Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Το Μιστί



Είναι άγρια η στέπα. Οχτρική. Εκτεθειμένος είσαι, ένα κάτι στη μέση του τίποτα και στο έλεος των πάντων.



Θες ο ήλιος; Θες ο άνεμος; Θες η ζέστη και το κρύο; Καταπάνου σου στρέφονται όλα, με την πιο βίαιη σφοδρότητά τους. Δεν είναι τόποι γι'ανθρώπους ετούτοι. Μονάχα γι'αγρίμια και για εφιάλτες.



Κι όμως. Καταμεσίς αυτής της απέραντης, επίπεδης επιφάνειας στη Νίγδη της κεντρικής Τουρκίας, συναντάς έναν οικισμό.



Μη φανταστείς τίποτις μεγάλο κι οργανωμένο. Μερικές δεκάδες σκόρπια σπίτια. Καμωμένα με τα πιο φτηνά υλικά. Με λάσπη και με πέτρες. Με χαμηλούς μαντρότοιχους. Με κακοπαθημένους τοίχους, με φαγωμένες πόρτες και σφραγισμένα παραθυρόφυλλα.



Ένας και μόνο κεντρικός δρόμος ασφαλτοστρωμένος. Στενός και ευθύς, που διασχίζει τον οικισμό και χάνεται μέσα στη στέπα. Σα νάρχεται και να φεύγει προς το πουθενά. Από εκεί και πέρα, χωματόδρομοι. Σκόνη πατάς, σκόνη αναπνέεις, σκόνη σε κυκλώνει από όλες τις μεριές.



Άνθρωπο δύσκολα συναντάς. Μόνο υποψιάζεσαι κουκουλωμένα βλέμματα που σε κοιτούν περίεργα μέσα από τις γρίλιες και πίσω από τους μαντρότοιχους. Ξένος εδώ; Σπάνιο πράμα.



"Μα είμαι στο σωστό μέρος;" αναρωτήθηκα. "Δεν μπορεί, λάθος θα έκαμα -κρίμα τα τόσα χιλιόμετρα. Ψύλλους στ'άχυρα ψάχνω πάλι. Ας είναι, δεν πειράζει."



Απογοητευμένος ήμουν. Και έτοιμος να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Μέχρι που ξαφνικά, λίγο τυχαία, την είδα σε μιαν άκρη.



Την εκκλησία.

Η όψη μου άλλαξε. Λες και συνάντησα μετά από χρόνια, έναν φίλο καρδιακό. Λες κι ανακάλυψα μέσα στον τόπο αυτό τον άκληρο, μία περιουσία δικιά μου.



Άρχισα να βαδίζω προς τα εκεί. Με βήμα ταχύ.



Και όσο πλησίαζα, τόσο συνειδητοποιούσα. Όσο έφθανα, τόσο περισσότερο καταλάβαινα. Πως άδικα έψαχνα το Μιστί στους ορίζοντες του βλέμματός μου. Άδικα πάσχιζα να εντοπίσω εγκαταλελειμμένα σπίτια του άλλοτε ελληνικού χωριού, εδώ καταμεσίς της στέπας.



Διότι το Μιστί δεν ήτανε ποτέ μπροστά μου ή δίπλα μου. Αλλά ήτανε πάντα κάτου από τα πόδια μου.



Δυοτρεις τρύπες. Κι ύστερα κι άλλες. Κι άλλες. Κι ακόμα περισσότερες. Σαν τεράστια λαγούμια, σαν κατοικίες καλικάντζαρων, σαν είσοδοι στον κάτω κόσμο.



Άρχισα να τρέχω από τη μία στην άλλη. Και να σκύβω, προσπαθώντας να δω από κάτω. Ή να τρυπώνω, κάνοντας πεντέξι βήματα στις απότομες κατηφοριές μέσα στις τρύπες.



Και με έναν τρόπο, συγκινητικά αποκαλυπτικό, άνοιξε το Μιστί τις αγκαλιές του και μούδειξε τα σπλάχνα του.



Ναι, ήταν χωριό ελληνικό απ'όσο θυμάται ο χρόνος την ιστορία. Αλλά αντίς για σπίτια με σηκώματα και τοίχους και κεραμοσκεπές, το Μιστί ήταν λαξευμένο ολάκερο μέσα στα μαλακά βράχια της στέπας.



Η στέγη των σπιτιών γινόταν με καμάρες που σκεπάζονταν με χώμα. Κι από κάτου, βρίσκονταν τα δωμάτια και οι αποθήκες. Αλλά και οι δρόμοι ήσαν υπόγειοι. Και οι πλατείες. Ακόμα και η παλιά τους εκκλησιά. Που λέγεται πως έπρεπε να κατέλθεις κάμποσα σκαλοπάτια, βαθιά κάτου από τη γη, για να τη φθάσεις. Και για να συναντήσεις το Θεό, ουχί στα επουράνια όπως τόχεις συνηθίσει, αλλά χθόνια στα τρίσβαθα του υπεδάφους.



Δεν ήταν όμως μοναχά που ζούσαν στα κελέρια: είχαν οι Μιστιώτες κάμποσα ολοδικά τους γνωρίσματα. Και πρώτα πρώτα η γλώσσα τους: γιομάτη λέξεις αρχαιοελληνικές, μέχρις και πρόσφατα. Η απομόνωση βλέπεις, τους απέκοψε από την εξέλιξη της γλώσσας στα μικρασιατικά παράλια και την Πόλη. Κι απέμειναν -θαρρείς ξεχασμένοι στα χαρακώματά τους- να ομιλούν ωσάν τους αρχαίους τους προγόνους. Αλλά και οι χοροί τους έμοιαζαν λένε, με χορούς πανάρχαιους και παρέπεμπαν σε τελετουργίες πούχαν για θέμα τους την κάθοδο της Δήμητρας στον Άδη.



Ποιοι ήρθαν και κατοίκησαν πρώτοι αυτό το μέρος, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Λένε πως ήσαν μισθοφόροι του Μεγαλέξανδρου. Που δεν άντεξαν τις αντιξοότητες κατά την εκστρατεία κατά των Περσών κι απεφάσισαν να εγκατασταθούν εδώ και ν'ασχοληθούνε με τη γη. Ίσως και να πήρε απ'αυτούς το όνομά του, το Μιστί. Άλλοι πάλι λένε πως το έσιαξαν μισθωτοί ακρίτες, κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Κι ήταν καθόπως φαίνεται οικισμός τόσο μεγάλος και σημαντικός που απετέλεσε αρχιεπισκοπική έδρα.



Τώρα βέβαια, εσύ εύλογα θα ρωτήξεις: και χάθηκε να σιάξουν οι Μιστιώτες τα κονάκια τους πάνω από το έδαφος, όπως οι υπόλοιποι κανονικοί άνθρωποι απανταχού της γης; Η ανάγκη για ασφάλεια, αναγνώστα. Και η πρόνοια. Διότι σ'ετούτα δω τα μέρη, σπάνια σε βρίσκει φίλος. Μόνο οχτρός.



Κι έτσι γίνηκε το Μιστί υπόγειο. Ισορροπώντας μεταξύ ύπαρξης κι ανυπαρξίας. Μεταξύ του πάνω και του κάτω.



Έμειναν για αιώνες οι Μιστιώτες στα κελέρια τους. Μέχρις που στα τέλη του 19ου αιώνα, οι κατοικοί του απεφάσισαν επιτέλους να εγκαταλείψουν τις κατακόμβες τους και να σιάξουν για πρώτη φορά σπίτια πάνω από το έδαφος.



Αλλά μη θαρρείς πως επειδής μετακόμισαν στο "πάνω χωριό" όπως το λέγανε, εγκατέλειψαν τις παλιές τους υπόγειες κατοικίες. Τουναντίον, τις κάμανε αποθήκες και κελάρια για να διατηρούνε εκεί σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας τα τρόφιμά τους.



Ρημαγμένα είναι σήμερα τα ελληνικά σπίτια. Αφημένα στις δυνάμεις της στέπας και της λησμονιάς.  Τόσο τα πάνω, όσο και τα κάτω. Κάποια από τα υπόγεια -λίγα, φοβούμαι- συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να λειτουργούν ως αποθήκες. Των ανθρώπων που κατοικούνε πλέον σε ετούτον εδώ τον τόπο.



Αφού έκαμα γύρους αρκετούς κι αναμετρήθηκα με τις τρύπες, εξερευνώντας όσες περισσότερες μπορούσα, απεφάσισα να πλησιάσω περισσότερο την εκκλησία.



Κι ήταν τα βήματά μου, καρδιοχτύπι. Από συγκίνηση που έβλεπα με την αγάπη της πατρίδας, την Μεγάλη Εκκλησία. Αλλά και από τρόμο. Πως βαδίζω απάνου σε καμουφλαρισμένες οροφές υπόγειων σπιτιών. Που αν δεν σιγουρέψω τα βήματά μου, μπορεί και να υποχωρήσει κάπου το έδαφος και να βρεθώ στο κενό.



Ακολούθησα περιμετρικά τον προαύλιο τοίχο της. Αφιερωμένη ήταν η εκκλησία στον Άγιο Βλάσιο και τον Άγιο Βασίλειο. Που συνεορτάζονταν κατά τη διάρκεια διήμερης γιορτής, στην αρχή του χρόνου.



Και πλημμύριζε ο τόπος χριστιανούς απ΄όλη την Καππαδοκία. Πούρχονταν εδώ για εγκοίμιση στο ναό. Κι αναλάμβανε το Μιστί τη φιλοξενία και το τάισμα, τους εκκλησιασμούς και τα εορτάσματα.



Χτισμένη το χίλια οκτακόσια σαράντα τέσσερα, η εκκλησία αυτή είναι η μεγαλύτερη της Καππαδοκίας. Και με αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον τεράστιο, καθώς ο ρυθμός της είναι μικτός και ίσως αυτοσχέδιος. Τρίκλιτος ναός με πρόναο, κεραμοσκεπή και δέκα μικρούς τρούλους εκατέρωθεν του αψιδωτού θόλου.



Μην περιμένεις άδικα να μπούμε. Προσπάθησα πολύ, μα ήταν κλειδωμένη. Δεν έχει άλλωστε και νόημα μεγάλο. Αποθήκη σιτηρών είναι σήμερα ο ναός. Όχι, δεν έχει μεγάλο νόημα.



Με το υστέρημά τους έχτισαν την Μεγάλη Εκκλησία οι Μιστιώτες. Μαζεύοντας χρήματα με κόπο, δουλεύοντας κάποιοι επί τούτου στην Πόλη για κάποια χρόνια. Πουλώντας παπλώματα και κετσέδες. Που μαζί με τη γεωργία αποτελούσαν τις λίγες πλουτοπαραγωγικές δραστηριότητες των 800 περίπου οικογενειών Ελλήνων που έμεναν εδώ.



Μέχρι το χίλια εννιακόσια εικοσιδυό. Όταν κατέρρευσε το μέτωπο, εχάθη τ'όνειρο της μικρασίας κι έφθασε μέχρις εδώ η έντολη. Γι'ανταλλαγή. Και παρότι το Μιστί ήταν μακριά από πολέμους και εχθροπραξίες, παρότι φαινόταν πως για αιώνες πολλούς αψηφούσε τους κανόνες της φύσης και της ιστορίας, παρότι μόνος διαχρονικός οχτρός που γνώριζε ήταν αυτή η στέπα, ήρθε το μήνυμα βαρύ της προσφυγιάς.



Κλειδώσαν τότες τα κελέρια, αφήκαν ορφανά τα σπίτια κι ορμήνεψαν στη στέπα τους εκεί να τα φυλάει.



Μα είναι άγρια η στέπα. Οχτρική. Εκτεθειμένος είσαι, ένα κάτι στη μέση του τίποτα και στο έλεος των πάντων.



Και είναι η σκόνη, λησμονιά. Που σε κυκλώνει, σε καλύπτει, τρυπώνει μέσα σου και τρώγει τα σωθικά σου. Αν αφεθείς, σε ξέκανε. Όσο θυμάσαι, ζεις.

Όσο θυμάσαι. Όσο.


Υστερόγραφο: Μόνο οι πνοές τ'ανέμου ενοχλούσαν την ησυχία καθώς περπατούσα το Μιστί. Και μία παρέα παιδιών που τριγυρνούσε ανάμεσα στις πέτρες και τα λαγούμια.


Καθώς επήρα το δρόμο της αναχώρησης, άρχισε το βλέμμα μου να συναντά ολοένα περισσότερες εισόδους υπόγειων κατοικιών. Μα πώς δεν τις είχα δει πριν; Φαίνεται πως τις κοίταζα μα δεν τις έβλεπα. Αλλά τις έμαθα πλέον. Πάντα εκεί ήτανε. 

8 σχόλια :

  1. Πού πήγες και χώθηκες όμως!
    Τίποτα δε σου ξεφεύγει, ούτε τα πιο περίεργα μέρη και είμαστε τυχεροί που πας και τα ανακαλύπτεις!!
    Καλή σου μέρα και καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι ακόρεστη η ανάγκη μου, Memaria! Και εντελώς προσωπική. Να καταλάβω προσπαθώ και (ίσως) να γίνω λίγο καλύτερος.
      Την καλημέρα μου και πολύ καλή βδομάδα νάχουμε!

      Διαγραφή
  2. Η Μεμαρία μου πήρε την αναφώνηση: μα πού πας και ξετρυπώνεις τα πιο άγνωστα ( σε μένα τουλάχιστον) τα πιο άγονα, τα πιο περίεργα μέρη; Αναρωτιέμαι... τι κινδύνους έχεις αψηφήσει πίγκου για να κορέσεις την ακατάπαυστη ανάγκη σου να δεις, να μάθεις, να μεταφέρεις;
    Και θα πω κάτι άσχετο που μου ήρθε συνειρμικά... καθ' ότι πτηνούλι καρκινάκι (που όταν κάνει κάτι με αγάπη, το κάνει καλά) και γενεθλίαζε κάποια μέρα από αυτές (ε;) ...χρόνια σου πολλά. Να μπορείς ως τα βαθιά γεράματα να κάνεις όσα αγαπάς!
    (σήμερα έχει γενέθλια η άσωτη κόρη που μας έχει εγκαταλείψει και διακοπεύει στην αλμύρα της θάλασσας!)
    Καλή εβδομάδα και καλές πτήσεις ...όπου κι αν τριγυρίζεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχει πράγματι και κινδύνους και ταλαιπωρίες και αντιξοότητες, το ταξίδι. Αλλά μήπως δεν μας απειλούν όλα ετούτα και στην πιο πεζή μας καθημερινότητα; Τί ωραία που το είπες, airis: να βλέπει κανείς, να μαθαίνει και να μεταφέρει. Ίσως έτσι να βοηθά με έναν τρόπο, τον κόσμο να κινείται παρακάτω.

      Κι ευχαριστώ πάρα πολύ για τις ευχές. Όντως γενεθλίαζα την προηγούμενη εβδομάδα. Καλά να είμαστε να κατακτούμε χρόνια! :)

      Τα φιλιά μου και τις λαμπερότερες καλημέρες μου!

      Διαγραφή
  3. Δεν έχω λόγια!
    Καλημέρα πιγκουινάκι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εγώ με δυσκολία διάλεξα λόγια για να περιγράψω αυτό το μέρος.
      Ελπίζω οι φωτογραφίες μου να βοήθησαν κάπως.
      Αν και μήτε με λόγια, μήτε με φωτογραφίες: μοναχά μ'αισθήματα μπορεί κανείς να το περιγράψει.

      Την καλημέρα μου, Ραπουνζέλ.

      Διαγραφή
  4. Τι σκέφτηκε, σκέφτεται, σκεφτόταν ο άνθρωπος για να επιβιώσει παντού. Αξιοθαύμαστο και φυσικά συγκινητικό! Σ ευχαριστώ πτηνό για την σπάνια περιήγηση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Υποκλίνομαι, Πιγκουίνε μου, στο περίεργο και ερευνητικό σου πνεύμα! Το τι μέρη ξετρυπώνεις είναι άλλο πράγμα! Χαίρομαι τόσο που μέσω εσού μπορώ και γνωρίζω τόσα μέρη, που ούτε φανταζόμουν ότι υπάρχουν (και από φαντασία έχω μπόλικη)!
    Σε ευχαριστώ για άλλη μια φορά για τα όσα μοιράζεσαι μαζί μας. Είναι, πραγματικά, ανεκτίμητα.
    ΥΓ: Επειδή, φυσικά, είμαι και εγώ κομματάκι περίεργη, δεν μπόρεσα να αντισταθώ και διάβασα και τα προηγούμενα σχόλια. Και - για δες! - το πιγκουινάκι μας είχε γενέθλια! Χρόνια σου πολλά και ταξιδιάρικα, λοιπόν, αγαπημένε μου Πιγκουίνε, γεμάτα εμπειρίες από εκείνες που αναζητάς.
    Πολλά φιλάκια

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.