαια εσύ, αγαπημένε αναγνώστα, θα αναρωτηθείς πώς τα καταφέρνουμε πάλι μες το καταχείμωνο να περιφερόμαστε στα πανάσχετα, αντίς να είμαστε σε κάνα Τουρ Εφέλ να βγάζουμε σέλφι σαν άνθρωποι ή έστω σε ένα Cafe des Deux Moulins να πίνουμε τη ζεστή σοκολά μας αντάμα με την Αμελί -και θάχεις και τα δίκια σου!


Διότι πράγματι, η πλευρά αυτή του Δέκατου Πέμπτου Διαμερίσματος του Παρισιού όπου βρισκόμαστε -γύρω από την Place de la Montagne du Gulet- δεν είναι πα-ντου-τού τουριστική και δεν θα τη βρεις με την καμία, να φιγουράρει στους ιλουστρέ οδηγούς με τ'αξιοθέατα. Πρόκειται για μία αρκετά πυκνοκατοικημένη γειτονιά της πόλης με μεσοαστικά χαρακτηριστικά και ρουτινιάρικους ρυθμούς. Σπίτι-δουλειά-σουπερμάρκετ-σπίτι.


Εντούτοις, αν είσαι λιγουλάκι πιο υποψιασμένος ή ευαίσθητος και σε ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική, μπορείς εδώ να εντοπίσεις κάμποσα ενδιαφέροντα κτήρια που κινούνται ανάμεσα στο μοντερνισμό, το μπάουχαους και τον μπρουταλισμό. 


Και είναι βέβαιο πως θα σε εκπλήξει η θαρραλέα οριζιναλιτέ και ο πειραματισμός στις φόρμες, τα χρώματα και τις λεπτομέρειες. Σε ένα αστικό τοπίο που μοιάζει αλλά δεν είναι συμβατικό. Και το οποίο καταφέρνει να αναδείξει τις απλές καθημερινές κινήσεις -της κυρίας Σαντρίν Ντουλέ που βολτάρει το κανίς γκριφόν της πρωί/βράδυ στο πάρκο, του κυρίου Πασκάλ Ζιρό που έχει ξεκινήσει τζόκινγκ κάθε απόγευμα μπας και πέσει η κοιλίτσα, της μαντμζέλ Μαρί Ντεβό που σαν ανοίξει ο καιρός, φοράει τα μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου της και ένα λουλουδιαστό μαντίλι στο κεφάλι και κάθεται στο μπαλκόνι διαβάζοντας το βιβλίο της και μασουλώντας φιστίκια- σε αρτίστικ δρώμενο ή σε σκηνή από ταινία του Ζακ Τατί.


Αλλά όχι, δεν σε έφερα ως εδώ για να χαζέψουμε τα κτήρια, μήτε για να κουτσομπολέψουμε τους ενοίκους τους -άλλωστε με ξεύρεις πόσο διακριτικό πτηνό είμαι! Σε έφερα εδώ για να σου δείξω ένα μέρος π'αγαπώ.


Αυτό το πάρκο.


Ένα μικρό, υπέροχο πάρκο στις όχθες του Σηκουάνα. Ένα πάρκο που με γαληνεύει και μ'εξημερώνει. Νωρίς το πρωί, όταν έρχομαι εδώ για να την πρώτη καλημέρα. Ή αργά το απόγευμα, όταν έρχομαι για ν'αδειάσω τις σκέψεις που μου φόρτωσε η μέρα.



Βόλτα στο πάρκο χειμωνιάτικα; Ουί, βόλτα στο πάρκο χειμωνιάτικα! Ανασκουμπώσου και έλα να απολαύσουμε. Τα δέντρα που σε κοιτάζουνε με όλη την ειλικρίνεια της γύμνιας τους. Με τους κορμούς τους να στέκουνε σαν πάσσαλοι και τα κλωνάρια τους να πετάγονται αψηλά σαν σκούρες μολυβιές.



Και τα χρώματα. Αυτά τα καστανά και τα μαβιά και τα σκουροπράσινα. Που στρώνουν ένα νωπό χαλί από αισθήσεις για να βαδίσεις απάνου του.



Κι εκεί που πάω να γίνω ρομαντίκ και ποετίκ, πετάγεται μπροστά μου η μαντάμ Μπεατρίς Ντονορέ και μου αποδομεί όλη την προσπάθεια. Φορώντας τα σπορτεξάκια της, το σκούφο, το παλτό, την άσπρη κάλτσα και τις οκτώ δεκαετίες της.



Είδες που άρχισες να εκτιμάς κι εσύ το χειμωνιάτικο του πράγματος; Αν σε είχα φέρει καλοκαίρι, θα είχες τη Μπεατρίς Ντονορέ με κολάν, στηθόδεσμο και μπαντάνα. Και θάρχιζες κι εσύ το τρέξιμο.



