Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2007

Δεν έχει νόημα η ζωή!

Είναι δέκα και είκοσι το βράδυ. Κανονικά αυτή την ώρα έχω φάει το κατιτίς μου, έχω φορέσει τις πιτζαμούλες μου και γλαρώνω μπροστά σε μία οθόνη –του πισί, της τιβί, του φούρνου μικροκυμάτων αν είμαι σε τσακίρ κέφι! Το σίγουρο είναι πάντως πως ούτε σουρτουκεύω, ούτε νυχτοπερπατάω! Τουναντίον εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ στεκόμουν Αμφιθέας και Συγγρού γωνία, ουχί για να κάμω πιάτσα ο χριστιανός, αλλά για να μπω –αν έχεις το Θεό σου- στο Diogenis Studio. Που να σου έλεγα ότι βγήκα στο κλαρί, πιο εύκολα θα με πίστευες!

Επάνω από την είσοδο κρεμόταν μία απειλητική γιγαντοαφίσα της Πέγκυς Ζήνα, η οποία φορούσε κάτι τεράστια μαύρα γυαλιά ηλίου μέσα από τα οποία θα ’παιρνα όρκο ότι με κοίταζε με βλέμμα βλοσυρό και αναρωτιόταν «που πας ρε καραμήτρο;». Μπήκα με έναν τρόμο, δε στο κρύβω. Διότι εγώ είμαι του Κατηχητικού και της Κουλτούρας: Διογένη ήξευρα μόνο τον Κυνικό, Ζήνα την αμαζόνα και Πέγκυ την Τρικαλιώτη. Διασχίζω στα μουλωχτά το φουαγιέ, μπαίνω στην αίθουσα και εντοπίζω το τραπέζι μου. Το να κάτσεις όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετο απ’ ό,τι φανταζόμουν: έπρεπε να σηκωθεί ο κόσμος τρία τραπέζια πιο κάτω, ώστε να δημιουργηθεί ένα κάποιο κενό που μέσω της μετατόπισης κατά μισό κώλο όλων των διάμεσων θα σου εξασφάλιζε ένα μικρό τίποτα για να αποθέσεις και το δικό σου πισινό. Όταν εντέλει έκατσα συνειδητοποίησα ότι (α) όρθιος βολευόμουν καλύτερα, (β) πεινούσα και νύσταζα και (γ) δεν υπήρχε περίπτωση να ξανασηκωθώ εάν πρώτα δεν έφευγαν τουλάχιστον τριάντα άτομα που βρίσκονταν ανάμεσα σε μένα και το διάδρομο! Μία φρίκη την ένιωσα, αλλά ευτυχώς άρχισαν να έρχονται τα πιάτα και είχα να ασχοληθώ με κάτι. Εδώ θα κάμω μία παρένθεση για να σου πω ότι εγώ στο αεροπλάνο ασχολούμαι πολύ επισταμένως με αυτά που μου σερβίρουνε (την άθλια πορτοκαλαδίτσα, τον καφέ, τη ζαχαρίτσα, το αρωματικό χαρτομαντιλάκι, την καραμελίτσα, το χαρτάκι της καραμελίτσας) για να ξεχάσω ότι βρίσκομαι στα 20 χιλιάδες πόδια και από κάτω το κενό. Απεφάσισα λοιπόν να εφαρμόσω και εδώ την ίδια τακτική κι άρχισα να τεμαχίζω με επιμέλεια τη σαλάτα μου.

Τότε ξαφνικά αλαλιάζουν τα ηχεία, ηλεκτρίζονται τα φωτορυθμικά, μένω με το μαρούλι στο στόμα, γυρίζω το κεφάλι μου σλόου μόσιον και κοιτάζω έντρομος προς τη σκηνή. Μέσα από το χάος ξεπροβάλλει υψιτενής αρτίστα με πλατινέ μαλλί, αποφασιστικό μπούστο, ψηλοτάκουνες μπότες, πέτσινα δεσίματα στις γωνίες και στυλιστική διάθεση τύπου θα σε βάλω κάτι και θα σε μαστιγώσω επιτόπου κι αρχίζει να μας επιτίθεται με το μικρόφωνο. Όλο ετούτο το πακέτο που πολύ με κέρδισε ως αντρικό κοινό, κυκλοφορεί με το κόντρα-όνομα Αμαρυλλίς, αλλά προσωπικώς με άφησε α-μαρουλής. Διότι τι να σου πει και το σαλατικό, μπροστά στα κοψίδια;

Ακολούθως σκάει μύτη η Γιάννα Τερζή –κόρη του γνωστού λαϊκού βάρδου- για να μας θυμίσει το ημισουξέ άσμα της «Που και που σε θυμάμαι» και το οποίο μου δημιούργησε μία πρόσκαιρη νοσταλγία για άλλα παιδιά καλλιτεχνών που είχαν κατά καιρούς δοκιμάσει την τύχη τους στο παλκοσένικο, όπως ο Χάρης Βαρθακούρης, η Φιόνα Τζαβάρα και η Ζίνα Αρβανιτίδη («γι’αυτό ποτέ-ποτέ-ποτέ δεν θέλω να σε χάσω, γιατ’είν’η αγάπη μας κα-τα-πλη-κτι-κή!»).

Ακολούθως βγήκε ο Θάνος Τζάνης και είπε 1-2 τραγούδια, ίσα για να προλάβουμε όλοι να αναρωτηθούμε αν ο επόμενος συνοδός της Ναταλίας Γερμανού θα έχει τελειώσει το Λύκειο. Κι αφού το ξεπεράσαμε κι αυτό, αρχίζουν να βαράνε ακόμη πιο δυνατά τα ηχεία, κατεβαίνουν κάτι πολυέλαιοι που κρέμονταν στην οροφή, πέφτουν και οι κουρτίνες κι όλοι υποθέσαμε ότι ήρθε η μεγάλη στιγμή που όλοι περιμέναμε! Χάρηκα κι εγώ ότι επιτέλους θα φάμε το κρέας, αλλά αντ’αυτού βγήκε η Πέγκυ Ζήνα καθήμενη σε μία πολυθρόνα και τραγούδησε σε έναν τυπά που καθόταν ατάραχος επί ντιζαϊνάτου ανάκλινδρου το «έναααα θα μαστε για πάντα εμείς, δεν θα μας χωρίσει κανείς, καρδιά μου!». Ακολούθησε ορυμαγδός παρόμοιων σουξέ και πριν το πολυκαταλάβω σηκώνεται σύσσωμο το μαγαζί –διότι έτσι όπως καθόμασταν ο ένας πάνω στον άλλο, ό,τι κίνηση κάναμε την κάναμε συλλογικά- κι αρχίζει τους καρσιλαμάδες. Σε κάποια φάση βγαίνει στη σκηνή ένας αλαλούμ μυστακοφόρος τύπος με μακρύ μαλλί και καδένες (ο οποίος πολύ αργότερα έμαθα ότι λέγεται Λευτέρης Δαμάσκος) και μας πέρασε στο απόλυτο νταχτιρντί καψουροτράγουδο, με συνοδεία κλαρίνων και υπό τη βροχή των γαρύφαλλων! Κάπου εκεί έφθασα και ο άνθρωπος στα όριά μου, φόρεσα το παλτουδάκι μου και την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια.

Τώρα επειδή –όπως κατάλαβες- εγώ αντικειμενικός δεν είμαι και σε τέτοια μαγαζιά που αυτοαποκαλούνται «μεγάλες πίστες» ζήτημα είναι να έχω πάει τέσσερις φορές στη ζωή μου, μη σε αποθαρρύνω και μη σε αποτρέψω από το να πας. Διότι ακόμη και να μην είσαι οπαδός της Πέγκυς (που μια χαρά εστάθη στο ύψος του ονόματος και του ρεπερτορίου της), μία Αμαρυλλίδα live την οφείλεις στον εαυτό σου.

1 σχόλιο :

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts