Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Mανιταρόπιτα



Κάτω από τη σκέπη του βουνού, κάτω από τη σκιά του βράχου,
σιμά εκεί που κατοικούν φόβοι μαζί κι ελπίδες,
είναι σπαρμένα σπίτια πολλά, χωριού ναυαγισμένου.
Ανάμεσά τους, της Ριγώς, τ'αγέλαστο το σπίτι.

Θάταν δεν θάταν χρόνια επτά, τον Ζάγρη πούχε πάρει,
στ'αζήτητα ήταν αυτή, στ'αζήτητα κι εκείνος,
ήρθαν κι εζευγαρώσανε, γι'αγάπη ούτε λόγος.
Μαζί τους έμενε η γριά, του Ζάγρη η χήρα μάνα,
μισότυφλη, μισότρελη, μα καλοζωισμένη,
άχτι την είχε η Ριγώ, χτικιό της είχε γίνει.



Μια κόρη απέκτησαν οι δυο και Λιναριώ τη βγάλαν,
κορίτσι τζαναμπέτικο, αχώνευτο, της κλάψας,
σαν νάξευρε από γεννησιμιού, σαν νάχε καταλάβει, 
πόσο πολύ δεν ήθελε η μάνα της, παιδάκια.
Στο Ζάγρη χάρη ήτανε, η Λιναριώ μεγάλη,
κι όλο του γκρίνιαζε η Ριγώ, τη χάρη να θυμάται.



Τίποτα δεν της άρεσε, ποτέ φχαριστημένη,
δεν ήτανε και στόδειχνε, δεν θα σου χαριζόταν.
Νεράκι της εζήταγες, να πιεις να ξεδιψάσεις;
Ζεματιστό το ένιωθες, στο κέρναγε με πίκρα.
Κουβέντα δεν της ξέκλεβες, γλυκόλογο ποτέ της,
φαρμάκια μόνο έσταζε σαν άνοιγε το στόμα.
Τον άντρα της, τον Ζάγρη της, κι αυτόν περιφρονούσε,
Ποτέ δεν τον ηγάπησε, μονάχα τον υπέστη.
Κι ύστερα τον εμίσησε, όπως και κάθε άλλον.   



Τη δε γριά τη μάνα του, αυτήν κι αν τη μισούσε.
Σιχτήριζε κι ευχότανε ο Χάρος να την πάρει,
να ξημερώσει πρωινό που θα τη δει στο φάσκιο,
σκουλήκια να τη φάγουνε, η γη σαν τη σκεπάσει.
Σάμπως τυφλή δεν ήταν δα; Τι διαφορά θα κάμει;  
Σκοτάδι εδώ, σκοτάδι εκεί, πάνω ή κάτω κόσμος,
ίδια μαυρίλα είναι παντού, ζωή τυφλή και Άδης.


Μιαν άνοιξη, πικράνοιξη, μιαν άνοιξη τυχαία,
ήρθαν από τόπους δύστυχους, καμπόσοι νιοφερμένοι.
Ανάμεσα στους κάμποσους, ήταν κι ένα ζευγάρι,
τη λέγαν Δρόσα αυτήνανε, Φορέστη λέγαν κείνον.
Γειτόνοι εβρεθήκανε με τη Ριγώ, μα εις μάτειν,
όσο κι αν επροσπάθησε η Δρόσα να γλυκάνει 
τη φθονερή γειτόνισσα με φιλικές προτάσεις,
εκείνη την απέφευγε, μίσησε και την ξένη.

Μα ο Φορέστης ήταν αλλιώς, λεβέντης δύο μέτρα,
από την πρώτη τη στιγμή που η Ριγώ τον είδε,
κάτι μέσα της εσάλεψε, βαθιά στα σωθικά της,
σαν να ταχτάρισε φωτιά σε ψυχραμένους τόπους,
σαν να βλαστίσανε ανθοί μέσα στην ξηρασία.
Κι όλο στο παραθύρι της, τάχα κοιτούσε έξω,
μπας και του κλέψει μια στιγμή, μπας και τον επετύχει.
Μια καλημέρα ζήταγε, της έδινε εκείνος.

Μα είναι η άνοιξη βαριά εποχή, όλοι το ξεύρουν όλοι,
κι αρρώστησε, μαράζωσε, του Ζάγρη η χήρα μάνα.
Χαρά μεγάλη η Ριγώ, τέτοιο μίσος της είχε.



Ένα πρωί, που έλειπε ο άντρας στη δουλειά της,
βγήκε η Ριγώ στον κήπο της, κατά συνήθειά της,
μ'ελπίδα πλέον μόνιμη, με εμμονή μεγάλη, 
τον άλλονε μήπως και δει, μήπως την επροσέξει.
Την ώρα κείνη η άρρωστη, του Ζάγρη η χήρα μάνα,
μπερδεύτηκε, ζαλίστηκε, σωριάστηκε εκάτω,
κι αρχίνησε να φωνασκεί, βοήθεια να θέλει.
"Ριγώ! Καλέ, Ριγώ! Πούσαι συμφοριασμένη;"
μα έκανε πως δεν άκουε, εκείνη από τον κήπο.
"Ριγώ! Καλέ, Ριγώ! Πούσαι πανάθεμάσε;"
τι κι αν εφώναζε η γριά, εκείνη δεν εφάνη.
Ούτε και όταν έμπηξε η Λιναριώ το κλάμα,
πούχε σκιαχτεί απ'τις φωνές, της νένες της και δαύτη.



Σαν ξεμάκρινε ο Φορέστης και εχάθη στα σπαρτά,
σήκωσε η Ριγώ τη γραία, την εκάθησε με βια,
οι δυό τους έψαλαν κατάρες, λόγια ασήκωτα βαριά,
φούντωσε πιότερο η έχθρα, πυρακτώθηκε η μιλιά.
Κι αν ο Χάρος πια αργούσε, σκέφτηκε τρόπο η Ριγώ,
τη γριά να ξαποστείλει μια για πάντα από εδώ.



Φοράει μια κάπα η Ριγώ, παίρνει κι ένα καλάθι 
και χάνεται γοργά γοργά προς τ'άγρια τα δάση. 
Κάτω απ'τα δέντρα τ'αψηλά, τριγύρω στα χορτάρια, 
φαρμακερά πολύχρωμα φυτρώνουν μανιτάρια. 
Μαζεύει κάμποσα κι ευθύς γυρνάει για το σπίτι. 
Ανοίγει φύλλο, βάνει ταψί, στο φούρνο πίτα ψήνει. 
Κι όταν εμοσχοβόλησε, ξυπνάει την πεθερά της 
πούχε στον ύπνο μαραθεί, με πάθος την ταίζει 
ένα κομμάτι μπόλικο, να πάει χορτασμένη. 
Κι αφού εβεβαιώθηκε πως έφαγε τις μπουκιές της, 
την άφηκε στον ύπνο της και βγήκε όξω εκείνη. 
Στο πόστο της, στη θέση της να δει το μορφονιό της 
που γύρναγε απ' τους αγρούς, κείνη την ήμερη ώρα. 
Πιάσανε οι δυο τους λακριντί για κάμποσο μιλάγαν, 
φχαριστημένη, γελαστή, του είπε καληνύχτα.



Μπήκε στο σπίτι ψύχραιμη, δίχως την αγωνία. 
Πήγε να ελέγξει τη γριά και τάχε καταφέρει: 
δεν άχνιζε η ανάσα της, το στέρνο δεν κουνιόταν, 
το μπράτσο της παράλυτο πιο δίπλα είχε πέσει. 
"Περίμενα, περιμένα, πόσο να περιμένω;
Ψοφόγρια, σε μίσησα από την πρώτη ώρα!" 

Αφού όμως βεβαιώθηκε πως πέθανε εκείνη, 
το βλέμμα της εκύλησε πίσω από το τραπέζι. 
Στο πάτωμα ακούνητο ένα μικρό χεράκι. 
Πνιχτή κραυγή ξεστόμισε, σαν βάστηξε για λίγο
της Λιναριώς της το κορμί, σαν πήρε στην αγκάλη,
κι ήταν ψυχρό, ανίσχυρο, σώμα παραλυμένο. 
"Τί τόθελες να φας μικρή από την ίδια πίτα;" 
Και γρήγορα την τύλιξε με ένα καλό σεντόνι. 
Δυο κηδευτοί, δεν γίνεται, θα πρέπει να τριτώσουν.



Ο Ζάγρης τη βρήκε ήρεμη να τον επεριμένει,
σαν από πάντα έτοιμη, σαν από πάντα ίδια.
"Πούναι καλέ Ριγώ, η μάνα;", τη ρώτησε εκείνος.
"Σους και κοιμάται η γριά, άρρωστη'ναι η καημένη!"
"Πούναι καλέ Ριγώ, η κόρη;" τη ρώτησε εκείνος.
"Σους, μην ξυπνήσει το παιδί κι αρχίσει αυτό να κλαίει!" 
Την πίστεψε, τη δέχθηκε, έκατσε στο τραπέζι.
"Πεινάς Ζάγρη μου, θες να φας; Εσιαξα ωραία πίτα".

Ώρα πολύ δεν πέρασε και τρέχει η Ριγώ στον άλλον.
Ψέματα λεει στη Δρόσα του, πως τον ζητά για αγώγι.
Μα σαν τον εφθάνει σπίτι της, σαν τον εμπάζει μέσα, 
εμβρόντητος, αλάλητος ξεμένει ο Φορέστης. 
Ειν'στο ντιβάνι νεκρή η γριά, μπουρδουκουκουλωμένη, 
είν'στο κρεβάτι νεκρή η μικρή, πενταπλοφασκιωμένη, 
είν'στο τραπέζι τρίτος νεκρός, ο Ζάγρης ξεπεσμένος. 



"Τι έκανες ωρέ Ριγώ; Τι πάθαν οι ανθρώποι;"
"Αχου, Φορέστη μου καλέ, μονάκριβέ μου ήλιε, 
βοήθα να τους θάψουμε, να πάρε και το φτυάρι!"
"Τι λες Ριγώ; Τρελάθηκες; Τι ζούρλιες σέχουν πιάσει;"
"Να φύγουμε, Φορέστη μου! Να φύγουμε οι δυο μας! 
Δεν'είν'ζωή για μας εδώ σ'ετούτο το χωριό μας. 
Μαύρο βουνό, μαύρη ζωή, κατράμι κι οι ψυχές μας. 
Ελπίδα μήτε γνώριζα, χαρά δεν λαχταρούσα, 
απόλαυση ουδέποτε νοστίμεψε εμένα. 
Μα ήρθες εσύ κι ανάσανα, ήρθες εσύ κι εσώθειν. 
Πάρε το φτυάρι, άντρα μου, πάρε το φτυάρι, φως μου. 
Κι έλα μαζί να θάψουμε το χτες, να λυτρωθούμε!"



"Τι λες Ριγώ, τρελάθηκες; Ποιος σου'πε πως σε θέλω; 
Τι'ναι αυτά που τσαμπουνάς; Γύρισαν τα μυαλά σου;". 
Αγρίεψε το βλέμμα του, σκοτείνιασε κι εκείνη. 
Κατάλαβε, μαγκώθηκε, πως μόνη πάλι θάναι. 
Μόνη στο μίσος μια ζωή, μόνη στη δυστυχία, 
μόνη και στο παράπονο, μόνη απελπισμένη. 
Μόνη κατάμονη ξανά, δεν φτούρησε ποτέ της.

Γυρνάει ο Φορέστης έξαλλος να φύγει από την πόρτα, 
σηκώνει εκείνη πίσω του το φτυάρι στον αέρα. 
Με δύναμη ασυγκράτητη χτυπάει στο κεφάλι, 
σωριάζεται στο πάτωμα αιμόφυρτος εκείνος.



Σαν τον εβλέπει πια νεκρό, σαν τον εβλέπει άδειο, 
ξεσπά σε κλάματα η Ριγώ, βρέχει τις λύπες όλες. 
Κλαίει, σπαράζει, τραντάζεται πάνω απ'το νεκρό του σώμα. 

Κι ύστερα; Βγάνει απ' τον φούρνο το ταψί, παίρνει κι ένα πιρούνι. 
Δυοτρεις μπουκιές, θάναι αρκετές κι εκείνη να ξεκάνουν.



Κάθεται ήσυχη η Ριγώ, στην ξύλινη καρέκλα. 
Σκέψεις δεν έχει, αισθήματα ούτε, μόνο να σβήσει θέλει. 
Μα η ώρα περνά και τίποτα, αρχίζει ν'αμφιβάλει. 
Μήπως δεν είναι πια θανατερή η πίτα η δικιά της; 
Μήπως δεν πιάνει σε αυτήν, φαρμάκι σε φαρμάκι; 
Κάμποση ώρα πέρασε κι εξάφνου, αρχινάν οι πόνοι. 
Μες την κοιλιά, στα μάτια της, στο στόμα, στην ψυχή της. 
Πόνοι φριχτοί, αβάσταχτοι, διπλώθηκε η καημένη, 
σαν κάτι αλλιώτικο, κακό, να σάλευε εντός της.

Μες τη νυχτιά, τους γείτονες ξυπνήσαν οι κραυγές της. 
"Είναι η Ριγώ; Τί νάπαθε η αχώνευτη γυναίκα;"
Σπεύδουν καμπόσοι για να ιδούν, σπάνε την πόρτα, μπαίνουν,
Μα είναι το θέαμα σκληρό, παγώνουνε, σαστίζουν. 
Νεκρή γριά, νεκρό παιδί, νεκρός ο νοικοκύρης. 
Νεκρός μέσα στα αίματα είναι και ο Φορέστης.



Κι ανάμεσά τους μια μορφή, σακατεμένη, σκιάχτρο. Είναι η Ριγώ; 
Ίσως και ναι, ίσως μπορεί και όχι. 
Γυναίκα είναι, ήτανε, με τέλος φρικαλέο. 
Είχαν φυτρώσει από παντού, μεγάλα μανιτάρια. 
Στα σπλάχνα της, στα μέσα της, απάνου στο κορμί της. 
Είχανε φάει τα μάτια της, ελιώσαν τα μαλλιά της, 
είχαν ζαρώσει τ'άκρα της, είχε ριζώσει κάτω. 
Το μίσος της για λίπασμα. 
Το μίσος, μίσος φέρνει.

10 σχόλια:

  1. Αν σου πω ότι την καταλυπήθηκα την καημένη την Ριγώ θα στείλεις να με μαζέψουν με συνοπτικές διαδικασίες;
    Από πού είναι οι φωτογραφίες; Πού το βρήκες αυτό το ποίημα;
    Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τί εννοείς "πού το βρήκες αυτό το ποίημα"; Μα το έγραψα ντε, ο κακομοίρης!
      Πτηνός το γύρισε στην ποίηση, τρομάρα του!
      Οι φωτογραφίες είναι από τη Νορβηγία. Και αποτελούν και την έμπνευση για την ιστορία της Ριγώς. Βασικά τις φωτογραφίες ήθελα να βάλω και επειδή ήθελα κάπως να τις ντύσω με ένα στόρι, προέκυψε η Ριγώ με τον Ζάγρη.

      Τις καλημέρες μου, Ραπουνζέλ!

      Διαγραφή
    2. Μα τι πολυτάλαντο πιγκουινάκι είσαι εσύ;!
      Σε παρακαλώ να μας ενημερώσεις μόλις εκδοθεί η ποιητική συλλογή σου!
      Φιλιά!

      Διαγραφή
  2. Πίγκου ειλικρινά ανησυχώ!!!!
    Τι έχεις πάθει ;Πες τα σε εμάς και θα τη βρούμε τη λύση !
    :(

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καθόλου μη μου σκιάζεσαι και μην ανησυχείς,
      είναι η διάθεση καλή, δεν έχω πίκρες διόλου!
      :)

      Διαγραφή
  3. Kαλέ πτηνάκι, τι ανάρτηση ήταν αυτή;;;
    Είδα πρώτα τις φωτογραφίες με τα ομορφούλικα πολύχρωμα μανιτάρια κι αλλού κοιτούσα για στρουμφάκια, αλλού για νεραϊδούλες και ξελιγωνόμουνα...μπορεί να μου μύρισε μανιταρόπιτα κιόλας...
    ΄Ομως τι ύφανες με τους στίχους σου τους δεκαπεντασύλλαβους;
    ΄Ενα δράμα, ένα παραμύθι, μια ιστορία εποίησες!
    Το ομοιοκατάληκτο εξάστιχο είναι θαυμάσιο, μου θύμισε (μη γελάς!) τον Ερωτόκριτο, την Αρετούσα και τον κρητήκαρο βάρδο τον Ξυλούρη, αλήθεια.
    Η έμπνευση ήταν κάποιος Σκανδιναυϊκός μύθος;
    Η εκτέλεση (τετραπλή μάλιστα, πενταπλή τελικά) ή μήπως να πω η παρασκευή(;)
    της μανιταρόπιτας ήταν τέλεια.
    Κάτι με ΄Αγκαθα Κρίστι, με ολίγον από Πουαρώ και μις Μαρπλ, υπάρχει περίπτωση να σκαρώσεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλημέρα σας,
    από την παραγωγή του "Bold and the Beautiful" σας τηλεφωνούμε. Να σας πούμε ότι έχουμε τα πνευματικά δικαιόματα του Φορέστη, και αν μας τον ξεκάνατε, θα πρέπει να μας βρείτε άλλον ήρωα για την επόμενη saison.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Υπεροχο.....δεν εχω λογια!!!Μπραβο-μπραβο απο καρδιας....!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. κατω παραλιωτης εισαι ε? σε τσεκαρα γω χαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ναι, καλά όλα αυτά και πολύ καλό το ποίημα, μα τη συνταγή για τη μανιταρόπιτα δεν βλέπω πουθενά!
    Όχι ότι τη θέλω άμεσα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις πότε θα την χρειαστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style