Αλλά ας επανέλθουμε στην ήρεμη διάθεση, τον λογοτεχνικό τον οίστρο και τις ανάσες ησυχίας που λέγαμε πριν. Διότι πρέπει να σου εξηγήσω τα πώς και τα γιατί του πάρκου.



Σε πληροφορώ λοιπόν ότι πρόκειται για σχετικά καινούργιο απόκτημα της πόλης, καθώς το εγκαινιάσαμε μόλις το 1992. Βλέπεις πριν, στον ίδιο χώρο βρισκόταν ένα ιστορικό εργοστάσιο. Της Σιτροέν. Ναι, κατασκευάζαμε εδώ τουτού. Στο χώρο που περιπατούμε, έσιαξε ο Αντρέ-Γκυστάβ Σιτροέν τη μεγάλη του αυτοκινητοβιομηχανία. Που έφθασε κάποτες, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 30, νάναι η τέταρτη μεγαλύτερη στον κόσμο και η πρώτη εκτός Αμερικής. Σου μιλώ, για γκραν σουξέ εκονομίκ.



Θεμέλιο της επιτυχίας του ήταν το διπλό ελικοειδές γρανάζι, που έδωσε μεγάλη ώθηση στην αυτοκίνηση (αλλά μεταξύ μας, οι κακές γλώσσες λένε ότι παρότι του αποδίδεται ως ευρεσιτεχνία, το ξεπατίκωσε από άλλη επιχείρηση).



Το 1934, η Σιτροέν εκυκλοφόρησε βέρι μονδέρνο μονδέλο ονόματι 11CV, το οποίο ήταν το πρώτο εμπροσθοκίνητο όχημα στην ιστορία της αυτοκίνησης και αν ήσουν σωφεράντζα ήταν τότες το αντικείμενο του πόθου σου. Αλλά επειδής μας κόστισε κι ένα σκασμό λεφτά να το σχεδιάσουμε, έπεσε έξω η επιχείρηση και χρεωκοπήσαμε. Μήτε να τα θυμάμαι δεν θέλω. Χαμός στο εργοστάσιο, αναστάτωση στους εργαζομένους, πρωτοσέλιδα στον Τύπο. Εντέλει η Σιτροέν πέρασε υπό τον έλεγχο του μεγαλύτερου πιστωτή της, της Μισελέν (ναι, με σήμα τον χονδροελαστικούλη -που αν δεν τον θυμάσαι ως περσόνα, δεν έχεις παρά να ανέβεις στη ζυγαριά σου μετά τα Χριστούγεννα), η οποία κατάφερε να την οδηγήσει ξανά στο σουξέ και το προφιταμπιλιτέ.



Σήμερις όλα αυτά είναι μία ανάμνηση, καθώς η Σιτροέν αποτελεί μέλος του γαλλικού ομίλου PSA Peugeot-Citroen και ετούτος ο χώρος του πρώτου εργοστασίου μαζικής παραγωγής αυτοκινήτων στην Ευρώπη έχει γίνει πάρκο.



Ένα μεγάλο ορθογώνιο κανάλι δημιουργεί ένα υδάτινο πλαίσιο στην κεντρική αλέα. Τριγύρω του, υπάρχουν διάφοροι κήποι, αλλά και μία σειρά από κυβιστικά περίπτερα στα οποία μπορείς να ανεβοκατέβεις είτε ως άσκηση, είτε για να χαζέψεις από αψηλά τη θέα.



Και μοιάζει ετούτο το μπες-βγες να παίζει μαζί σου και να σου κλείνει το μάτι.



Με έναν τρόπο που πολλές φορές συναντάς στα εξωτερικά, αλλά ελάχιστες στην Ελλάδα: ο δημόσιος χώρος γίνεται ταυτόχρονα χρήσιμος και διασκεδαστικός. Διαθέτει αισθητικό ενδιαφέρον και άποψη. Και σε καλεί, σε προκαλεί, σου χαρίζεται.



Δεν ξεύρω αν το πρόσεξες, αλλά στην κεντρική αλέα, έχουμε και ένα αερόστατο. Στο οποίο μπορείς ν'ανέβεις, να σε υπερυψώσουμε και να γελάσουμε μαζί σου που θάχεις καταφοβηθεί και ξεπαγιάσει στους ουρανούς του Παρισιού. Και κάπως έτσι, από το τίποτα, έχουμε σιάξει ένα ατράξιον, να έρχεται ο κόσμος να φχαριστιέται.



Και δεν είναι το μόνο. Σιντριβάνια που χορεύουν, έξυπνες παιδικές χαρές, ειδικές διαδρομές για τζόκινγκ και ποδήλατο δίπλα στον Σηκουάνα, πεζογέφυρες και βοτανικοί κήποι με εξώτικ φυτά.



Έτσι φροντίζουν οι πόλεις, τους κατοίκους τους. Και τους αποδίδουν πίσω τους φόρους τους, υπό μορφή παροχών και ποιότητας ζωής. Άσχετο, αλλά αυτή εκεί απάνου είναι η Μπεατρίς Ντονορέ ή με γελούν τα μάτια μου;


Το πάρκο Αντρέ Σιτροέν με γαληνεύει και μ'εξημερώνει. Αλλά μου προσφέρει και αφορμή για πιο στοχαστικές σκέψεις. Για μία Ευρώπη που τα κατάφερε. Να μετατρέψει το βιομηχανικό της αντιπροχθές σε ποιότητα ζωής για το σήμερα. Να συσσωρεύσει κεφάλαιο και εμπειρία και πολιτισμό για να βρεθεί στο παραπέρα. Αλλά που όσο κι αν τρέχει ως γηραιά και καλοζωισμένη κυρία στο υπέροχο πάρκο της, δεν μπορεί να αποφύγει τα διλήμματα και τις προκλήσεις που της θέτει ο σύγχρονος κόσμος. Και τα οποία θα πρέπει να αποφασίσει να αντιμετωπίσει ή να αγνοήσει. Υφιστάμενη τις συνέπειες.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Hava Nagila


Μπαίνω στο ταξί και αφού δίνω τις σχετικές οδηγίες στον ταξιτζή, πιάνουμε την κουβέντα. "Γουέρ αρ γιου φρομ;" με ρωτάει εκείνος. "Γκρις" του απαντάω εγώ. Και πριν καλά καλά προλάβω να ολοκληρώσω τη λέξη, αστράφτει το πρόσωπό του κι αρχίζει να μου γελάει! "Φαντάστικ μιούζικ!" φωνάζει εκστασιασμένος κι αρχίζει αμέσως μετά να αραδιάζει ονόματα από Έλληνες τραγουδιστές, γνωστούς και διάσημους, αλλά και κάμποσους που δεν θα ήλπιζες ποτές ότι ξεύρει ένας ταξιτζής στο Τελ Αβίβ. Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Πάριος, Μπιθικώτσης, Γλυκερία, Πλούταρχος, Λίτσα Διαμάντη, Άντζελα Δημητρίου, Κατερίνα Στανίση. Και ουχί μόνο τους ήξευρε, αλλά τους τραγουδούσε κιόλας. Για να μου το αποδείξει, βάζει στη διαπασών το "Βράχο-βράχο, τον καημό μου" και ύστερα πιάνει α-καπέλα το "Σέχω κάνει Θεό, μια φορά να σε ντω, να σου πω σαγκαπώ, γκύρνα πίσω!". Σου μιλώ για βέρι ευρύ ρεπερτόριο! Κι αφού ερμηνεύει μονοκοπανιά το μισό τραγούδι (ουχί μόνο το ρεφρέν, αλλά και το κουπλέ), με παρακαλάει να του εξηγήσω τι ακριβώς σημαίνουν τα λόγια! 



Ναι, η αγάπη για την ελληνική μουσική έχει θρέψει γενιές εδώ στο Ισραήλ και αποτελεί έναν κώδικα επικοινωνίας που νομίζω ελάχιστοι Έλληνες έχουν συνειδητοποιήσει και αξιολογήσει. Είναι πολλές οι φορές που με έχει απασχολήσει αυτή η ιδιότυπη λατρεία των Ισραηλινών για τη μουσική μας. Ίσως οφείλεται στις φωνητικές ομοιότητες της εκφοράς των γλωσσών μας, ίσως οφείλεται σε αυτή τη μίξη ανατολίτικων, βαλκανικών και δυτικών ήχων που συναντά κανείς στη μουσική μας και φαίνεται πως συγκινεί και τους Ισραηλινούς. Ίσως όμως και να οφείλεται απλά, στο ότι πάνου από το κεφάλι μας λάμπει ο ίδιος ζεστός ήλιος και χαϊδεύουνε τα πόδια μας τα ίδια νερά της ανατολικής Μεσογείου. 

Πτηνό απεφάσισε σήμερα λοιπόν να σου σκαρώσει μία πλέιλιστ. Με εβραϊκά τραγούδια που ξεύρεις ή που δεν ξεύρεις αλλά θα μπορούσες και να μάθεις. Κάποια προέρχονται από παραδοσιακές μελωδίες που για γενιές τραγουδούν οι Εβραίοι στις γιορτές τους. Κάποια είναι πιο σύγχρονα και πιο μονδέρνα, κάποια έχουν ακουστεί σε διαγωνισμούς όπως η Γιουροβίζιον. Αλλά όλα, νομίζω με έναν τρόπο, έχουν το ενδιαφέρον τους.  


Σόρι, αλλά απλώς δεν γίνεται να μην ξεκινήσω αυτή τη λίστα με το απόλυτο χιτ "Hava Nagila" που δηλαδής αν δεν τόχεις ακούσει, πρέπει στα σίγουρα να σε έχουμε φέρει από τον Άρη. Εδώ, η Ρίκα Ζαράι ερμηνεύει το άσμα, με τον πιο γουστόζικο, τσαχπινογαργαλιάρικο και χοροπηδηχτούλικο τρόπο, στου γιαλού τα βοτσαλάκια, παρέα με δύο καβουράκια.



Η Chocolate, η Menta και η Mastik φοράνε την πιο λελουδιαστή τους διάθεση και με φόντο την εξαιρετικά συναρπαστική αρχιτεκτονική του Τελ Αβίβ (που είναι μάθημα αρχιτεκτονικής για κάθε άνθρωπο που τρέφει σχετικό ενδιαφέρον και άκου το πτηνό που σου το επιβεβαιώνει!), τραγουδούν το Emor Salom. Τσιμεντένια μανιτάρια, ρεπετιτίβ μπαλκονάκια, κυβιστικά γλυπτά, μπάουχάουζ και αυτοσαρκαστική τοποθέτηση, σε ένα άσμα που θα μπορούσε να είναι και στυλιστικό δρώμενο.



Στη Γιουροβίζιον έχουν ακουστεί κατά καιρούς καν και καν τραγούδια. Αλλά σκέτο "Καν" έχουν τραγουδήσει μονάχα ο Moshe και η Orna Datz, το 1991. Σε μία από τις καλυτερότερες και πιο κλάσικ συμμετοχές του Ισραήλ, που παρά τρίχα να το σηκώσει το τιμημένο εκείνη τη χρονιά. Με την πεντάμορφη Orna να κάμει τα τσαλιμάκια της και με το σκοπό που κλιμακώνει σε ένα πιασάρικο και ευκολομνημόνευτο μοτίβο, το τραγούδι αυτό είναι χαρακτηριστικό του ισραηλινού ηχοχρώματος που ακουμπάει στην Ανατολή και παίζει με τα γυρίσματα. Τότες, είχε γίνει μεγάλο σουξέ εδώ στο Ισραήλ.



Το Im Nin'Alu παραμένει μία από τις μεγαλύτερες ιντερνάσιοναλ επιτυχίες στα εβραϊκά και βεβαίως η Όφρα Χάζα, η πλέον αναγνωρίσιμη ισραηλινή τραγουδίστρια ανά τον κόσμο. Παρότι στα μέσα της δεκαετίας του '80, το άσμα κυκλοφόρησε σε ελαφρώς πιο μπιτάτη έκδοση που για κάμποσες εβδομάδες φιγουράριζε στις πρώτες θέσεις των διεθνών τσαρτς (και ναι, μπορούσες να το χορέψεις κι εσύ στην Αυτοκίνηση και στις λοιπές ντίσκο της εποχής), εγώ σου έχω επιλέξει εδώ την πιο αυθεντική και αισθαντική ερμηνεία της Όφρα από τα τέλη της δεκαετίας του 70. Ο πρόωρος χαμός της, στέρησε από τη χώρα μία από τις πιο σημαντικές ερμηνεύτριές της.



Ο Χαρέλ Σκαατ είναι ιδιαίτερος από πολλές απόψεις. Πρώτον, είναι γιεμενίτης Εβραίος -ήτοι φέρει εκείνα τα πολύ ξεχωριστά χαρακτηριστικά (σταρένιο δέρμα, πυκνά σκούρα μαλλιά, αμυγδαλωτά μάτια, γωνίες στο πρόσωπο) που καθιστούν τους γιεμενίτες μακράν τους ομορφότερους Εβραίους (θύμησέ μου να σε γυρίσω κάποια στιγμή στις γειτονιές των γιεμενιτών). Δεύτερον, κατέκτησε την πρώτη θέση σε τοπικό τάλεντ σόου, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές και τη λατρεία του κόσμου. Και τρίτον, αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο αγαπητούς καλλιτέχνες στο Ισραήλ με πολλές επιτυχίες και τυγχάνει ευρείας αναγνώρισης. Εδώ, τον ακους να ερμηνεύει μία υπέροχη, σπαραχτική μπαλάντα -που δεν ξεύρω για σένα, αλλά εμένα με συγκινεί με όλα αυτά τα "χχχχ" που γραντζουνάνε με παράπονο τις νότες.



Εντάξει, ομολόγησε πως τόδες από μακριά να σούρχεται! Διότι αφιέρωμα στη μουσική του Ισραήλ, δίχως αναφορά στη Ντάνα Ιντερνάσιοναλ, απλώς δεν γίνεται. Δεν θα σταθώ στο έξυπνο και πιασάρικο ρεφρέν, ούτε στην εντυπωσιακή ντισκοπόπ εμφάνιση της Ντάνα που έβαλε τα δυνατά της να υπερβεί τις τεράστιες φωνητικές της αδυναμίες. Θα σταθώ στο ότι πρόκειται για ένα τραγούδι που ερμήνευσε πριν περίπου είκοσι χρόνια, μία τρανσέξουαλ που προερχόταν από μία χώρα που βρίσκεται στη Μέση Ανατολή και που διαθέτει και γειτονιές όπως το Μέα Σεαρίμ. Και επειδής θεωρώ πως αυτό το εντελώς οξύμωρο σχήμα, βοηθάει πολύ στο να καταλάβει κανείς πόσο περίεργο και αντιφατικό είναι το σύγχρονο Ισραήλ, η Ντάνα αποκτά δικαιωματικά μία θέση στην πλέιλιστ μου. Βίβα Μαρία, Βίβα Βικτόρια, Αφροντίτα!



Αλλά πήξαμε στο ισραηλοπόπ και ήρθε νομίζω ώρα για κατιτίς στο πιο παραδοσιακό: εδώ σούχω το Hevenu Shalom Aleichem από την εξαιρετική Daliah Levi, που μεσουρανούσε στην κεντρική Ευρώπη τη δεκαετία του 60, τραγουδώντας στα εβραϊκά και στα γερμανικά. Διότι ναι, η μουσική μπορεί να βοηθήσει με έναν τρόπο, να ανθίσουν και οι πιο δύσκολες και πληγωμένες σχέσεις.



Επειδής θα με ρωτήξεις, "tum" σημαίνει ήχος και "balalaika" είναι το γνωστό ρώσικο μουσικό όργανο. Το "Tumbalalaika" είναι ένα παλιό, παραδοσιακό τραγούδι των Εβραίων που ζούσαν στη Ρωσία. Και που μέχρι και σήμερα, θυμίζει με νοσταλγία τους διωγμούς που υπέστησαν οι εκείθε εγκατεστειμένοι πληθυσμοί από το κομμουνιστικό καθεστώς (το οποίο είχε προφανώς μία πολύ νοσηρή προσέγγιση στο διεθνισμό που υποσχόταν -τάχα μου- ως ιδεολογία!). Εδώ, το ερμηνεύουν με κάμποσο λυρισμό, οι Cantors σε μία συναυλία που δώθηκε στην παλιά Συναγωγή του Άμστερνταμ. Προσοχή γιατί το "Tumbalalaika" μπορεί να σου κολλήσει ως σκοπός και να μην ξεύρεις τί να γίνεις.



Καλέ, αυτή δεν είναι η Ρίκα Ζαράι; Ναι το ξεύρω ότι τρόμαξες να τη γνωρίσεις χωρίς τα τσαλιμάκια, τα βοτσαλάκια και τα καβουράκια. Αλλά είναι πράγματι αυτή, σε ένα πολύ σκερτσόζικο άσμα της δεκαετίας του 60. Το μαγκανοπήγαδο προσθέτει το απαραίτητο ρουστίκ στοιχείο. Γιαλε-γιαλέ, γιαλέ-λι.



Εχάντ, σστάιμ, σσαλός, άρρμπα, χχαμέςς! Δηλαδής έλεος, ούτε να μετράς δεν ξεύρεις; Μετεξεταστέος στα εβραϊκά! Ας αρχίσουμε λοιπόν με τα βασικά: אני אוהב אותך που προφέρεται περίπου "ανι οχέβ οτάχ" και σημαίνει "σ'αγαπώ". Ναι, τα γράμματα είναι λίγο περίεργα (πρόκειται για αρχαία αραμαϊκά) και ναι, διαβάζονται από τ'αριστερά προς τα δεξιά. Πωπω, συνειδητοποιώ πως είσαι σε προνηπιακό επίπεδο εκμάθησης, σου φοράμε πιπίλα και σου αλλάζουμε και πάνα. Γι'αυτό θα σου το κάμω ακόμα πιο απλό, προσθέτοντας ένα "μπ" ανάμεσα στις συλλαβές -όπως κάμουνε δηλαδής οι γονείς στα νήπια στο Ισραήλ για να τα μάθουν να μιλούνε μωρουδιακά. "Α-μπα-νι-μπι-ο-μπο-ε-μπε!" O Izhar Cohen το έντυσε με την κατάλληλη μουσική και αν δεν μπορείς να το διαβάσεις, μπορείς τουλάχιστον να μας το τραγουδήσεις. 



"Χρόνια σε περίμενα κι ήρθες μια βραδιά, που τα πάντα γύρω μου ήτανε φωτιά, η ζωή μου άλλαξε και η μέρα χάραξε, η ματιά μου γέμισε γέλιο και χαρά! Τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί, έγινε πιο όμορφη τώρα η ζωή. Τώρα ήρθες μάτια μου, μάτια μου εσύ, τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί!" Κάπως έτσι μας τραγούδησε στα ελληνικά η Λίτσα Διαμάντη το ανεβαστικό και χαρούμενο "Belev Echad" που πρώτη ερμήνευσε στα εβραϊκά η Hedva Amrani. Η οποία σε πληροφορώ πως ηχογράφησε τον πρώτο της δίσκο ενόσω υπηρετούσε τη στρατιωτική της θητεία το 1962, ενώ κάποια χρόνια αργότερα κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό τραγουδιού στο Τόκιο, κάνοντας βέρι χιουτζ καριέρα στην Γιαπωνία. Και πέρασε ωραιότατα από το Σαλαμαλέκουμ στο Σαγιονάρα!



Ας μείνουμε στη χαρουμενιά, ξανά με Όφρα Χάζα. Με ένα πολύ αλαφρύ αλλά γουστόζικο τραγουδάκι που συμμετείχε στη Γιουροβίζιον το 1983. Το καναρινί ήτο πολύ της μοδός τότες, επομένως αν ήσουν ταξί, τρόλεϊ, μπανάνα ή ο Τουίτι ήσουν αυτομάτως τρέντι και είχες μεγάλη ζήτηση.



Θα σου κλείσω τη λίστα με ένα τραγούδι πολύ ιδιαίτερο. Που δεν είναι ακριβώς Εβραϊκό, αλλά αν παρακολουθήσεις το κλιπ θα ιδείς πως εμπίπτει με έναν τρόπο στα κριτήρια του πλέιλιστ. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από τον θαυμάσιο Βιολιστή στη Στέγη. Που σου τραγουδά "σανράιζ, σάνσετ". Και σε ταξιδεύει από την Ανατολή στη Δύση της Ζωής, σ'αυτό το ταξίδι -το υπέροχο και δύσκολο και συναρπαστικό ταξίδι- που κάμουμε όλοι παρέα και ο καθένας μόνος του. Και που κατά τη διάρκειά του, ανεξαρτήτως της εθνικότητας, του χρώματος, του φύλου, της θρησκείας ή των λοιπών σου χαρακτηριστικών, σε απασχολούν λίγο-πολύ τα ίδια πράματα. Και θα σου το λέγω μέχρις να με βαρεθείς: πως κατά τη διάρκειά του, όσα περισσότερα ακούς και βλέπεις (με τα μάτια και τ'αυτιά σου ανοιχτά), τόσο περισσότερα κατανοείς. Και όσo περισσότερο κατανοείς, τόσο καλύτερος άνθρωπος γίνεσαι. Και τότες η Δύση, θα σε βρει πλούσιο, χορτασμένο και κυρίως, έτοιμο. Σαλόμ!

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως


Από ένα και μόνο σκίτσο. Μπορείς να καταλάβεις το ταλέντο, να αισθανθείς τη δύναμη των συναισθημάτων, να μετρήσεις το εύρος των αναφορών. Από ένα και μόνο σκίτσο. Στέκομαι και το κοιτάζω για ώρα. Και παρατηρώ. Τις έντονες γραμμές του περιγράμματος, τα πηγαινέλα του μολυβιού στα μαλλιά και το καπέλο, τα χαρακτηριστικά του προσώπου που αναδύονται μέσα από τις φωτοσκιάσεις. Και μου φαίνεται πως με έναν τρόπο συναντώ σε αυτό το σκίτσο μια μεγάλη παρέα, από τον Ρέμπραντ μέχρι τον Τσαρούχη.


Ύστερα κοιτάζω το βλέμμα του στη φωτογραφία. Αυτό το βαθύ και έντονο βλέμμα. Που ξημερώθηκε στο Αϊβαλί και έσβησε στην Αθήνα. Διαγράφοντας στο ενδιάμεσο, μία θαυμάσια πορεία που θαρρείς πως είχε ως μόνο της μέλημα και σκοπό ετούτο: να δώκει σχήμα και μορφή στην ελληνικότητα. Στο πνεύμα της, στη συνέχειά της, στην πίστη της, στο διαμέτρημά της.



Ναι, σήμερις έχομεν εκπαιδευτική εκδρομή: ήρθαμε για να επισκεφθούμε παρέα μία έκθεση. Μία σπουδαία έκθεση. Αφιερωμένη σε εκείνον. Τον Φώτη Κόντογλου. Τον μεγάλο Έλληνα λογοτέχνη και ζωγράφο. Τον εμπνευσμένο δημιουργό. Στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.


Η έκθεση χωρίζεται σε πέντε μεγάλες ενότητες που ακολουθούν χρονολογικά τη διαδρομή της ζωής του Κόντογλου. Γεννημένος στ' Αϊβαλί της Μικρασίας, ο Φώτης γεννήθηκε με το επώνυμο Αποστολέλης. Κόντογλου, λέγανε τη μάνα του και το ιδικό της επίθετο εντέλει χρησιμοποίησε καθότι έχασε μικρός τον πατέρα του και την κηδεμονία του ανέλαβε ο αδελφός της και θείος του, Στέφανος Κόντογλου, που ήταν ηγούμενος της Αγίας Παρασκευής. Στο Αϊβαλί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο, κι ύστερα γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Το 1914, πήγε στο Παρίσι για να μελετήσει τους μεγάλους ζωγράφους.



Αργότερα, το 1919, επέστρεψε και πάλι στ'αγαπημένο του Αϊβαλί που ανέπνεε τότες για λίγο αέρα ελευθερίας και διορίστηκε καθηγητής στο Παρθεναγωγείο, όπου δίδαξε γαλλικά και τεχνικά. Το 1921, επιστρατεύτηκε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και φόρεσε το χακί. Από εκείνη την εποχή, αυτή η φωτογραφία. Στην οποία ποζάρει μαζί με την αδελφή του την Τασίτσα.



Το 1922 πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι και μετά από παραμονή στη Μυτιλήνη και στο Άγιο Όρος (όπου είχε αποφασίσει να καλογερέψει), εγκαταστάθηκε εντέλει στην Αθήνα. Και παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη, που την εβλέπεις εδώ απάνου. Με τα όμορφα μάτια της και τα κοντά μαλλιά της. Με τους χαλκάδες στ'αυτιά της και το φουλάρι στο λαιμό της.



Νάτην κι εδώ, μαζί με το στεφάνι της, σκαρφαλωμένη απάνου στην πεσμένη κολόνα τ'Ολυμπίου Διός. Με φόντο την Ακρόπολη. Από τη Νέα Ιωνία μετακόμισε εντέλει στην Κυπριάδου, σ'ένα σπίτι που υπάρχει μέχρις και σήμερα, στην οδό Βιζυηνού.


Στα τέλη του '20 και στις αρχές του '30, ο Κόντογλου είχε ήδη διαμορφώσει τα βασικά στοιχεία της καλλιτεχνικής του υπογραφής. Με αναφορές στον Γκρέκο που εθαύμαζε απεριόριστα και μπολιάσματα από τα μονδέρνα κινήματα των αρχών του εικοστού αιώνα, δοκίμασε να συνδεθεί με το συνεχές της ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Και να το προχωρήσει παρακάτω. Φαίνεται ήδη, σε έργα του 1924, όπως ετούτη η προσωπογραφία του Νικόλαου Χρυσοχόου.


Αλλά και στις δοκιμές, τ'αντίγραφα και τα σκίτσα του. Περνά από μία περίοδο μονοχρωμίας, όπου βουτάει τις μορφές και τα τοπία στο ασπρόμαυρο.



Κι ύστερα ξεδιπλώνει μέσα του τη βυζαντινή χρωματουργία. Και υιοθετεί τις τεχνικές και της τεχνοτροπίες της βυζαντινής και μεταβυζαντινής παράδοσης. Με σεβασμό, αλλά και τόλμη. Που ακουμπά τη λαϊκή τέχνη και τον Θεόφιλο.



Ιστορεί εκκλησίες, εικονογραφεί έντυπα, πηγαίνει στη Σπάρτη και έρχεται σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική στις αρχαιολογικές ανασκαφές, ταξιδεύει στην Αίγυπτο και γνωρίζει την τέχνη των φαγιούμ. Κι όλα με έναν τρόπο τα εντάσσει. Χωρίς ποτές να χάνει το ύφος και την υπογραφή του.


Να σας συστήσω: αναγνώστα, από εδώ η ωραία Κλεοπάτρα της Αιγύπτου. Κλεοπάτρα, από εδώ ο αναγνώστας. Καλέ μην ντρέπεσαι πούσαι τελοσπάντων κάπως απρεπώς ενδεδυμένη! Θα του εξηγήσουμε πως είσαι μακέτα για το χαμάμ Πίσσα-Παπαηλιού και θα καταλάβει ο άνθρωπος. Παρεμπιπτόντως, ωραιότατο το κολιεδάκι σας. Ματάκι για τη βασκανία!


Και εδώ ο Λουίζος Μαρότος! Με το μουσάκι του, το σπαθάκι του, το χειλάκι πετροκέρασο.


Και ο Οδυσσέας αντάμα με τον Αίαντα. Έτοιμοι και να καυγαδίσουνε και να ξαναμονιάσουν.


Το 1932, ο Κόντογλου βρέθηκε με το μαθητή του, τον Γιάννη Τσαρούχη, στα Μετέωρα. Αυτή εδώ η φωτογραφία είναι από τα τότες που ήσαν οι δυο τους στη Μονή Βαρλαάμ.



Όπως έχεις καταλάβει ως τα τώρα, η θεματολογία του Κόντογλου δεν περιοριζόταν στα θρησκευτικά, αλλά καταπιανόταν και με κοσμικά θέματα και με πρόσωπα και με νεκρές φύσεις. Ακόμα και με τοπογραφίες, σαν και τούτη. Βυζαντινό τοπίο, του 1938. Τέμπερα σε ξύλο.



Κι ύστερα ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή. Και ο Κόντογλου αναγκάστηκε να εκποιήσει το σπίτι της οδού Βιζυηνού για ένα σακί αλεύρι. Και να εγκατασταθεί λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στην οδό Γαβριηλίδου 39 στα Πατήσια, σε ένα γκαράζ. Αυτή η "φάτνη αυτοκινήτων", όπως συνήθιζε να τη λέγει ο ίδιος, εστέγασε την οικογένειά του έως τις αρχές της δεκαετίας του '50.



Όμως επέζησε. Και στην ύστερή του φάση, τη δεκαετία του 50 και ως το 1965 που πέθανε, μας απέδωσε ευρύτατο έργο. Με αγιογράφηση πολλών ενοριακών εκκλησιών αλλά και ενός πλήθους φορητών εικόνων.



Κοιτάζω τις διάφορες μορφές στα έργα που εκτίθενται εδώ. Και μαθαίνω να εκτιμώ ακόμα περισσότερο την εικονιστική παραμόρφωση, την αφαιρετικότητα, τα ναϊφ χαρακτηριστικά, τα αντιρρεαλιστικά χρώματα και την έλλειψη προοπτικής.



Ο Κόντογλου μελέτησε με σεβασμό τη βυζαντινή ζωγραφική και την προχώρησε σε ένα εντελώς καινούργιο λαϊκοβυζαντινό ιδίωμα. Που σου φαίνεται σήμερα παλιό και μονδέρνο ταυτόχρονα. Και που αν δεν σταθείς να το γνωρίσεις, δεν μπορείς να καταλάβεις την εξέλιξη της ελληνικής ζωγραφικής. Γιατί θα σου λείπει εκείνο το απαραίτητο σκαλοπάτι ανάμεσα στον Θεόφιλο και τον Τσαρούχη ή τον Μποστ.



Αυτός ο θαυμάσιος Κόντογλου. Που μπορεί να ζωγραφίζει το πορτραίτο του Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού, τηρώντας τα διδάγματα του δυτικού κλασικισμού.



Ύστερα να σου καμώνει μία γυναικεία φιγούρα που παραπέμπει σε φαγιούμ.



Κι έπειτα να ερωτοτροπεί με τη λαϊκή ζωγραφική, σαν να παίζει και να γελάει μαζί σου.



Και είναι εντέλει αυτό του το στοιχείο που νομίζω με γοητεύει παραπάνω απ'όλα. Ότι πέρα από τα παντρέματα των αναφορών και των επιδράσεων, ο Κόντογλου προτείνει μία ελληνικότητα που δεν θα πρέπει να πάρει τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά. Μία ελληνικότητα που διατηρεί τις φόρμες της, αλλά ταυτόχρονα τις αναιρεί και τις δοκιμάζει, σαν σκανδαλιάρικο παιδί. Που κρατάει τη σούμα του παρελθόντος, αλλά προσθαφαιρεί και συμπληρώνει.


Ολοκληρώνοντας την επίσκεψη, στάθηκα για λίγο σε μία από τις εξαιρετικές προθήκες, όπου παρουσιάζονταν τα χρώματα που χρησιμοποιούσε ο Κόντογλου. Χρώματα γήινα και δικά μας.



Κι αναρωτήθηκα. Αν θα μπορέσουμε κι αν θάμαστε ικανοί. Να κρατήσουμε κι εμείς τη σούμα. Και να προσθαφαιρέσουμε στο παρακάτω. Για να δώκουμε σε ετούτη την ταυτότητα που κρατάμε, τις νέες της σημασίες. Θέλει φαντασία και χειρ.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts