Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Το τρένο των ουρανών



Απορώ και που το προτείνεις να πάρουμε τ'αμάξι. Δεν ξεύρω αν το έχεις συνειδητοποιήσει, αλλά η πόλη διαθέτει  σχεδόν δεκαπέντε εκατομμύρια κατοίκους. Και είναι όλοι τους ολημερίς στους δρόμους. Αρκετοί μάλιστα, καβάλα σε κάποιο τροχοφόρο όχημα. Ναι, μπορείς με ασφάλεια να υποθέσεις πως γίνεται της κολάσεως. Το μποτιλιάρισμα είναι απερίγραπτο και το να φθάσεις από τη μιαν άκρη στην άλλη, μπορεί και να σου πάρει δυοτρεις ώρες -αν δεν πέσει και καμιά τρόπικαλ μπόρα στο μεταξύ και μετατραπούν τ'αμάξια σε πλεούμενα.



Αν θέλεις λοιπόν να τον εγλιτώσεις τον νευρικό κλονισμό και να φθάσουμε σε μία λογική ώρα στον προορισμό μας, σου προτείνω να με ακολουθήσεις. Αψηλά.



Δεν διαθέτω λίαρ τζετ, μήτε θα μας παραλάβει κανένα ελικόπτερο. Και όχι, δεν θα σε πάω πετώντας -διότι παρότι πτηνό, τα φλάινγκ σκιλς μου δεν είναι το δυνατό μου χαρτί. Επομένως; Θα πάμε με το μετρό!



Μόνο που σ'ετούτη την πόλη -την θεόμουρλη, κουραστική, φασαριόζα, συνωστισμένη αλλά τόσο ζούπερ ντούπερ ενδιαφέρουσα πόλη- έχουμε μία ιδιοτυπία: το μετρό είναι κατά βάση υπέργειο. Αν έχεις υψοφοβία και σε πιάνει ο ίλιγγος, κράτα-μου το χέρι.

Γιατί με σκουντάς; Α ναι, δεν σου είπα ακόμα που είμαστε!


Αγαπημένε αναγνώστα, καλωσήρθες στη กรุงเทพมหานคร อมรรัตนโกสินทร์ มหินทรายุธยา มหาดิลกภพ นพรัตน์ราชธานีบุรีรมย์ อุดมราชนิเวศน์มหาสถาน อมรพิมานอวตารสถิต สักกะทัตติยะวิษณุกรรม. Όχι δεν χάλασε το πληκτρολόγιό μου, μήτε τρελάθηκα ο πτηνός και στο γύρισα στ' αλαμπουρνέζικα. Αυτή είναι η πλήρης ονομασία της πόλης όπου βρισκόμαστε. Αλλά επειδής σε βλέπω ότι δεν το κατέχεις το ταϊλανδικό, εσύ μπορείς να τη φωνάζεις με το χαϊδευτικό της: "Μπανγκόκ".



Θα στο παραδεχτώ εξαρχής πως δεν θάμαι ποτέ αντικειμενικός μαζί της: γιατί την αγαπώ πολύ τη Μπανγκόκ. Όμορφη; Δεν είναι ακριβώς όμορφη, με την έννοια που προσδίδεις στη λέξη. Πολλοί από εκείνους που την επισκέπτονται, τη βρίσκουν αντιθέτως, εξαιρετικά άσχημη. Η μόλυνση, το μποτιλιάρισμα, η κοσμοπλημμύρα, οι πυκνοκατοικημένες γειτονιές, τα γκρίζα κτήρια, οι δρόμοι που σχηματίζουν έναν χαοτικό λαβύρινθο.



Εντούτοις, για πολλούς και διάφορους λόγους, εγώ τη βρίσκω συναρπαστική και της έχω αδυναμία. Αν μάλιστα με ρωτήξεις, ποιες είναι οι πεντέξι πόλεις που πρέπει να επισκεφθεί κανείς οπωσδήποτε για να καταλάβει το σύγχρονο κόσμο, θα είναι από τις πρώτες που θα σου προτείνω. Πολυπολιτισμική, δυναμικά εξελισσόμενη, παραδοσιακή και μονδέρνα ταυτόχρονα, μητροπολιτική σε όλες τις κρίσιμες διαστάσεις της.



Άλλες πόλεις, μπορείς να ισχυριστείς ότι τις γυρίζεις και τις μαθαίνεις σε κάποιες μέρες -άντε βδομάδες. Σε ετούτη όμως, θα πρέπει να αφιερώσεις μήνες ή και χρόνια για να πεις ότι την εκατάλαβες και την εγνώρισες στα μήκη και τα πλάτη της. Και πάλι, θα σούχουν ξεφύγει πράματα και θα υπάρχουν γειτονιές που δεν θάχεις καν υποψιαστεί ότι υπάρχουν.



Ναι λοιπόν, είναι μια πόλη δύσκολη. Δεν είναι μόνο που καταλαμβάνει μία τεράστια περιοχή γύρω από τις εκβολές του ποταμού Τσάο Πράγια. Είναι που τη διασχίζουν παραπόταμοι και κανάλια, είναι που συνεχώς συναντάς διώρυγες, γέφυρες και περάσματα, είναι που η γεωγραφία της είναι τόσο σύνθετη που ακόμα και οι κάτοικοί της μπερδεύονται και τα τζι-πι-ες σε εκλιπαρούν να δείξεις έλεος.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, κρατήσου οπωσδήποτε από το χέρι μου.



Όπως καταλαβαίνεις, το να σκάψουμε σήραγγες για να σιάξουμε υπόγειο μετρό, είναι βέρι ντίφικαλτ. Διότι τα εδάφη είναι σαθρά και λασπώδη. Όχι ότι δεν τόχουμε προσπαθήσει. Διαθέτουμε δύο γραμμές και καμιά σαρανταριά σταθμούς. Εντούτοις καλύπτουν ένα πολύ μικρό τμήμα της πόλης και ο περισσότερος κόσμος συνεχίζει να εξυπηρετείται από το λεγόμενο SkyTrain, το υπέργειο δίκτυο σιδηροδρόμων.



Το SkyTrain στηρίζεται σε μία σειρά από τσιμεντένιους πυλώνες και από κάτου, περνάνε αυτοκινητόδρομοι, κανάλια, πεζόδρομοι ή ό,τι άλλο φανταστείς.


Ένα από τα πρώτα πράματα που πρέπει να μάθεις είναι από ποιες πλευρές υπάρχουν κυλιώμενες σκάλες. Διότι μην μου το παίζεις εμένα κομάντο! Αν δεν πετύχεις κυλιώμενες, σε περιμένει το ατελείωτο σκαλοπάτι. Για να ανέβεις στην πλατφόρμα, πρέπει να σκαρφαλώσεις περί τους τρεις-τέσσερις ορόφους πολυκατοικίας και σε συνδυασμό με τη ζέστη και την υγρασία, φθάνεις στο τρένο σαν να έτρεξες τον ημιμαραθώνιο της Αθήνας ή να σε μπουγελώσαμε μη-χειρότερα. 


Ευτυχώς για σένα, οι περισσότερες πινακίδες είναι δίγλωσσες και μπορείς να διαβάσεις τουλάχιστον τα αγγλικά. Διότι λυπάμαι που θα στο πω, αλλά τα ταϊλανδικά είναι απάλευτα. Με τέσσερις διαφορετικές διαλέκτους και πάνω από εξήντα ομιλούμενες γλώσσες, η Ταϊλάνδη είναι μία μικρή Βαβέλ. Και όλες οι διάλεκτοί της διαφέρουν άρδην από τις πιο γνώριμες σε μένα και σε σένα λατινογενείς ή σλάβικες γλώσσες, οπότε αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε λέξη!



Επειδής είμαστε και λαρτζ ψυχολογίας λαός, διαθέτουμε στο αλφάβητό μας, σαραντατέσσερα σύμφωνα και δεκαπέντε φωνήεντα. Τα οποία φωνήεντα συνδυάζονται και σχηματίζουν τουλάχιστον είκοσι οκτώ διαφορετικούς φθόγγους. Εν ολίγοις, πάρτο απόφαση πως είναι προτιμότερο να ξεκινήσεις ιταλικά, ισπανικά ή τίποτις σουαχίλι -πιο εύκολα θα τα μάθεις! Σταμάτα να κοιτάζεις την πινακίδα και έλα να βγάλουμε εισιτήριο. Ελπίζω να έχεις ψιλά, διότι το μηχάνημα δεν δέχεται χαρτονομίσματα και είμαστε όλοι με τις φούχτες γιομάτες κέρματα.



Επίσης για να τελειώνουμε με τα διαδικαστικά, θα ήθελα να διαβάσεις προσεκτικά τις απαγορεύσεις -μην μας συλλάβουν κιόλας! Λοιπόν, απαγορεύεται να πετάς σκουπίδια, να καπνίζεις, να τρως και να πίνεις, να μεταφέρεις το δισάκι σου, να έχεις μαζί σου τον Αζόρ ή τίποτις εύφλεκτα υλικά.



Επίσης, απαγορεύονται τα μπαλόνια! Που σημαίνει πως όχι, δεν μπορούμε να κάμουμε το μπέρθντεϊ πάρτι σου στο SkyTrain, πάρε να ακυρώσεις και τον κλόουν.



Το SkyTrain είναι ένας θαυμάσιος τρόπος να τριγυρίσεις την πόλη. Σεργιανίζοντας τις γειτονιές από ψηλά, παρακολουθώντας τους ανθρώπους και τρυπώνοντας μέσα την καθημερινότητά τους.



Ένα από τα πρώτα πράγματα που θα σου κάμουν μάλλον εντύπωση είναι η εξάρτηση από τα κινητά, που είναι κι εδώ παροιμιώδης. Όταν δεν είμαστε στο facebook και δεν ανταλλάσσουμε μηνύματα, κοιτάμε τα άπειρα σέλφις μας, παίζουμε παιχνίδια, παρακολουθούμε ταινίες και γενικά, δύσκολα σηκώνουμε το βλέμμα για να σου ρίξουμε μισή ματιά. Αλλά μην παρεξηγηθείς και μη θαρρείς πως είμαστε τίποτις σνομπαρίες: απλώς μας είναι πλέον πιο εύκολο να σου στείλουμε ένα emoticon, παρά να σου μιλήσουμε. LOL και YOLO.



Στους περισσότερους σταθμούς υπάρχουν γυάλινες πόρτες μπροστά από την αποβάθρα, οι οποίες ανοίγουν μόνο όταν φθάσει και ακινητοποιηθεί ο συρμός, προφανώς για λόγους ασφαλείας. Κάτω, θα παρατηρήσεις μία σειρά από βελάκια, τα οποία υποδεικνύουν το σημείο που πρέπει να σταθείς για να μπεις στο βαγόνι και το σημείο από όπου πρέπει να βγεις. Οργανωμένα πράματα, παστρικά!



Πολύ γρήγορα, σχηματίζεται μία τεράστια ουρά πίσω από κάθε βελάκι εισόδου, με ανθρώπους που περιμένουν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους για να μπουν, όταν και εφόσον καταφθάσει το τρένο. Οι παράλληλες αυτές ουρές τηρούνται απαρέγκλιτα και αν παρ'ελπίδα κάποιος κατεργάρης δοκιμάσει να παρακάμψει τους υπόλοιπους για να προηγηθεί, θα ακούσεις βέρι απειλητική σφυρίχτρα από τον σεκιουριτά της πλατφόρμας, ο οποίος έχει αετίσιο μάτι και δεν τους σηκώνει τέτοιους τεντιμποϊσμούς. Οι υπόλοιποι που περιμένουν στην ουρά δεν θα αντιδράσουν καθόλου, καθώς γνωρίζουν ότι θα επέμβει το όργανο της τάξης και άρα δεν χρειάζεται να διαφυλάξουν μόνοι τους τα δίκαιά τους και την τήρηση των κανόνων.



Γιατί στα λέω όλα αυτά; Του μέικ ε πόιντ, προφανώς. Ότι οι κοινωνίες χρειάζονται κανόνες και ελέγχους για να λειτουργήσουν. Αν επιτρέψεις στον καθένα να κάνει ό,τι γουστάρει, να συμπεριφέρεται όπως θέλει και να αψηφά τις βασικές συμβάσεις (της τήρησης προτεραιότητας, του σεβασμού των άλλων, της συμμόρφωσης με τους κανόνες) που αποτελούν προϋπόθεση για στοιχειώδη κοινωνική οργάνωση, τότε σύντομα θα έχεις ένα χάος όπου ο καθένας -ανυπεράσπιστος και μόνος- θα προσπαθεί να επιβιώσει εις βάρος των άλλων. Το έπιασες το υπονοούμενο, πάμε παρακάτω.



Εντέλει θα μπούμε σε κανένα τρένο ή θα τα κοιτάμε να περνούν; Όχι σε ρωτάω γιατί με το κουβεντολόι σου, κινδυνεύουμε να νυχτωθούμε στην πλατφόρμα.



Μπορεί η θερμοκρασία στην Μπανγκόκ να κινείται ανάμεσα στο λιώνω-παναϊα-μου και στο με-χάνετε-από-θερμοπληξία, αλλά εντός των βαγονιών του SkyTrain, ο κλιματισμός είναι στο φουλ. Που σημαίνει ότι μπαίνεις ιδρωμένος, βγαίνεις πλευριτωμένος. Κι εκεί που ήσουν με το φανελάκι, έρχεσαι να πεθυμήσεις το μπουφάν και το κασκόλ σου.



Αν όμως ξεπεράσεις το τουρτούρισμα και κοιτάξεις έξω, σε περιμένει μία απίθανη εναλλαγή εικόνων. Με πάρκα και χαμόσπιτα.


Με πλατείες, ανισόπεδες διαβάσεις, μποτιλιαρισμένες λεωφόρους.


Με γειτονιές πνιγμένες στην τροπική βλάστηση και τη μόνιμη υγρασία πούχει ποτίσει την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια.


Με μυριάδες αψηλά κτήρια που στέκουν σαν κατασκευές από lego και δύσκολα μπορείς να συλλάβεις με το μυαλό σου τις εκατομμύρια ζωές που διαβιούν στα διαμερίσματά τους.


Το τρένο περνάει ανάμεσα στα κτήρια, ξυστά από τα σπίτια, πάνω από τον Τσάο Πράγια. Διασταυρώνεται με άλλες γέφυρες, στρίβει, συνεχίζει ευθεία, σταματάει, ξεκινάει, ξαναστρίβει κι ανεβοκατεβαίνει. Κι εσύ νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε ένα φουτουριστικό παιχνίδι. Σαν να πρωταγωνιστείς σε ταινία επιστημονικής φαντασίας.


Όταν πέφτει το σούρουπο, η πόλη αλλάζει χρώματα και παραδίδεται σε έναν κατάφωτο σουρεαλισμό. Με πινακίδες από νέον, διαφημίσεις που αναβοσβήνουν και κινούνται, εικόνες που εναλλάσσονται σε τεράστιες βιντεοθόνες.



Στην κεντρική πλατεία Σιάμ, ανάμεσα στα εμπορικά κέντρα, η ροή του κόσμου είναι συνεχής και μαζική. Σιντριβάνια, μουσικές, οχλαγωγία. Όλα κινούνται σε ακραίες τιμές.


Χιλιάδες συρρέουν για ψώνια ή φαγητό στο Siam Paragon, ένα από τα αμέτρητα και αχανή μολς του κέντρου της πόλης.



Κόσμος αμέτρητος περιπατεί και στις πεζογέφυρες που ενώνουν αντικριστά κτήρια και αποτελούν μία εναλλακτική και ασφαλέστερη οδό μετακίνησης πάνω από τους επιβαρυμένους δρόμους και δίχως τις ατέρμονες αναμονές στα φανάρια.



Αυτή η αέναη κίνηση, αυτή η πληθωριστική φρενίτιδα, μπορεί να σε κουράσει, να σε ενθουσιάσει, να σε καταθλίψει και να σε διασκεδάσει, την ίδια στιγμή. 


Οι πόρτες ανοίγουν, κάποιοι βγαίνουν, εν συνεχεία κάποιοι άλλοι μπαίνουν, το τρένο αποχωρεί, έρχεται το επόμενο.


Μία ασταμάτητη και ανελέητη αστική χορογραφία.


Που καθ'όπως είσαι σκαρφαλωμένος και την κοιτάζεις από ψηλά, σου δίνεται η δυνατότητα να την παρατηρήσεις και ενίοτε να αποστασιοποιηθείς από αυτήν. Και να αντιληφθείς πόσο μικρός είναι ο δικός σου κόσμος. Μπροστά στα μεγέθη αυτά. Που κάνουν τα δικά σου σημαντικά, να φαίνονται ασήμαντα. Και τα δικά σου τεράστια, να φαίνονται αμελητέα.



Σου είπα πως την αγαπάω πολύ αυτήν την πόλη. Όχι γιατί είναι όμορφη. Αντικειμενικά, δεν είναι. Την αγαπώ γιατί μπορώ να χαθώ μέσα της. Να βυθιστώ στις εντάσεις της και να τις μετατρέψω σε ατομικές μου ησυχίες. Να μάθω μαζί της και να ονειρευτώ. Να βγω στην επόμενη στάση και όλα να είναι αλλιώς. Να γίνω κι εγώ αλλιώς, περπατώντας κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο της ή μέσα στα έντονα νυχτερινά φώτα και τις σκιές της.



Όταν πέφτει η νύχτα, το SkyTrain μετατρέπεται σε ένα φαντασμαγορικό υπερθέαμα. Οι τσιμεντένιοι πυλώνες, οι σκάλες που ενώνουν τα επίπεδα, οι πλατφόρμες και οι πεζογέφυρες λαμβάνουν νέες ιδιότητες.


Τυλιγμένη στα μοβ, τα βαθυκόκκινα και τα βυσσινιά, η πόλη παίρνει μερικές ανάσες για ν'αντέξει.



Και το τρένο των ουρανών μοιάζει να γίνεται πύλη εισόδου για μία πραγματικότητα πιο υπερβατική.


Μία πραγματικότητα που ίπταται πάνω από βάσανα, ρουτίνες, ελπίδες, προβλήματα, σκέψεις, ανησυχίες, φόβους, όνειρα, επιδιώξεις, πάθη, αισιοδοξίες, στεναχώριες. Σαν αυτά που φέρουν μέσα τους όλοι. Σαν αυτά που φέρω μέσα μου κι εγώ. Και που όταν είσαι στο έδαφος και τα σέρνεις σε κάθε σου βήμα, μοιάζουν αναπόδραστα και καθηλωτικά. Αλλά όταν τα κοιτάζεις από ψηλά και από απόσταση, μπορείς να τα τοποθετήσεις σε άλλες διαστάσεις. Και να αποκτήσεις συνείδηση των επιλογών σου. Κοιτάζοντας το χάρτη και επιλέγοντας την κατεύθυνση που θέλεις να πάρεις και την επόμενη στάση στην οποία επιθυμείς να κατέβεις. 

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Δυτική Όχθη


Υπάρχουν τόποι που αποτελούν όνειρο ζωής να τους επισκεφθείς. Με αξιοθέατα, με τοπία, με μουσεία, με παραλίες, με αγορές, με παλάτια, με ομορφιές. Υπάρχουν τόποι μαγευτικοί και υπέροχοι, που δεν τους χορταίνεις και θέλεις να τους απολαύσεις όσο μπορείς περισσότερο.

Αυτός δεν είναι ένας τέτοιος τόπος.



Φοβάσαι; Δεν σε αδικώ. Ο δείκτης επικινδυνότητας είναι μάλλον υψηλός. Εξού και θα ήταν πιο συνετό να μείνουμε στο αμάξι. Και να μην σταματήσουμε παρά ελάχιστα. Μόνο στα μπλόκα και μόνο για τις απαραίτητες διατυπώσεις.



Βρισκόμαστε στη Δυτική Όχθη. Μία από τις πιο πολιτικά βεβαρημένες περιοχές του πλανήτη. Μία σχεδόν μόνιμη εστία συγκρούσεων, εχθροπραξιών και άσβεστου μίσους. Η σύντομη αυτή αφήγηση θα γίνει από το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Εδώ δεν μπορείς εύκολα να έρθεις ως τουρίστας. Και το πιο πιθανό είναι ότι δεν θέλεις. Διότι δεν υπάρχει τίποτα από τα όσα λέγαμε παραπάνω. Μήτε αξιοθέατα, μήτε μουσεία, μήτε αγορές, μήτε παλάτια, μήτε ομορφιές. Μόνο έρημος. Και φτώχεια.



Από το 1517 έως το 1917, η περιοχή ανήκε στους Οθωμανούς. Που την είχανε κομματάκι παρατημένη, διότι -μεταξύ μας- δεν είναι και πολύ τραβηχτική η έρημος για νάρθεις ν'ασχοληθείς μαζί της. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, η περιοχή πέρασε υπό τον έλεγχο των Άγγλων και το 1948 προσαρτήθηκε στην Ιορδανία, σε μία προσπάθεια του Εμίρη Αμπντουλάχ να ενώσει υπό κοινή διοίκηση όλους τους αραβικούς πληθυσμούς της περιοχής.



Τον Ιούνιο του 1967, κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Έξι Ημερών, τα ισραηλινά στρατεύματα εισέβαλαν στη Δυτική Όχθη και την κατέλαβαν. Ακολούθησε ο κακός χαμός. Με τους Παλαιστίνιους να εντείνουν τον ένοπλο αγώνα τους, τους Ισραηλινούς να προχωρούν σε εποικισμούς και τις όποιες ειρηνευτικές προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας να αποτυγχάνουν οικτρά.


Εδώ και κάποια χρόνια, οι Ισραηλινοί έχουν (μερικώς τουλάχιστον) αποσυρθεί και η περιοχή αποτελεί τμήμα των λεγόμενων Παλαιστινιακών Εδαφών. Όμως και παρότι η ένοπλη βία βρίσκεται σε ύφεση, μπορείς να αναπνεύσεις στον αέρα πόσο εύθραυστη είναι ετούτη η ησυχία. Το βλέπεις, το αντιλαμβάνεσαι, το αισθάνεσαι: πως με την πρώτη αφορμή, όλοι είναι έτοιμοι να βγάλουν τα όπλα και να γίνει της κολάσεως. 


Βρισκόμαστε στο δρόμο που ενώνει την Ιερουσαλήμ με τη Χεβρώνα. Και στο είπα νομίζω εξαρχής πως θα περάσουμε στα γρήγορα και με το πόδι στο γκάζι -οπότε μην έχεις πολλές πολλές αξιώσεις από τις φωτογραφίες μου. Σχεδόν λάθρα σού τις τράβηξα, μέσα από το τζάμι.


Οι συνθήκες διαβίωσης εδώ είναι πολύ σκληρές. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα με λάσπη, πέτρες και τα πιο ευτελή οικοδομικά υλικά. Τα μαγαζιά είναι άδεια, υποδομές δεν υπάρχουν, οι δρόμοι είναι γιομάτοι λακκούβες. Και όπως καταλαβαίνεις, υπό αυτές τις συνθήκες, η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν είναι ιδιαιτέρως υψηλή. Διότι αν πεινάς, αν δεν έχεις απολύτως τίποτα να χάσεις, αν οι μόνες σου προσλαμβάνουσες είναι φτώχεια και απαξίωση, αν είσαι καταδικασμένος στην αμορφωσιά, αν το περιβάλλον στο οποίο διαμένεις δεν σου προσφέρει απολύτως καμία ευκαιρία να αναπτυχθείς, να εξελιχθείς και να προοδεύσεις, βλέπεις τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Αδειάζεις από άλλα συναισθήματα και σου απομένει μονάχα το μίσος.


Δεν σε έφερα εδώ μήτε για πολιτική συζήτηση περί του Μεσανατολικού, μήτε για περισπούδαστες αναλύσεις υπαρξιακής ή φιλοσοφικής φύσεως. Ήρθαμε εδώ για έναν απλό λόγο: για να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας σε μία προοπτική.


Διότι για να μετρήσεις τη ζωή σου, τα όσα έχεις ή δεν έχεις, τα όσα θέλεις και τα όσα μπορείς, θα πρέπει να τοποθετήσεις την ύπαρξή σου σε μία κάποια προοπτική. Πολλές φορές, σε πηγαίνω σε τόπους ονειρικούς και παραδεισένιους. Που η σύγκριση της δικής μας πραγματικότητας με αυτούς, καταλήγει σε απογοητεύσεις και παράπονα. Όσο διδακτικές είναι όμως εκείνες οι διαδρομές, άλλο τόσο διδακτική είναι και ετούτη.


Θα μου πεις πως το γνωρίζεις καλά. Πως υπάρχουν ανά τον πλανήτη, εκατομμύρια ανθρώπων που είναι σε χειρότερη μοίρα από εσένα. Στη Μέση Ανατολή, στην Κεντρική Ασία, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Και βέβαια, στην υποσαχάρια Αφρική.


Προφανώς και οι περισσότεροι εξ ημών στη ζωή και την καθημερινότητά μας, προσπαθούμε (όσο είναι ικανός να προσπαθήσει ο καθένας) και ατενίζουμε (όσο είναι ικανός να ατενίσει ο καθένας) προς το καλύτερο. Αλλά η υπενθύμιση είναι πάντα σημαντική. Διότι το χειρότερο δεν είναι πάντα μακριά από εμάς ή πίσω μας. Αλλά μπορεί και νάναι μπροστά μας. Και με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, να μας αφορά και να μας επηρεάζει.


Βλέπεις, αγαπημένε αναγνώστα, υπάρχει ένα σφάλμα λογικής που θάπρεπε να διδασκόμαστε όλοι από τα μικράτα μας για να το αποφεύγουμε. Το σφάλμα της πρόσφατης εμπειρίας. Αν δεν βρέξει για δέκα συνεχόμενες μέρες, σταματάς να παίρνεις μαζί σου ομπρέλα. Έστω κι αν είναι φθινόπωρο και η πιθανότητα βροχής είναι αυξημένη. Όποιος βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα, όποιος παρασύρεται από τις εύκολες εντυπώσεις, όποιος αναλύει και μεταφράζει την πραγματικότητά του αφελώς δίχως να την εντάσσει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και δίχως να έχει αντίληψη και βιωματική εμπειρία του παραπέρα, φοβούμαι πως μπορεί εύκολα να υποπέσει σε σφάλματα, να γίνει δέσμιος των αυταναφορικών του υποθέσεων, να θεωρήσει δεδομένα πράγματα που δεν είναι καθόλου.


Και επειδής η ροή του ποταμού είναι αβέβαιη και πολλές φορές η ορμή του ξεπερνάει τις δυνάμεις μας, τις κολυμβητικές μας ικανότητες και εντέλει μας παρασέρνει, δεν ξεύρουμε ποτέ σε ποια όχθη θα βρεθούμε. Ατομικά και συλλογικά.  

Το αυτοκίνητο περνάει δίπλα από έναν ηλικιωμένο Παλαιστίνιο που φέρει στο κεφάλι τη χαρακτηριστική μαντήλα. Στο χέρι κρατάει μία βέργα. Στη ζώνη έχει φορεμένο ένα όπλο. Με κοιτάζει βλοσυρός. Προερχόμαστε από δύο φαινομενικά διαφορετικούς κόσμους. Αλλά κατοικούμε εντέλει στον ίδιο. Δεν είναι εύκολος αυτός ο κόσμος, αναγνώστα. Πρέπει να τον εκαταλάβεις πριν δοκιμάσεις να τον αλλάξεις. Και οι περισσότεροι από εμάς, αποτυγχάνουν ήδη στο πρώτο από τα δύο εγχειρήματα.