Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Το ιαματικό νερό



Αχ τζιέρη μου, ανέπνεα και βογκούσα! Τόσος ήτανε ο πόνος πούσφιγγα τα δόντια, μην τυχόν και ξεφωνίσω.



Στον γιατρό; Πεντέξι είχα αλλάξει, χαΐρι δεν είδα. Και σε έναν που είχα στη γειτονιά μου επήγα και σε έναν άλλον πρακτικό πούχε σπουδάσει στο Λομονόσοφ επί κομμουνισμού. Και σε προφέσορα Πανεπιστημίου παρακαλώ, μεγάλο όνομα -βάλε με το μυαλό σου τί κασέ μού ζήτησε ο ζεβζέκης. Όλοι με φάρμακα, φυσιοθεραπείες κι εντριβές με λιβανίζανε, αλλά μηδέν εις το πηλίκον.



Ώσπου βρέθηκε πριν χρόνια η Φωφώ, μία εξαδέλφη της κυρα Μορφούλας, της κουμπάρας τ'Αναστάση και μου είπε πως την είχε βρει κι εκείνη κακό χουνέρι με τα παΐδια της και αφού δοκίμασε τα πάντα, ήρθε εδώ και σώθηκε. Και μ'ορμήνεψε κι εμένα νάρθω.



Αρχικώς, την επέρασα για υπερβολική. Αγράμματη γυναίκα ήταν, τί θα μπορούσε να ξεύρει αυτή από ρευματισμούς κι αρθριτικά. Και τελοσπάντων, δεν είμαι δα τόσο χαϊβάνι να παίρνω συμβουλές από την κάθε τυχάρπαστη. Άσε που να με συγχωρείς, δεν είμαι και κανένα ραμολί να πιάσεις να με στείλεις σε τίποτις ιδρύματα να με τρίβουνε μ'ακουαφόρτε! Καλοστεκούμενος και κοτσονάτος είμαι! -όχι λέγε ειλικρινά πόσο με κάμεις.



Εν πάσει περιπτώσει, για να μην στα πολυλογώ και σε χασομεράω, μια μέρα τ'αποφασίζω, βάζω σε μια τσάντα δυο πανταλόνια, τρία πουκάμισα, τα μπανιερά μου, πεντέξι αλλαξιές, τη βούρτσα για τα δόντια, τις μέντες και τα χάπια της πίεσης κι αποφασίζω νάρθω. Με το ΚΤΕΛ, ντε. Που του πήρε κάμποση ώρα να φθάσει, γιατί σ'όλη τη διαδρομή έκαμε όλο στάσεις τ'αναθεματισμένο για να φορτώσει κόσμο και ντουνιά. Έκατσε και μία πολυλογού Λαμιώτισσα δίπλα μου -κόρη συνταγματάρχη, ζωντοχήρα- και μου πήρε το κεφάλι με το μπούρου-μπούρου της.



Σαν έφτασα, πήγα ευθύς κι εγκαταστάθηκα στο ξενοδοχείο που μέστειλε η κυρά Φωφώ. Παλιό ήταν, μα κάπως φροντισμένο. Με τις παστρικιές του υπαλλήλους, με τα μωσαϊκά και τις εισόδους του που μύριζαν αμμωνία, με τα λελούδια και τις περικοκλάδες στους μπαξέδες. Μην φανταστείς τίποτις πολυτέλειες, αλλά σε σχέση με τ'άλλα τα εγκαταλειμμένα στο τριγύρω, ως και παράδεισος μού έμοιαζε. Αφού τακτοποιήθηκα και βρήκα τη βολή μου, πήρα τα συμπράγκαλα -πετσέτες, μπανιερά, μπουρνούζ- και κίνησα για τα λουτρά.



Διέσχισα ένα τεράστιο πάρκο που βρίσκεται μπροστά απ'το ξενοδοχείο, στο κέντρο τ'οικισμού. Που μοιάζει πευκοδάσος. Κι έχει και σιντριβάνια, που θάσαν κάποτες μεγαλειώδη. Βλέπεις, πέρασε εποχές λαμπρές, ετούτο το μέρος, τζιέρη μου, ωσότου καταπέσει.



Ύστερα βρήκα και ταμπέλα. Που σ'οδηγούσε στας πηγάς. Μακριά δεν είναι, πέντε λεπτά δρόμος -αν είσαι ντούρος σαν εσένα και δεν σε κόβουν τα άτιμα τα γόνατα.



Ψέματα δεν θα πω: με το π' αντίκρισα πρώτη φορά το κτήριο, μου πέσανε τα πέταλα. Άχου, εσκέφτηκα, είχα-δεν είχα, κατέληξα ο καψερός σε σανατόριο.



Τι κι αν απλώνονταν τριγύρω οι κορφές της Οίτης, τι κι αν χόρταινε το βλέμμα σου με δάση, τι κι αν γιομίζαν τα πνευμόνια μ' οξυγόνο. Να'ρχόμουν εδώ γι'αναψυχή, μάλιστα. Αλλά για το σκοπό που τόθελα εγώ, δεν μου εγέμισε το μάτι. Το παραδέχομαι πως έριξα και καναδυο μπινελίκια από μέσα μου στην κυρά Φωφώ -καλή της ώρα εκεί που είναι η χριστιανή!


Σαν μπήκα μέσα, κάπως ησύχασα. Δεν είχε κόσμο ευτυχώς και τις γλιτώσαμε τις πολυλογίες, τις φασαρίες και τα ντράβαρα. Έβγαλα το μπιλιέτο μου -έξι ευρώ παρακαλώ- και μία υπάλληλος κάπως νταβραντισμένη και βασταζερή, μου υπέδειξε το διάδρομο που έπρεπε να ακολουθήσω για ν'αλλάξω. Στάθηκα για λίγο στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας υποδοχής όπου μ'έπιασε μία νοσταλγία βλέποντας την ωραιότατη κρήνη. Έμοιαζε σαν αυτές που είχα δει πιο-νέος στη Ρώμη -αχ, πούναι εκείνα τα χρόνια τα παλιά! Τότες που μ'αξίωσε ο Θεός κι επισκέφθηκα τις πιάτσες, τα μνημεία και τους δρόμους της Αιώνιας Πόλης, μιας ζωντανής Τσινετσιτά! Με την Ανίτα να χορεύει στη Φοντάνα, τη Σοφία ν'απλώνει στο μπαλκόνι και την Άννα να ξεπροβοδίζει τον Εττόρε της σαν ανεβαίνει ο αθεόφοβος στη βέσπα.


Μην με παρεξηγείς, τζιέρη μου. Από ένα σημείο και μετά, όλα αναφορές γίνονται.


Ακόμα κι ένας πτερωτός υδροχόος που κοσμούσε υπό μορφή ψηφιδωτού κάποιον τοίχο, παλιός γνωστός μού φάνηκε κι αυτός. Από την εποχή πούμουν παπαδάκι κι εκράταγα τ' εξαπτέρυγο στον Άγιο Αθανάσιο. Κι έβλεπα απέναντι τις αγιογραφίες με τ'αγγελάκια κι έπλαθα κι εγώ ιστορίες πως ήμουνα τάχα Χερουβείμ και πετάριζα στα ουράνια. Τα χρόνια όμως είναι που πεταρίζουν, καημένε μου. Σα χθες ήταν που κατεβαίναμε όλα τ'αλάνια της απάνου γειτονιάς και παίζαμε μπάλα στην πλατεία με τον πλάτανο. Κι είχαμε τον ασυμμάζευτο, σαν μας φωνάζανε από τα παράθυρα οι δόλιες μας μανάδες. Και βρέθηκα εγώ τώρα -μήτε που κατάλαβα το πώς- να μην μπορώ όχι μπάλα να κλωτσήσω, αλλά μήτε απ΄την καρέκλα να σκωθώ χωρίς να σιχτηρίσω.



Που είχα μείνει; Α ναι, στα προκαταρκτικά. Ακολούθησα που-λες το διάδρομο που μούχαν υποδείξει. Που είχε άσπρους τοίχους και ξανθά πλακάκια. Και αμέτρητες πόρτες, δεξά-ζερβά.



Που οδηγούνε σε δωμάτια με μπανιέρες κι εγκαταστάσεις για τις ειδικές θεραπείες.



Που σε πιάνουνε και σε βουτούνε και σε τρίβουνε. Και σ'αφήνουνε να μουλιάσεις με τις ώρες, σα νάσαι τίποτις ρεβίθι.



Εντέλει βρήκα τ'αποδυτήρια. Έβαλα τα μπανιερά μου, δίπλωσα το πανταλόνι και το υποκάμισο, έσιαξα με την τσατσάρα πούχω πάντοτες στην τσέπη, εκείνη τη μία φράντζα την τσαχπνίνικη πούρχεται από το ένα ημισφαίριο κι απλώνεται στο άλλο, πήρα την πετσέτα μου και έκαμα εμφάνιση αριστοκρατική στα λουτρά.



Που διαθέτουν πελώρια πισίνα και έχουν άπασες τις ανέσεις πολυτελούς ξενοδοχείου. Και ξύλινες σεζ λονγκ για να ξαποστάσεις και ντουζιέρες με ζεστό νερό να ξεπλυθείς και κυλικείο να πάρεις μια γκαζόζα ή μια περτικαλάδα. Το δε νερό, θεσπέσιο. Προέρχεται λέει από τις βροχές και τα χιόνια της Οίτης που απορροφώνται στο έδαφος, ζεματίζονται, εμπλουτίζονται με στερεά συστατικά κι αέρια εκεί στα τρίσβαθα με τους Βελζεβούλιδες κι ύστερα ξεπηδούν απ' ένα ρήγμα που μοιάζει με κρατήρα ηφαιστείου.


Αφού πήρα το μπάνιο μου κι έκαμα και καναδυο απλωτές, σαν νάμουν πάλι δεκαοχτώ, βγήκα κι άραξα σε μία καρέκλα να στεγνώσω. Έπιασα και την κουβέντα με μία κυρία φιλόλογο, μήτε θυμάμαι τ'όνομά της. Μορμολύκειο κι αυτή, μη φανταστείς κανένα τζόβενο. Αλλά ξύπνια, έκοβε το μάτι της. Μιλήσαμε για τ'αρθριτικά μας, για τους γιατρούς, για τις θεραπείες, μούπε πως είδε μεγάλη βελτίωση στη δική της την περίπτωση. Και πως ερχόταν τακτικά στην Υπάτη, από τότες που είχε διοριστεί ως νέα σ'ένα σχολείο στο Λιανοκλάδι, εδώ παρακάτω.


Ήταν και μελετημένη. Μου είπε πως τα λουτρά αυτά ήσαν περίφημα από αρχαιοτάτων. Αφιερωμένα στην Αφροδίτη. Κάποτες διέμεναν εδώ και κάτι μάγισσες. Που σε υποδεχόντουσαν αν ήσουν ασθενής, σε τάιζαν βοτάνια του βουνού, σε περνάγανε κάτι ξόρκια, σε ρίχνανε και μέσα στα ιαματικά νερά και εγινόσουνα περδίκι. Αργότερα ήρθαν οι Τουρκαλάδες και τ'ονομάσανε Λουτρά του Πατρατζίκ. Κληρονομήσανε κι αυτοί την αγάπη για τα πλυσίματα πούχαν οι προκάτοχοί τους οι Βυζαντινοί.


Για ώρα καμπόση, μου εκθείαζε η φιλόλογος τις εγκαταστάσεις. Πούναι από τις τελειότερες και πλέον σύγχρονες της Ευρώπης. Κι έχει λουτήρες πολυτελείας και συστήματα καθαρισμού με εκτοξευόμενο νερό και ειδικές υποδομές γι'ανθρώπους με βαριές δερματικές παθήσεις.


Αμ δε το νερό; Σπανίας ποιότητος και πολλαπλών ιαματικών χρήσεων. Για αρτηριακές υπερτάσεις, για παθήσεις της καρδιάς, για διαταραχές του νευρικού, για παραλύσεις, για ατροφίες, για αθριτισμούς. Χάρις τη μεγάλη περιεκτικότητα σε διοξείδιο του άνθρακα και υδροθείο. Πολύ διαφωτιστική η συζήτηση, πείστικα πως δεν έκαμα άσχημα που ήρθα.



Αφού ξεπλύθηκα καλά-καλά και στέγνωσα, ετοιμάστηκα για να γυρίσω στο δωμάτιο να ξαποστάσω. Επειδής όμως αισθάνθηκα κιόλας κάπως καλύτερα μετά το μπάνιο, έκαμα μία μικρή παράκαμψη για να περιπατήσω λίγο παραπάνω. Κάμει καλό και στην καρδιά, μου τόχει πει ο άλλος γιατρός που μου ρυθμίζει τα χάπια της πίεσης. "Να περπατάτε τουλάχιστον είκοσι λεπτά τη μέρα". Όταν ήμουν στην ηλικία σου γιατρέ, όχι είκοσι λεπτά περπάτημα -την πέτρα έπαιρνα και την έστιβα.



Περίεργο μέρος πάντως αυτή η Υπάτη, τζιέρη μου. Το κατάλαβα ήδη από εκείνη την πρώτη βόλτα. Το επιβεβαίωσα και τις ημέρες που ηκολούθησαν. Σα νάχει μείνει σ'άλλη εποχή. Σα να μην είναι τουτουνού του αιώνα. Με κτήρια παμπάλαια πούχουνε θλίψη αρκετή. Αλλά και νοσταλγία, για μας τους πιο παλιούς. Που την ενθυμούμαστε την Ελλάδα, πριν πέσουν τα μπετά και οι αντιπαροχές και πριν παραδωθούν οι δρόμοι στις φασαρίες τους και οι άνθρωποι στις μοναξιές τους.


Γύρω από το κεντρικό πάρκο, βρίσκονται διάφορα κτήρια. Ανάμεσά τους και ετούτο. Εντύπωση, μου έκαμε που δεν μου τόχε αναφέρει η κυρά Φωφώ, που όλα μου τα είχε περιγράψει.


Παρότι άρχισαν πάλι να διαμαρτύρονται τα γόνατα και να τσιγκλά η μέση, μέπιασε περιέργεια. Σα νάμουν μαθητούδι.


Ανοιχτά ήταν όλα, βρήκα ευκαιρία και μπήκα. Ξενοδοχείο ήταν κι αυτό, πιο σύγχρονο από τα άλλα.



Θεόκλειστο και κάπως αφημένο. Ξενία, καθόπως ανακάλυψα, διαβάζοντας μία επιγραφή.



Τα δάπεδα βρώμικα, τα φυτά ξεραμένα. Τί κακό κι ετούτο να γερνάμε όλοι, άνθρωποι και κτήρια. Ο πανδαμάτωρ χρόνος! Από τη μια, το δέχεσαι πως αυτοί είναι οι κανόνες και ξεκάθαροι σου ήταν εξαρχής. Από την άλλη, σε πιάνει κάπου το παράπονο. Πως θα μπορούσε και νάτανε αλλιώς. Πιο πολύ, πιο καλά και πιο εύκολα.


Τώρα θα πεις μιλάει πάλι η ηλικία. Μπορεί και να μιλάει -ειλικρινά, πόσο είπαμε με κάμεις; 


Θυμάμαι κάποτες που λέγαμε "Ξενία" και γέμιζε το στόμα μας. Ήσαν σπουδαία κτήρια, περίφημων αρχιτεκτόνων. Κι αν κάποιος έλεγε πως πάει μία εβδομάδα στο Ξενία για να κάμει διακοπές, τον εκοιτάζαμε καλά-καλά και τον εφθονούσαμε. Τότες δεν πήγαινε ο κόσμος διακοπές σε ξενοδοχεία. Όπως δεν έκαμε και πολλά ακόμα που βλέπω ολημερίς να κάμουν σήμερις οι νέοι. Σαν αυτό που πασπατεύουνε μανιωδώς τα κινητά τους τηλέφωνα και τις πλακέτες. Λύσσα έχουν με δαύτα, ξεχνάνε και ώρες και εποχές. Δε βαριέσαι, όλα χρειάζονται υποθέτω.


Λοιπόν δεν ξεύρω αν μου έκαμαν πράγματι καλό τα ιαματικά νερά. Μα σαν βρέθηκα εδώ, κέρδισα θαρρώ μία παρηγοριά. Για τα όσα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Πριν και μετά τους ρευματισμούς, τ'αγγελάκια τ' Αγίου Αθανασίου, την Ανίτα που χορεύει ξυπόλυτη στη Φοντάνα, τα Ξενία και τις μάγισσες. Είναι αυτό το νερό, το υπέροχο νερό. Που πέφτει από το πουθενά σαν αγνό χιόνι στις κορφές της Οίτης, ύστερα λιώνει και σκίζει μ'ορμή τα υπεδάφη για να ζεματιστεί και να γιομίσει υλικά, καθόπως πρέπει. Κι έπειτα βγαίνει από την πέτρα, την κυλά και την αλλάζει. Για να γίνει εντέλει ατμός και να χαθεί στο πουθενά και πάλι. Τόσο σύνθετα και τόσο απλά.


Αλλά σα να πέρασε η ώρα, τζιέρη μου και πρέπει να σε αφήσω για να πάω να βασιλέψω. Ώχου να δεις πως ξέχασα να πάρω πάλι το χάπι μου.

4 σχόλια :

  1. έχω ένα κόλλημα Πίγκου : χωρίς να έχω πάει ποτέ σε ιαματικά μέρη ,ούτε έχω ακουσει κάτι αρνητικό όσο θυμάμαι τον ευατό μου,τα αντιπαθώ που όσες σοκολατίνες και να μου τάξεις δεν μπαίνω μέσα με τίποτα!Θα έμπαινα μόνο σε κάτι μέρη που ειναι σε ποτάμια με τρεχούμενο νερό(καπου στη βόρεια Ελλαδα νομιζω ειναι ένα τετοιο μέρος),δε θα έμπαινα στις μπανιερες που δειχνεις ας ειναι οι καθαρότερες,ουτε και σε χαμάμ που βλέπω πάνε άλλοι.
    Το μέρος πάντως φαίνεται πολύ ωραίο!Εσύ είδες διαφορά στα πούπουλά σου μετά το μπανάκι; Να φωνάξω αν ειναι την Αγγελική απο τας Σκωτίας να παμε μαζί να ζεσταθεί το κοκαλάκι της!
    Καλημέρααααααααααααααα Πίγκου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι που έχουν μία θλίψη, αυτά τα μέρη, Νάσια μου. Διότι απευθύνονται βασικά σε ανθρώπους που υποφέρουν, που πονάνε, που έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας. Επομένως, είναι μέρη που δεν έχουν εξ ορισμού, χαρά. Εντούτοις, ειδικά η Υπάτη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τα θαυμάσια κτήρια, τα άλλοτε πολυτελή ξενοδοχεία, οι κάποιες φροντισμένες υποδομές, το πάρκο, η θέα, η βλάστηση, τα βουνά, η ησυχία, συνθέτουν ένα σκηνικό εντελώς ιδιότυπο. Σα νάσαι σε μία παρένθεση, όπου δεν ισχύει μήτε ο χρόνος, μήτε ο χώρος -δεν ξεύρω πώς αλλιώς να στο εξηγήσω.

      Τα φιλιά μου και τις καλημέρες μου!

      Διαγραφή
  2. Τι υπέροχη βόλτα!
    Να υποθέσω εξαιρετικά αφιερωμένη σε μένα;! ;)
    Φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν σε γνώριζα μέσω αυτής σου της ανάρτησης, θα σε νόμιζα για καμία γιαγιάκα πιγκουίνα. 70 σάμθιγκ. Μην πω 80! Και θα σε θαύμαζα που έχεις μπλογκ :)

    Ευτυχώς που έχουμε εσένα να μας τριγυρνάς σε τέτοια μέρη, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να πάμε από μόνοι μας. Ούτε απ' έξω.
    Καλημέρα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts