Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Αμέρικα, Αμέρικα



Είναι τόπος στενάχωρος η Κερμίρα κι αφιλότιμος. Σ'ένα γούπατο πεταμένη, στην άκρη μιας κοιλάδας του θεώρατου Αργαίου. Πούναι πάντοτες χιονισμένος -ακόμα και τον Αύγουστο που αντηλιάζει η ξεραμένη γη εδώ στο μουδουρλίκι της Μουταλάσκης. Κι αν περνούν οι εποχές, το βουνό στέκει ατάραχο στη θέση του και όλους τους κατοπτεύει με τη σκοτεινή του τη σκιά. Που πέφτει απάνου σου βαριά και μονίμως ασυγκίνητη.



Αλλά τί τα θες; -βάσανο είναι η ζωή, τζιέρη μου! Ρώτα κι αυτούς που μάτωσαν σε τούτα δω τα χώματα, τα ποτισμένα με όσα δεν ήρθαν. Ρώτα τους και θα στο εξηγήσουν γιατί έρχεται μέρα που γίνεσαι κύμα και φωτιά, για ν'αγκαλιάσεις ξενιτιά.

Μπας και τη βρεις την ξαστεριά.



Α καθόλου μην το ταλανίζεις γιατί το χρόνο σου σκορπάς: τίποτις καλό δεν βγάνει ο τόπος ετούτος. Μερικά σκόρπια κατσικοχώραφα. Κι ένα ξεροπόταμο στη μέση του χωριού, που ζήτημα θάναι αν δεις νερό να βουρκοστάζει για καναδυό μήνες το χρόνο.



Μονάχα ο δρόμος ήταν ανέκαθεν η παρηγόρια μας. Ο κεντρικός εκείνος δρόμος που περνούσε μέσα από την Κερμίρα και κατέληγε μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα στην Καισάρεια. Κάποτες έλεγαν πως σταματούσαν δώθε καμπόσα καραβάνια, ανταλλάσσανε εμπορεύματα και γινόταν νταβαντούρι. Μα σαν αλλάξαν οι συνήθειες, έμεινε ο τόπος σκέτος και οι άνθρωποι φτωχοί. Οι άντρες παιδεύανε ολημερίς τη γη, οι γυναίκες υφαίνανε χαλιά και σιάχναν παστουρμάδες. Οριακά τα προς το ζειν -και όχι αρκετά για όλους. Κι ήμασταν μπόλικοι, καημένε. Δυόμισι χιλιάδες Έλληνες, μία χιλιάδα Αρμένιοι κι άλλοι τόσοι Τούρκοι.



Εξού κι εντύπωση καθόλου δεν σου κάμει πως οι προγόνοι του Ηλία Καζαντζόγλου που κατοικούσαν εδώ, τ'απεφάσισαν μια μέρα να ξενιτευτούν και να πάνε στην Πόλη νάβρουνε την τύχη τους -μεταξύ μας, για φευγιό ήσαν οι καιροί εκείνοι αν ήσουν Έλληνας ή Αρμένης. Μα μήτε στην Πόλη στεριώσανε και πήραν εντέλει το μεγάλο το ταξίδι για την Αμερική. Τεσσάρων χρονών ήταν ο Ηλίας, ίσα που το θυμόταν. Αλλά και λίγη πούχε μνήμη από εκείνα τα μικράτα του, τον εσημάδεψε καθ'όπως φάνηκε μετά.



Ανάμεσα στα σημερνά χαμόσπιτα της Κερμίρας, στέκει με το καμπαναριό της μία εκκλησία πεντάρφανη. Της Θεομήτορος ήταν αφιερωμένη.



Ξεχωρίζει μέσα στη χαράδρα από τον τρούλο και το διώροφο καμπαναριό της.



Κι αν την εβλέπεις τώρα ρημαγμένη, κάποτες ήσαν το κέντρο μας και η αναφορά μας. Κι ονομάτιζε ολάκερη την ελληνική συνοικία που βρισκότανε τριγύρω της. -Που μένεις; -Στης Θεομήτορος, στον κάτω μαχαλά.



Εδώ συγκεντρωθήκαμε και για να μετρηθούμε. Σαν έφθασαν τα χαμπέρια της ανταλλαγής. Πόλεμος -λέει- μεγάλος γένηκε και φαίνεται πως χάσαμε. Κι ήρθε γραφτή εντολή από τη Μητρόπολη Καισάρειας να περαστούνε όλα στο τεφτέρι: σπίτια και χτήματα. Ό,τι μπορούσαμε, πουλήσαμε -μπακίρια, χαλιά και ζα- τα υπόλοιπα γραφτήκαν. Ήρθε ο φόβος και συγκατοίκισε μαζί μας. Κλειδαμπαρωνόμασταν από τις εφτά, γυναίκα δεν ξεμύταγε απ'το σπίτι. Δεν μας εσήκωνε ο τόπος.



Αρχικά χαρήκανε οι Τούρκοι που θα φεύγαμε, γιατί θαρρήσαν πως θα μείνουνε στα σπίτια μας και θ'αποχτήσουνε τη γη μας. Ύστερα μάθανε πως θα έρχονταν άλλοι Τούρκοι πρόσφυγες απ'την Ελλάδα για να τα κατοικήσουνε και καθόλου δεν φχαριστηθήκαν. Ανταλλαγή ντε! Λίγους μήνες πριν φύγουμε εμείς, ήρθαν πράγματι εκείνοι. Βρώμικοι κι απελέκητοι. Τέχνη δεν γνώριζαν καμιά, μήτε εμπόριο, μήτε προκοπή. Καταλάβανε τ'άδεια σπίτια πρώτα κι έπειτα τους παραχωρούσαμε δωμάτια στα κατοικημένα μας. Ακαμάτηδες άνθρωποι ήσαν, συνεννόηση δεν είχαμε, γκρέμιζαν τα κουφώματα και δεν ξεύραμε τί να τους κάμουμε. Οι ντόπιοι Τούρκοι που τάβλεπαν αυτά, καθόλου δεν τους ήθελαν και όλο τους σιχτήριζαν.



Όταν έφθασε πια η ώρα να φύγουμε, τέλη καλοκαιριού του εικοσιτέσσερα, έδωκε ο δεσπότης εντολή και μπήκαμε στερνή φορά στην εκκλησιά με σκεπάρνια και κασμάδες. Όλα τ' αφανίσαμε, αγίους κι οσιομάρτυρες. Ξύσαμε τους τοίχους και πασαλείψαμε μ'ασβέστη, να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων και τα μαγαρίσουν. Σβήνονται όμως έτσι οι ταυτότητες και οι πατρίδες; Αμ δεν σβήνονται, τζιέρη μου με κασμάδες -μόνο με λησμονιά.



Τα χρόνια πέρασαν, οι άνθρωποι άλλαξαν. Και μια μέρα, στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, επέστρεψε εδώ ο Ηλίας Καζαντζόγλου. Τον ελέγαν πια Ελία Καζάν. Κι ήταν φτασμένος σκηνοθέτης από τους λίγους. Με βραβεία και χρήματα πολλά και αναγνώριση. Θεώρατος στη φήμη του σαν τον Αργαίο. Μα και σκοτεινός σαν τη σκιά του.



Θέλησε να δει τη γενέτειρά του την Κερμίρα και να γυρίσει εδώ σκηνές για την αυτοβιογραφική του ταινία, το "Αμέρικα, Αμέρικα". Που εξιστορούσε την προσφυγιά. Ενός νεαρού Έλληνα, ονόματι Σταύρου Τοπούζογλου, που ξεκίνησε από τον τόπο ετούτο με τα πόδια και διέσχισε πίκρες και βάσανα για ν'αναζητήσει τη Γη της Επαγγελίας, την Αμερική. Τη δική του Αμερική. Σπουδαία ταινία! Με τη μουσική του Χατζιδάκι. Σε κάποια σκηνή της, φαίνεται τούτος ο τρούλος. Της Θεομήτορος.



Ύστερα πέρασαν κι άλλα χρόνια. Και οι άνθρωποι άλλαξαν ακόμα περισσότερο. Η εκκλησία της Θεομήτορος έγινε στάβλος κι ένας χωρικός απ'τα τριγύρω κοίμιζε μέσα της μέχρι προσφάτως τα ζωντανά του.



Τα χρώματα στις κολώνες ξεθώριασαν, η σκόνη έσβησε ακόμα περισσότερο τις επιφάνειες, τα σκαλιά προς τον γυναικωνίτη άρχισαν να υποχωρούν. Και ο ναός κατοικήθηκε από τη σιωπή.



Αλλά νομίζω στο είπα εξαρχής: πως είναι δύσκολος τόπος η Κερμίρα. Να σε κρατήσει δεν μπορεί. Μα -παράξενο και τούτο πάλι!- και να την αρνηθείς, δεν γίνεται. Γιατί σ'αυτόν τον κύκλο -τον μεγάλο ή μικρό- που σούμελε να κάμεις, να ελπίζεις μονάχα μπορείς και να προσπαθείς. Για να επιβιώσεις και να ρεφάρεις τις χασούρες σου. Να λυτρωθείς από την προσφυγιά σου.



Μόνος μέσα στον άδειο ναό, συλλαμβάνω τον εαυτό μου να ψιθυρίζω τους στίχους.

"Τ'αστέρι του βοριά
θα φέρει η ξαστεριά
μα πριν φανεί μέσα
από το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ'αγκαλιάσω ξενιτιά"

Κι εσύ χαμένη μου
Πατρίδα μακρινή
θα γίνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ'άλλη γη"



Ναι, πέρασαν τα χρόνια και άλλαξαν οι άνθρωποι. Κι έμεινες ορφανός κι από πατρίδες και από ξενιτιές. Όλα ασβεστώθηκαν και θάφτηκαν κάτω από τη σκόνη. Και η Κερμίρα του παρελθόντος σου και η Αμερική του μέλλοντός σου.



Και ξεύρεις, το πιο τρομαχτικό, δεν είναι που έφθασε να σβήνεται και η Αμερική. Το πιο τρομαχτικό είναι που σβήνεται η ελπίδα η δικιά σου. Για εκείνο το μακρινό κι άπιαστο παραπέρα. Με την υπόσχεση του οποίου, ζούσαν κι ανέπνεαν γενιές ανθρώπων, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μια υπόσχεση σημαντική, έστω κι αν δεν κατάφερνες ποτές να την ανταμώσεις. Μία υπόσχεση λυτρωτική, έστω κι αν δεν εδιάβαινες ποτές τον ωκεανό σου για να την επιβεβαιώσεις. Παρέμενε όμως σκέψη πολύτιμη και παρηγορητική: πως κάπου μετά τον ορίζοντα, εκεί που δύει ο ήλιος και χρωματίζονται τα πέρατα, στεκόταν ολόρθη κι υπερήφανη η Ελευθερία να σε περιμένει. Για να σε τυλίξει στην αγκαλιά της, να πάρει τον κόπο σου και να σκουπίσει τα δάκρυά σου.

Βάσανο είναι η ζωή, τζιέρη μου. Κι ορφάνια. Εδώ κάτω από τον Αργαίο.

8 σχόλια :

  1. Υπέροχη ανάρτηση πιγκουινάκι, όπως όλες σου αυτές οι αναρτήσεις! Ο επίλογός σου τα λέει όλα!
    Καλή σου μέρα!

    Πολύ όμορφο και το βιντεάκι σου! Πιστεύεις την επόμενη φορά θα σε ακούσουμε κιόλας; :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι βαθιά συναισθηματικοί αυτοί οι τόποι, Ραπουνζέλ. Και δύσκολα μεταφέρεται η αίσθησή τους με μερικές αράδες κάποιας ανάρτησης. Επειδής εμένα μου αρέσουν οι συνδέσεις που σε βοηθούν να προσθέσεις κομμάτια στο παζλ, η εκκλησία της Θεομήτορος, από την οποία ξεκίνησε για το Αμέρικα, Αμέρικα ο Καζάν (και επέστρεψε σ'αυτήν), αποτέλεσε την αφορμή για να πω μερικές σκέψεις κάπως γενικότερες.

      Χαίρομαι που σου άρεσε κι αυτό το πρώτο (εντελώς ερασιτεχνικό) βιντεάκι. Ίσως ακολουθήσουν κι άλλα... :)

      Διαγραφή
    2. Όσοι έχουν ζήσει την προσφυγιά ή μέσα από συγγενικές αφηγήσεις θα βουρκώσουν Πιγκουϊνε..... Διακριτό το πάθος σου για αυτό το "άλλο" ταξίδι ..Καλό μήνα!!!

      Διαγραφή
  2. Καλαμιά στον κάμπο1 Φεβ 2017, 12:16:00 μ.μ.

    Ανατριχιασρικά ωραίο!!Όπως όλα εκείνα που αναγκάζεσαι ν ' αφήσεις πίσω σου γιατί πρέπει να προχωρήσεις αλλά που η νοσταλγία τους, θα σε στοιχειώνει μέχρι να πεθάνεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αχ αυτή η άτιμη η νοσταλγία που σε δένει μ'ανθρώπους και με τόπους και με αναφορές! Με φυλακή μοιάζει, καλή μου Καλαμιά, αλλά και με ταυτότητα. Εξαρτάται πώς θα το διαχειριστεί κανείς.

      Την καλησπέρα μου.

      Διαγραφή
  3. "Ναι, πέρασαν τα χρόνια και άλλαξαν οι άνθρωποι. Κι έμεινες ορφανός κι από πατρίδες και από ξενιτιές. Όλα ασβεστώθηκαν και θάφτηκαν κάτω από τη σκόνη. Και η Κερμίρα του παρελθόντος σου και η Αμερική του μέλλοντός σου."

    !!!!!!

    Εκπληκτική ανάρτηση!
    Και πόσο ωραίο βίντεο έφτιαξες!
    Φιλιά πολλά και καλό μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πτηνό προσπαθεί να παίξει σε διάφορα επίπεδα, σε ετούτη την ανάρτηση. Χαίρομαι ειλικρινά που σου άρεσε, μάι ντίαρ Memaria. Όσο για το βιντεάκι, με παίδεψε καμπόσο, αλλά τα κατάφερα! Να είσαι επιεικής μαζί μου, διότι πρώτη φορά το δοκίμασα τούτο το τασκ και παρότι μου καλάρεσε, από τεχνογνωσία γιοκ! Θα βελτιωθώ όμως, στο υπόσχομαι! :)

      Διαγραφή
  4. Τι ωραία η πρώτη σου φωτογραφία! Πόσο εντυπωσιακή η εκκλησία, πόσο συγκινητική η μουσική υπόκρουση με το κανονάκι στο βίντεό σου, πόσο συναίσθημα βγάζεις με αυτές τις αναρτήσεις, Πιγκουίνε ... Αλλά πάλι, θα μου πεις, αυτές οι χαμένες πατρίδες, που εμείς δε γνωρίσαμε, είναι εγγεγραμμένες στο συλλογικό μας ασυνείδητο, ε;
    (Το "Αμέρικα, Αμέρικα" μπαίνει πάραυτα στη λίστα με τις ταινίες που θα δω προσεχώς!)
    Καλό σου μήνα!!!
    Υ.Γ.: Χθες μόλις σε σκεφτόμουν κι αναρωτιόμουν πού να σουλατσάρεις πάλι! Μού έλειψες, σκασμένο! :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.