Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Σκάνσε μου ένα χαμόγελο!



Αυτή τη φορά θα το προλάβω το ερώτημά σου για το πού βρισκόμαστε και θα στο απαντήσω ευθύς εξαρχής! Η απάντηση είναι λοιπόν απλή: στη Σουηδία του 19ου αιώνα.



Άχου τι πάθαμε οι καψεροί, θα σκεφτείς τώρα εσύ από μέσα σου. Διότι δεν φθάνει που το πτηνό σε τραβολογάει σε διάφορα μήκη και πλάτη του πλανήτη και δεν ξεύρεις κάθε φορά πού θα βρεθείς να σκαρφαλώνεις και τί θα σου πεταχθεί από τη γωνία, τώρα αρχίσαμε και τα σούρτα φέρτα στο χρόνο! Έλα και μη χειρότερα, αρχίζει το πράμα να γίνεται βέρι κομπλικέιτεντ, χάλια τα νεύρα σου, χάλια! -άσε που το χωροχρονικό τράβελινγκ, κάμει και ρυτίδες!



Και τελοσπάντων καλά, στη Σουηδία πες βρεθήκαμε. Στον 19ο αιώνα, πώς διαολοφθάσαμε; Αν με αφήσεις ντε να σου εξηγήσω, θα ιδείς που όλα θα τα καταλάβεις.



Αποκλειστικός υπεύθυνος είναι ο Άρτουρ Χαζέλιους. Όχι το ξεκαθαρίζω για να μην μου επιρρίπτεις εμένα αδίκως την ευθύνη. Ο Άρτουρ Χαζέλιους λοιπόν ήταν ένας Σουηδός δάσκαλος και μελετητής που γεννήθηκε στη Στοκχόλμη το 1833 και πέθανε το 1901. Ναι, πάνε πολλά χρόνια από τότες.



Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Άρτουρ είδε την πατρίδα του να αλλάζει δραματικά: από την παραδοσιακή αγροτική οικονομία, η Σουηδία μέσα σε μερικές μόνο γενιές, πέρασε στη βιομηχανική εποχή και τη ραγδαία ανάπτυξη των αστικών της κέντρων. Οι ρυθμοί της ζωής εντατικοποιήθηκαν, τα παραδοσιακά επαγγέλματα άρχισαν να φθίνουν, τα φουγάρα των εργοστασίων και τα αψηλά μονδέρνα κτήρια άλλαξαν άρδην την εικόνα της Στοκχόλμης και του Γκέτενμποργκ και της Ουψάλας.



Στη θέα αυτής της κοσμογονικής αλλαγής, ο Άρτουρ ήταν σχεδόν σοκαρισμένος. Και πάλι καλά να λες που δεν έζησε ως το 1974 και δεν πρόλαβε να ιδεί τους Άμπα ντυμένους ό,τι-νάναι να κερδίζουν τη Γιουροβίζιον, γιατί θα τον εκρατάγαμε πεντέξι για να μην πάει να αποσυρθεί σε τίποτις Λαπωνίες παρέα με τους Εσκιμώους, τις πολικές αρκούδες και τον Νιλς Χόλγκερσον.



Ναι, ο Άρτουρ ήταν ευαίσθητος άνθρωπος και λάτρης της λαογραφίας. Και επειδής λοιπόν, πολύ τον απασχολούσε ο κίνδυνος να χαθεί η κοινωνική μνήμη και οι συνήθειες της παραδοσιακής σουηδικής ζωής, απεφάσισε να σιάξει ένα υπαίθριο μουσείο. Που εσύ θα το πεις κακή ιδέα, δεδομένου ότι στη Σουηδία η μέση θερμοκρασία από Οκτώβρη μέχρι Μάη είναι μεταξύ του ξεπαγιάζω και του πέφτουν τ'αυτιά μου απ'το κρύο. Αλλά που όπως σύντομα θα καταλάβεις, ήταν εντέλει μία εξαιρετικά ευφάνταστη ιδέα!



Το μέρος λέγεται Σκάνσεν και βρίσκεται εν τω μέσω της Στοκχόλμης. Απάνου σε ένα από τα πάμπολλα νησιά που απαρτίζουν τη σουηδική πρωτεύουσα και που δημιουργούν μία από τις πιο συναρπαστικές γεωγραφίες πόλεως σε ολάκερο τον κόσμο.



Το υπαίθριο μουσείο του Σκάνσεν προσελκύει πλήθη επισκεπτών καθ'ολη τη διάρκεια του χρόνου. Οικογένειες Σουηδών με τα παιδιά τους, ηλικιωμένοι που θέλουν να περπατήσουν,  παρέες νεαρών που κάμουν εδώ μπάρμπεκιου, τουρίστες από άλλες χώρες.



Το καλοκαίρι διοργανώνονται συναυλίες και εκδηλώσεις. Το φθινόπωρο, εκθέσεις κι εκδηλώσεις. Και τα Χριστούγεννα, μία υπέροχη αγορά με στολίδια και μπισκότα και παραδοσιακά προϊόντα. Τη δε Πρωτοχρονιά, μαζευόμαστε εδώ για τη μεγάλη εορταστική συναυλία με τα πυροτεχνήματα. Που είναι πολύ ζούπερ εμπειρία κι ας μην αισθάνεσαι τα πόδια σου από το κρύο!



Αλλά το Σκάνσεν είναι πολύ περισσότερα πράγματα από ένα ευχάριστο πάρκο αναψυχής. Είναι μία ζωντανή κοινότητα. Και κυρίως, είναι μια σπάνια ευκαιρία να ταξιδέψεις στο παρελθόν και να αποκτήσεις μία πολύ πραγματική εικόνα του το πώς ζούσαμε στη Σουηδία πριν εκατόν πενήντα χρόνια και βάλε.



Βλέπεις ο Άρτουρ Χαζέλιους φρόντισε να στήσει εδώ μία υπερπαραγωγή. Τα σπίτια που βλέπεις τριγύρω δεν είναι απλές αναπαραστάσεις ή ρέπλικες παραδοσιακών κατοικιών και χωριατόσπιτων. Είναι αυθεντικά οικήματα που εντόπισε ο Χαζέλιους απ'άκρη σ'άκρη της Σουηδίας. Και τα οποία αγόρασε και μετέφερε εδώ στο Σκάνσεν, για να τα διασώσει.



Έσιαξε έτσι μία συλλογή από εκατόν πενήντα περίπου σπίτια του 17ου, του 18ου και του 19ου αιώνα. Που με κόπο και προσπάθεια συγκέντρωσε και εξέθεσε στο υπέροχο υπαίθριο μουσείο του.



Κι αν νομίζεις πως το Σκάνσεν είναι ένα άψυχο σκηνικό με μερικά πεταμένα σπίτια στο τυχαίο και στο περίπου, κάμεις χιουτζ μιστέικ και ντροπή σου που υποτιμάς έτσι τον Άρτουρ! Διότι το υπαίθριο μουσείο μας, διαθέτει και τους κατοίκους του! Την Χέλγκα που πηγαίνει να ψωνίσει κάνα χοιρομέρι να το πετάξει στη χύτρα με το ζαρζαβάτι να κάμει καμιά σούπα.



Την Ουλρίκα. Που ταΐζει σπόρια τις χήνες της. Για να τις μοσχαναθρέψει και να τις πουλήσει στην αγορά δυο κορώνες το κεφάλι.



Την Ανίτα και την Έλσα. Που έζεψαν το άτι τους και πάνε στα κτήματα να βοηθήσουν τον αδελφό τους τον Λαρς στις αγροτικές εργασίες. Με έξτρα δείκτη δυσκολίας λόγω πάγου.


Και κάμποσα μαγαζιά διαθέτομεν. Φούρνους και εστιατόρια και καταστήματα με χειροτεχνίες και είδη δώρων και παιχνίδια.



Όπου μπορείς να ψωνίσεις ωραιότατα σουηδικά μπισκότα και γλυκίσματα και καραμέλες. Και ξύλινες κουτάλες και επιφάνειες κοπής και ένα σκασμό συμπράγκαλα για την κουζίνα. Και σαπούνια αρωματικά και πετσέτες και υφαντά.


Που τα πουλάει η Χάνα, ενδεδυμένη με την παραδοσιακή της φορεσιά. Αλλά μην κοιτάς που το στυλ μας είναι ρουστίκ και θεόπαλιο: και αποδείξεις σου κόβουμε πάντα και πιστωτικές κάρτες δεχόμαστε ανυπερθέτως. Διότι εδώ υποδυόμαστε τον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά ζούμε στον εικοστό πρώτο. Το αντίθετο δηλαδής με κάτι άλλες χώρες που καμώνονται τον εικοστό πρώτο αιώνα και ζουν στον δέκατο ένατο.


Στα μαγαζιά, θα ιδείς παραδίπλα σου να ψωνίζουν και οι κάτοικοι του Σκάνσεν. Οι υπάλληλοι δηλαδής που δίνουν ζωντάνια και καθιστούν το μέρος ακόμα πιο αληθοφανές και διαδραστικό. Και τους οποίους μπορείς να παρακολουθήσεις να διαβιούν μία εντελώς πιστευτή καθημερινότητα.



Σε κάποια από τα σπίτια μπορείς να μπεις και να ιδείς με τα μάτια σου τον τρόπο ζωής. Τη διακόσμηση στα σαλόνια και τις κάμαρες. Τα κουζινικά και την τραπεζαρία. Σουηδικό ντεκορασιόν από την προ-IKEA εποχή.



Το Σκάνσεν διαθέτει επίσης έναν αξιόλογο ζωολογικό κήπο. Με διάφορα πολύ συμπαθητικά ζούδια που ενδημούν στη Σκανδιναβία. Βίσονες κι ελάφια κι αλεπούδες και πολλών ειδών πτηνά (μακρινοί συγγενείς μου) και κόκκινες αλεπούδες και λύκοι και κουνάβια.



Και βεβαίως τα ζώα της φάρμας. Αγελάδες και κατσικάκια. Και κοτούλες και γαλοπούλες και κουνέλια. Που τάχουμε φροντισμένα και καθαρά νάρχονται οι επισκέπτες και να τα χαίρονται.



Διότι -επιβεβαιώνοντας απόλυτα τους φόβους του Άρτουρ- από εκεί που ζούσουμε πριν εκατό χρόνια αγκαλιά με το αιγοπρόβατο, φθάσαμε σήμερις να θεωρούμε την κατσικούλα ως κατιτίς εξότικ και την κοτούλα ως ζούπερ ατράξιον. Άλλαξε ο κόσμος αναγνώστα και μήτε που συνειδητοποιήσαμε πόσο πολύ γρήγορα.



Κι είναι το Σκάνσεν μία σπάνια ευκαιρία. Για να αναλογιστείς όλα αυτά που κερδίσαμε. Και όλα όσα αφήσαμε πίσω.



Διότι στα σίγουρα κερδίσαμε. Τις ανέσεις μας, τις τεχνολογικές μας ευκολίες. Αλλά χάσαμε κιόλας. Την επαφή μας. Με τη φύση, με τους άλλους, με τα χέρια μας, με τις στιγμές. Με τα πιο απλά πράγματα στη ζωή, που σήμερα έχουν γίνει σύνθετα και βιώνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την ψηφιακή τους αποτύπωση.



Το Σκάνσεν δεν είναι απλώς ένα πάρκο αναψυχής, αλλά μία υπενθύμιση εδώ στη Σουηδία. Του από πού ερχόμαστε και ποιοι ήμασταν. Του από που ξεκινήσαμε.


Και είναι στ'αλήθεια μία χρήσιμη υπενθύμιση. Γιατί τοποθετεί τα πράγματα σε μία προοπτική και σε κάμει να καταλάβεις πόσο γρήγορα περνούν κι αλλάζουν οι εποχές. Και βρίσκεσαι από το χειμώνα στο καλοκαίρι. Και από την ξύλινη καλύβα στο μίνιμαλ απάρτμεντ.


Αλλά η ώρα πέρασε και ο ήλιος ετοιμάζεται να δύσει.


Ναι, το ξεύρω πως είναι μόλις δυο το μεσημέρι, αλλά θα πρέπει κάποια στιγμή να το συνηθίσεις. Πως εδώ τον χειμώνα, η μέρα είναι ένα σύντομο διάλειμμα ανάμεσα στις νύχτες.


Το δειλινό χρωματίζει τον ορίζοντα και το φως δίνει στα τοπία μία αίσθηση απόκοσμη, εδώ στη Σουηδία. Το πάρκο σε λίγο θα κλείσει, πρέπει να φύγουμε. Καθώς περνώ δίπλα από τον ανεμόμυλο στο μονοπάτι προς την έξοδο, ένα ερώτημα στριφογυρίζει στο νου μου.


Πώς είναι δυνατόν, σε χώρες σαν και τούτη πούναι μεν μαγευτικά όμορφες, αλλά που παραμένουν αντικειμενικά δύσκολες και σκληρές και αφιλόξενες για τους ανθρώπους, να κατάφεραν οι κοινωνίες να αναπτυχθούν και να προοδεύσουν. Με τόσο θεαματικό τρόπο και με τέτοια προσήλωση στις αρχές και τις αξίες που διαμορφώθηκαν κατά την ιστορική τους πορεία. Όχι, τέλεια κοινωνία δεν υπάρχει προφανώς. Ούτε όλα είναι ρόδινα και εύκολα κι απλά (ρώτα και την Ουλρίκα που κυνηγάει ολημερίς τις χήνες της ή τον Λαρς που σκάβει το χωράφι μέσα στο χιόνι!). Και από την άλλη, να υπάρχουν μέρη και λαοί που τους χαρίστηκαν πιο εύκολες τύχες, αλλά τις σκόρπισαν με απρονοησία στον άνεμο. 

Ίσως εντέλει νάναι αυτή η διαφορά. Πως στη Σουηδία, τους ανεμόμυλους τους αξιοποιούνε για τη χρηστική τους σημασία, με πραγματισμό και σοβαρότητα. Ενώ σε κάποιες άλλες χώρες, νοτιότερες και πιο ζεστές, τους ανεμόμυλους τους βλέπουμε ως γίγαντες απειλητικούς. Και ξιφουλκούμε με τις χίμαιρές μας. 

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Τρεμπλίνκα



Η ζωή ήταν πάντα ήρεμη, εδώ στην Τρεμπλίνκα. Με τους δύσκολους χειμώνες της, με τα δροσερά καλοκαίρια της, με τις σκληρές αγροτικές δουλειές της, με τον κάματο της φροντίδας των ζώων, με τους έναστρους ουρανούς πάνου από τα πυκνά της δάση. Κι αν άλλαζαν οι διαθέσεις και τα χρώματα της φύσης, στο βάθος-βάθος ίδια έμεναν όλα και εσαεί ανακυκλώνονταν. Σ΄ένα μέρος που ποτές του δεν καμώθηκε πως είναι κατιτίς σημαντικό ή ξεχωριστό ή σπάνιο. Σ'ένα μέρος πούχε να φχαριστιέται αυτή του την ασημαντότητα.



Η ζωή ήταν πάντα ήρεμη, εδώ στην Τρεμπλίνκα. Ίσως από συνήθεια. Ίσως απ'ανάγκη. Ίσως γιατί ουδέποτε υπήρξε στ'αλήθεια λόγος νάναι τα πράγματα αλλιώς. Ένα τοσοδούλι χωριουδάκι, τίποτις περισσότερο. Αφημένο σε μία αραιοκατοικημένη περιοχή της Ανατολικής Πολωνίας. 



Μια μικρή παράκαμψη. Στο δρόμο προς το Μπιάλιστοκ και τις μεγάλες πεδιάδες της Λευκορωσίας. 'Ενα σημαδάκι που έπρεπε να ψάξεις πολύ και επί τούτου για να το εντοπίσεις στο χάρτη.



Η ζωή ήταν πάντα ήρεμη, εδώ στην Τρεμπλίνκα. Οι άνθρωποι σκαμένοι, τα σπίτια ξύλινα. Με φράχτες κι αποθήκες για τ'αγροτικά εργαλεία. Και κοτέτσια για τα πουλερικά. Και μαντριά για τα ζωντανά. Και αυλές με όμορφα παρτέρια. Και στεγασμένες γωνιές για τα ξύλα του χειμώνα. Όλα ήσαν φτωχά μα τίμια στην Τρεμπλίνκα. Καμωμένα με δουλειά και πείσμα και μεράκι.



Έως εκείνον τον Νοέμβρη. Του χίλια εννιακόσια σαράντα ένα. Που έφθασαν εδώ οι σατανάδες.


Στην αρχή, μήτε που κατάλαβε κανείς μας τί συμβαίνει. Πώς και θυμήθηκαν τον τόπο μας και τί γυρεύαν στις αυλές μας. Είπαν πως ήθελαν να λειτουργήσουν το λατομείο. Χάλικα έβγαζε το μέρος, χάλικα θάθελαν κι αυτοί. Πόλεμος ήτανε, δεν ρώταγες. Πόλεμος ήταν, δεν σκεφτόσουν.


Κι ύστερα αρχίνησαν να φέρνουν τα κομβόι. Κόσμος πολύς και οχλαγωγή. Εργάτες, καμιόνια, σφυρίχτρες, αιχμάλωτοι. Εντολές και προσκλητήρια. Φρουρές και προβολείς μέσα στη νύχτα. Εβραίοι και Πολωνοί που δούλευαν υπό απάνθρωπες συνθήκες, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των ΕςΕς.


Αλλά εκεί που νόμιζες πως εφιάλτη ζεις, ο εφιάλτης δεν είχε ακόμη αρχινήσει. Το 1942, οι Γερμανοί έβαλαν σε εφαρμογή την Επιχείρηση Ράινχαρτ για την εξόντωση όλων των Εβραίων στην επικράτεια του Ράιχ. Και επέλεξαν ετούτο το μέρος για να ξεκινήσουν την υλοποίησή του. Πόλεμος ήτανε, δεν ήξευρες. Πόλεμος ήτανε, δεν φανταζόσουν.


Ράγες στρώθηκαν μέσα στο δάσος της Τρεμπλίνκα. Μία νέα σιδηροδρομική γραμμή ξεκινούσε πλέον από τη διασταύρωση της Μαλκίνια και οδηγούσε απευθείας στο στρατόπεδο. Στο τέρμα της, κατασκευάσθηκε ένας ψεύτικος σιδηροδρομικός σταθμός. Με πίνακες δρομολογίων, σήμανση και ρολόγια. Τί νοσηρή ιδέα! Να στηθεί ένα καθησυχαστικό σκηνικό για τους όσους κατεύθαναν εδώ. Σε έναν προορισμό δίχως επιστροφή.



Το στρατόπεδο καταλάμβανε έκταση σχεδόν 240 στρεμμάτων, με το διοικητήριο και κτήρια για τους κρατούμενους. Κι αποθήκες κι εργαστήρια. Και θαλάμους αερίων. Πούχαν ξωπίσω τους ένα όρυγμα για τα πτώματα. Όλα ήσανε έτοιμα για την επιχείρηση. Κι άρχισαν να καταφθάνουνε εκείνοι. Πάνω από 265.000 Πολωνοεβραίοι από το γκέτο της Βαρσοβίας. Κι ύστερα 365.000 Πολωνοεβραίοι από το γκέτο του Ράντομ. Και 110.000 από την περιοχή του Μπιάλιστοκ. Και 33.000 από το Λούμπλιν. Κι ύστερα από τη δική μας Θράκη. Από τη Γαλλία και την Αυστρία. Από την Βοημία και τη Σλοβακία. Από την Αυστρία και τη Γιουγκοσλαβία. Γυναίκες και άνδρες και παιδάκια. Ίσαμε 900.000 άνθρωποι. Τελείωσαν εδώ τη διαδρομή τους. Έσβησαν για πάντα. Στην Τρεμπλίνκα.



Μία σειρά από πέτρες έχουν τοποθετηθεί πλέον στο χώρο αυτό, ως σιωπηλά μνημεία για όλους εκείνους τους νεκρούς. Κοιτάζω με θλίψη τις πατρίδες που στέκουν σαν φαντάσματα. Τις προσπερνώ κι αναζητώ τη δικιά μου.


Είναι εδώ. Θαμμένο, ένα κομμάτι της.



Κι ύστερα το βλέμμα μου φεύγει στο τριγύρω. Σε μία απλωσιά, μία μεγάλη απλωσιά καταμεσίς του δάσους. Γιομάτη πέτρες. Αμέτρητες πέτρες. Γκρίζες, βουβές και ακανόνιστες. Ένας τεράστιος κύκλος από πέτρες.



Και στη μέση του ένα μνημείο. Στο σημείο που κάποτες βρίσκονταν οι θάλαμοι αερίων της Τρεμπλίνκα. Κλείνω τα μάτια και ο τόπος αλλάζει. Γύρω παντού συρματοπλέγματα. Και πύργοι με προβολείς. Και όπλα.



Σαν έφθανε εδώ μία αμαξοστοιχία, οι κρατούμενοι χωρίζονταν αρχικά σε άνδρες και γυναικόπαιδα. Ύστερα διατάσσονταν να γδυθούν εντελώς και τα όποια αντικείμενα έφεραν πάνω τους φυλάσσονταν στις αποθήκες για επεξεργασία -και βεβαίως μεταφέρονταν έπειτα στη Γερμανία. Ακολούθως δινόταν το πρόσταγμα. Και οι γυμνοί άνθρωποι άρχιζαν να τρέχουν, να τρέχουν, να τρέχουν. Σε ένα μονοπάτι που ήταν περίκλειστο με συρματόπεγμα στα πλαϊνά του. Και το έλεγαν "σωλήνα". Και το οποίο οδηγούσε τάχα-μου στα λουτρά, καθόπως έγραφαν οι παραπλανητικές πινακίδες. Όμως μόλις οι πόρτες των "λουτρών" σφραγίζονταν ξωπίσω τους, ξεκίναγε ο βασανιστικός τους αφανισμός. Με έναν κινητήρα εγκατεστημένο έξω από τους θαλάμους. Που διοχέτευε στο εσωτερικό τους, δολοφονικά αέρια μονοξειδίου του άνθρακα.



Δύο ώρες κράταγε η διαδικασία των αερίων. Στην αρχή ακούγονταν κραυγές. Και φωνές. Και παρακαλητά. Και κλάματα. Και χτυπήματα. Και πόνος. Ύστερα οι φωνές λιγόστευαν. Και λιγόστευαν. Και λιγόστευαν. Ώσπου στο τέλος, ακουγόταν μονάχα ο κινητήρας. Και μέσα από το θάλαμο, μία νεκρική σιγή.



Μετά οι πόρτες άνοιγαν και Εβραίοι εργάτες πούχαν διαλεχθεί από προηγούμενα κομβόι για  τις χειρονακτικές εργασίες, έπαιρναν τα πτώματα και τα πέταγαν σε μία τάφρο πίσω από τους θαλάμους όπου τα αποτέφρωναν. Ό,τι τυχόν ξέμενε, κονιορτοποιούταν. Όποιος τυχόν επιζούσε από τα αέρια, πυροβολούνταν. Όποιος τυχόν δεν μπορούσε να τρέξει στο "σωλήνα" ως τον θάλαμο αερίων, πυροβολούνταν. Όσοι από τους Εβραίους εργάτες που δούλευαν ως διαλογείς πτωμάτων αρνούνταν ή αδυνατούσαν να εκτελέσουν τις εντολές, πυροβολούνταν. Και όλα λειτουργούσαν με μία νοσηρή ακρίβεια. Ώστε να μην μείνει κανένα απολύτως ενοχοποιητικό ίχνος. Καμία απολύτως απόδειξη του τί συνέβαινε μέσα στα πυκνά δάση της Τρεμπλίνκα.



Μία σιωπηλή ομάδα από Εβραίες και μπροστά τους ένας Ραββίνος, περπατούν ανάμεσα στις πέτρες και κατευθύνονται προς το μνημείο.



Κάποιες κρατούν λουλούδια. Άλλες, κεριά κι αφιερώματα. Κάποιες ψέλνουν προσευχές.



Κοιτάζουν με σκισμένες καρδιές, το χώρο. Μιλάνε ψιθυριστά αναμεταξύ τους και βλέπεις στα μάτια τους, τη θλίψη και την απόγνωση. Που αν είσαι άνθρωπος, δεν μπορεί παρά κι εσύ να νιώσεις. Αν είσαι άνθρωπος. Αν είσαι.



Το 1943, οι μεταγωγές σταμάτησαν και οι κρατούμενοι στο στρατόπεδο άρχισαν να φοβούνται πως έρχεται σύντομα και το δικό τους τέλος. Κι έτσι απεφάσισαν να καταβάλουν την ύστατη προσπάθεια. Κι οργάνωσαν μία εξέγερση. Στις 2 Αυγούστου μπήκαν κρυφά κάποιοι Εβραίοι στην αποθήκη με τα όπλα. Σύντομα άρχισαν οι πυροβολισμοί. Ένταση, κόσμος να τρέχει και οι Γερμανοί να γαζώνουν με τα αυτόματα όπλα τους. Εκατοντάδες κρατούμενοι όρμησαν προς την κεντρική πύλη, αλλά οι περισσότεροι βρήκαν το θάνατο από τα γερμανικά πυρά. Μόλις τρακόσιοι κατάφεραν να δραπετεύσουν. Όμως η Γκεστάπο τους κυνήγησε με καμιόνια και άλογα και αποκλεισμούς δρόμων και σαρωτικές επιχειρήσεις μέσα στα δάση. Διακόσιοι είκοσι από αυτούς, συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν. Μόλις ογδόντα κατάφεραν να διαφύγουν.



Δεν ξεύρω πως μπορώ να σου περιγράψω την αίσθηση του να είσαι σε ένα μέρος που λειτούγησε ως εργοστάσιο εκτελέσεων και θανάτου. Ως ένα ανθρώπινο σφαγείο. Δεν ξεύρω πώς μπορώ να μετρήσω στη σκέψη μου εννιακόσιες χιλιάδες ανθρώπους. Που δεν έζησαν να γίνουν αυτό που θα μπορούσαν να γίνουν. Κι αν ψάχνεις εδώ, θαλάμους και εγκαταστάσεις και τάφους, δεν θα βρεις παραμόνο αυτή τη μεγάλη απλωσιά. Γιατί παρότι η Τρεμπλίνκα ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο σε αριθμό εκτελέσεων στρατόπεδο συγκέντρωσης (μετά το Άουσβιτς), οι Ναζί φρόντισαν μερικές εβδομάδες πριν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, να διαλύσουν τις εγκαταστάσεις και να εξαφανίσουν κάθε ίχνος των ανοσιουργημάτων που έλαβαν χώρα εδώ.


Κάθε ίχνος; Σχεδόν. Διότι υπάρχουν και κάποια που διέφυγαν της προσπάθειας διαγραφής. Και τα οποία φυλάσσονται σε ένα μικρό μουσείο λίγα μέτρα παρακάτω.


Ένα μουσείο που περιγράφει, που αποτυπώνει, που υπενθυμίζει.


Όλα όσα δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ. Όλα όσα δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε ποτέ. Σε καμία επόχή και για κανένα λόγο. Γιατί μέτρο των κοινωνιών μας, μέτρο ενός εκάστου εξ ημών, δεν είναι μήτε η ταυτότητα, μήτε οι ιδιότητες που της αποδίδουμε. Μέτρο όλων μας είναι ο ανθρωπισμός μας.


Η ζωή ήταν πάντα ήρεμη, εδώ στην Τρεμπλίνκα. Περπατώντας στα πυκνά της δάση, νιώθωντας στο πρόσωπό σου την υγρασία και τη διαπεραστική ψύχρα, δεν πιστεύεις πως θα μπορούσε ποτές να διαταραχθεί αυτή την ηρεμία. Κι όμως. Αν αφουγκραστείς μέσα στις φυλλωσιές, αν κοιτάξεις ανάμεσα στους κορμούς, τα κλαριά και τις ησυχίες, θα το αντιληφθείς. Πως κατοικούνε εδώ, κάμποσες ψυχές. Που σου ψιθυρίζουνε εδώ και χρόνια το παράπονό τους και τον πόνο τους. Εδώ στην Τρεμπλίνκα.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts