Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Άτσα τα, τ'Αλάτσατα!



Βρισκόμαστε καταμεσίς ενός εύφορου κάμπου στη χερσόνησο της Ερυθραίας, καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα από τη Σμύρνη. Ακριβώς απέναντι από τη Χίο, κοντά στο Τσεσμέ. Σ'ένα μέρος που ίσως και να μην τόχεις ακούσεις ποτές, αλλά πούναι μ'έναν τρόπο δικό σου. Σ'ένα μέρος που ήθελα εδώ και καιρό να σε φέρω.



Από την αρχαιότητα και για πολλούς αιώνες, αυτός ο τόπος εκατοικείτο από πληθυσμούς ελληνικούς. Που καλλιεργούσαν τα εδάφη τους και ζούσαν από το μόχθο τους. Έφθασαν όμως εδώ μια μέρα, οι Οθωμανοί και οι Έλληνες εγκατέλειψαν την περιοχή, αναζητώντας καλύτερη τύχη στα νησιά. Ερήμωσε ο τόπος, μαράζωσαν οι κάμποι. Ώσπου δύο αγάδες, ο Τοργκούτ και ο Μεμίς απεφάσισαν να εγκατασταθούν εδώ, να μοιράσουν τα τσιφλίκια αναμεταξύ τους και να πάρουν στη δούλεψή τους εργάτες από τη Χίο.



Κάπως έτσι δημιουργήθηκε αυτός ο οικισμός. Που ονομάστηκε Αλάτσατα και πέραν από τους Χιώτες, προσέλκυσε σύντομα κάμποσους ακόμα Ρωμιούς. Πουρθαν εδώ από την Κρήτη και τις Κυκλάδες, από την Ήπειρο και το Μοριά.



Τα πρώτα σπίτια οικοδομήθηκαν γύρω από τα κονάκια των αγάδων σε δύο σημεία πούχαν μια κάποια απόσταση μεταξύ τους. Κι ύστερα κατά μήκος αυτής της απόστασης, σιάχτηκε ένας ενιαίος οικισμός. Μακρόστενος και κάπως περίεργος. Αλλά πεντάμορφος και νοικοκυρεμένος. Και τα τσιφλίκια πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων.



Τον 19ο αιώνα, τ'Αλάτσατα μεγάλωσαν πολύ και ο πληθυσμός τους που ξεπερνούσε πια τις δώδεκα χιλιάδες, ήταν αμιγώς ελληνικός. Κι αυτή η ταυτότητα, η ρωμέικη, δεν είναι μία σκιώδης ανάμνηση. Δεν είναι μία ιστορική αναφορά σ'ένα βιβλίο. Είναι μία ταυτότητα δυνατή. Κεντημένη στα σπίτια, φορεμένη στους δρόμους.



Μία ταυτότητα π'αγκαλιάζει μέχρι και σήμερα, τα πορτοπαράθυρα και ορίζει τις διαστάσεις. Στα τότε μέτρα της και στις ανάσες της.



Μια ταυτότητα αναγνωρίσιμη, στις κόχες και στα σχήματα.



Στα ρόπτρα και τις διακοσμήσεις.



Μία ταυτότητα με υπογραφή. Πούχει ξεμείνει -μάλλον κατά λάθος- πάνου από την πόρτα και συνεχίζει να ονοματίζει τον κύριό της. "Δ.Β. 1876"



Μία ταυτότητα που δένει ρόδακες και πλέκει στεφάνια με πυρσούς και κλωνάρια δέντρων, στις όμορφες εξώπορτες.



Που σε γαληνεύει και σε συγκινεί με τις περίτεχνές της λεπτομέρειες.



Δεν μπορείς να μην το ιδείς και να μην το παραδεχθείς στον εαυτό σου. Πως ήσαν στα σίγουρα προκομμένοι άνθρωποι, εκείνοι που έσιαξαν τ'Αλάτσατα. Που τους έδωσαν μορφή και ουσία. Που έχτισαν τα σπίτια τους με καλαισθησία σπάνια.



Ήρθαν όμως μαύρες μέρες. Το 1914, μετά την ήττα της Τουρκίας στους βαλκανικούς πολέμους και την απώλεια εδαφών της εις όφελος της Ελλάδας, ο Οθωμανικός στρατός εξεδίωξε βίαια τους κατοίκους των Αλάτσατων από τον τόπο αυτόν, ως αντίποινα. Κι εγκατέστησε στα σπίτια τους, εκτοπισμένους μουσουλμάνους από το Κόσοβο και απ'τη Βοσνία, από τη Θεσσαλονίκη και τα νησιά του Αιγαίου. Φτωχοί ήσαν, οι νεοφερμένοι. Κι ούτε που είχαν σχέση με το σκηνικό στο οποίο τους εγκατέστησαν.



Κι ύστερα; Ύστερα ήλθε το 1919. Και ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τα Αλάτσατα πούγιναν πάλι ελληνικά. Πέντε χιλιάδες Αλατσατιανοί επέστρεψαν κι ανασυγκρότησαν την πόλη. Ξαναμονιάσαν με τα σπίτια τους, ξαναντικρύσαν τις αυλές τους, ήλθαν κι επέστρεψαν στα χώματα, στις μνήμες, στις ζωές τους.



Σαν θάμα μοιάζει να μπορείς νάχεις μια τέτοια τύχη. Να σου ξοφλάει η ζωή, όσα σούχε μισέψει.



Όμως. Θλίψη είναι μια, κατάρα δυο, να σου τα παίρνει πίσω.



Τρία χρόνια αργότερα, το 1922, μπήκαν και πάλι οι Τούρκοι, θριαμβευτές στ'Αλάτσατα. Όλοι οι άντρες ηλικίας 18 έως 45 ετών αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στην Ανατολία. Μη μου γυρεύεις να σου πω τι απέγιναν και κατά που βρέθηκαν -κανείς πια δεν το ξεύρει.



Ο Παντελής, ο Θόδωρος, ο γιος του κυρ Ανέστη, ο Κωνσταντής, ο Αλέξανδρος, ο Νίκος, ο Ηλίας. Σκέψου μια-μια όλες τις ζωές, τις μοίρες, τη χασούρα. Αναλογίσου το χαμό, το σπαραγμό, τη θλίψη.



Την απόγνωση στα γυναικόπαιδα και τους γέροντες που περπάτησαν ως το Τσεσμέ και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς για την Ελλάδα. Με βασική αποσκευή την ελπίδα ν'ανταμωθούν ξανά με τους γιους, τους συζύγους, τ'αδέλφια και τους πατεράδες τους. Μία ελπίδα πούγινε αγωνία. Κι ύστερα πένθος. Μία ελπίδα που με τα χρόνια έσβησε κι εχάθη. Κι έγινε σκιά. Κι ύστερα σιωπή.



Σκορπίστηκαν οι Αλατσατιανοί σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Στην Εύβοια, στην Κρήτη, στη Σάμο και στη Λέσβο, στη Χίο, στη Χαλκίδα, στη Θεσσαλονίκη. Στη Νέα Ερυθραία. Και στον Βύρωνα, πούρθαν και δημιούργησαν τα Νέα Αλάτσατα.



Στ'Αλάτσατα, στην Παναγιά,
στ'αγιόδημ'από πίσω, Αλατσατιανή,
στ'αγιόδημ'από πίσω, Πανωχωριανή,
έχω φυτέψει λεμονιά,
και πάω να την ποτίσω, Αλατσατιανή,
και πάω να την ποτίσω, Πανωχωριανή,
άιντε, άιντε γκιντελίμ, Αλατσατιανή,
θα σε κλέψω, δε σ'αφήνω, Πανωχωριανή.



Αλλά κι αν ακόμα πήρες τη ζωή ξανά από την αρχή, πώς να ξεχάσεις αλήθεια ετούτον τον τόπο; Πως να μπορέσεις να συμφιλιωθείς με τον πόνο που σου προκαλεί η θύμησή του;



Πώς ν'αρνηθείς το σπίτι σου; Πώς να το λησμονήσεις;



Πώς να σφαλίσεις για πάντα μέσα σου, τα παραθυρόφυλλα π'άνοιγες στις καλημέρες σου; Πώς ν'αγαπήσεις άλληνε πατρίδα απ'την πατρίδα τη δικιά σου;



Περπατώ στον κεντρικό δρόμο του οικισμού. Εδώ στ' Αλάτσατα. Που όλα θαρρείς έχουν γίνει αλλιώς.



Αυτά τα σπίτια, τα Ρωμέικα κι αυτοί οι δρόμοι, έχουν μετατραπεί πια σε τουριστικό θέρετρο. Τα παλιά αρχοντικά μοσχοπουλιούνται σε πλούσιους Τούρκους που τα βάφουν και τα ανακαινίζουν και κάποιες φορές τους αλλάζουν εντελώς φυσιογνωμία, ρίχνοντας τους σοβάδες κι αφήνοντας γυμνή την πέτρα. Για να τα μετατρέψουν σε εξοχικές τους κατοικίες ή σε μοδάτα μπουτίκ χοτέλς.



Και μία ατελείωτη γραμμή έχει στηθεί με μαγαζάκια κι εστιατόρια και γκαλερί. Που θυμίζουν Μύκονο και Σίφνο, Αράχοβα και Σαντορίνη.



Καταστήματα με τσάντες και παπούτσια και φουλάρια και κοσμήματα.



Μουσικές ακούονται από τα στέκια, ζάρια που κελαρίζουνε στο τάβλι, ποτήρια που τσουγκρίζουνε, μαχαιροπήρουνα, φωνές και γέλια και παρέες με προχώ ντυσίματα κι ακριβά ρούχα. Εδώ στ'Αλάτσατα.



Πούχουν μετατραπεί σήμερα σε τουριστική εξτραβαγκάντσα. Γάλλοι και Γερμανοί τουρίστες, γκρουπ από την Άπω Ανατολή, ευκατάστατοι Τούρκοι, παρέες νεολαίων, συνεργεία της τηλεόρασης που γυρίζουν εδώ σκηνές των σήριαλς που βλέπει η θεία σου και η συννυφάδα της.



Γύρω από τον παλαιό οικισμό, έχουν δημιουργηθεί ολάκερες γειτονιές με παστέλ εξοχικές κατοικίες, που προσπαθούν να μιμηθούν το αρχιτεκτονικό ύφος των ελληνικών Αλάτσατων. Είναι σχεδόν αστεία η προσπάθεια, αλλά το αγοραστικό ενδιαφέρον είναι μεγάλο. Και κάθε λίγο και λιγάκι, ξεπετάγεται ένα καινούργιο κόμπλεξ με καμιά δεκαπενταριά νέες μεζονέτες.



Ναι, όλα θαρρείς έχουν γίνει αλλιώς.

Σαν ένα κύμα τεράστιο νάρθε και να πήρε μαζί του, το παρελθόν. Σαν να προσπάθησε να ξεριζώσει όχι μόνο τους ανθρώπους που έσιαξαν ετούτον δω τον τόπο, αλλά και την ανάμνησή τους.



Πολλά μπορεί να ξεθωριάσει ο χρόνος, πολλά μπορούν ν'αλλάξουν οι άνθρωποι, αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς, τα μέρη βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να διατηρήσουν την αλήθεια τους. Και όταν τ'αφήσεις να σου την ξομολογηθούν και να στην εξηγήσουν, τότες καταλαβαίνεις την ουσία τους, όσα πολλά κι αν έχουνε αλλάξει.

Έχω όμως να σου δείξω κάτι ακόμα πούναι θαρρώ σημαντικό.



Όλοι πια το φωνάζουνε Παζάρ Τζαμί. Αλλά το βλέπεις, το νιώθεις, δεν είναι έτσι;



Εδώ στο μέσον των Αλάτσατων, στέκει ακόμα η εκκλησιά τους. Τα Εισόδια της Θεοτόκου.



Με τον βοτσαλωτό αυλόγυρο. Που σχηματίζει ήλιους και ευφάνταστες γεωμετρίες. Ως προέκταση αρμονική στις κολόνες που στηρίζουν τις αψίδες.



Πάνου από την πόρτα, μία ημικατεστραμμένη πινακίδα στα ελληνικά, σε κοιτάζει απορημένη που μπορείς και τη διαβάζεις.



Μετά το '22, η εκκλησία έγινε βεβαίως τζαμί κι ύστερα αφέθηκε στο μαρασμό της. Μέχρι που προσφάτως ανακαινίστηκε με πρωτοβουλία των τοπικών αρχών. Δυστυχώς αυτήν την ώρα η πόρτα είναι κλειστή και κλειδαμπαρωμένη.



Κολλάω το κεφάλι μου στο παράθυρο, κάμω σκιά με το χέρι μου και κοιτάζω μέσα στην εκκλησιά που έχει γίνει τέμενος. Έλα να σου δείξω ένα μυστικό. Την εβλέπεις εκείνη την πράσινη κουρτίνα; Ξωπίσω της, υπάρχει ένα υπέροχο μαρμάρινο τέμπλο. Που έσιαξε εδώ στ'Αλάτσατα, ο Τηνιακός Ιωάννης Χαλεπάς, πατέρας του Γιαννούλη, το 1874. Το τέμπλο αυτό θεωρείται το καλύτερο σ'ολάκερη τη Μικρασία. Αλλά βρίσκεται μόνιμα πίσω από εκείνη την κουρτίνα για να μην σκανδαλίζει τους μουσουλμάνους πιστούς που μπαίνουν στο τζαμί για να προσευχηθούν.

Κρίμα που δεν μπορούμε να μπούμε -πολύ στεναχωρέθηκα. Δεν θα το ιδούμε αυτό το τέμπλο, πάρτο απόφαση. Είναι άλλωστε ώρα να πηγαίνουμε.



Πασχίζω πολύ. Καθώς περπατώ στους δρόμους και μετράω τις μνήμες, εδώ στ'Αλάτσατα. Να μην παραδοθώ στην ευκολία της ιλουστρέ τουριστικής αξιοποίησης που έχει κυριεύσει το τριγύρω μου. Να μην αφεθώ στον συναισθηματισμό της απώλειας.



Αλλά να ψάξω να σου βρω μια λέξη κατάλληλη για τούτο δω το μέρος. Μια λέξη που νάναι ταιριαστή με τη γλυκιά σαγήνη των χρωμάτων του, με την νοικοκυροσύνη των σπιτιών του, με τ'αγκαλιάσματα του λαμπερού φωτός του.

Πασχίζω πολύ.

Αλλά νομίζω πως τη βρήκα.



Αγάπη, είναι η λέξη αναγνώστα. Αγάπη είναι αυτός ο τόπος. Αγάπη. Τρυφερή και παρηγορητική. Αγάπη για το σήμερα και για το πάντα. Όταν τελειώνουν όλα, μόνο αυτή σου μένει, αναγνώστα! Αν το καλοσκεφτείς, μόνο αυτή μπορεί.



Περνώ για τελευταία φορά όξω από την εκκλησία.

Στ'αγιόδημ'από πίσω, Αλατσατιανή,
στ'αγιόδημ'από πίσω, Πανωχωριανή. 



Κοιτάζω και πάλι μέσα από το τζάμι. Και συνειδητοποιώ πως δεν έχει σημασία η κουρτίνα.  Γιατί μ'έναν τρόπο, το βλέπω το τέμπλο, αναγνώστα. Ναι-ναι, το βλέπω ξεκάθαρα! Και πόσο υπέροχο είναι! Αν τ'αποφασίσεις, το βλέπεις κι εσύ.

Έχω φυτέψει λεμονιά,
και πάω να την ποτίσω, Αλατσατιανή, 
και πάω να την ποτίσω, Πανωχωριανή.

13 σχόλια :

  1. Σα να ταξίδεψα κατά κει, μιας που δεν πήγα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελπίζω και σου εύχομαι ολόψυχα να πας κάποτες σε αυτά τα μέρη, Χριστίνα.
      Είναι πολύ σημαντικά για εκείνους που μπορούν να καταλάβουν.
      Και που μπορούν να δουν πίσω από την κουρτίνα.
      Την καλημέρα μου!

      Διαγραφή
  2. Είσαι υπέροχος στο ΄χω πει;
    Ευκαιρία να στο πω λοιπόν..
    Απλά Υ-Π-Ε-Ρ-Ο-Χ-Ο-Σ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σταμάτα, με κάμεις και κοκκινίζω, Τζίνα μου!
      Και δεν είναι καθόλου σικ το κόκκινο στους πιγκουίνους! :)
      Τα φιλιά μου και τις καλημέρες μου!

      Διαγραφή
  3. χαίρομαι που επισκέπτονται Έλληνες (ακόμα και πιγκουίνοι) αυτά τα μέρη -που μάλλον δεν πρόκειται να πάω ποτέ- και το συναισθημα που τους κυριεύει είναι η Αγάπη!
    Μια εντελώς ξεχασμένη λέξη στις μέρες μας!
    Καλημέραααααα Πίγκου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν ξεύρω αν σπανίζει η Αγάπη στις μέρες μας. Ξεύρω όμως σίγουρα, πως αποτελεί έναν από τους προορισμούς αυτού του μπλογκ.
      Έναν από τους δικούς μου προορισμούς.
      Την καλημέρα μου, Νάσια!

      Διαγραφή
  4. Το ξέρεις πόσο αγαπώ αυτά τα μέρη πιγκουινάκι! Σ'ευχαριστώ πολύ γι' αυτή την υπέροχη, συγκλονιστική, γεμάτη συναισθήματα βόλτα! Είσαι μοναδικός!
    Φιλιά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι πολύ που τ'αγαπάς κι εσύ αυτά τα μέρη, Ραπουνζέλ. Είναι γιομάτα αισθήματα. Και σημασίες. Ίσως γι'αυτό, μου αρέσουν κι εμένα τόσο πολύ.
      Τα φιλιά μου και τις καλησπέρες μου!

      Διαγραφή
  5. Μαγικος!!!
    Εχω παει μια-δυο φορες στην Χιο. Αυτο το μερος ουτε ακουστα δεν το εχω. Ο τροπος που περιγραφεις καθε μερος, με κανει να το νιωθω δικο μου το μερος αυτο. Καποιοι ανθρωποι το αγαπησαν πολυ αυτο το μερος. Κριμα να μην μπορουν να ριζωνουν οι λαοι οταν δινουν τοση αγαπη στον τοπο τους.
    Το Βορειοανατολικο Αιγαιο ειναι κομματι που μ' αρεσει πολυ.

    Ενα ομορφο Σ-Κ πτηνουλι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μακάρι να μεταφέρουν ετούτες οι αναρτήσεις, την αίσθηση του μέρους και να μπορεί κανείς, διαβάζοντας τις κάποιες αράδες που σκαρώνω και βλέποντας τις φωτογραφίες μου, να αποκτά μία εικόνα του.
      Τα φιλιά μου και τις καλησπέρες μου, καλή μου Dee Dee!

      Διαγραφή
  6. Υπέροχο οδοιπορικό με τον καλλίτερο ξεναγό που θα μπορούσα νά πεθυμήσω!
    Οι χαμένες Πατρίδες...Πόσοι άνθρωποι,πόσοι καϋμοί,πόση λαχτάρα για επιστροφή κρύβεται πάντα πίσω απο ένα ξεριζωμό!
    ΑΥτές τις σκέψεις κάνω με όλο αυτό το κύμα προσφυγιάς που δεχόμαστε.Πως μπορούν να ξεριζωθούν οι καρδιές απο το Τόπο που τις γέννησε;;;
    Ειλικρινά με συγκίνησες βαθειά,σ ευχαριστώ για την ξενάγηση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν ξεύρω αν είμαι καλός ξεναγός (!), αλλά πραγματικά αξίζει να γνωρίζουμε αυτά εδώ τα μέρη. Γιατί πέραν της ομορφάδας τους, συνεχίζουν με πολλούς τρόπους, να είναι κομμάτι της ταυτότητας, της καταγωγής και της ιστορίας μας.
      Ευχαριστώ εξαιρετικά πολύ για τα καλά σου λόγια, Χαρά μου!
      Την καλησπέρα μου.

      Διαγραφή
  7. Πολύ συγκινητική ανάρτηση, Πιγκουινάκι μου! Την απόλαυσα μέχρι την τελευταία λέξη. Έτσι κι αλλιώς, η Αλατσατιανή είναι ένα τραγούδι που μου αρέσει πολύ, και αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να έχω ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι'αυτό το μέρος.
    Οι φωτογραφίες σου, όπως πάντα, εξαιρετικές. Κρίμα που δεν μπορέσαμε να δούμε και το έργο του πατρός Χαλεπά. Μα, πού πας και τις βρίσκεις τόσες πληροφορίες;
    Να έχεις ένα όμορφο Σαββατοκύριακο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts