Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2005

Η επίθεση του γιγαντιαίου μπέικον.

Παρασκευή μεσημέρι. Είμαι στο Σύνταγμα. Νιώθω μία λιγούρα. Οι δύο εναλλακτικές μου είναι τα McDonald’s και το Neon. Και εκεί που αναρωτιόμουν γιατί διάολε δεν έχει Goody’s στο Σύνταγμα, συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει το διαβατήριό μου στο σπίτι και επομένως δεν μπορώ να πατήσω σε αμερικανικό έδαφος, οπότε αποκλείω αυτομάτως τα McDonalds. Αποφασίζω να μπω στο Neon και να χτυπήσω ένα club sandwich.

Βουτάω ένα δίσκο και στήνομαι μπροστά στην ψησταριά. Δύο νεαροί υπάλληλοι απλώνουν τα μπέικον μπροστά μου με την τσίκνα να δημιουργεί ένα σύννεφο καπνού, σαν αυτά που αφήνει το Μπιπ-Μπιπ όταν γκαζώνει στην έρημο. Ο ένας εξ αυτών ανοίγει κάτι τυποποιημένα σουβλάκια και τα πετάει δίπλα στα μπέικον, ενώ ο άλλος βουτάει μία παρτίδα πατάτες μέσα σε ένα σκούρο υγρό που βραζοκοπάει και το οποίο κάποτε μπορεί και να ήταν λάδι -όρκο πάντως δεν παίρνω. Όχι, οι υπάλληλοι δεν φοράνε γάντια. Ναι, σκουπίζουν τα χέρια τους στο παντελόνι και στην ποδιά τους. Τα μπέικον αρχίζουν να μαυρίζουν στις άκρες. Η λιπαρότητα διαχέεται στο χώρο και κολλάει πάνω μου σα βδέλλα. «Χμ, αυτό είναι που λέμε κεκορεσμένα λίπη» σκέφτομαι με κάποια διάθεση ειρωνείας. «Να θυμηθώ να πετάξω το μπέικον από το sandwich μου».

Περιμένοντας, φαντάζομαι ότι θα μπορούσα να γυρίσω ένα documentary με ήρωα τον εαυτό μου, όπου θα τρώω για 30 ημέρες club sandwich στο Neon και θα καταγράφω τις επιπτώσεις στην υγεία μου. Γαμώτο, όλες οι καλές ιδέες έχουν ήδη γίνει ταινία. Τοποθετώ το πιάτο στο δίσκο μου, παίρνω ένα κουτάκι Coca-Cola.

Φθάνω στο ταμείο. Μία ξανθιά βαριεστημένη ταμίας ρίχνει ένα περιφρονητικό βλέμμα στο δίσκο μου. Ύστερα κοιτάει εμένα με μία αδιαφορία. (“Hellooooow?”) Δείχνει να μην μπορεί να επεξεργαστεί το πλήθος των πληροφοριών και προβαίνω στις δέουσες συστάσεις: «Έχω πάρει ένα club sandwich και μία Coca Cola» εξηγώ, μπας και τη διευκολύνω.
«Πέντε ευρώ κι εξήντα» ψελλίζει, με κάποια δυσκολία. Πληρώνω. Αποφασίζω να μην πάρω κάποιο από τα λιγδιασμένα μαχαιροπήρουνα που βρίσκονται μπροστά της.
«Συγγνώμη» της λέω, «Μήπως έχετε πλαστικά πηρουνάκια;»
Με μία ταχυδακτυλουργική κίνηση που θα ζήλευε και ο Χέντι Λαμάρ, πετάει στο δίσκο μου ένα μισοσκισμένο σακουλάκι με το πηρουνάκι να εξέχει και το πλαστικό μαχαιράκι να πέφτει αλλού γι’αλλού μέσα στο πιάτο μου.
«-Έχεις μικροβιοφοβία, ε;» ρωτά.
(Ακούω το Ρόμπερτ ΝτεΝίρο μέσα μου να της φωνάζει “Are you talking to me?”)
«Όχι, γιατί;» της λέω κάπως νευρικά.
«Πολλοί έχουν. Η μικροβιοφοβία είναι μορφή ψυχασθένειας.»
(“Are YOU talking to ME?” Πες με τώρα και σχιζοφρενή από πάνω!)

Και το έλεγα εγώ ότι οι υπάλληλοι θα λαλήσουν με το ελαστικό ωράριο του Παναγιωτόπουλου. Αποφασίζω να μην απαντήσω. Χαμογελάω όπως ο Αλογοσκούφης όταν του ανακοίνωσε ο Αλμούνια τα μέτρα για την ελληνική οικονομία, μαζεύω το μαχαιράκι και το πηρουνάκι μου, παίρνω τα ρέστα και ανεβαίνω τη σκάλα, οδεύοντας προς την πάνω τραπεζαρία.

Κάθομαι σε ένα τραπεζάκι. Ρουφάω δύο γουλιές από την Coca (αν ήμουν ταινία του Περράκη, θα με είχανε λογοκρίνει τώρα) και κατευθύνομαι στην τουαλέτα για να πλύνω τα χέρια μου. Η μπόχα που αναδίδεται εκεί, μπορεί -αν αξιοποιηθεί σωστά- να χρησιμοποιηθεί και ως βιολογικό όπλο. Κλείνω τη μύτη μου. Ανοίγω τη βρύση και ξεπλένω τη μέρα από τα χέρια μου. Εν συνεχεία τα τοποθετώ κάτω από το ειδικό μηχάνημα στεγνώματος. As if. Δεν λειτουργεί.

Επιστρέφω στο τραπεζάκι μου. Αρχίζω να μασουλάω. Στο διπλανό τραπέζι ένας καλόγερος εξηγεί σε έκθαμβο πιστό, πώς ενεφανίσθηκε μπροστά του ο Άγιος Γεράσιμος (μεγάλη η χάρη του). Λίγο πιο πέρα, μία αναμαλλιασμένη, ηλικιωμένη κυρία με άτυχο παστέλ μακιγιάζ, μαύρη ξεφτισμένη γούνα και ασορτί καπέλο προσδίδει έναν τόνο θρίλερ στο χώρο. Συνειδητοποιώ ότι τουλάχιστον οι μισοί συνδαιτυμόνες θα μπορούσαν να ανήκουν στο θίασο του Rocky Horror Picture Show. Ο καλόγερος κουνάει το κομποσκοίνι του για να γίνει περισσότερο πειστικός. Η κυρία σηκώνεται, κατευθύνεται προς το μέρος μου. Ακούω τη μουσική από το Ψυχώ να γδέρνει τα τύμπανά μου. Μένω με την πατάτα στο στόμα. Με προσπερνάει χωρίς να με κοιτάξει και κατευθύνεται στην τουαλέτα. Δεν βγήκε ποτέ.

Ρουφώντας τις τελευταίες μου γουλιές, φαντάζομαι ότι θα μπορούσα να γυρίσω ένα documentary με ήρωα τον εαυτό μου, όπου θα βρίσκομαι κλεισμένος για 30 ημέρες σε εκείνες τις τουαλέτες. Γαμώτο, όλες οι καλές ιδέες έχουν ήδη γίνει ταινία. Βάζω το παλτό μου, παίρνω την τσάντα μου και αναμειγνύομαι στο πλήθος.

7 σχόλια :

  1. ηθικό δίδαγμα: ο αντιαμερικανισμός είναι κακός σύμβουλος, την άλλη φορά να πας στα MacDonalds :-Ρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπα. Macdonald's, Πλατεία Αγίας Σοφίας, καλοκαίρι 2005. Συναντιώμαστε με μια φίλη που μόλις έχει έρθει από Αθήνα. Μπαίνουμε μέσα και λόγω γυναικολογικών προβλημάτων κατευθύνεται απευθείας στην τουαλέτα. Τουαλέτα Γιοκ. Α! Δε το ξέρατε; Πρέπει πρώτα να παραγγείλετε και μετά να χέσετε. Θα βάλετε τον κωδικό της απόδειξεις στο κατάλληλο μηχάνημα. Κατι σαν τα 3 κοχύλια στο Demolition Man. Τι και αν κατουριέστε ανυπόφορα; Θα φάτε και θα πείτε ενα τραγούδι και μετά... Έλεος. Το μόνο μέρος που εμπιστεύομαι πλέον είναι το σπίτι μου και το φαί της μαμάς (και το δικό μου). Άντε το πολύ πολύ κανένα εστιατόριο. Αλλά εστιατόριο έτσι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλά τα εστιατόρια δεν είναι καθαρά; Επαθα σοκ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Απολαυστικότατο (ναι κάνω αναδρομή στα post σου μέρα που ναι σημερα), σε αντίθεση με τα ΝΕΟΝ τα οποία δικαίως έκλεισαν λίγο αργότερα αν θυμάμαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θε-μου τι πήγες και θυμήθηκες! Νομίζω ότι αυτό το μπέικον μεγαλώνει ακόμα μέσα μου. Κάποια στιγμή θα επωαστεί και θα ξεπηδήσει από την κοιλιά μου. Γαμώτο όλες οι καλές ιδέες έχουν ήδη γίνει ταινία!

      :)

      Διαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts